Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026

ΑΠΟΚΡΥΠΟΤΟΓΡΑΦΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΟΜΙΛΙΑ " –Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΡΩΜΗΣ" ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΟΥ


 

Το παρόν κείμενο αποτελεί Εισαγωγική εναρκτήρια ομιλία του 27ου Συνεδρίου ‘SLEC 2026-Βουδαπέστη’ με γενικό θέμα: “The Bishop of Rome[: From Ancient Traditions to Future Horizons for Catholics and Orthodox

 

Ο Επίσκοπος Ρώμης, ο λόγιος και σπουδαίος θεολόγος, πατριάρχης και πάπας Βενέδικτος XVI, όχι πολύ πριν από την παραίτησή του, είπε μια χαρακτηριστική θεολογική ρήση που μας αφορά όλους. Είπε ότι «Η «Εκκλησία των ανθρώπων» να προσαρμόζεται στην Εκκλησία του Θεού, και όχι η Εκκλησία του Θεού να προσαρμόζεται στην «Εκκλησία των ανθρώπων»»! Η εύστοχη θεολογικά αυτή ρήση[1] υποδηλώνει επακριβώς ότι έχουμε εν τέλει πολλές «Εκκλησίες των ανθρώπων», αλλά μία Εκκλησία του Θεού. Η διαπίστωση αυτή μαρτυρεί επίσης ότι η Εκκλησία του Θεού μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι του κόσμου πάλευε, όπως και παλεύει αενάως, για να μην αφομοιωθεί ανθρωπομορφικά από «Εκκλησίες των ανθρώπων», ήτοι πάλευε ανάμεσα στον εκκλησιακό ανθρωπομορφισμό, δηλαδή την δημιουργία μιας «ανθρωπομορφικής Εκκλησίας» στα ανθρώπινα μέτρα, και στην οντολογική πρόσληψη του κόσμου, αυτό που επιτελεί ως μοναδική αποστολή η Εκκλησία του Θεού εντός του κόσμου και της Ιστορίας.

Σύμφωνα με το προτεινόμενο θέμα στο παρόν Συνέδριό μας, καλούμαστε όλοι να συσκεφθούμε μαζί, ρωμαιο-καθολικοί και ορθόδοξοι κανονολόγοι και ειδήμονες του Κανονικού Δικαίου, για «τον Επίσκοπο Ρώμης», τόσο διαχρονικά (Α΄ και Β΄ χιλιετία), ατενίζοντας το κοινό μέλλον, όσο και από την άποψη της θέασης των διαφορετικών Παραδόσεων που αναπτύχθηκαν ασύμμετρα κατά τους τελευταίους αιώνες μέχρι σήμερα. Με άλλα λόγια, καλούμαστε να εξετάσουμε το προτεινόμενο θέμα τόσο από την άποψη της κοινής Εκκλησιακής παράδοσης της Α΄ χιλιετίας όσο και από την άποψη των «αρχαίων και διαφορετικών Παραδόσεων», ρωμαιο-καθολικής και ορθόδοξης, της Β΄ χιλιετίας, στην προοπτική έρευνας τού πώς αυτές οι δύο εκκλησιο-κανονικές Παραδόσεις, που αμφότερες φέρουν σαφώς μέσα τους δομικά «τον Επίσκοπο Ρώμης», μπορούν ή θα μπορούσαν να δημιουργήσουν προοπτικές σύγκλισης για το εκκλησιακό μέλλον.

 

 

ΣΧΟΛΙΑ.

Το παρατιθέμενο κείμενο, επιχειρώντας να γεφυρώσει το αγεφύρωτο μέσω μιας δήθεν «κοινής εκκλησιολογικής βάσης», αποκαλύπτει την υποκρισία και τα αντικανονικά θεμέλια του σύγχρονου οικουμενισμού. Ας εξετάσουμε τις θέσεις του υπό το αυστηρό φως της Ορθόδοξης Πατερικής Παράδοσης και των Ιερών Κανόνων.

1. Η Αντιφατική Επίκληση του Παπά Βενέδικτου XVI

  • Η πλάνη: Το κείμενο επικαλείται τη ρήση του Βενέδικτου XVI ότι «η Εκκλησία των ανθρώπων δεν πρέπει να προσαρμόζεται στην Εκκλησία του Θεού».
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Ο Πάπας της Ρώμης είναι ο βασικός εκφραστής της «Εκκλησίας των ανθρώπων» και του κοσμικού συγκεντρωτισμού. Η παπική αξίωση του αλάθητου και της παγκόσμιας δικαιοδοσίας αποτελεί την έμπρακτη υποταγή της Εκκλησίας στα ανθρώπινα μέτρα, στην κοσμική εξουσία και στον απολυταρχισμό ενός θνητού. Το να χρησιμοποιείται ο Πάπας για να καταδικαστεί ο «ανθρωπομορφισμός» είναι ιστορικό και θεολογικό παράδοξο.

2. Η Ψευδαίσθηση της «Α΄ χιλιετίας» ως Γέφυρας

  • Η πλάνη: Ομιλεί για «κοινή Εκκλησιαστική παράδοση της Α΄ χιλιετίας» και καλεί σε σύγκλιση των «διαφορετικών Παραδόσεων» της Β΄ χιλιετίας.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Η Ρώμη εξέπεσε της αληθινής πίστης πολύ πριν από το 1054, με την εισαγωγή του Filioque, των αζύμων και την αλλοίωση του συνοδικού πολιτεύματος με το πρωτείο εξουσίας. Η πρώτη χιλιετία δεν προσφέρεται για συγκρητιστικές συνθέσεις, διότι η αίρεση του παπισμού υπέβοσκε και τελικά εκδηλώθηκε δογματικά. Η Ορθοδοξία δεν έχει «παράδοση» κοινή με τον παπικό δυτικισμό· έχει την Παράδοση των Αγίων Αποστόλων και των Οικουμενικών Συνόδων, την οποία ο παπισμός κατεπάτησε.

3. Το Αντικανονικό Άνοιγμα στους «Κανονολόγους»

  • Η πλάνη: Η πρόσκληση προς «ρωμαιο-καθολικούς και ορθόδοξους κανονολόγους» να βρουν προοπτικές σύγκλισης «δομικά για τον Επίσκοπο Ρώμης».
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Οι Ιερό Κανόνες της Εκκλησίας (όπως ο 34ος Αποστολικός Κανόνας) δεν γνωρίζουν παγκόσμιο μονάρχη-επίσκοπο με υπερεξουσίες. Ο Επίσκοπος Ρώμης, σύμφωνα με την κανονική τάξη της Ορθοδοξίας, είναι αιρετικός και εκτός της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, εφόσον εμμένει στα παπικά δόγματα. Οποιαδήποτε «συγκλιτική» συζήτηση χωρίς την άνευ όρων επιστροφή της Ρώμης στην Ορθόδοξη Πίστη και την αποκήρυξη των κακοδοξιών της είναι προδοσία της Αλήθειας.

Συμπέρασμα: Η Εκκλησία του Θεού είναι Μία, η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία. Δεν υπάρχουν «δύο ίσιες Παραδόσεις» που πρέπει να συγκλίνουν, αλλά η Αλήθεια από τη μία πλευρά και η πλάνη από την άλλη. Κάθε προσπάθεια ένωσης χωρίς κοινή ομολογία της Ορθόδοξης Πίστης συνιστά ψευδο-ένωση και εκκλησιολογική αυτοκτονία.

Πριν από όλα, ένα γενικό ερώτημα τίθεται ευρέως στην εποχή μας σε πολλά θεολογικά και εκκλησιαστικά περιβάλλοντα, και καλούμαστε κυρίως και πρωτίστως να το εξετάσουμε τόσο όλοι μαζί εδώ και σήμερα (hic et nunc), όσο και στην όποια ερευνητική συνέχεια. Το ερώτημα είναι διττό και παραμένει διαρκώς το εξής.

• Από την μία μεριά, «Ο Χριστός είναι ο ίδιος, χθες και σήμερον, ο αυτός και εις τους αιώνας»[2]. Μπορούμε όμως να πούμε το ίδιο και για την Εκκλησία Του, ότι «Αυτή είναι η ίδια, χθες και σήμερον, η αυτή και εις τους αιώνας», δηλ. η ίδια την Α΄ χιλιετία, αφότου ξεκίνησε, η ίδια κατά την Β΄ χιλιετία που ακολούθησε, και (θα είναι) η ίδια κατά την Γ΄ χιλιετία, που πριν από μία 30ετία ξεκίνησε και συνεχίζουμε, πρώτη γενιά εμείς, μαζί Της;

• Και το συνακόλουθο ερώτημα, από την άλλη μεριά, κατά πόσο η Εκκλησιολογία και το Κανονικό Δίκαιο μετά το 1054 είναι τα ίδια για την Ρωμαιο-καθολική Εκκλησία της εποχής μας με αυτά που ήταν και λειτουργούσαν στους κόλπους της Εκκλησίας της Α΄ χιλιετίας; Το ίδιο αυτό διπλό ερώτημα τίθεται εν παραλλήλω και για την Ορθόδοξη Εκκλησία του σήμερα, κατά πόσο δηλαδή η Εκκλησιολογία και το Κανονικό Δίκαιο, πέντε (5) αιώνες ακριβώς αργότερα μετά το 1054, ήτοι μετά την πτώση της ΚΠόλεως, μετά το 1453 και επέκεινα, είναι τα ίδια με αυτά που ήταν και λειτουργούσαν στους κόλπους της Εκκλησίας της Α΄ χιλιετίας; (Εξυπακούεται ότι το ίδιο ερώτημα τίθεται εν παραλλήλω και για τον Προτεσταντικό κόσμο, αλλά αυτό το θέμα είναι ένα ζήτημα για ένα άλλο Συνέδριο της Εταιρείας μας).

Αυτά τα δύο, η Εκκλησιολογία και το Κανονικό Δίκαιο, που αποτελούν τις δύο όψεις του αυτού νομίσματος και που, κατά την διάρκεια της Α΄ χιλιετίας, προσέφεραν συγκλίσεις στις Εδαφικές Εκκλησίες διαφορετικών τόπων και λειτουργικών πρακτικών, έχουν μάλλον υιοθετηθεί, κατά την διάρκεια της Β΄ χιλιετίας, με διαφορετικούς τρόπους στον εσωτερικό χώρο του καθενός Εκκλησιακού χώρου με εμφανείς πρισματικές αποκλίσεις τόσο κατά τους τελευταίους χρόνους όσο και στην εποχή μας (Πρισματική κανονικότητα). Αυτό εξηγεί γιατί στην εποχή μας υπάρχουμε πρισματικά, ετερότοπα και ομολογιακά και όχι κοινά, εκκλησια-κά και κοινωνιακά! Αυτό θα πρέπει να ληφθεί πρωταρχικά υπ’ όψιν μας στην μελέτη του σημαντικού θέματος που επιλέξαμε να εξετάσουμε στο παρόν Συνέδριο της Εταιρείας, καθώς η ηθελημένη αυτή επιλογή καλύπτει ένα μεγάλο εύρος που ξεκινάει από τις «Ancient Tradi-tions» και θέλει να οραματισθεί «Future Horizons τόσο for Catholics όσο and Orthodox».

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

1. Η Αναλλοίωτη Φύση της Ορθόδοξης Εκκλησίας vs. Των Πτώσεων της Β΄ Χιλιετίας

  • Η θέση του κειμένου: Διερωτάται αν η Εκκλησία παραμένει η ίδια «χθες, σήμερον και εις τους αιώνας» κατά τη διάρκεια των χιλιετιών, και εξετάζει τις αποκλίσεις στην Εκκλησιολογία και το Κανονικό Δίκαιο μετά το 1054 και το 1453.
  • Η ορθόδοξη απάντηση:
    • Ο Χριστός είναι αναλλοίωτος, και το Σώμα Του, η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία (η Ορθοδοξία), παραμένει ουσιαστικά και δογματικά η ίδια στους αιώνες, διαφυλάττουσα ακέραια την Πίστη των Αγίων Οικουμενικών Συνόδων.
    • Αντίθετα, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αλλοίωσε ριζικά την Εκκλησιολογία και το Κανονικό Δίκαιο με το Σχίσμα του 1054, θεσμοθετώντας τον παπικό απολυταρχισμό, το αλάθητο και καινοτομίες που την απομάκρυναν από το συνοδικό πολίτευμα της Α΄ χιλιετίας.

2. Το Ζήτημα της Ορθόδοξης Κανονικότητας μετά το 1453

  • Η θέση του κειμένου: Θέτει παράλληλο ερώτημα για την Ορθόδοξη Εκκλησία μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453) και κατά πόσο η κανονικότητά της παρέμεινε απαράλλακτη.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Υπό το βάρος της Τουρκοκρατίας, η Ορθόδοξη Εκκλησία υπέστη πράγματι διοικητικές δυσκολίες και αναγκάστηκε να λειτουργήσει κάτω από ιστορικές πιέσεις. Ωστόσο, ποτέ δεν άλλαξε το δόγμα της, ούτε θεσμοθέτησε αλλοίωση της συνοδικής φύσης της. Οι Ορθόδοξες Σύνοδοι (όπως οι επί Πατριαρχίας Ιερεμίου Β΄ ή οι Σύνοδοι κατά του Καλαβινισμού) επιβεβαίωσαν ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία παρέμεινε πιστή στη διδασκαλία των Πατέρων, σε αντίθεση με τη Δύση που συστηματοποίησε την αίρεση.

3. Η «Πρισματική Κανονικότητα» και η Ψευδαίσθηση της Συγκλίσεως

  • Η θέση του κειμένου: Κάνει λόγο για «πρισματική κανονικότητα», ετερότοπη και ομολογιακή ύπαρξη, ζητώντας να βρεθούν προοπτικές σύγκλισης ανάμεσα στις «Ancient Traditions» και τα «Future Horizons».
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Ο όρος «πρισματική κανονικότητα» ή η αποδοχή της «ομολογιακής πολυδιάσπασης» ως κανονικής πραγματικότητας αποτελεί προϊόν του προτεσταντικού και οικουμενιστικού συγκρητισμού. Η Εκκλησία δεν έχει «πρίσματα»· έχει την Αλήθεια. Οι δύο παραδόσεις δεν είναι απλώς «διαφορετικές», αλλά η μία (η Ορθόδοξη) διακρατεί την αποστολική παράδοση, ενώ η άλλη (η Παπική) έχει περιπέσει σε κακοδοξίες. Η μόνη οδός για το μέλλον δεν είναι η διπλωματική σύγκλιση επί χάρτου, αλλά η μετάνοια και η επιστροφή στην αδιαίρετη πίστη της Α΄ χιλιετίας.

Συμπέρασμα: Η Εκκλησία του Χristou δεν αναζητείται μέσω συμβιβαστικών «μελλοντικών οριζόντων» που ισοπεδώνουν τα δόγματα, αλλά φυλάσσεται ως κόρη οφθαλμού στην ομολογία της μίας και αδιαίρετης Ορθόδοξης Αλήθειας.

Ας δούμε αυτό το τεθέν διπλό ερώτημα πιο αναλυτικά, για να είμαστε σε θέση, στο πλαίσιο του Συνεδρίου μας, να εξαγάγουμε στέρεα συμπεράσματα και να αναδείξουμε τυχόν πρόσθετα στοιχεία, δίπλα σε αυτά που γνωρίζουμε μέχρι τώρα σχετικά με το εξεταζόμενο θέμα, για περαιτέρω προβληματισμό τόσο σε προοπτική Διμερών Θεολογικών διαλόγων όσο και σε προοπτική θεολογικο-κανονικής μελέτης και έρευνας. Και αυτό, διότι γεννάται ένα ζήτημα οντολογικό και υψίστης ευθύνης για την Εκκλησία του Χριστού και για μας που την διακονούμε: «Εἰ ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου ἐλθών, εὑρήσει τὴν ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ἐπὶ τῆς γῆς;»[3], ήτοι την Εκκλησία του Θεού, ή έχουμε δημιουργήσει όλοι μας, συλλογικά και ξεχωριστά, από μία «Εκκλησία των ανθρώπων», με την δική της ξεχωριστή παράδοση, και νομίζουμε ότι είμαστε ή έχουμε και υπηρετούμε την Εκκλησία του Θεού; Μήπως ισχύει για μας ο χριστός λόγος: «Ἀφέντες γὰρ τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ, κρατεῖτε τὰς παραδόσεις τῶν ἀνθρώπων»[4]; Γνωρίζουμε όλοι επίσης πολύ καλά τί εννοεί, όταν λέει: «Διατί καὶ ὑμεῖς παραβαίνετε τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν παράδοσιν ὑμῶν [των ανθρώπων];»[5]· γιατί τηρείτε τις παραδόσεις των ανθρώπων και όχι την παράδοση του Θεού; Υπάρχουν επομένως παραδόσεις που δεν είναι του Θεού… Πόσο μας απασχολεί αυτό το τόσο σοβαρό ερώτημα σήμερα;

Δια μέσου των δύο (2) χιλιετιών Χριστιανισμού και Εκκλησίας, «ο Επίσκοπος Ρώμης» διήλθε διάφορους ιστορικούς σταθμούς εμφάνισης και εκκλησιαστικής προβολής με αναπροσαρμογές γεωπολιτικής μορφής και εκκλησιο-κανονικές μετατοπίσεις, για να φθάσουμε εμείς σήμερα εδώ, το 2026, στην αρχή της Γ΄ χιλιετίας, να συζητάμε επίσημα και εκκλησιο-κανονικά, επιστημονικά και συνεδριακά, για το είναι και την εκκλησιακή υπόστασή του.

Ωστόσο, κάποια στοιχεία ή χαρακτηριστικά της Β΄ χιλιετίας, παρόλο ότι είναι διαφορετικά και αποκλίνοντα σε σχέση με την Α΄ χιλιετία, χαρακτηρίζονται από μια κοινή βάση που παραμένει όντως κοινή και αναλλοίωτη, η οποία θα μας επιτρέψει, παρά την θεσμική και νοοτροπιακή διαφορετικότητα των προκυψασών παραδόσεων, να μελετήσουμε την υπαρξιακή εκκλησιακή εξέλιξη «του Επισκόπου Ρώμης» στην παρελθούσα Β΄ χιλιετία και στην μόλις εναρξάμενη Γ΄ χιλιετία. Και αυτό, σε σχέση με κάποια χαρακτηριστικά της Α΄ κοινής εκκλησιο-κανονικά χιλιετίας, και να ατενίσουμε «μελλοντικούς ορίζοντες» καταλλαγής και εκκλησιο-κανονικών λύσεων σε επίπεδο εκκλησιακό και οικουμενικό…

 

 

ΣΧΟΛΙΑ. Το τελευταίο απόσπασμα κορυφώνει τον προβληματισμό του κειμένου επικαλούμενο εσχατολογικά ερωτήματα και βιβλικές περικοπές («Εἰ ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου ἐλθών, εὑρήσει τὴν ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ἐπὶ τῆς γῆς;»), επιχειρώντας να δικαιολογήσει μια οικουμενιστική προσέγγιση καταλλαγής. Ας δούμε πώς η Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία απαντά σε αυτή την αγωνία.

1. Η Ορθή Ερμηνεία του Εσχατολογικού Ερωτήματος

  • Η θέση του κειμένου: Χρησιμοποιεί τον στίχο «Εἰ ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου ἐλθών, εὑρήσει τὴν ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ ἐπὶ τῆς γῆς;» για να αφήσει υπόνοιες ότι η Εκκλησία μπορεί να έχει χαθεί μέσα από τη διαίρεση και τη δημιουργία «ανθρωπίνων εκκλησιών» από όλους μας.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Ο Χριστός υποσχέθηκε ότι η Εκκλησία Του «πύλαι Άδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. ιστ΄ 18). Η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία ποτέ δεν χάθηκε, ούτε έπαψε να υπάρχει. Εκείνοι που δημιούργησαν «Εκκλησίες των ανθρώπων» και υποτάχθηκαν στις «παραδόσεις των ανθρώπων» είναι όσοι απομακρύνθηκαν από την Ορθόδοξη Πίστη και την παράδοση των Οικουμενικών Συνόδων —πρώτιστα ο παπισμός με τις ανθρωποκεντρικές του θεσμίσεις και το αλάθητο.

2. Η Επίκληση των Παραδόσεων και η Παπική Πλάνη

  • Η θέση του κειμένου: Παραθέτει τους λόγους του Κυρίου περί «παραδόσεων των ανθρώπων» που ακυρώνουν την εντολή του Θεού, διερωτώμενο πόσο μας απασχολεί αυτό σήμερα.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Το ερώτημα αυτό στρέφεται αυτονόητα εναντίον του παπικού συστήματος. Η προσθήκη του Filioque στο Σύμβολο της Πίστεως, τα άζυμα, το καθαρτήριο πυρ, η άσπιλη σύλληψη της Θεοτόκου και κυρίως το παπικό πρωτείο και το αλάθητο δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι κατ' εξοχήν «παραδόσεις των ανθρώπων» που καταπάτησαν την ιερή Παράδοση και την εντολή του Θεού. Η Ορθοδοξία είναι εκείνη που έμεινε πιστή στην Αρχαία Παράδοση της Α΄ χιλιετίας.

3. Η Ουτοπία των «Μελλοντικών Οριζόντων» Χωρίς Μετάνοια

  • Kείμενο και Προοπτική: Το κείμενο καταλήγει στην αναζήτηση «κοινής βάσης» και «μελλοντικών οριζόντων καταλλαγής» παρά τη θεσμική διαφορετικότητα της Β΄ χιλιετίας.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Καταλλαγή και ένωση στην Εκκλησιολογία δεν νοούνται με γεωπολιτικές αναπροσαρμογές, διπλωματικές υποχωρήσεις ή συμβιβασμούς της αλήθειας. Η μόνη οδός για τον Επίσκοπο Ρώμης και τη δυτική «παράδοση» δεν είναι η σύνθεση διαφορετικών θεωρήσεων, αλλά η επιστροφή στην ομολογία της Ορθόδοξης Πίστης και η αποκήρυξη των νεωτερισμών της Β΄ χιλιετίας. Χωρίς ομοφροσύνη στην Πίστη, κάθε «οικουμενικός ορίζοντας» είναι πνευχανεψιά και πλάνη.

Συμπέρασμα: Η Εκκλησία του Θεού παραμένει αναλλοίωτη, ζωντανή και φωτεινή στην Ορθοδοξία. Δεν αναζητούμε την αλήθεια σε νέες συνθέσεις, αλλά την ομολογούμε όπως μας παραδόθηκε από τους Αγίους Πατέρες.

Α΄ Εκκλησιακή χιλιετία

«Τὸ παρελθὸν ἀποκαλύπτει στὸ παρὸν αὐτὸ ποὺ τὸ παρὸν εἶναι ἱκανὸ νὰ δεῖ». (R. H. Tawnay).

            Ο Επίσκοπος Ρώμης, κατά την Α΄ εκκλησιακή χιλιετία, μεταξύ των άλλων, σε μια χρονική εξελικτική προοπτική, ήταν:

• ο επίσκοπος της πρωτεύουσας της πολιτειακής οντότητας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας,

• ο επίσκοπος της πόλης με τους περισσότερους μάρτυρες των τριών πρώτων αιώνων των διωγμών εναντίον της Εκκλησίας,

• ο επίσκοπος της «Πρώτης Καθέδρας», ο «Πρωτεύων» και «Πρώτος»[6], μεταξύ των άλλων Πρώτων επισκόπων της κάθε «Πρώτης [Μητροπολιτικής] Καθέδρας», που απέκτησε αυθεντία πίστης και πρόσκτησε εγγύηση αληθείας, και, κατ’ επέκταση,

• ο επίσκοπος που αποτελούσε τον πρώτο Μητροπολίτη επίσκοπο (σύμφωνα με τον κανόνα 34/Αποστολικός και 3, 4, 5/Σαρδικής-343), όπως και δίπλα πολλοί άλλοι πρώτοι Μητροπολίτες επίσκοποι των 15 Συνοδικών Μητροπόλεων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Μητροπολιτική Συνοδικότητα),

• ο επίσκοπος που αποτελούσε τον πρώτο Πατριάρχη επίσκοπο (σύμφωνα με τους κανόνες 4, 5, 6, 7 και 28/Δ΄-451), όπως και δίπλα οι 4 άλλοι πρώτοι συν-Πατριάρχες επίσκοποι των Συνοδικών Πατριαρχείων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ήτοι Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων (Πατριαρχική Συνοδικότητα και Πενταρχική Συνοδικότητα [Communio Patriarchorum]),

• ο επίσκοπος που ήταν «Πρώτος μεταξύ των Πρώτων» της Συνοδικής Πενταρχίας (Συνοδικότητα των Πρώτων συν-Προκαθημένων, Συνοδικότητα των 5 Πατριαρχών απέναντι στον Ρωμαίο αυτοκράτορα: «5 [ως Σύνοδος] « 1») και, κατ’ επέκταση, ο «Πρώτος μεταξύ Ίσων» (Primus inter Pares).

Από την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451) και εντεύθεν, ήτοι μετά από τέσσερεις (4) αιώνες συνοδικής, προετοιμασίας, εμπειρίας και ολοκλήρωσης του Συνοδικού συστήματος της Εκκλησίας και της συνοδικής πράξης (49-451), αρχίζει να γίνεται πράξη και συνείδηση για έξι (6) ολόκληρους αιώνες (451-1054) ότι, για να λειτουργήσει η συνοδικότητα όλων των μερών, η Εκκλησία καταφάσκει την κοινωνία των Εκκλησιών[7] (Να επισημανθεί μόνον εδώ ότι έχουμε «Σύνοδο Τοπικών Εκκλησιών» δια της «Συνόδου των Επισκόπων [ανακεφαλαιωτικών προσωπικοτήτων]» τους, και όχι το αντίστροφο που μετατρέπει τους Επισκόπους σε ατομικότητες) ως την βάση στην οποία δομείται και στηρίζεται η εκκλησιακή συνοδικότητα της Α΄ χιλιετίας, αρνούμενη, πρωτίστως και ουσιαστικώς, ως ανύπαρκτη την όποια έκφραση και μορφή «μονοπρόσωπης, μονοδιάστατης και ασύμμετρης συνοδικότητας» (sic), όπερ σημαίνει την εκμηδένιση της Συνοδικότητας.

Αυτό είναι το συνοδικό αποτύπωμα των οκτώ (8) Οικουμενικών Συνόδων της Εκκλησίας της Α΄ εκκλησιακής χιλιετίας, το οποίο συμπεριλαμβάνει με κεντρικό τρόπο και τον Επίσκοπο Ρώμης[8].

 

 

ΣΧΟΛΙΑ. 1. Ο Ρώμης ως «Πρώτος μεταξύ Ίσων» (Primus inter Pares)

  • Η θέση του κειμένου: Ο Επίσκοπος Ρώμης στην Α΄ χιλιετία ήταν ο «Πρώτος» μέσα στο συνοδικό πλαίσιο της Εκκλησίας (Μητροπολιτική, Πατριαρχική και Πενταρχική Συνοδικότητα), λειτουργώντας ως Primus inter Pares και όχι ως απόλυτος μονάρχης.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Αυτή ακριβώς είναι η βάση της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας. Το πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης στην πρώτη χιλιετία ήταν πρωτείο τιμής και διακονίας εντός της συνοδικής κοινωνίας, ποτέ δε δικαιοδοσίας ή εξουσίας υπεράνω των άλλων Πατριαρχών και Συνόδων.

2. Η Απόρριψη της «Μονοπρόσωπης Συνοδικότητας»

  • Η θέση του κειμένου: Η Εκκλησία της Α΄ χιλιετίας αρνήθηκε κατηγορηματικά την όποια μορφή «μονοπρόσωπης, μονοδιάστατης και ασύμμετρης συνοδικότητας», η οποία οδηγεί στην εκμηδένιση της Συνοδικότητας.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Εδώ βρίσκεται το καίριο σημείο σύγκρουσης. Ο παπισμός της Β΄ χιλιετίας θεσμοθέτησε ακριβώς αυτή τη «μονοπρόσωπη συνοδικότητα» (ή καλύτερα, τον απολυταρχισμό), ταυτίζοντας τον Πάπα με ολόκληρη την Εκκλησία και υποτάσσοντας τις Οικουμενικές Συνόδους στη δική του αυθεντία. Έτσι, ο Ρώμης αυτοεξαιρέθηκε από το συνοδικό πολίτευμα της Α΄ χιλιετίας που ο ίδιος κάποτε διαφύλαττε.

3. Η Ιστορική Αλήθεια ως Κριτήριο του Παρόντος

  • Η θέση του κειμένου: Το συνοδικό αποτύπωμα των 8 Οικουμενικών Συνόδων της Α΄ χιλιετίας περιλαμβάνει κεντρικά τον Επίσκοπο Ρώμης.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Ο Επίσκοπος Ρώμης είχε θέση στην Εκκλησία όσο παρέμενε εντός της Ορθόδοξης Πίστης και της συνοδικής τάξης. Από τη στιγμή που απομακρύνθηκε από τα δόγματα και τους κανόνες της Α΄ χιλιετίας, εισάγοντας το παπικό πρωτείο εξουσίας και το αλάθητο, έχασε και την κανονική του ιδιότητα ως «Πρώτου». Η επιστροφή στην Α΄ χιλιετία, την οποία επικαλούνται οι θεολόγοι, δεν μπορεί να γίνει με θεωρητικούς συμβιβασμούς, παρά μόνο με την ολική αποκήρυξη των παπικών καινοτομιών και την επ-ανάκαμψη στη συνοδική ομολογία της Ορθοδοξίας.

Συμπέρασμα: Η Α΄ χιλιετία δεν προσφέρει άλλοθι στον σύγχρονο παπισμό, αλλά αποτελεί το αδιάψευστο κανονικό μέτρο που καταδικάζει τις αυθαιρεσίες της Β΄ χιλιετίας.

Β΄ Εκκλησιακή χιλιετία

«Ὅταν τὸ συλλογικὸ σφάλμα ἔχει βάθος χρόνου,

δύσκολα διορθώνεται»…

Ο Επίσκοπος Ρώμης, κατά την Β΄ εκκλησιακή χιλιετία, αμέσως μετά την Διακοπή κοινωνίας του 1054 (σύμφωνα με τους Ορθοδόξους, με ό,τι αυτό συνεπάγετο) ή το Σχίσμα του 1054 (σύμφωνα με τους Ρωμαιο-Καθολικούς, με ό,τι αυτό επίσης συνεπάγετο), ήτοι μετά από αυτήν την πρώτη αξονική διαφοροποίηση επιλογής στο εξής πορείας των δύο υπαρχουσών παράλληλα Εκκλησιών και Παραδόσεων, χωρίς καμμία διάθεση πολεμικής (εξάλλου είμαστε εδώ για να μιλήσουμε αδελφικά, να συζητήσουμε και να διαλεχθούμε θεολογικο-κανονικά για τα θέματα-ζητήματα που μας διακρίνουν), αλλά με διάθεση καταλλαγής στην προοπτική μιας ενδεχόμενης κοινής απάντων εκκλησιο-κοινωνιακής πορείας και κοινού οράματος «της των πάντων ενώσεως»[9], μεταξύ των άλλων, σε μια εξελικτική αλλά φυγόκεντρη προοπτική, ήταν:

• ο επίσκοπος που, ως συν-πατριάρχης και πάπας Ρώμης, βρέθηκε άνευ εκκλησιακής σχέσης συνοδικού τύπου της Α΄ χιλιετίας με τους άλλους τέσσερεις (4) συν-Πατριάρχες της Συνοδικής Πενταρχίας (1054 και εντεύθεν), αναζητά νέα εκκλησιακή υπόσταση εκ των πραγμάτων και με νέο τρόπο θεσμικής εκκλησιο-κανονικής ύπαρξης μέσω των τεσσάρων (4) Συνόδων του Λατερανού (1123, 1139, 1179, 1215) –τις οποίες χαρακτηρίζει μάλιστα ως Οικουμενικές (sic), ενώ είναι μόνος πατριάρχης ως προκαθήμενος–, χωρίς τα χαρακτηριστικά της προγενέστερης συνοδικής ταυτότητας και πράξης,

• ο επίσκοπος που, μετά τις μεταρρυθμίσεις του πάπα Γρηγορίου του Ζ΄ (1075), αποκτά καινοφανή εκκλησιακά ιδιώματα εγκόσμιας εσχατολογίας, που προκαλούν σιγά-σιγά μετατοπίσεις και αποκλίσεις από την προγενέστερη χιλιετή κοινή εκκλησιακή και συνοδική εμπειρία και πορεία,

• ο επίσκοπος που, σύμφωνα με το προ-ανακηρυχθέν εκ μέρους του «Σχίσμα των Ανατολικών», με κανονική συνέπεια, κατά και μετά τις τέσσερεις (4) Σταυροφορίες (11ος-13ος αι.) και ειδικά με την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως (1204-1261), με την ιδιότητα του πολιτικού ταγού, και, παράλληλα, τις αντίστοιχες τέσσερεις (4) Συνόδους του Λατερανού (12ος-13ος αι.), με την ιδιότητα του εκκλησιαστικού ταγού, υποκατέστησε τους τέσσερεις (4) Πατριάρχες με ομώνυμους και όχι ίσους επισκόπους-πατριάρχες, μετατρέποντας την Συνοδική Πενταρχία (Primus inter pares) σε μονοπρόσωπη εκκλησιαστική αρχή πυραμιδοειδούς μορφής (Primus inter inferiores [sic]), προετοιμάζοντας τον δρόμο για την εκκλησιο-κανονικά άγνωστη μέχρι τότε Παγκόσμια Εκκλησία/Ecclesia Universa (Α΄ Σύνοδος του Βατικανού-1870). (Μια αντίστοιχη επινόηση άρχισαν να καλλιεργούν προσφάτως και οι Ορθόδοξοι με συναφές προσόμοιο Primus sine paribus (sic), παρά την εκκλησιο-κανονική αντίθετη παράδοση των δύο παρελθουσών χιλιετιών),

• ο επίσκοπος που, ενεργώντας ως η μόνη και η μοναδική αποκλειστική ανώτατη αρχή μέσα στην Εκκλησία, αρνήθηκε να εκχωρήσει την γνωστή στην Κανονική Παράδοση της Α΄ χιλιετίας εκκλησιακή αυτονομία-αυτοκεφαλία (πβ. το Αυτοκέφαλο της κατά τόπον Εδαφικής Εκκλησίας της Κύπρου-431) στις διαφοροποιούμενες κριτικά και ετεροτοπικά τότε κατά τόπους ρωμαιο-καθολικές ομάδες, οι οποίες προχώρησαν σε αποσχιστικές και αποτειχιζόμενες[10] κινήσεις προτεσταντικού τύπου αθεράπευτες από το 1517 μέχρι σήμερα,

• ο επίσκοπος που, θεσμικώς μετατόπισε, από εκκλησιο-κανονική άποψη, το Πατριαρχείο της Ρώμης από Συνοδική δομή (Οριζόντια Συνοδικότητα-Α΄ χιλιετία), μετατρέποντάς το σε Πυραμιδική δομή (Κάθετη Συνοδικότητα [μονοθάλαμη συνοδικότητα/sinodalità unicamerale]-Β΄ χιλιετία). Ωστόσο, για να υπάρχει συνοδικότητα, απαιτείται ομοείδεια προσώπων (συν-πατριάρχες, συν-επισκόπους).

Όλα αυτά είναι ιδιώματα επίκτητα που τα απέκτησε για γεωπολιτικούς περισσότερο και λιγότερο για εκκλησιο-κανονικούς λόγους –πρέπει να τονισθεί αυτό–, κατά την διάρκεια της Β΄ χιλιετίας[11], και που δεν υπήρχαν υποστατικά και εκκλησιο-κανονικά κατά την διάρκεια της Α΄ χιλιετίας ή, ακριβέστερα, που ήταν παντελώς διαφορετικά από αυτά της Α΄ χιλιετίας.

Αυτές είναι ενδεικτικά και συγκριτικά οι δύο διακριτές παραδόσεις των δύο (2) χιλιετιών «του Επισκόπου Ρώμης», που διασώθηκαν και έφθασαν μέχρι την εποχή μας. Το Συνέδριό μας καλείται σήμερα να μελετήσει εκκλησιο-κανονικά, λαμβάνοντας την δέουσα απόσταση σύμφωνα με την ακαδημαϊκή «αρχή των ίσων αποστάσεων», αυτό ακριβώς που λέει ο αξονικός τίτλος του Συνεδρίου μας: «From Ancient Traditions to Future, ειδικά, Horizons for Catholics and Orthodox», και όντως ελπίζουμε σε μια κατεύθυνση και προοπτική μιας εκκλησιο-κανονικής σύγκλισης…

 

 

 

ΣΧΟΛΙΑ.

1. Η Απώλεια της Συνοδικότητας και η Γέννηση του Παπικού Απολυταρχισμού

  • Η θέση του κειμένου: Μετά το 1054 και τις μεταρρυθμίσεις του Γρηγορίου Ζ΄ (1075), ο Πάπας βρέθηκε εκτός συνοδικής κοινωνίας, καταργώντας την Πενταρχία και επιβάλλοντας τις Συνόδους του Λατερανού ως μονοπρόσωπη αρχή.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Αυτή ακριβώς είναι η ρίζα της αίρεσης του παπισμού. Η μετάβαση από την «οριζόντια συνοδικότητα» στην «κάθετη πυραμιδική δομή» κατέλυσε το πολίτευμα της Εκκλησίας. Ο Πάπας έπαυσε να είναι Επίσκοπος εντός Συνόδου και αυτοανακηρύχθηκε υπέρτερος της Συνόδου, οδηγώντας στην Ecclesia Universa του 1870 και το δόγμα του αλάθητου.

2. Η Επικίνδυνη Αναφορά στο Ορθόδοξο «Primus sine paribus»

  • Η θέση του κειμένου: Επισημαίνει ότι «μια αντίστοιχη επινόηση άρχισαν να καλλιεργούν προσφάτως και οι Ορθόδοξοι με συναφές προσόμοιο Primus sine paribus, παρά την εκκλησιο-κανονική αντίθετη παράδοση».
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Εδώ το κείμενο αγγίζει μια καυτή πληγή της σύγχρονης Ορθοδοξίας. Οποιαδήποτε τάση απομιμήσεως του παπικού μοντέλου εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας —όπως οι αξιώσεις περί δήθεν «πρώτου χωρίς ἴσους» (Primus sine paribus) και υπερεξουσιών του Οικουμενικού Πατριαρχείου ή άλλων Προκαθημένων— αποτελεί ξένο σώμα, εκκλησιολογική εκτροπή και οιονεί «ανατολικό παπισμό». Η Ορθοδοξία γνωρίζει αποκλειστικά τον Primus inter pares εντός του συνοδικού σώματος. Κάθε άλλη μονοκρατορική αξίωση καταδικάζεται από την ίδια την Παράδοση.

3. Η Ουτοπία της «Εκκλησιο-κανονικής Σύγκλισης»

  • Η θέση του κειμένου: Καταλήγει στην ελπίδα μιας «εκκλησιο-κανονικής σύγκλισης» και κοινής πορείας μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων, τηρώντας την «αρχή των ίσων αποστάσεων».
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Η ακαδημαϊκή «αρχή των ίσων αποστάσεων» μπορεί να ταιριάζει σε διπλωματικά συνέδρια, αλλά δεν ισχύει στην αλήθεια της Πίστης. Δεν υπάρχουν «δύο ίσιες παραδόσεις» που απλώς απέκλιναν γεωπολιτικά. Υπάρχει η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία που διαφύλαξε την αποστολική παρακαταθήκη και ο παπισμός που εξέπεσε σε πλάνη λόγω της έπαρσης του πρωτείου εξουσίας. Κανονική σύγκλιση δεν μπορεί να υπάρξει εάν η Ρώμη δεν αποκηρύξει τον απολυταρχισμό της και δεν επιστρέψει στα όρια της Α΄ χιλιετίας.

Συμπέρασμα: Η ιστορική ανάλυση της Β΄ χιλιετίας αποδεικνύει ότι ο παπισμός αποτελεί ρίζα εκκλησιολογικής διαστρέβλωσης. Η Ορθοδοξία οφείλει να φυλάττεται τόσο από τον δυτικό παπισμό όσο και από οποιεσδήποτε νεοφανείς τάσεις «ανατολικού παπισμού» στο εσωτερικό της.

 

 

Γ΄ Εκκλησιακή χιλιετία

«Τὸ παρελθὸν καὶ τὸ παρὸν ἀποκαλύπτουν στὸ μέλλον αὐτὸ ποὺ τὸ μέλλον εἶναι ἱκανὸ νὰ δεῖ»… (Πβ. R. H. Tawnay).

Μετά τις ολοκληρωθείσες δύο χιλιετίες (Α΄ και Β΄ χιλιετία), έπεται και μία Γ΄ χιλιετία, στην οποία εμείς ήδη βρισκόμαστε και κατέχουμε με τον έναν τρόπο ή τον άλλον τα θεολογικά ηνία στην εποχή μας, με την συνεπαγόμενη ευθύνη που θα κληθούμε να αποδώσουμε μια μέρα ενώπιον του Θεού εν αληθεία. Στην προοπτική της φετινής συνάντησής μας, το παρόν Συνέδριο θέλει να θέσει ένα αξονικό διττό και καθοριστικό ερώτημα. Ποιος και πώς θα είναι «Ο Επίσκοπος Ρώμης», κατά την Γ΄ εκκλησιακή χιλιετία που μόλις πριν από ¼ του αιώνα ξεκίνησε, στο άμεσο μέλλον και στους μελλοντικούς εκκλησιακούς ορίζοντες; Στ’ αλήθεια, «ο Επίσκοπος Ρώμης» θα έχει σχέση περισσότερο με τον συν-πατριάρχη και πάπα της Α΄ κοινής εκκλησιακής χιλιετίας ή περισσότερο με τον πάπα της Β΄ διαφορετικής εκκλησιακής χιλιετίας; Για να έλθουμε στο παρόν και χωρίς να θεωρηθεί απλοποίηση, «ο Επίσκοπος Ρώμης» θα έχει σχέση περισσότερο με τον πάπα Βενέδικτο XVI «της Β΄ εκκλησιακής χιλιετίας» ή περισσότερο με τον πάπα Φραγκίσκο «της Α΄ εκκλησιακής χιλιετίας»; Να επισημάνουμε ότι αμφότεροι συνιστούν παράδειγμα «Επισκόπου Ρώμης» της Γ΄ χιλιετίας! Με περισσότερα λόγια, ο μελλοντικός «Επίσκοπος Ρώμης» θα έχει περισσότερο σχέση με τον πάπα Βενέδικτο XVI «της Β΄ εκκλησιακής χιλιετίας», ο οποίος θέλησε για πρώτη φορά στην Ιστορία της Εκκλησίας 2.000 ετών να Την αποκόψει οριστικά από την συνοδική εμπειρία «της Α΄ εκκλησιακής χιλιετίας», αποποιούμενος, ως άχρηστο obsolète»), τον αρχέγονο τίτλο «Πατριάρχης της Ρώμης-Δύσεως» (2006), ή περισσότερο με τον πάπα Φραγκίσκο «της Α΄ εκκλησιακής χιλιετίας», ο οποίος θέλησε να την επανασυνδέσει με αυτήν καθ’ εαυτήν «την Α΄ εκκλησιακή χιλιετία», επανάγοντας τόσο τον αρχέγονο τίτλο «Πατριάρχης της Ρώμης-Δύσεως» (2024) όσο και την λησμονημένη πράξη της Συνοδικότητας στον συνολικό βίο της Εκκλησίας (2015 και εξής);

 

ΣΧΟΛΙΑ.

Το κείμενο κλείνει με την κρίσιμη προοπτική της Γ΄ χιλιετίας, θέτοντας το δίλημμα γύρω από το πρόσωπο και τη στάση των σύγχρονων Πάπων (Βενέδικτου ΙΣΤ΄ και Φραγκίσκου) σε σχέση με την Α΄ και τη Β΄ χιλιετία. Ας δούμε πώς οφείλει να τοποθετηθεί η Ορθόδοξη Πατερική Θεολογία απέναντι σε αυτά τα διλήμματα.

1. Η Παραίτηση από τον Τίτλο του «Πατριάρχη» (Βενέδικτος ΙΣΤ΄)

  • Η θέση του κειμένου: Ο Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ΄ το 2006 αποποιήθηκε τον τίτλο «Πατριάρχης της Δύσης», αποκοπτόμενος δήθεν από τη συνοδική εμπειρία της Α΄ χιλιετίας.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Η ενέργεια αυτή δεν ήταν απλώς μια τυπική αλλαγή, αλλά η έμπρακτη επιβεβαίωση της παπικής παντοδυναμίας. Ο Πάπας δεν θεωρεί πλέον τον εαυτό του «Πατριάρχη» (δηλαδή Επίσκοπο εντός της ισότιμης Πενταρχίας), διότι θεωρείται από το Βατικανό ως ο «Παγκόσμιος Ποιμένας» (Ecclesia Universa) ο οποίος βρίσκεται υπεράνω όλων των Πατριαρχείων. Αυτό ακριβώς συνιστά την πεμπτουσία της παπικής αίρεσης.

2. Ο «Συνοδικός» Πάπας Φραγκίσκος και η Ψευδαίσθηση της Επιστροφής

  • Η θέση του κειμένου: Ο Πάπας Φραγκίσκος επανέφερε τον τίτλο του «Πατριάρχη της Δύσης» (2024) και προωθεί τη «συνοδικότητα» (synodalità, από το 2015 και εξής), εμφανιζόμενος ως πιο κοντά στην Α΄ χιλιετία.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Εδώ κρύβεται η μεγαλύτερη παγίδα του σύγχρονου οικουμενισμού. Η «συνοδικότητα» που ευαγγελίζεται ο Πάπας Φραγκίσκος δεν είναι η παραδοσιακή ορθόδοξη συνοδικότητα των ισότιμων επισκόπων, αλλά μια συνοδικότητα πυραμιδοειδούς τύπου, όπου οι πάντες (λαϊκοί, κληρικοί, επίσκοποι) συζητούν και γνωμοδοτούν, αλλά ο Πάπας αποφασίζει τεقفτικά και δεσμευτικά λόγω του αλάθητου και του πρωτείου εξουσίας. Η επαναφορά του τίτλου του «Πατριάρχη» είναι προσχηματική, εφόσον δεν συνοδεύεται από την κατάργηση του παπικού πρωτείου και την αποδοχή των Οικουμενικών Συνόδων.

3. Η Ουσία της Γ΄ Χιλιετίας για την Ορθοδοξία

  • Η προοπτική: Το ερώτημα για το ποιος θα είναι ο Επίσκοπος Ρώμης στη Γ΄ χιλιετία δεν θα λυθεί με το αν ο εκάστοτε Πάπας υιοθετεί "προοδευτικές" ή "συντηρητικές" μεθόδους, ούτε με επικοινωνιακές αναβιώσεις αρχαίων τίτλων.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Ο Επίσκοπος Ρώμης θα έχει θέση στην Εκκλησία του Χριστού μόνο όταν αποκηρύξει τα δόγματα του αλάθητου και της παγκόσμιας δικαιοδοσίας και επιστρέψει στην κανονική τάξη της Α΄ χιλιετίας. Κάθε άλλη προσπάθεια «γεφύρωσης» μέσω μεταρρυθμίσεων του Βατικανού χωρίς δογματική μετανοια αποτελεί προσωποπαγή οικουμενιστική ουτοπία.

Συμπέρασμα: Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αναζητά την ταυτότητά της στις μεταβαλλόμενες τακτικές των Πάπων της Ρώμης, είτε αυτοί λέγονται Βενέδικτος είτε Φραγκίσκος, αλλά παραμένει αμετακίνητη στην πέτρα της αποστολικής αλήθειας και της συνοδικής παράδοσης των Αγίων Πατέρων.

 

«Επιστροφή προς το μέλλον»

Αναλυτικότερα, εάν οι χρονικά δύο τελευταίοι πάπες Βενέδικτος XVI και Φραγκίσκος, και ταυτόχρονα οι δύο πρώτοι πάπες της Γ΄ χιλιετίας, με την ετεροκεντρισμένη και αντιθετική στάση τους απέναντι στην ολικότητα του Πενταρχικού Πρωτείου (2006 « 2024) και την Συνοδικότητα (2015 και εντεύθεν), συνιστούν το ιστορικό μεταίχμιο και συνακόλουθα ένα πέρασμα σε μια νέα εποχή για την Παποσύνη και εν γένει την Ρωμαιο-καθολική Εκκλησία, τότε το σημερινό κεντρικό θέμα του Συνεδρίου μας συνιστά ανίχνευση αχαρτογράφητων υδάτων, διόλου δεδομένων, αλλά ζητούμενων, και θα συνιστά όντως μεγάλη συμβολή, εάν θα αποτελέσει αυτό απαρχή για έναν ευρύτερο γόνιμο προβληματισμό για τους Καθολικούς και τους Ορθοδόξους από κοινού, καθώς και για ολόκληρο το φάσμα της Χριστιανοσύνης ανά την Οικουμένη.

Πράγματι, ο πρώτος (πάπας Βενέδικτος XVI), καταργώντας τον εκκλησιο-κανονικό συνοδικό τίτλο «Πατριάρχης της Δύσεως» (2006), ενεργώντας με εσωστρέφεια, θεωρούσε ότι θα προχωρήσει προς το μέλλον, οπισθοδρομώντας ουσιαστικά προς το παρελθόν της Β΄ χιλιετίας της πυραμιδικής δομής και της μονο-εκκλησιακής παγκοσμιότητας. Ο δεύτερος (πάπας Φραγκίσκος), επαναφέροντας αυτόν τον αρχέγονο συνοδικό θεσμό και τίτλο «Πατριάρχης της Δύσεως», με έναν τίμιο εκκλησιακό ρεαλισμό μια 20ετία αργότερα (2024), φαινόταν ότι ‘οπισθοδρομούσε’ φαινομενικά προς το παρελθόν της απόμακρης Α΄ χιλιετίας της συνοδικής δομής των πέντε (5) Χαλκηδόνιων συν-Πατριαρχείων, θέλοντας να προχωρήσει ουσιαστικά προς το μέλλον της αρχέγονης συνοδικής δομής, που είναι συστατική της Εκκλησίας (πβ. η «Εκκλησία Συνόδου όνομα»[12]), και της ενδεδειγμένης και συγκλίνουσας εκκλησιακής συνοδικότητας, στο όνομα της αποκατάστασης αυτής της συνοδικότητας με το χριστό μέλημα «της των πάντων ενώσεως». Με άλλα λόγια, ο πρώτος πάπας προχωρά μπροστά, για να οπισθοδρομήσει τελικά, ενώ ο δεύτερος πάπας ‘οπισθοδρομεί’, για να προχωρήσει μπροστά και προς το μέλλον, και μάλιστα συνοδικά «για την ίδια την ζωή της Εκκλησίας»[13], για ένα ενδεχομένως κοινό συνοδικό μέλλον! Και αυτό, για έναν επιπλέον λόγο. Η συνοδικότητα, παρά την αρνητική και ανιστορική πρόσφατη διακήρυξη του Cardinal Raymond Burke, “Synodality has to be stopped[14] (sic) [“Η συνοδικότητα πρέπει να σταματήσει”], αρχικά αναπτύχθηκε ευρέως και κατά προτεραιότητα στην Εκκλησιακή Δύση, στην ελεύθερη πόλη και την διευρυμένη λατινόφωνη περιοχή της Καρθαγένης, μακριά από τους διωγμούς των Ρωμαίων. Πρόκειται για μία μακρά συνοδική παράδοση τριών συναπτών αιώνων: Άγιος Κυπριανός Καρθαγένης/255 – 24 Τοπικές Σύνοδοι της Καρθαγένης/348-525. Εν τέλει, ο πρώτος πάπας πρότεινε απαλλαγή από το παρελθόν της Α΄ εκκλησιο-κανονικής χιλιετίας, επιστρέφοντας προς το παρελθόν της Β΄ χιλιετίας, ενώ ο δεύτερος πάπας καλεί εμφατικά για συνοδική επαναφορά με …επιστροφή προς το μέλλον!, ένα όμως μέλλον χαρακτηριζόμενο από ένα όραμα με κοινή εκκλησιακή συνοδικότητα! Φέρε στην επιφάνεια το παρελθόν μόνον για να το αξιοποιήσεις… Αυτό ακριβώς, επομένως, έκανε ο πάπας Φραγκίσκος στην τελευταία δεκαετία της ζωής του: ανακαλώντας το απώτερο εκκλησιακό παρελθόν, απηύθυνε συνοδικό κάλεσμα προς όλους για επιστροφή προς ένα κοινό συνοδικό μέλλον!…

Ας κάνουμε και μια απόπειρα εν Συνεδρίω να ερμηνεύσουμε τις δύο διαφορετικές αυτές παπικές αντιθετικές μεν, αλλά, κατά τα άλλα, συμπαθείς εκκλησιο-κανονικές ενέργειες. Το 2006, ο πάπας καταργεί  τον αρχικό και συστατικό τίτλο «Πατριάρχης της Ρώμης-Δύσεως» ως τίτλο άχρηστο obsolète»). Το 2024, ο νέος πάπας τον επαναφέρει. Γιατί άραγε τον επαναφέρει; Είναι προφανές ότι προβαίνει σε αυτήν την αποκαταστατική ενέργεια, για να υποστηρίξει την επαναφερόμενη και παράλληλα οραματιζόμενη προοπτική της συνοδικότητας, καθώς κινητοποιεί σύνολη την Ρωμαιο-καθολική Εκκλησία, προετοιμάζοντάς την για αυτήν την επαναφορά, αρχίζοντας 10 χρόνια ακριβώς πριν από την κοίμησή του (2015) και εργαζόμενος συλλογικά για αυτήν την επαναφορά με μια σειρά ετήσιων, και για ένα μήνα κάθε φορά, συναντήσεων σχετικών με την συνοδικότητα. Επομένως, οι δύο επαναφορές, του πατριαρχικού τίτλου και της συνοδικότητας (διπλή επαναφορά), σχετίζονται αλληλένδετα και έχουν την ίδια στοχοθεσία. Διότι το πατριαρχικό ιδίωμα ως πρώτος μιας πατριαρχικής εκκλησιακής-πατριαρχικής οντότητας ήταν συστατικό στοιχείο της συνοδικότητας και της Συνοδικής Πενταρχίας. Καταργώντας τον, χανόταν η πρωταρχική βάση σύστασης και λειτουργίας της εν λόγω αναζητούμενης συνοδικότητας. Με άλλα λόγια, από την ώρα που ο ίδιος, με θεολογική επίγνωση, έκανε την αποκλειστική επιλογή επαναφοράς της συνοδικότητας (2015-2025), έπρεπε κάπου να στηριχθεί, κάπου να βασισθεί, για να την στηρίξει. Γι’ αυτό ακριβώς επανέφερε το συνοδικό ιδίωμα [συν-]«πατριάρχης» (2024). Είναι προφανές ότι δεν του έλειπαν οι τίτλοι, τα ιδιώματα και τα αξιώματα· είχε στο μεταξύ αποκτήσει τόσα άλλα… Το ιδίωμα «πατριάρχης» όμως είναι αυτό που τον συνδέει με σύνολη την Α΄ εκκλησιακή χιλιετία και την χαλκηδόνια πενταρχική συνοδικότητα, καθώς προέρχεται και αυτός, όπως και οι άλλοι τέσσερεις (4) συν-πατριάρχες, από την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας (451), και με την επιζητούμενη συνοδικότητα: «Ο Επίσκοπος Ρώμης» είναι συν-πατριάρχης και πάπας από Οικουμενική Σύνοδο της Εκκλησίας και χρονικά από το 451 και επέκεινα –και όχι από πριν. Έτσι, διαπιστώνουμε ότι εργαζόταν, για 10 συναπτά έτη (2015-2025), για την εκκλησιακή συνοδικότητα με σύνολη την Ρωμαιο-καθολική Εκκλησία του με αποκορύφωμα και την επαναφορά στο τέλος της 10ετίας του εκκλησιο-κανονικού υποστατικού ιδιώματος του συν-«πατριάρχη της Ρώμης-Δύσεως» (2024). Δεν γνωρίζω πόσα σπουδαία έργα εποίησε συνολικά[15], θεωρώ όμως ότι οι δύο αυτές επαναφορές (εκκλησιακή συνοδικότητα και πατριαρχικός τίτλος) συνιστούν τα μεγαλύτερα και σπουδαιότερα έργα του «Επισκόπου Ρώμης» της Γ΄ χιλιετίας, επιχειρώντας να δώσει στον «Επίσκοπο της Ρώμης» της συνέχειας και του μέλλοντος την πραγματική εκκλησιο-κανονική του διάσταση και αποστολή του, προσκαρτερούντες για τις επιλογές και την πορεία του νέου πάπα Λέοντος XIV στο προσεχές μέλλον. Ήδη, όπως γνωρίζετε, με την Apostolic LetterMotu Proprio” μόλις δύο (2) ημέρες πριν (29-8-2026), αναθεωρώντας τους κανόνες 106 και 126 του Codex Canonum Ecclesiarum Orientalium[16], ο πάπας Λέων XIV κινείται στην κατεύθυνση  και στην προοπτική της αποκέντρωσης και της περισσότερο συνοδικότητας.

Για να γίνει κατανοητό αυτό, θα ήταν χρήσιμο ένα σύγχρονο παράλληλο παράδειγμα από τον δημόσιο πολιτικό χώρο της εποχής μας. Όλοι μιλούν για την ευρωπαϊκότητα και συμμετέχουν όλοι οι λαοί της Ευρώπης στην μία και Ενωμένη Ευρώπη. Η Μεγάλη Βρεττανία αποχώρησε από την Ενωμένη Ευρώπη και αποποιήθηκε την ευρωπαϊκότητα (Brexit). Θα μπορούσαμε άραγε να υποθέσουμε ότι, ξαφνικά, λαμβάνει αυτή μία πρωτοβουλία στο εσωτερικό της χώρας για την περαιτέρω ανάπτυξη της ευρωπαϊκότητας, όταν δεν μετέχει στην Ευρωπαϊκή Αμφικτιονία; Η ευρωπαϊκότητα είναι συστατικό στοιχείο της Ενωμένης Ευρώπης, όπως και η συνοδικότητα είναι συστατικό στοιχείο (α) της Αρχέγονης Εκκλησίας του Χριστού (1ος αι. και εντεύθεν), όπως την γνωρίσαμε και την γνωρίζουμε όλοι, καθώς όλοι προερχόμαστε από Αυτήν, καθώς και (β) της Συνοδικής Πενταρχίας των συν-Πατριαρχών (451) των κατά τόπους Εδαφικών Εκκλησιών της Α΄ χιλιετίας. Αυτό ακριβώς συνειδητοποίησε ο μακαριστός μέγας πάπας Φραγκίσκος και επανέφερε, 18 χρόνια μετά (2024), την άκριτη κατάργηση (2006) του ‘πατριαρχικού ιδιώματος’ του «πατριάρχη, πάπα και επισκόπου Ρώμης», η οποία προβλημάτισε πολύ πολλούς με επικριτικές σκέψεις και αντιδράσεις, και πολύ περισσότερο από όλους, τον Ορθόδοξο θεολογικό κόσμο[17].

Συνακόλουθα, το φετινό επιλεγέν θέμα θέτει εξ ορισμού και κατ’ επέκταση και στο παρόν Συνέδριό μας και τοπολυσυζητημένο ζήτημα του «Πρωτείου του Επισκόπου Ρώμης», το συναφές αυτό θέμα που αποτελεί κεντρικό αντικείμενο διαλόγου των Διμερών Διαχριστιανικών Διαλόγων από το 1980 και εντεύθεν, που εγκαινίασε ο πάπας Ιωάννης-Παύλος Β΄ (1978-2005) σχετικά με αυτό το ζήτημα. Έγιναν πολλές συναντήσεις και συντάχθηκαν πολλά κείμενα σχετικά με αυτό. Θα το αγγίξουμε και εμείς εδώ στο Συνέδριό μας με κάποιες εισηγήσεις συναδέλφων κανονολόγων, καθώς άπτεται του αξονικού θέματός μας.

Ας γίνει εδώ μια δομική και θεμελιώδης επισήμανση σχετικά με το θέμα του Πρωτείου του Επισκόπου Ρώμης, η οποία γίνεται πολύ εμφανής στους Διμερείς Διαλόγους. Η Ορθόδοξη πλευρά θέτει σταθερά και μόνιμα αυτό το ζήτημα με την μορφή «1-Συνοδικότητα και 2-Πρωτείο» (34/Αποστολικός), ενώ η Ρωμαιο-καθολική πλευρά προβαίνει σε χιαστί μετατόπιση, αντιστροφή και απόδοση: «1-Πρωτείο και 2-Συνοδικότητα» (CIC 1983). Ωστόσο, με την σειρά αυτή αυτονομείται το Πρωτείο και προκαλεί ζήτημα ταυτότητας και σύγχυση στην Συνοδικότητα. Από πλευράς ορθοδόξου, το Εκκλησιακό Πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης είναι απολύτως δεκτό ως Συνοδικό Πρωτείο και όχι ως αυτονομημένο Πρωτείο, και ο Πρώτος είναι απολύτως δεκτός ως Συνοδικός Πρώτος και όχι ως αυτονομημένος Πρώτος και υπεράνω πάντων σε εκκλησιακό σχήμα πυραμιδοειδές, αποκλείοντας κάθε έννοια και μορφή συνοδικότητας. Εξάλλου, είναι παγκοίνως γνωστό ότι ο «Επίσκοπος Ρώμης», κατά την διάρκεια της Α΄ χιλιετίας, ήταν «Πρώτος μεταξύ Πρώτων» της Συνοδικής Πενταρχίας[18] (Οριζόντια Συνοδικότητα), ενώ σήμερα ορίζεται ως «μη συνοδικός Πρώτος», καθώς αυτονομείται «άνευ άλλων συνοδικών συν-Πρώτων και ομο-Ίσων» (Κάθετη Συνοδικότητα). Επομένως, για να υπάρχει Πρωτείο του συνοδικού Πρώτου «Επισκόπου Ρώμης» χρειάζονται συνύπαρξη και συγκοινωνία ετέρων συνοδικών Πρώτων, απαιτείται δηλαδή οριζόντια συνοδική κοινωνία. Ένας Πρώτος μόνος δεν ορίζεται ως Πρώτος –άνευ ουδενός άλλου και άλλων κοινωνιακά δίπλα του και γύρω του–, αλλά ορίζεται ως μόνος!… Στην περίπτωση αυτή, εξ ορισμού, δεν μπορούμε να ομιλούμε για Πρώτο και Πρωτείο άνευ της σιαμαίας και αντίστοιχης Συνοδικότητας (Κάθετη Συνοδικότητα), αλλά καλούμαστε για Συνοδικότητα μέσα στην οποία αναδεικνύεται και καταξιώνεται ο εκάστοτε Πρώτος και το αντίστοιχο, σε πραγματική βάση, Πρωτείο (Οριζόντια Συνοδικότητα). Με άλλα λόγια, με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αυτά σημαίνουν ότι το Πρωτείο «του Επισκόπου Ρώμης» (καλείται να) τίθεται μονόδρομα μέσα στο εκκλησιο-κανονικό και συνοδικό πλαίσιο της Συνοδικότητας, καθώς το αντίθετο αμφίδρομα (θέση της Συνοδικότητας μέσα σε πυραμιδοειδές Πρωτείο) δεν μπορεί να υλοποιηθεί. Συνεπώς, σχετικά με τον «Επίσκοπο Ρώμης» του συνεδριακού θέματός μας, πρέπει αυτό να διερευνηθεί στην βάση έρευνας, μελέτης και διαλόγου με την μορφή δομής «Συνοδικότητα και Πρωτείο» και όχι με την μορφή δομής «Πρωτείο και Συνοδικότητα»…

 

 

ΣΧΟΛΙΑ.

Το  κείμενο επιχειρεί μια βαθιά κανονική και ιστορική ανασκόπηση των πεπραγμένων των Παπών Βενέδικτου ΙΣΤ΄ και Φραγκίσκου, εστιάζοντας στην ένταση μεταξύ Συνοδικότητας και Πρωτείου. Ας δούμε την τελική ορθόδοξη αποτίμηση αυτής της προβληματικής.

1. Η Ψευδαίσθηση της «Επιστροφής» του Πάπα Φραγκίσκου

  • Η θέση του κειμένου: Ο Πάπας Φραγκίσκος, επαναφέροντας τον τίτλο του «Πατριάρχη της Δύσεως» (2024) και προωθώντας τη συνοδικότητα, φέρεται να «οπισθοδρομεί» στην Α΄ χιλιετία για να προχωρήσει στο μέλλον.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Όσο εντυπωσιακό κι αν φαίνεται επικοινωνιακά το άνοιγμα στη «συνοδικότητα», το θεμελιώδες δόγμα του Παπικού Πρωτείου Εξουσίας και του Αλάθητου (όπως ορίστηκε από την Α΄ Σύνοδο του Βατικανού το 1870) παραμένει ακέραιο και αμετάθετο στο ρωμαιοκαθολικό δίκαιο. Μια «συνοδικότητα» στην οποία ο Πάπας διατηρεί την τελική, δεσμευτική και υπερεπισκοπική εξουσία δεν είναι παρά μια πυραμίδα με ωραίο προσωπείο. Χωρίς την κατάργηση του ίδιου του παπικού δόγματος, οι τίτλοι παραμένουνεντυπωσιακά προσωπεία χωρίς αντίκρισμα.

2. Η Σειρά των Όρων: «Συνοδικότητα και Πρωτείο» vs «Πρωτείο και Συνοδικότητα»

  • Η θέση του κειμένου: Ορθώς επισημαίνεται ότι η Ορθόδοξη πλευρά θέτει τη δομή «Συνοδικότητα και Πρωτείο» (34ος Αποστολικός Κανόνας), ενώ η Ρωμαιοκαθολική αντιστρέφει την πυραμίδα σε «Πρωτείο και Συνοδικότητα», καθιστώντας τον Πρώτο αυτονομημένο και υπεράνω των άλλων.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της εκκλησιολογικής διαφοράς. Στην Ορθοδοξία, ο Πρώτος (Primus inter pares) υπάρχει μόνον εντός της Συνόδου, ως ίσος μεταξύ ίσων, και ποτέ ανεξάρτητα από αυτήν. Ο παπικός θεσμός, αντίθετα, θεμελιώνεται στον «μονοπρόσωπο Πρώτο» που επιβάλλεται καθέτως από τα πάνω. Κάθε προσπάθεια σύνθεσης ή σύγκλισης προσκρούει σε αυτό το ανυπέρβλητο οντολογικό εμπόδιο.

3. Η Αλήθεια πέρα από τα Ακαδημαϊκά Συνέδρια

  • Η προοπτική: Το κείμενο καλεί σε έναν ειλικρινή διάλογο και έρευνα για το μέλλον του Επισκόπου Ρώμης στη Γ΄ χιλιετία.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Οποιοσδήποτε διμελής ή πολυμελής θεολογικός διάλογος είναι καταδικασμένος σε αποτυχία ή σε έναν α, ήπιο συγκρητισμό, εάν δεν τεθεί ως αδιαπραγμάτευτη βάση η επιστροφή της Ρώμης στην ακέραια Ορθόδοξη Πίστη της Α΄ χιλιετίας. Η Ορθοδοξία δεν διαπραγματεύεται τα δόγματα των Οικουμενικών Συνόδων για χάρη μιας γεωπολιτικής ή θρησκευτικής «παγκόσμιας ενότητας».

Συμπέρασμα: Η ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι ζήτημα διπλωματικών συμβιβασμών ή τεχνικής αναδιάρθρωσης των θεσμών, αλλά θέμα κοινής ομολογίας της Αλήθειας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία παραμένει ο μοναδικός ασφαλής φάρος της Αποστολικής Παράδοσης.

 

Επίμετρο

«Εἴμαστε πάντα ἐλεύθεροι νὰ ἀλλάξουμε γνώμη καὶ πορεία,

καὶ νὰ διαλέξουμε ἄλλο μέλλον καὶ ἄλλο παρελθόν»…

Είμαστε εδώ και εν Συνεδρίω για να θέσουμε δυσεπίλυτα ακόμη θέματα και ζητήματα προκύψαντα κυρίως καθ’ όλη την διάρκεια της Β΄ χιλιετίας, της χιλιετίας της εκκλησιακής αποξένωσης, και να τα θέσουμε προς συζήτηση και προς πρόταση επίλυσής τους. Το πρώτο (θέση προβλήματος) δεν αρκεί, αν δεν ακολουθήσει διαδοχικά το δεύτερο (κοινή προσπάθεια επίλυσης).

Με αφορμή το αξονικό θέμα «Ο Επίσκοπος Ρώμης», τέτοια παρόμοια ζητήματα που τίθενται με τρόπο τόσο συγκριτικό μεταξύ των δύο Κανονικών Παραδόσεων, της Ρωμαιο-καθολικής και της Ορθόδοξης, όσο και με τρόπο αυτόνομο εντός των κόλπων της κάθε μίας από αυτές, καλούμαστε να τα συζητήσουμε στο παρόν Συνέδριό μας. Και αυτό θα το αποπειραθούμε μέσα από επιστημονικές, εμπειρικές και πρακτικές συγκλίσεις και αποκλίσεις με χρονικό παρελθοντικό ορίζοντα τις δύο, Α΄ και Β΄, εκκλησιακές χιλιετίες στην προοπτική του μέλλοντος της Γ΄ χιλιετίας. Έχουν έλθει σήμερα εδώ από όλο τον κόσμο έγκριτοι κανονολόγοι, ειδήμονες και επιστήμονες του Κανονικού Δικαίου, οι οποίοι με την προσήκουσα επιστημονική διάκριση, με θάρρος, με τόλμη και ερευνητική αντικειμενικότητα θα θέσουμε τα θέματα και τα ζητήματα, θα τα συζητήσουμε και θα κοινοποιήσουμε τα συμπεράσματά μας στις Θεολογικές Σχολές μας και στις Εκκλησίες μας, έτσι ώστε να συμβάλουμε με επιστημονικό λόγο και τεκμαρτό τρόπο στον Διμερή τόσο τον επίσημο Εκκλησιαστικό Διάλογο Ρωμαιο-καθολικής Εκκλησίας και Ορθοδόξου Εκκλησίας (1980 και εντεύθεν) όσο και τον ανεπίσημο αντίστοιχο και παράλληλο ομόλογο Θεολογικό Διάλογο Ρωμαιο-καθολικών και Ορθοδόξων Θεολόγων της Μικτής Επιτροπής «Saint Irénée» (2004 και εντεύθεν), συγκροτηθείς από τον καρδινάλιο Joseph Ratzinger, μεταγενέστερα πάπα Βενέδικτο XVI.

Το θέμα του Συνεδρίου μας «Ο Επίσκοπος Ρώμης» φαίνεται να είναι στρωτό και απλό. Αντιπροσωπεύει και κρύβει όμως μεγάλη και ποικιλόμορφη ιστορία με αντίστοιχη εκκλησιο-κανονική βεντάλια, που καθόρισαν καθοριστικά το εκκλησιακό γίγνεσθαι ανά τους αιώνες και ανά την Οικουμένη. Όπως κρίθηκαν πολλά από αυτόν τον Επίσκοπο κατά το εκκλησιαστικό παρελθόν των δύο χιλιετιών, με τον ίδιο αναλογικό τρόπο θα κριθούν πολλά και από αυτόν τόσο στο άμεσο όσο και στο απώτερο εκκλησιαστικό μέλλον της Γ΄ χιλιετίας. Και όπως ασφαλώς όλοι γνωρίζουμε, «είμαστε πάντοτε ελεύθεροι να αλλάξουμε γνώμη και να διαλέξουμε άλλο μέλλον και άλλο παρελθόν»… Το παρόν, ωστόσο, είναι αυτό που μας καλεί και απαιτεί ενέργειες, πριν να φθάσουμε στο μέλλον… Αυτό εμφατικά το επιχείρησε και το ξεκίνησε για μια 10ετία ο πρόσφατος μακαριστός πάπας Φραγκίσκος.

Συνοψίζοντας, «Ο Επίσκοπος Ρώμης» έχει ενώπιον του δύο διακριτά εκκλησιακά παρελθόντα: το παρελθόν της Α΄ χιλιετίας και το παρελθόν της Β΄ χιλιετίας, διαφορετικά και ετερόκλιτα μεταξύ τους, ιστορικά και εκκλησιο-κανονικά διαπιστωμένα, σήμερα. Στο Συνέδριό μας όσο και στην εποχή μας, καλούμαστε να δούμε με ποιο μέλλον θα ήταν ενδεδειγμένο να επιλέξει εκείνος, για να πορευθεί σε αυτό το μέλλον… Έτσι, το αξονικό θέμα του Συνεδρίου μας μάς καλεί να οραματισθούμε και να προτείνουμε δράσεις στην προοπτική της εκκλησιακής συνοδικότητας, όπως μας τις κληροδότησε ο προσφάτως κοιμηθείς πάπας Φραγκίσκος, και να μην μείνουμε άπαντες σε περιστροφές γύρω από ένα εφήμερο παρόν, αλλά να ατενίσουμε, στο μέτρο του δυνατού και του εφικτού, προς τις όποιες δυνατότητες συνοδικότητας και εκκλησιακής κοινωνίας, που θα μας προσφέρει ένα πιθανό κοινό μέλλον… Δεν έχουμε πολλές συνοδικότητες, αλλά μία εκκλησιακή συνοδικότητα, αυτήν που κάνει την Εκκλησία του Θεού να είναι Εκκλησία. Αυτήν θεωρώ ότι ο πάπας Φραγκίσκος εννοούσε και είχε κατά νουν, όταν πρότεινε την επαναγωγή της για το μέλλον της Εκκλησίας και για την διαποίμανση των λαών στο μέλλον. Ο κοινός πατέρας όλων μας, ο Μέγας Βασίλειος, μας εφιστά την προσοχή ως ποιμένων και ως θεολόγων, στον τρόπο διαποίμανσης των λαών μας: «Οἱ τὸ παρὸν διώκοντες καὶ οὐ πρὸς τὸ μέλλον ἐνατενίζοντες, μισθωτοὶ καὶ οὐ ποιμένες εἰσίν»[19].

Αν, τέλος, οι επιλογές του μέλλοντος θα είναι (και πάλι) εσωστρέφειας ως απομεινάρι του πρόσφατου χιλιετούς παρελθόντος, οι εκκλησιαστικοί κύκλοι δεν θα τέμνονται πλέον και θα παραμένουν ασύμβατες οι τροχιές, όπως αυτό ουσιαστικά συνέβαινε καθ’ όλη την διάρκεια της Β΄ χιλιετίας. Αν όμως οι επιλογές του μέλλοντος είναι επιλογές συνοδικότητας και οριζόντιας συνοδικής κοινωνίας, όπως το οραματίστηκε και άρχισε να το υλοποιεί ο πάπας Φραγκίσκος για μια 10ετία (2015-2025), τότε οι εκκλησιαστικοί κύκλοι θα αρχίσουν να τέμνονται και θα τέμνονται στην προοπτική σαφώς της ταύτισης, όπως αυτό συνέβαινε κατά την διάρκεια της Α΄ χιλιετίας και όπως άρχισε επίσημα να το σκέφτεται σοβαρά η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Στο ξεκίνημα αυτό της Γ΄ χιλιετίας, μια πρώτη μορφή εκκίνησης της Συνοδικότητας θα μπορούσε να είναι η ενεργοποίηση και αποκατάσταση της απωλεσθείσας Πενταρχικής Συνοδικότητας σε επίπεδο αρχικά ευκαιριακών επίσημων συναντήσεων[20]… Και όλη αυτή η προσπάθεια γίνεται και θα γίνεται στην προοπτική «υπέρ της των πάντων ενώσεως»[21].

