Η Σύνοδος της Κρήτης, (2016) επιχείρησε να κωδικοποιήσει τον θεσμό του Αυτονόμου. Παρά την επιφανειακή κανονική οργάνωση, το κείμενο πάσχει από βαθιές θεολογικές και εκκλησιολογικές αντιφάσεις, οι οποίες υπονομεύουν την ορθόδοξη παράδοση και εισάγουν μια μορφή «εκκλησιαστικού συγκεντρωτισμού» που είναι ξένη προς το συνοδικό πολίτευμα της Εκκλησίας.
Βασικά Σημεία Κριτικής
1. Η Αλλοίωση της
Συνοδικότητας και ο «Πατριαρχικός Συγκεντρωτισμός»
Το
υπό εξέταση κείμενο αναδεικνύει μια κρίσιμη θεολογική και κανονική αντιπαράθεση
σχετικά με τη δομή της Ορθόδοξης Εκκλησίας, εστιάζοντας στην ένταση μεταξύ της
διοικητικής αυτονομίας των τοπικών Εκκλησιών και του ρόλου του Οικουμενικού
Πατριαρχείου.
Στο
επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η διαπίστωση ότι, ενώ το Άρθρο 2 ορίζει την
ανακήρυξη του Αυτονόμου ως «αποκλειστική αρμοδιότητα της Αυτοκεφάλου
Εκκλησίας», η πρακτική εφαρμογή των διατάξεων υπονομεύει τη συνοδική αρχή. Η
επιμονή, για παράδειγμα, στην υποχρεωτική αναφορά στον Οικουμενικό Πατριάρχη
για την επίλυση διαφορών (Άρθρο 2.6) εισάγει μια υπερ-τοπική αυθεντία που, κατά
τους επικριτές, αγγίζει τα όρια του «Πρωτείου εξουσίας», ξένου προς την
παραδοσιακή ορθόδοξη εκκλησιολογία.
Η
προβληματική αυτή αποτυπώνεται σε τρεις βασικούς άξονες:
- Ανακήρυξη Αυτονόμου:
Παρά την αναγνώριση της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Μητέρας Εκκλησίας,
η διαδικασία αυτή συχνά αγνοεί την αναγκαία πανορθόδοξη συναίνεση, η οποία
αποτελεί την ασφαλιστική δικλείδα για την αποφυγή σχισμάτων.
- Διαχείριση της
Διασποράς: Η απαγόρευση ίδρυσης Αυτονόμων Εκκλησιών στις περιοχές της
Διασποράς περιορίζει σημαντικά την ιεραποστολική δυναμική και δεν
ανταποκρίνεται στις επείγουσες ποιμαντικές ανάγκες των τοπικών κοινοτήτων
που αναπτύσσονται εκτός των παραδοσιακών ορίων.
- Επίλυση Διαφορών: Η
θεσμοθέτηση του Οικουμενικού Πατριάρχη ως μοναδικού κριτή για την επίλυση
διαφορών θεωρείται ότι υπονομεύει την ισότητα των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών
και παραγκωνίζει την αυθεντία που οφείλει να έχει μια Πανορθόδοξη Σύνοδος.
Συνολικά,
το κείμενο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο «Πατριαρχικός Συγκεντρωτισμός», όπως
διαφαίνεται μέσα από τις συγκεκριμένες διατάξεις, ενέχει τον κίνδυνο αλλοίωσης
του συνοδικού συστήματος, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από τη συλλογική
ευθύνη των Εκκλησιών σε μια μονομερή διοικητική υπεροχή.
2. Η Έννοια της «Μερικής Ανεξαρτησίας»
Ο ορισμός του Αυτονόμου ως «σχετικής ή μερικής
ανεξαρτησίας» (Άρθρο 1) είναι θεολογικά ασαφής. Στην Εκκλησία του Χριστού, κάθε
τοπική σύναξη γύρω από τον Επίσκοπο είναι η «πλήρης Εκκλησία». Η εισαγωγή
βαθμίδων «εξάρτησης» μετατρέπει το εκκλησιαστικό σώμα σε μια διοικητική
πυραμίδα, θυμίζοντας περισσότερο κοσμικά κράτη ή το ρωμαιοκαθολικό μοντέλο παρά
το σώμα του Χριστού.
3. Η Υποβάθμιση του «Πρώτου» της Αυτόνομης Εκκλησίας
Το γεγονός ότι ο Πρώτος της Αυτόνομης Εκκλησίας δεν
αναγράφεται στα Δίπτυχα (Άρθρο 3.2) και μνημονεύει μόνο τον Προκαθήμενο της
Αυτοκεφάλου Εκκλησίας (Άρθρο 3.1), υποδηλώνει μια υποτίμηση της τοπικής
εκκλησιαστικής οντότητας. Αν μια Εκκλησία είναι ώριμη για Αυτονομία, η
λειτουργική της έκφραση θα έπρεπε να αντανακλά αυτή την ωριμότητα και όχι να
την καταστέλλει.
«Ο θεσμός του Αυτονόμου δεν
πρέπει να λειτουργεί ως μέσο ελέγχου και χειραγώγησης τοπικών Εκκλησιών από τα
πατριαρχικά κέντρα, αλλά ως στάδιο προς την πλήρη πνευματική καρποφορία.» [1]
4. Το Ζήτημα της Διασποράς
Η ρητή απαγόρευση ίδρυσης Αυτονόμων Εκκλησιών στη Διασπορά (Άρθρο 2.5) αποτελεί μια «κανονική αιχμαλωσία» των νέων χωρών. Αντί η Εκκλησία να ευλογεί την αυτοοργάνωση των πιστών σε νέα εδάφη, επιβάλλει μια αιώνια εξάρτηση από «μητέρες» Εκκλησίες που συχνά βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, εξυπηρετώντας εθνικιστικά ή πολιτικά συμφέροντα παρά την πνευματική ανάγκη των πιστών.
Συμπεράσματα
Το κείμενο για το Αυτόνομο, όπως εγκρίθηκε στην Κρήτη,
στερείται της «πνοής του Αγίου Πνεύματος» που χαρακτηρίζει τους ιερούς κανόνες.
Είναι ένα κείμενο διοικητικής διεκπεραίωσης και ισορροπίας δυνάμεων.
1
Εκκλησιολογικός Μινιμαλισμός:
Περιορίζει την Εκκλησία σε νομικούς όρους.
2
Γεωπολιτική Σκοπιμότητα:
Προστατεύει τα όρια των παλαιφάτων Πατριαρχείων εις βάρος της ιεραποστολής.
3
Θεολογική Ασάφεια: Δεν
ορίζει με σαφήνεια τη σχέση Χριστολογίας και Εκκλησιολογίας στον θεσμό του
Αυτονόμου.
Η «σκληρή» αυτή κριτική καταλήγει στο ότι το κείμενο
χρειάζεται ριζική αναθεώρηση, ώστε να υπηρετεί την ενότητα της Εκκλησίας εν
ελευθερία και όχι την ενότητα μέσω επιβολής.
Πηγες
[1] Official Documents of the Holy and
Great Council
[2] Critique of the
documents by Metropolitan Hierotheos of Nafpaktos [3] Russian Orthodox
Church Biblical-Theological Commission Analysis
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου