Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.
Εισαγωγικά.
Επειδή στον χώρο των αποτειχισμένων συμβαίνουν
διάφορα σοβαρά και λυπηρά γεγονότα, τα οποία είναι αποτέλεσμα της έλλειψης
ορθής εκκλησιολογικής κατήχησης σε κληρικούς και λαϊκούς, αναγκάζομαι να
δημοσιεύσω το παρόν άρθρο, προκειμένου να απαντήσω γραπτά σε σχετικές ερωτήσεις που μου υποβλήθηκαν.
Συγχρόνως, επιθυμώ, το άρθρο αυτό να αποτελέσει
αφορμή προβληματισμού, ώστε να κατανοηθούν τα εξής. Εφόσον οι αποτειχισμένοι
δεν αποτελούν αναγνωρισμένη νομική
θρησκευτική κοινότητα και ζουν σε ένα έννομο κράτος (με σεβασμό στους νόμους),
θα έπρεπε να κινούνται με τους όρους της Εκκλησίας των Κατακομβών. (ο έχων
νουν, νοείτω)
Το
αρχιερατικό αξίωμα: ποιες ιδιότητες φέρει και ποιες «αφαιρεί» ο ΙΕ΄ Κανόνας
Για να κατανοηθεί πλήρως το νόημα του χαρακτηρισμού
«ψευδεπίσκοπος και ψευδοδιδάσκαλος», είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί τι ακριβώς περιλαμβάνει το αρχιερατικό
αξίωμα. Στην Ορθόδοξη κανονική παράδοση, ο επίσκοπος δεν είναι, απλώς, ένας
ανώτερος κληρικός· είναι ο κατ' εξοχήν φορέας της πληρότητας της Ιερωσύνης, ο
«τύπος και εικόνα» του Χριστού εν τω οίκω αυτού. Όταν αναφερόμαστε στον Αρχιερέα
(τον Επίσκοπο), η ύπαρξη και το έργο του συνδέονται άμεσα με τα τρία αξιώματα
του Χριστού (το προφητικό, το αρχιερατικό και το βασιλικό), τα οποία εκφράζει
με έναν ιδιαίτερο και ολοκληρωμένο τρόπο μέσα στην Εκκλησία:
1. Το Προφητικό Αξίωμα (Ο Διδάσκαλος της
Αλήθειας)
Ως διάδοχος των Αποστόλων, ο Αρχιερέας έχει χρέος
και εξουσία να κηρύττει το Θείο Λόγο. Είναι ο βασικός διδάσκαλος και
θεματοφύλακας της ορθόδοξης πίστης στην επαρχία του, εξηγώντας τις Γραφές και
καθοδηγώντας το ποίμνιο στην πνευματική αλήθεια.
2. Το Αρχιερατικό / Ιερατικό Αξίωμα (Ο
Λειτουργός των Μυστηρίων)
Είναι η κορυφαία του ιδιότητα. Κατέχει την πληρότητα
της ιερωσύνης.
Μόνος του μπορεί να τελέσει τις χειροτονίες των νέων
κληρικών (διακόνων και ιερέων),
να καθιερώνει ναούς, να αγιάζει τα Αντιμήνσια και να προΐσταται των μυστηρίων,
αποτελώντας τον «τύπο και τόπο Χριστού» μέσα στη Θεία Λειτουργία. Σύμφωνα με την Ορθόδοξη κανονική παράδοση και
θεολογία, τα μυστήρια ενός ακατάκριτου αιρετικού επισκόπου είναι έγκυρα και
έχουν θεία χάρη μέχρι τη στιγμή της επίσημης καθαιρέσεώς του από Σύνοδο.
3. Το Βασιλικό Αξίωμα (Ο Ποιμένας και
Διοικητής)
Εκδηλώνεται μέσα από την πνευματική εξουσία και τη
διακυβέρνηση της τοπικής Εκκλησίας (της Μητρόπολης ή της Επισκοπής). Δεν
πρόκειται για κοσμική εξουσία τυραννικού τύπου, αλλά για διακονία αγάπης,
προστασίας και τάξης, ώστε το σώμα της Εκκλησίας να οδηγείται με ασφάλεια στη
Βασιλεία του Θεού, τιθασεύοντας τα πνευματικά εμπόδια και τις διχόνοιες.
Τι
«αφαιρεί» λοιπόν ο ΙΕ΄ Κανόνας;
Καμία από τις παραπάνω ιδιότητες δεν αίρεται τυπικώς
και δικανικώς με την πράξη της αποτείχισης. Ο ΙΕ΄ Κανόνας δεν είναι κανόνας
καθαιρέσεως. Ο κανόνας, ωστόσο, αναγνωρίζει και βεβαιώνει μια ήδη συντελεσθείσα
πνευματική απώλεια, η οποία εκτείνεται ως εξής:
•Αφαιρεί την αληθή ιδιότητα του ποιμένος. Ο
επίσκοπος διατηρεί το όνομα — «τὸν
καλούμενον ἐπίσκοπον»
— αλλά παύει να είναι αληθινός ποιμήν· γίνεται ψευδεπίσκοπος. Η χειροτονία του
δεν χάνεται, χάνεται όμως η ουσία που την νοηματοδοτεί: η πίστη την οποία
οφείλει να φυλάσσει.
•Αφαιρεί τη νομιμότητα της διδασκαλίας του.
Από τη στιγμή που κηρύσσει αίρεση «δημοσίᾳ καὶ γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», κάθε διδασκαλία του καθίσταται πνευματικώς άκυρη·
γίνεται ψευδοδιδασκαλία, έστω και αν προσφέρεται με τα εξωτερικά σημεία της
επισκοπικής αξίωσης.
•Αφαιρεί το δικαίωμα της εκκλησιαστικής κοινωνίας. Οι συνειδητοί Ορθόδοξοι
υποχρεούνται να μη μνημονεύουν αυτόν και να μη κοινωνούν μαζί του. Το
μνημόσυνο, ως σημείο ενότητας, μετατρέπεται σε σημείο αποχωρισμού.
•ΔΕΝ ΑΦΑΙΡΕΙ, ωστόσο, τη δικαιοδοσία του —
ακόμη. Η διοικητική εξουσία του επίσκοπου πάνω στην επαρχία παραμένει τυπικώς
εν ισχύϊ μέχρι τη συνοδική καθαίρεση. Αυτή, ακριβώς, η διάκριση — όσα ο κανόνας
αναγνωρίζει ως χαμένα πνευματικά και όσα δεν αίρει διοικητικά — συνιστά τον
πυρήνα της ερμηνείας του και αποτρέπει τη μετατροπή της αποτείχισης σε
αυτοδίκαιο καθαιρετικό δικαστήριο από μεμονωμένους κληρικούς.
Ο ΙΕ΄ Κανόνας δεν αποσύρει από τον αιρετικό
επίσκοπο τη χειροτονία του, ούτε τον θρόνο του.Τον απογυμνώνει, όμως, από τη
μοναδική ιδιότητα που καθιστούσε το αξίωμά του πηγή ζωής για το ποίμνιο — την
ορθή διδασκαλία της πίστεως και από τη
ιδιότητα του ΑΛΗΘΙΝΟΥ ΠΟΙΜΕΝΑ.
.
Παράλληλα, εφόσον ο επίσκοπος δεν έχει
καθαιρεθεί ακόμη συνοδικά, τυπικά διατηρεί το δικαίωμα να ελέγξει τον κληρικό
που εισήλθε αυθαιρέτως στην επαρχία του. Φαινομενικά, αυτό φαντάζει αντίφαση —
πώς ο αιρετικός ελέγχει τον ομολογητή; — όμως εξηγείται από την κανονική τάξη:
ο εισερχόμενος χωρίς «γράμματα απολύσεως» παραβιάζει εκκλησιαστικούς Κανόνες, και ο τοπικός επίσκοπος, έστω κατ'
όνομα, κατέχει τη διοικητική δικαιοδοσία της περιοχής.
Εδώ
έγκειται και η παγίδα. Ένας ακατάκριτος
αιρετικός επίσκοπος μπορεί να χρησιμοποιήσει την τυπική διοικητική του ισχύ,
για να τιμωρήσει κληρικούς όχι επειδή υπερασπίστηκαν την Ορθοδοξία, αλλά επειδή
παραβίασαν την κανονική τάξη. Γι' αυτό η ορθόδοξη θεολογία τονίζει ότι η
ομολογία και η αποτείχιση πρέπει να γίνονται με τεράστια προσοχή, ώστε να μη
δίδεται στον εσφαλμένο επίσκοπο το πλεονέκτημα να ελέγξει τον ομολογητή σε
επίπεδο κανονικής πειθαρχίας.
Ποιος ορίζει ΕΠΙΣΗΜΑ ότι η ηγεσία μιας τοπικής Εκκλησίας ή μια ΣΥΝΟΔΟΣ είναι ΑΙΡΕΤΙΚΗ;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Σύμφωνα με το εκκλησιαστικό δίκαιο και την παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, επίσημος φορέας αρμόδιος να κηρύξει ΕΠΙΣΗΜΑ την εκκλησιαστική ηγεσία μιας τοπικής εκκλησίας ως ΑΙΡΕΤΙΚΗ ή να καταδικάσει επισήμως μια διδασκαλία ως αίρεση και –κατ' επέκταση– να διαπιστώσει ότι μια εκκλησιαστική κοινότητα ή ηγεσία έχει αποκοπεί λόγω κακοδοξίας είναι αποκλειστικά ΜΙΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΩΝ (Τοπική, Μείζων ή Οικουμενική).
Η περίπτωση του Νεστορίου, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, αποτελεί χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα εφαρμογής της εκκλησιαστικής τάξης, καθώς γύρω στο 428 μ.Χ. άρχισε να κηρύττει αιρετικές απόψεις διαχωρίζοντας τις δύο φύσεις του Χριστού και αρνούμενος τον όρο Θεοτόκος, ωστόσο, παρότι υπήρξαν έντονες διαμαρτυρίες, παρέμενε στον θρόνο του ως «ακατάκριτος» και όλα τα μυστήρια που τέλεσε τότε θεωρούνταν έγκυρα, μέχρις ότου το 431 μ.Χ. συγκλήθηκε η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος στην Έφεσο, η οποία καταδίκασε τη διδασκαλία του και τον καθαίρεσε επίσημα, με αποτέλεσμα από τη στιγμή της καθαίρεσής του και μετά να παύσει να είναι επίσκοπος, κάθε μετέπειτα ιεροπραξία του στην εξορία να είναι παντελώς άκυρη και όσοι τον ακολούθησαν να αποκοπούν από την Εκκλησία δημιουργώντας δικό τους σχίσμα
Μέχρις ότου μια ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΗ Σύνοδος αποφανθεί επίσημα και συνοδικά για μια τοπική Εκκλησία ή ηγεσία ότι είναι ΑΙΡΕΤΙΚΗ εφαρμόζονται πλήρως όλοι οι ιεροί κανόνες που αφορούν την ιερατική διακονία. Μέχρι την σύγκληση της Συνόδου αν ο τοπικός επίσκοπος η οι επίσκοποι προωθούν φανερά και απροκάλυπτα κακοδοξίες που έχουν ήδη καταδικαστεί από προηγούμενες Οικουμενικές ή Τοπικές Συνόδους και Πατέρες, οι πιστοί και οι κληρικοί έχουν όχι απλώς το δικαίωμα, αλλά και την κανονική υποχρέωση (βάσει του περίφημου 15ου Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου επί Φωτίου του Μεγάλου) να διακόψουν την εκκλησιαστική κοινωνία. Ωστόσο, η ενέργεια αυτή είναι ομολογιακή και προσωπική ευθύνη και δεν σημαίνει ότι η Εκκλησία αυτή έχει αυτόματα κηρυχθεί συλλήβδην «ανυπόστατη» πριν από μια Πανορθόδοξη Συνοδικὴ απόφαση.
Ο 15ος Κανόνας δίνει το δικαίωμα της διακοπής μνημοσύνου για λόγους πίστης, αλλά δεν παρέχει κανονική άδεια αλλαγής δικαιοδοσίας, ούτε καταργεί τους κανόνες που απαγορεύουν την αυθαίρετη μετακίνηση κληρικών.
Τα
όρια του ΙΕ΄ Κανόνα
Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, η ιερωσύνη
δεν αντλεί την εξουσία της από τον ίδιο τον κληρικό, ούτε λειτουργεί με όρους
«ελεύθερου επαγγέλματος της πίστης». Ο ιερέας αποκτά την ιδιότητά του δια της
χειροτονίας από την Ιερωσύνη του Χριστού
και ασκεί τη διακονία του αποκλειστικά με βάση τους Ιερούς Κανόνες των
Οικουμενικών Συνόδων και των αναγνωρισμένων από αυτές τοπικών Συνόδων.
ΕΡΩΤΗΣΗ: Εφόσον ένας κληρικός δεν αναγνωρίζει την
εκκλησιαστική διοίκηση λόγω αποδοχής αιρετικών διδασκαλιών, γιατί απαιτείται να
ζητήσει την άδειά της, για να φύγει από την επαρχία στην οποία ανήκει;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Κατ' αρχάς, οφείλουμε να αποσαφηνίσουμε τη
φύση του ΙΕ΄ Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου.
Στην Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, η
διοικητική δομή και η μυστηριακή ζωή δεν είναι αποσπασμένα θέματα. Ο ΙΕ
κανόνας δεν δίνει το δικαίωμα δημιουργίας προσωπικών, απομονωμένων ποιμνίων
γύρω από ένα πρόσωπο. Αν υπήρχε σοβαρός λόγος πίστεως, η πατερική οδός ήταν
η παραμονή στο πόστο με ομολογιακή σταθερότητα ή η προσφυγή στη συνοδική οδό ή
η εκκλησιαστική κοινωνία με άλλη ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΣΥΝΟΔΟ και όχι η μετατροπή της
αποτείχισης σε μέσο διαδικτυακής προβολής και αυτοδικίας. Η αυθαίρετη
μετακίνηση σε ξένη επαρχία, η ίδρυση νέων ναών και η συγκρότηση αποκλειστικά
«αποτειχισμένου» ποιμνίου αποτελεί ένα από τα πιο ακανθώδη και συζητημένα
ζητήματα στο πεδίο του
εκκλησιαστικού κανονικού δικαίου.
Σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, μια τέτοια πρακτική αντιμετωπίζεται με
ιδιαίτερη αυστηρότητα, καθώς τέμνει τα όρια μεταξύ ομολογίας πίστεως και
κανονικού παραπτώματος.
Ακόμη και αν η αρχική αφορμή για την αποτείχιση
είναι θεολογικά ορθή —βάσει του ΙΕ΄ Κανόνα, λόγω κήρυξης αίρεσης «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ»—
η αυθαίρετη είσοδος κληρικών σε ξένη επαρχία ή δημιουργία ναών (χωρίς
εκκλησιαστική και νομική κάλυψη) και η άσκηση ποιμαντικού έργου χωρίς την άδεια
του τοπικού κανονικού επισκόπου (εφόσον παραμένουν οι αποτειχισμένοι στην
Εκκλησία της Ελλάδος) συνιστούν σαφή παράβαση εκκλησιαστικών Κανόνων.
Η μετατροπή ενός ιδιωτικού χώρου σε ναό και η τέλεση
μυστηρίων εν αγνοία του τοπικού Μητροπολίτη συνιστά κλασική περίπτωση
παρασυναγωγής και αυθαίρετης δημιουργίας «ανεξάρτητου θυσιαστηρίου».
Ο ΛΑ΄ (31ος) Αποστολικός Κανόνας
είναι καταπέλτης:
|
«Εἴ τις
πρεσβύτερος, καταφρονήσας τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου, χωρὶς ἐκκλησίας ποιήσῃ, καὶ τὸ
θυσιαστήριον ἕτερον πήξῃ... καθαιρείσθωσαν ὡς φίλαρχοι». |
Παρόμοιες απαγορεύσεις περιέχονται στον ΣΤ΄
Κανόνα της Συνόδου της Γάγγρας και στους ΙΓ΄, ΙΔ΄ και ΙΕ΄ Κανόνες της
Συνόδου της Αντιοχείας, οι οποίοι καθαιρούν όσους κληρικούς περιπλανώνται
και προκαλούν διχοστασίες εκτός της κανονικής τάξης.
|
Οι κυριότεροι Iεροί
Κανόνες που αφορούν ειδικά τους πρεσβυτέρους (καθώς και τους
διακόνους και λοιπούς κληρικούς) και απαγορεύουν την αυθαίρετη εγκατάλειψη
της ενορίας ή της επαρχίας τους, παρατίθενται παρακάτω. 1. Ο 15ος
Κανόνας των Αγίων Αποστόλων Κείμενο: «Εἴ τις
πρεσβύτερος, ἢ διάκονος, ἢ ὅλως τοῦ καταλόγου τῶν κληρικῶν, ἀπολείψας τὴν ἑαυτοῦ
παροικίαν, εἰς ἑτέραν ἀπέλθῃ, καὶ παντελῶς μεταστὰς διατρίβῃ ἐν ἄλλῃ ἐκκλησίᾳ
χωρὶς τῆς τοῦ ἰδίου ἐπισκόπου γνώμης, μὴ λειτουργεῖν ἔτι κελεύομεν αὐτόν·
μάλιστα μὲν εἰ καὶ τοῦ οἰκείου ἐπισκόπου καλοῦντος αὐτὸν ἐπανελθεῖν, οὐχ ὑπήκουσεν,
ἐμμένων τῇ ἀτάκτῳ διατριβῇ. Ὡς λαϊκὸς δὲ ἐκεῖ κοινωνείτω μόνον». Ερμηνεία: Εάν κάποιος
πρεσβύτερος ή διάκονος αφήσει την παροικία (ενορία/επαρχία) του και πάει σε
άλλη χωρίς την άδεια του επισκόπου του, του απαγορεύεται να ιερουργεί. Αν
μάλιστα ο επίσκοπός του τον καλέσει πίσω κι εκείνος αρνηθεί, τότε εκπίπτει
πλήρως και περιορίζεται στην ιδιότητα του λαϊκού στη νέα του θέση. 2. Ο 15ος
Κανόνας της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (Νίκαια) Κείμενο: «Διὰ τὴν πολλὴν
ταραχὴν καὶ τὰς στάσεις τὰς γινομένας, ἔδοξε παντελῶς περιαιρεθῆναι τὴν συνήθειαν
τὴν παρὰ τὸν κανόνα εὑρεθεῖσάν τισι, ὥστε ἀπὸ πόλεως εἰς πόλεως μὴ μεταβαίνειν
μήτε ἐπίσκοπον, μήτε πρεσβύτερον, μήτε διάκονον. Εἰ δὲ μετὰ ταύτην τὴν ὁρισιωδίαν
τῆς ἁγίας καὶ μεγάλῃς συνόδου, ἐπιχειρήσει τίς τι τοιοῦτον, ἢ ἐπιδῷ ἑαυτὸν τῇ
τοιαύτῃ πράξει, ἄκυρος μὲν ἔσται παντελῶς ἡ τοιαύτη ἐπίθεσις, ἀποκατασταθήσεται
δὲ τῇ ἐκκλησίᾳ, ἐν ᾗ περεχειροτονήθη τῆς παροικίας». Ερμηνεία: Απαγορεύει
ρητά τη «μετανάστευση» κληρικών από πόλη σε πόλη (από επαρχία σε επαρχία) για
την αποφυγή συγκρούσεων και αταξίας. Οποιαδήποτε τέτοια αυθαίρετη κίνηση
κρίνεται απολύτως άκυρη και ο κληρικός υποχρεούται να επιστρέψει στην αρχική
Εκκλησία, όπου χειροτονήθηκε. 3. Ο 57ος
(κατ' άλλους 56ος) Κανόνας της Συνόδου της Καρθαγένης Κείμενο (σε μετάφραση/απόδοση
από το Πηδάλιο): «Ὥστε τοὺς
πρεσβυτέρους, καὶ διακόνους, καὶ τοὺς λοιπούς κατωτέρους κληρικούς, μὴ ἀξιοῦν
βοηθοὺς αἰτεῖν παρὰ τῶν ἰδίων ἐπισκόπων, οὐδὲ ἀποχωρίζειν ἑαυτοὺς ἀπὸ τῶν ἐκκλησιῶν
αὐτῶν...». (Σημείωση επί
του περιεχομένου):
Οι κανόνες της τοπικής αυτής Συνόδου (που ενσωματώθηκαν στο επίσημο Κανονικό
Δίκαιο από την Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδο) απαγορεύουν στους πρεσβυτέρους να
εγκαταλείπουν αυθαιρέτως την εκκλησία στην οποία εντάσσονται, ούτε να
επιδιώκουν αλλαγή ή μετάθεση χωρίς τη σύμφωνη γνώμη και κανονική άδεια της
εκκλησιαστικής αρχής |
Η Εκκλησία είναι βασίλειο τάξεως: κάθε επίσκοπος και
πρεσβύτερος έχει συγκεκριμένα γεωγραφικά και διοικητικά όρια. Η δημιουργία
«παράλληλων» δικαιοδοσιών ή ανεξάρτητων ναών εντός της ίδιας μητρόπολης, (που
ανήκει στην ίδια Σύνοδο της τοπικής εκκλησίας με τον αποτειχισμένο κληρικό π.χ.
Εκκλησία της Ελλάδος) χωρίς κανονική άδεια, οδηγεί μαθηματικά σε αυτό που οι
κανόνες καταδικάζουν ως παρασυναγωγή ή σχίσμα.
Πριν τη συνοδική καταδίκη των αιρετικών
επισκόπων, οι κανόνες που απαγορεύουν την αυθαιρεσία, την
εγκατάλειψη της θέσης ή τη δημιουργία σχισμάτων ισχύουν αυστηρότερα από ποτέ. Η μόνη άδεια που δίνει το ΟΡΘΟΔΟΞΟ Κανονικό
Δίκαιο είναι η παύση μνημόνευσης (και όχι η αυτόνομη φυγή ή η αλλαγή
επαρχίας) και μόνο εάν ο επίσκοπος έχει προβάλει ανοιχτά μια ήδη συνοδικώς
καταδικασμένη αίρεση.
Ο ΙΕ΄ Κανόνας επιτρέπει —και επαινεί— τη διακοπή
μνημονεύσεως για την προστασία από την αίρεση. Δεν δίδει όμως το δικαίωμα σε
κανέναν κληρικό να λειτουργεί ως «αυτοκέφαλος» επίσκοπος ή να ιδρύει δικά του
αυτόνομα θρησκευτικά μορφώματα, ναούς και ενορίες κατά το δοκούν. Όταν οι
αποτειχισμένοι κληρικοί, αντί να ενταχθούν σε ευρύτερο υγιές ορθόδοξο σώμα ή να
ακολουθήσουν την οδό της τοπικής μαρτυρίας εντός των ορίων τους, αρχίζουν να
στήνουν «δικές τους» εκκλησίες, κινδυνεύουν να πέσουν στην κακοδοξία της
αυτοδικίας και στη δημιουργία σχισματικών δομών.
Η αποτείχιση δύναται να λειτουργήσει αποκλειστικά ως
έσχατο θεραπευτικό μέτρο ανάγκης —όπως η χειρουργική τομή για να σωθεί το σώμα
από τη γάγγραινα. Αντίθετα, η αυθαίρετη ίδρυση παράλληλων ενοριών εντός ξένων
επαρχιών δεν αποτελεί θεραπεία, αλλά βαρύ εκκλησιαστικό νόσημα (παρασυναγωγή )
που υπονομεύει θεμελιωδώς την ενότητα του Σώματος του Χριστού. Όταν ένας απλός πρεσβύτερος
διακόπτει τη μνημόνευση του επισκόπου του λόγω αίρεσης δεν
κηρύσσει αυθαίρετα την εποχή ως «περίοδο αίρεσης»
με βάση τη δική του κρίση. Απλώς, διαπιστώνει ένα αντικειμενικό γεγονός, ότι
δηλ. ο επίσκοπός του διδάσκει κάτι που ήδη η Εκκλησία (οι προηγούμενες
Οικουμενικές Σύνοδοι) έχει επισήμως καταδικάσει ως αίρεση.
Ο Άγιος
Θεόδωρος ο Στουδίτης και ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός αντιμετώπισαν αιρετικές
διοικήσεις διακόπτοντας το μνημόσυνο. Ποτέ όμως δεν εγκατέλειψαν αυθαιρέτως τη
γεωγραφική τους περιοχή, για να ανοίξουν «εκκλησίες» και να ιδρύσουν αυτόνομα ποίμνια
έξω από τη συνοδική δομή. Παρέμειναν αγωνιζόμενοι εντός των ορίων τους ή
υπέστησαν το μαρτύριο με σταυρική υπομονή.
Ας αφήσουν στην
άκρη μερικοί αποτειχισμένοι κληρικοί και λαϊκοί εκκοσμικευμένες πρακτικές, που αποσκοπούν στην
ανάδειξη ορισμένων εξ αυτών ως «σύγχρονων ομολογητών του διαδικτύου»,
καταπατώντας έτσι βασικούς κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας.
Η σύγχρονη
εκκλησιαστική ιστορία μας διδάσκει ότι η ομολογία των σύγχρονων κληρικών
—και μάλιστα επισκόπων— γινόταν πάντα εντός των εκκλησιολογικών πλαισίων που ορίζουν οι ιεροί κανόνες, με
σεβασμό στους νόμους του κράτους, ασκώντας παράλληλα αυστηρή κριτική σε ό,τι
από αυτούς τους νόμους ερχόταν σε αντίθεση με την Ορθόδοξη Πίστη.
Τέλος, υπενθυμίζουμε για μια ακόμα φορά
ποιοι είναι οι σκοποί της αποτείχισης.
Σύμφωνα με τη θεολογική έρευνα και τη διαχρονική
συμφωνία των Πατέρων (consensus Patrum), η αποτείχιση (διακοπή
εκκλησιαστικής κοινωνίας και μνημοσύνου από ακατάκριτο αιρετίζοντα επίσκοπο)
δεν αποτελεί μια απλή διοικητική διαμαρτυρία, αλλά εξυπηρετεί πρωτεύοντες
σωτηριολογικούς και δευτερεύοντες εκκλησιαστικούς σκοπούς:
1. Ο Πρωτεύων και Άμεσος Σκοπός
(Σωτηριολογικός)
Η αποφυγή του πνευματικού συμμολυσμού:
Ο κύριος και άμεσος λόγος της αποτείχισης είναι η προστασία της ψυχής του
πιστού από τον συμμολυσμό. Διά της εκκλησιαστικής κοινωνίας ή της μνημονεύσεως
τίθεται σε ισχύ η «αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων», μέσω της οποίας ο
ορθόδοξος καθίσταται συνυπεύθυνος και μέτοχος στην ασέβεια, στο σχίσμα και στην
κατάκριση του αιρετικού, ακόμη κι αν ο ίδιος διατηρεί ορθόδοξο φρόνημα.
Η αυτοπροστασία από το σχίσμα και η
διατήρηση της ενότητας με τον Χριστό: Το σχίσμα στην
Εκκλησία το προκαλεί ο επίσκοπος που διδάσκει δημόσια την αίρεση, διασπώντας
την ένωση με τον Χριστό. Διακόπτοντας την κοινωνία μαζί του, ο πιστός
οχυρώνεται («αποτειχίζεται») και αυτοπροστατεύεται, διασώζοντας την οργανική
του ενότητα με την αληθινή Κεφαλή της Εκκλησίας, τον Χριστό.
2. Οι Δευτερεύοντες και Παρεπόμενοι
Σκοποί
Συναγερμός και αφύπνιση του ποιμνίου:
Η αποτείχιση λειτουργεί ως πνευματική «σήμανση κινδύνου» προς όλο το πλήρωμα
της Εκκλησίας. Εμποδίζει την εδραίωση της αιρέσεως και προστατεύει τον λαό από
το να συνηθίσει στην κακοδοξία λόγω της αδιαφορίας των ποιμένων.
Έλεγχος και πίεση προς τον αιρετίζοντα
ποιμένα: Στοχεύει στην καταγγελία της κακοδοξίας και στην
άσκηση θεραπευτικής πίεσης στον εκτραπέντα επίσκοπο, ώστε να συναισθανθεί το
σφάλμα του και να οδηγηθεί σε μετάνοια.
Πρόκληση συγκροτήσεως Συνόδου:
Αποτελεί μέσο πίεσης προς τα αρμόδια θεσμικά όργανα για την άμεση σύγκληση μιας
Ορθόδοξης Συνόδου, η οποία θα δικάσει την αίρεση, θα θεραπεύσει το σχίσμα και
είτε θα αποκαταστήσει τον μετανοημένο είτε θα καθαιρέσει τον αμετανόητο
αιρεσιάρχη.
Έμπρακτη ομολογία πίστεως και παρρησία:
Αποτελεί τη διακοπή της «ενόχου σιωπής» και τη φανέρωση παρρησίας και θάρρους
ενώπιον Θεού και ανθρώπων για την υπεράσπιση των πατροπαράδοτων δογμάτων.
Ο πολύς π.Θ.Ζήσης, ο οποίος είναι από τους πρώτους που βγήκε στην αποτείχιση, δυστυχώς, δεν έχει δουλέψει προς την κατεύθυνση «πρόκλησης συγκρότησης Συνόδου». Λόγω της ακαδημαϊκής του ιδιότητας και του κύρους που συνήθως αυτή προσδίδει, θα μπορούσε να κάνει τα σχετικά διαβήματα σε ορθόδοξους επισκόπους, προκειμένου να αποκηρύξουν επίσημα τη σύνοδο της Κρήτης, ώστε να υπάρχει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων.
ΑπάντησηΔιαγραφήΕπίσης, θα περίμενε κανείς να γίνει και ο ίδιος επίσκοπος και να μη βαλτώσει στην πρεσβυτεριανή κατάσταση. Πέρασαν 10 ολόκληρα χρόνια και δεν σημειώθηκε καμία πρόοδος στην αποτείχιση. Αντίθετα έχει δίπλα του προβληματικές περιπτώσεις κληρικών, που εμπίπτουν στα παραπάνω εκκλησιαστικά παραπτώματα και οι οποίοι δεν εστιάζουν στην πρόοδο της αποτείχισης, αλλά στην προσωπική τους προβολή και αναγόρευση σε μεγάλους και τρανούς ομολογητές. Είναι απορίας άξιον, το γιατί δεν σχολιάζει την υπάρχουσα αντικανονική κατάσταση! Συμφωνεί;
Και κάτι ακόμη. Δεν βλέπω να δουλεύει για την ενότητα των αποτειχισμένων. Αλληλολιβανίζονται μεταξύ τους οι Θεσσαλονικείς και ενώ θα έπρεπε να μπει μπροστάρης στον αγώνα καλώντας όλους τους ιερείς να οργανωθούν, παραμένει αδρανής σε ό,τι αφορά τη γενικότερη οργάνωση με προοπτική.
ΚΡΙΜΑ. Η πρακτική του, πλέον, απέχει πολύ από το ανατρεπτικό – αγωνιστικό: ΑΔΕΙΑΣΤΕ ΤΟΥΣ ΝΑΟΥΣ το οποίο βροντοφώναξε στον άγιο Αντώνιο!!!