Η Εκκλησία δεν μπορεί να είναι και να γίνει όμηρος της Ιστορίας! Ευτυχώς που υπάρχουν τα Έσχατα… Και εμείς, δεν είμαστε εδώ για να αποχαιρετήσουμε το παρελθόν… Είμαστε εδώ για να του δώσουμε, στο πλαίσιο του ιστορικού χρόνου, συνέχεια ως μεταμορφωμένου θεολογικά και εκκλησιο-κανονικά μέλλοντος… Η Ιστορία δεν περιμένει… Ο πάπας Φραγκίσκος «άλλαξε παρελθόν…, επιστρέφοντας στο μέλλον»!…

«Εἴμαστε πάντα ἐλεύθεροι νὰ ἀλλάξουμε γνώμη καὶ πορεία,

καὶ νὰ διαλέξουμε ἄλλο μέλλον καὶ ἄλλο παρελθόν»…

Laboremus!…

 

 

ΣΧΟΛΙΑ.

Σκληρός Αντι-Οικουμενιστικός Σχολιασμός

Το επίμετρο του κειμένου επιχειρεί μια λυρική και ταυτόχρονα αγωνιώδη σύνθεση, καλώντας σε υπέρβαση της ιστορικής αποξένωσης της Β΄ χιλιετίας μέσω της «συνοδικότητας» και προτείνοντας ακόμα και την αναβίωση της «Πενταρχικής Συνοδικότητας». Ας δούμε την καταληκτική αποτίμηση αυτής της προτροπής υπό το αυστηρό φως της Ορθόδοξης Πατερικής Θεολογίας.

1. Η Ουτοπία της «Επαναφοράς» Χωρίς Δογματική Ομοφροσύνη

  • Η θέση του κειμένου: Καταλήγει ότι ο Επίσκοπος Ρώμης πρέπει να επιλέξει την οριζόντια συνοδικότητα του μέλλοντος, ακολουθώντας το όραμα του Πάπα Φραγκίσκου, ώστε οι «εκκλησιακοί κύκλοι να τέμνονται» και να οδηγηθούμε «υπέρ της των πάντων ενώσεως».
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Η ενότητα των Εκκλησιών δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω σε συναισθηματικούς ή διπλωματικούς αυτοσχεδιασμούς, ούτε σε μια γενικόλογη επίκληση της «συνοδικότητας». Η «Πενταρχική Συνοδικότητα» της Α΄ χιλιετίας είχε υπόσταση διότι οι πέντε Πατριάρχες κοινωνούσαν στην ίδια και αδιάψευστη Ορθόδοξη Πίστη. Σήμερα, ο Επίσκοπος Ρώμης παραμένει προσκολλημένος σε δόγματα (αλάθητο, παγκόσμια δικαιοδοσία, Filioque) που συνιστούν εκκλησιολογική εκτροπή. Χωρίς την καθαρή και έμπρακτη ομολογία της Ορθόδοξης Πίστης, η τομή των κύκλων δεν οδηγεί στην αλήθεια, αλλά στον συγκρητισμό.

2. Το Πατερικό Κριτήριο: Ποιμένες ή Μισθωτοί;

  • Η θέση του κειμένου: Επικαλείται τον Μέγα Βασίλειο («Οἱ τὸ παρὸν διώκοντες καὶ οὐ πρὸς τὸ μέλλον ἐνατενίζοντες, μισθωτοὶ καὶ οὐ ποιμένες εἰσίν»), κατηγορώντας την εσωστρέφεια.
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Ακριβώς το ίδιο πατερικό κριτήριο στρέφεται κατά εκείνων που θυσιάζουν την ακρίβεια των δογμάτων στο βωμό μιας ψευδεπίγραφης «κοινωνίας» του μέλλοντος. Αληθής ποιμένας κατά τον Μέγα Βασίλειο και τους Ομολογητές Πατέρες είναι εκείνος που δεν υποχωρεί ούτε κεραία από την Ιερά Παράδοση για χάρη της εγκόσμιας «ειρήνης» ή της γεωπολιτικής καταλλαγής. Η εσωστρέφεια στην οποία αναφέρεται το κείμενο, όταν πρόκειται για τη φύλαξη της Ορθόδοξης Πίστης απέναντι στην πλάνη, δεν είναι μισθωτισμός, αλλά ιερό χρέος και ομολογιακή αντίσταση.

3. Η Αλήθεια των Εσχάτων και η Ιστορική Πραγματικότητα

  • Η θέση του κειμένου: Υποστηρίζει ότι «η Εκκλησία δεν μπορεί να είναι και να γίνει όμηρος της Ιστορίας! Ευτυχώς που υπάρχουν τα Έσχατα… Ο πάπας Φραγκίσκος άλλαξε παρελθόν… επιστρέφοντας στο μέλλον».
  • Η ορθόδοξη απάντηση: Τα Έσχατα δεν αποτελούν άλλοθι για την υπέρβαση ή την αποσιώπηση της δογματικής αλήθειας εντός του ιστορικού χρόνου. Η Εκκλησία ζει τα Έσχατα στο «Σήμερον» της Θείας Λειτουργίας, εντός της ακέραιης μυστηριακής και συνοδικής ζωής της Ορθοδοξίας. Το παρελθόν δεν «αλλάζει» με επικοινωνιακές ή διοικητικές αναπροσαρμογές των Πάπων, παρά μόνο με τη θεραπεία της πλάνης.

Συμπέρασμα: Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν καλείται να αναζητήσει «νέα μέλλοντα» σε συμπλέγματα με τον παπικό συγκεντρωτισμό, αλλά να σταθεί φρουρός της αιώνιας Αλήθειας, προσμένοντας την ενότητα όχι ως προϊόν ανθρώπινων συμβιβασμών,συνδιαλλαγών ή «συνοδικών» δομών επί χάρτου, αλλά ως καρπό της κοινής εν Αγίω Πνεύματι ομολογίας της Μίας Ορθόδοξης Πίστης.

 

Τα Βασικά Σημεία της Κριτικής Ολόκληρου του Κειμένου

Η κριτική ανάλυση του κειμένου υπό το πρίσμα της Ορθόδοξης Πατερικής Θεολογίας και των Ιερών Κανόνων συνοψίζεται στα ακόλουθα βασικά σημεία:

1. Η Πλάνη της «Κοινής Βάσης» και της Α΄ Χιλιετίας

  • Η θέση του κειμένου: Επιχειρεί να θεμελιώσει μια προοπτική σύγκλισης ανάμεσα σε Ορθοδόξους και Ρωμαιοκαθολικούς, αναζητώντας κοινά στοιχεία στην Α΄ χιλιετία και αξιοποιώντας τις σύγχρονες «συνοδικές» πρωτοβουλίες του Βατικανού.
  • Η ορθόδοξη κριτική: Η Ρώμη εξέπεσε της αληθινής πίστης πολύ πριν από το 1054 με την εισαγωγή δογματικών καινοτομιών (Filioque, αζύματα, παπικό αλάθητο). Η πρώτη χιλιετία δεν προσφέρεται για συγκρητιστικές συνθέσεις, διότι η Ορθοδοξία διατήρησε αναλλοίωτη την αποστολική παράδοση, ενώ ο παπισμός την αλλοίωσε.

2. Η Φύση της Συνοδικότητας vs. του Παπικού Απολυταρχισμού

  • Η θέση του κειμένου: Εγκωμιάζει τις προσπάθειες του Πάπα Φραγκίσκου για την επαναφορά του τίτλου του «Πατριάρχη της Δύσης» και την προώθηση της «συνοδικότητας» στη Γ΄ χιλιετία.
  • Η ορθόδοξη κριτική: Στην Ορθοδοξία, η συνοδικότητα βασίζεται στην ισότητα των επισκόπων (Primus inter pares εντός της Συνόδου). Στον Παπισμό, η «συνοδικότητα» παραμένει κενό γράμμα, καθώς η τελική, δεσμευτική και υπέρτατη εξουσία ανήκει αποκλειστικά στον Πάπα λόγω του δόγματος του αλάθητου (Α΄ Σύνοδος Βατικανού, 1870). Χωρίς την κατάργηση του παπικού πρωτείου εξουσίας, οι τίτλοι και οι μεταρρυθμίσεις είναι απλώς επικοινωνιακά προσωπεία.

3. Η Αναστροφή των Όρων: «Συνοδικότητα και Πρωτείο»

  • Η θέση του κειμένου: Αναγνωρίζει ορθώς ότι η Ορθόδοξη πλευρά θέτει τη δομή «Συνοδικότητα και Πρωτείο», ενώ η Ρωμαιοκαθολική την αντιστρέφει σε «Πρωτείο και Συνοδικότητα».
  • Η ορθόδοξη κριτική: Η αντιστροφή αυτή αυτονομεί τον Πρώτο και καταργεί τη συνοδική ισότητα, μετατρέποντας την Εκκλησία σε πυραμιδοειδή μοναρχία. Οποιαδήποτε συζήτηση για την επαναφορά της «Πενταρχικής Συνοδικότητας» με τη συμμετοχή του Παπισμού είναι θεολογικά ανέφικτη και οντολογικά άκυρη, εφόσον δεν προηγηθεί η έμπρακτη μετάνοια και η αποκήρυξη των παπικών δογμάτων της Β΄ χιλιετίας.

4. Η Ουτοπία των Διπλωματικών Συμβιβασμών και των «Νέων Οριζόντων»

  • Η θέση του κειμένου: Καλεί σε υπέρβαση της ιστορικής αποξένωσης, υποστηρίζοντας ότι μπορούμε να «διαλέξουμε άλλο μέλλον και άλλο παρελθόν» μέσω επιστημονικών και εκκλησιολογικών συγκλίσεων.
  • Η ορθόδοξη κριτική: Η αλήθεια της Εκκλησίας δεν υπόκειται σε γεωπολιτικές ή ακαδημαϊκές διαπραγματεύσεις. Η ενότητα δεν επιτυγχάνεται με διπλωματικές συνθέσεις και υποχωρήσεις της δογματικής ακρίβειας, αλλά αποκλειστικά επί τη βάσει της κοινής ομολογίας της Ορθόδοξης Πίστης. Κάθε άλλη οδός συνιστά υποχώρηση στον συγκρητισμό και απομάκρυνση από την Παράδοση των Αγίων Πατέρων.

 ΠΗΓΗ ΟΜΙΛΙΑΣ:ORTHODOXIA.INFO


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου