|
8. Βεβαίως, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία,
διαλεγομένη μετά τῶν λοιπῶν Χριστιανῶν, δέν παραγνωρίζει τάς
δυσκολίας τοῦ τοιούτου ἐγχειρήματος, κατανοεῖ ὅμως ταύτας ἐν
τῇ πορείᾳ πρός τήν κοινήν κατανόησιν τῆς παραδόσεως τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας
καί ἐπί τῇ ἐλπίδι ὅτι
τό Ἅγιον Πνεῦμα, ὅπερ «ὅλον
συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας» (στιχηρόν ἑσπερινοῦ
πεντηκοστῆς), θά «ἀναπληρώσῃ τά ἐλλείποντα» (εὐχή
χειροτονίας). Ἐν τῇ ἐννοίᾳ
ταύτῃ, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία
εἰς τάς σχέσεις αὐτῆς πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον δέν
στηρίζεται μόνον εἰς τάς ἀνθρωπίνους δυνάμεις τῶν διεξαγόντων τούς διαλόγους, ἀλλ’ ἀπεκδέχεται πρωτίστως τήν ἐπιστασίαν τοῦ
Ἁγίου Πνεύματος ἐν τῇ χάριτι τοῦ
Κυρίου, εὐχηθέντος «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν» (Ἰω.
17, 21). 9.Οἱ σύγχρονοι διμερεῖς θεολογικοί διάλογοι,
κηρυχθέντες ὑπό
Πανορθοδόξων Διασκέψεων, ἐκφράζουν
τήν ὁμόθυμον ἀπόφασιν πασῶν τῶν κατά τόπους ἁγιωτάτων
Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, αἱ
ὁποῖαι καλοῦνται νά συμμετέχουν ἐνεργῶς
καί συνεχῶς εἰς τήν διεξαγωγήν αὐτῶν, ἵνα
μή παρακωλύηται ἡ ὁμόφωνος μαρτυρία τῆς Ὀρθοδοξίας πρός δόξαν τοῦ ἐν
Τριάδι Θεοῦ. Ἐν ᾗ περιπτώσει τοπική τις Ἐκκλησία ἤθελεν
ἀποφασίσει νά μή ὁρίσῃ ἐκπροσώπους
αὐτῆς εἴς τινα διάλογον ἤ
συνέλευσιν διαλόγου, ἐάν ἡ ἀπόφασις αὕτη
δέν εἶναι πανορθόδοξος, ὁ διάλογος συνεχίζεται. Πρό τῆς ἐνάρξεως τοῦ
διαλόγου ἤ τῆς συνελεύσεως ἀντιστοίχως, ἡ ἀπουσία τοπικῆς
Ἐκκλησίας τινός δέον ὅπως συζητηθῇ ὁπωσδήποτε ὑπό
τῆς Ὀρθοδόξου Ἐπιτροπῆς τοῦ
διαλόγου πρός ἔκφρασιν τῆς ἀλληλεγγύης καί τῆς
ἑνότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Οἱ διμερεῖς καί πολυμερεῖς θεολογικοί διάλογοι δέον ὅπως ὑπόκεινται εἰς
πανορθοδόξους περιοδικάς ἀξιολογήσεις. |
ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
1. Το πρόβλημα με τη λέξη «οι υπόλοιποι Χριστιανοί»
Το κείμενο αναφέρεται στους μη Ορθοδόξους ως «τους υπόλοιπους Χριστιανούς» και
«τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο». Αυτό είναι μεγάλο θεολογικό λάθος από
αντοικουμενιστική σκοπιά. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αναγνωρίζει καμία άλλη
χριστιανική ομολογία ως «Εκκλησία». Οι αιρετικοί δεν είναι «υπόλοιποι
Χριστιανοί», αλλά αιρετικοί ή το πολύ σχισματικοί. Το να τους αποκαλούμε
«Χριστιανούς» σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε την εκκλησιαστικότητά τους, κάτι που
πάει κόντρα στην πίστη μας ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μοναδική, η αληθινή
και η αδιαίρετη Εκκλησία του Χριστού.
2. Η παραπλανητική επίκληση του Αγίου Πνεύματος Το
κείμενο επικαλείται το Άγιο Πνεύμα ως εγγυητή των διαλόγων, αναφερόμενο στο
στιχηρό της Πεντηκοστής («ολόκληρο συγκροτεί τον θεσμό της Εκκλησίας») και στην
ευχή της χειροτονίας («να αναπληρώσει τα ελλείποντα»). Αυτή η επίκληση είναι
θεολογικά ανεύθυνη: το Άγιο Πνεύμα ενεργεί μόνο μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ως
το Σώμα του Χριστού, και δεν «συγκροτεί» θεσμούς έξω από την Εκκλησία. Η φράση
«να αναπληρώσει τα ελλείποντα» αναφέρεται στη χειροτονία Ορθόδοξου κληρικού,
όχι σε διαλόγους με αιρετικούς. Το να εφαρμόζεται αυτή η ευχή στη συνάντηση με
αιρετικούς είναι βλασφημία — σαν να λέμε ότι το Άγιο Πνεύμα λείπει από κάποιον
θεσμό και χρειάζεται «συμπλήρωση» μέσα από τη συναναστροφή με αιρετικούς.
3. Η «κοινή κατανόηση της παράδοσης» — ένα θεολογικό
παράδοξο Το κείμενο μιλάει για «κοινή κατανόηση της παράδοσης της αρχαίας
Εκκλησίας». Αυτό είναι αδύνατο: οι αιρετικοί απέρριψαν την παράδοση της αρχαίας
Εκκλησίας, άρα πώς μπορεί να υπάρξει «κοινή κατανόηση» με όσους την απέρριψαν;
Η αλήθεια δεν είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Η παράδοση της Εκκλησίας είναι
πλήρης και αναλλοίωτη. Δεν χρειάζεται «κοινή κατανόηση» με αιρετικούς, αλλά
ομολογία της αλήθειας και επιστροφή τους στην Ορθοδοξία. Αυτή η έκφραση υπονοεί
ότι η αλήθεια βρίσκεται κάπου «στη μέση», ανάμεσα στην Ορθοδοξία και την αίρεση
— μια πρόταση απολύτως απαράδεκτη για την Ορθόδοξη πίστη.
4. Η παραβίαση της εκκλησιολογίας: συνέχιση διαλόγων παρά
την απουσία τοπικών Εκκλησιών Το κείμενο ορίζει ότι, αν μια τοπική Εκκλησία
αρνηθεί να συμμετάσχει σε διάλογο, «ο διάλογος συνεχίζεται». Αυτό είναι
απολύτως απαράδεκτο: η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ενιαία και αδιαίρετη, άρα
κανένας διάλογος δεν μπορεί να γίνεται «στο όνομα της Ορθοδοξίας» χωρίς τη
συμμετοχή όλων των τοπικών Εκκλησιών. Η συνέχιση του διαλόγου παρά τη σαφή
άρνηση μιας τοπικής Εκκλησίας είναι σχισματογόνα πράξη — διασπά την ενότητα της
Ορθοδοξίας για χάρη του οικουμενισμού. Η φράση «η απουσία... πρέπει να
συζητηθεί... για έκφραση της αλληλεγγύης» είναι κενολογία. Η αληθινή αλληλεγγύη
θα απαιτούσε διακοπή του διαλόγου, όχι συνέχισή του.
5. Η καταχρηστική ερμηνεία του Ιωάννη 17:21 Η
επίκληση της ευχής του Κυρίου «για να είναι όλοι ένα» (Ιω. 17, 21) είναι
κλασικό οικουμενιστικό τρικ: ο Κύριος προσευχόταν για την ενότητα των μαθητών
Του, που ήταν ήδη μέσα στην Εκκλησία, όχι για ένωση με αιρετικούς. Η ενότητα
είναι ενότητα στην αλήθεια . Η ενότητα χωρίς την αλήθεια είναι συγκρητισμός,
όχι εκκλησιολογική ενότητα. Να χρησιμοποιείται αυτό το χωρίο ως θεολογική βάση
για διαλόγους με αιρετικούς είναι παραποίηση της Γραφής προς υπηρεσία του
οικουμενισμού.
6. Η πλήρης απουσία της λέξης «αίρεση» Το κείμενο
πουθενά δεν χρησιμοποιεί τον όρο «αίρεση» ή «αιρετικός». Αντίθετα, μιλάει για
«δυσκολίες», «ελλείψεις» και «αλληλεγγύη». Αυτό είναι αποσιώπηση της θεολογικής
πραγματικότητας: οι μη Ορθόδοξοι δεν είναι απλώς «άλλοι Χριστιανοί» με
«ελλείψεις», αλλά αιρετικοί, εκτός Εκκλησίας, χωρίς μυστήρια, χωρίς σωτηρία. Η
αποφυγή του όρου «αίρεση» δεν είναι «διπλωματία» — είναι προδοσία της Ορθόδοξης
παράδοσης. Η Εκκλησία πάντα μιλούσε για αιρέσεις με παρρησία. Αυτή η σιωπή
συνιστά αποδοχή της οικουμενιστικής εκκλησιολογίας της Β' Βατικανής Συνόδου.
7. Η «ομόφωνη μαρτυρία» ως πρόσχημα Το κείμενο μιλάει
για «ομόφωνη μαρτυρία της Ορθοδοξίας προς δόξαν του Θεού». Αυτό είναι εσωτερικά
ασύμβατο με τις υπόλοιπες διατάξεις: πώς μπορεί να υπάρχει «ομόφωνη μαρτυρία»
όταν η απουσία τοπικής Εκκλησίας θεωρείται αποδεκτή και ο διάλογος συνεχίζεται;
Η μαρτυρία της Ορθοδοξίας είναι μαρτυρία της αλήθειας, όχι «διάλογος» για
εύρεση κοινών σημείων με αιρετικούς. Η φράση «προς δόξαν του Θεού στην Τριάδα»
προσθέτει υποκριτικό θρησκευτικό μανδύα σε μια διαδικασία που, στην ουσία της,
αποτελεί αναγνώριση αιρέσεων ως εκκλησιών.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου