|
10. Τά
προβλήματα, τά ὁποῖα ἀνακύπτουν
κατά τάς θεολογικάς συζητήσεις τῶν Μεικτῶν
Θεολογικῶν Ἐπιτροπῶν
δέν συνιστοῦν πάντοτε ἐπαρκῆ
αἰτιολόγησιν μονομεροῦς ἀνακλήσεως
τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς
ἤ καί ὁριστικῆς
διακοπῆς τῆς συμμετοχῆς
αὐτῆς ὑπό
τινος κατά τόπον Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ
ἀποχώρησις ἐκ τοῦ
διαλόγου Ἐκκλησίας τινός δέον ὅπως κατά
κανόνα ἀποφεύγηται, καταβαλλομένων τῶν
δεουσῶν διορθοδόξων προσπαθειῶν
διά τήν ἀποκατάστασιν τῆς ἀντιπροσωπευτικῆς
ὁλοκληρίας τῆς ἐν
τῷ διαλόγῳ τούτῳ
ὀρθοδόξου Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς.
Ἐάν τοπική τις Ἐκκλησία ἤ
καί ἄλλαι τινές Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι
ἀρνῶνται νά
συμμετάσχουν εἰς τάς συνελεύσεις τῆς Μεικτῆς
Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς
ὡρισμένου διαλόγου, ἐπικαλούμεναι
σοβαρούς ἐκκλησιολογικούς, κανονικούς, ποιμαντικούς ἤ
ἠθικῆς φύσεως
λόγους, ἡ Ἐκκλησία ἤ
αἱ Ἐκκλησίαι αὗται
κοινοποιοῦν ἐγγράφως τήν ἄρνησιν
αὐτῶν εἰς
τόν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην
καί εἰς πάσας τάς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας
κατά τά πανορθοδόξως ἰσχύοντα. Κατά τήν πανορθόδοξον διαβούλευσιν ὁ
Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης ἀναζητεῖ
τὴν ὁμόφωνον
συναίνεσιν τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων
Ἐκκλησιῶν διὰ
τά ἐφεξῆς δέοντα
γενέσθαι, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς
ἐπαναξιολογήσεως τῆς πορείας τοῦ
συγκεκριμένου θεολογικοῦ διαλόγου, ἐφ’ ὅσον
τοῦτο κριθῇ ὁμοφώνως
ἀναγκαῖον. 11. Ἡ
κατά τήν διεξαγωγήν τῶν θεολογικῶν διαλόγων ἀκολουθουμένη
μεθοδολογία ἀποσκοπεῖ εἴς
τε τήν λύσιν τῶν παραδεδομένων θεολογικῶν
διαφορῶν ἤ τῶν
τυχόν νέων διαφοροποιήσεων καί εἰς τήν ἀναζήτησιν
τῶν κοινῶν στοιχείων τῆς
χριστιανικῆς πίστεως, προϋποθέτει δέ τήν σχετικήν
πληροφόρησιν τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας
ἐπί τῶν διαφόρων ἐξελίξεων
τῶν διαλόγων. Ἐν περιπτώσει ἀδυναμίας
ὑπερβάσεως συγκεκριμένης τινός θεολογικῆς
διαφορᾶς ὁ θεολογικός
διάλογος δύναται νά συνεχίζηται, καταγραφομένης τῆς
διαπιστωθείσης ἐπί τοῦ συγκεκριμένου
θέματος θεολογικῆς διαφωνίας καί ἀνακοινουμένης
τῆς διαφωνίας ταύτης πρός πάσας τάς κατά τόπους Ὀρθοδόξους
Ἐκκλησίας διά τά ἐφεξῆς
δέοντα γενέσθαι. |
ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
ΤΟ ΨΕΜΑ ΤΗΣ «ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΗΣ
ΟΛΟΚΛΗΡΟΤΗΤΑΣ»
Το κείμενο λέει ότι αν μια Ορθόδοξη Εκκλησία θέλει
να φύγει από τον διάλογο, δεν πρέπει να το κάνει μόνη της. Πρέπει να περιμένει
να σκεφτούν όλοι οι άλλοι. Αυτό είναι παγίδα. Το φρόνημα της Ορθοδοξίας δεν
είναι δημοκρατικό. Η αλήθεια δεν ψηφίζεται. Μια τοπική Εκκλησία που βλέπει
αίρεση δεν χρειάζεται άδεια από τον Οικουμενικό Πατριάρχη ούτε από «πανορθόδοξη
διαβούλευση» για να φύγει. Το κείμενο μετατρέπει την υπεράσπιση της πίστης σε
γραφειοκρατική διαδικασία. Αυτό είναι νομικισμός, όχι εκκλησιολογία. Η Εκκλησία
δεν είναι κράτος με υπουργεία. Η άρνηση συμμετοχής σε αιρετικό διάλογο είναι
καθήκον, όχι παράπτωμα που χρειάζεται συγχώρεση από κέντρο εξουσίας.
Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ
ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΩΣ ΥΠΟΤΑΓΗ
Το κείμενο λέει ότι αν μια Εκκλησία φύγει, πρέπει να
το πει γραπτά στον Οικουμενικό Πατριάρχη και σε όλες τις Εκκλησίες. Αυτό
δείχνει ποιος κρατάει τα κλειδιά. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης γίνεται επόπτης των
συνειδήσεων. Αλλά ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως δεν είναι πάπας. Δεν έχει
δικαίωμα ελέγχου πάνω σε άλλες τοπικές Εκκλησίες. Το κείμενο αυτό χτίζει δομή
υποταγής που δεν υπάρχει στους κανόνες. Η αναφορά «κατά τα πανορθοδόξως
ισχύοντα» είναι κενό γράμμα. Τίποτα πανορθόδοξα ισχύον δεν δίνει τέτοιο δικαίωμα.
Είναι επινόηση εξουσίας μέσα από διάλογο που υποτίθεται ότι είναι θεολογικός.
Η «ΟΜΟΦΩΝΟΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΙΣ» ΩΣ ΟΜΗΡΟΣ ΤΗΣ
ΑΛΗΘΕΙΑΣ
Το κείμενο λέει ότι ο Πατριάρχης θα ψάξει «ομόφωνη
συναίνεση» για το τι θα γίνει μετά. Αυτό σημαίνει ότι μια Εκκλησία που φεύγει
γιατί βλέπει αίρεση παγιδεύεται σε ατέρμονη αναμονή. Η αλήθεια δεν περιμένει
ψηφοφορία. Αν μια Εκκλησία διαπιστώνει ότι ο διάλογος έχει γίνει έρμαιο
αιρέσεων, το καθήκον της είναι να φύγει αμέσως, όχι να περιμένει να συμφωνήσουν
όλοι οι άλλοι. Η «ομόφωνος συναίνεσις» είναι όπλο κατά της συνείδησης.
Μετατρέπει την Ορθοδοξία σε κοινοβούλιο όπου η πλειοψηφία αποφασίζει για την πίστη.
Αυτό είναι προτεσταντικό, όχι ορθόδοξο.
Η «ΕΠΑΝΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ» ΩΣ
ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ
Το κείμενο λέει ότι μπορεί να γίνει «επαναξιολόγηση»
του διαλόγου αν όλοι συμφωνήσουν. Αυτό είναι κενό. Οι θεολογικοί διάλογοι με
τους ετερόδοξους κρατούν δεκαετίες. Η «επαναξιολόγηση» είναι τρόπος να μη γίνει
τίποτα. Να συνεχίζεται ο διάλογος επ' άπειρον ενώ η αλήθεια διαβρώνεται. Το
κείμενο δεν λέει ποτέ ότι ο διάλογος μπορεί να σταματήσει οριστικά. Λέει μόνο
ότι μπορεί να «επαναξιολογηθεί». Αυτό σημαίνει ότι η πόρτα μένει πάντα ανοιχτή,
ακόμα κι όταν μέσα έχει μπει η αίρεση.
Η ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΚΡΥΒΕΙ
Το κείμενο λέει ότι ο διάλογος έχει στόχο τη «λύση
των θεολογικών διαφορών» και την «αναζήτηση κοινών στοιχείων». Αυτό είναι το
πρόβλημα. Η Ορθοδοξία δεν ψάχνει «κοινά στοιχεία» με αίρεση. Ψάχνει την
αλήθεια. Η έκφραση «λύσις των διαφορών» υποθέτει ότι οι διαφορές είναι
παρεξηγήσεις, όχι αιρέσεις. Αλλά οι διαφορές με τους ετερόδοξους δεν είναι
παρεξηγήσεις. Είναι αποκλίσεις από την αλήθεια. Να ψάχνεις «κοινά στοιχεία» με
αυτόν που αρνείται την αλήθεια σημαίνει να υποβαθμίζεις την αλήθεια σε
συμβιβασμό. Η μέθοδος αυτή είναι η μέθοδος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών,
όχι της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Η «ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΙΣ ΤΟΥ ΠΛΗΡΩΜΑΤΟΣ» ΩΣ
ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ
Το κείμενο λέει ότι το πλήρωμα της Εκκλησίας πρέπει
να πληροφορείται για τις εξελίξεις. Αλλά πληροφόρηση χωρίς κρίση είναι
εξαπάτηση. Ο λαός του Θεού δεν είναι κοινό που χρειάζεται απλώς «ενημέρωση».
Είναι σώμα που κρίνει. Το κείμενο παραλείπει ότι το πλήρωμα έχει δικαίωμα να
πει «όχι». Η «πληροφόρησις» που περιγράφεται είναι μονόδρομος από πάνω προς τα
κάτω. Δεν είναι διάλογος με το ποίμνιο. Είναι διαχείριση της κοινής γνώμης.
Η ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΔΙΑΦΩΝΙΑΣ ΩΣ
ΑΠΟΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ
Το κείμενο λέει ότι αν υπάρχει αδυναμία να
ξεπεραστεί μια θεολογική διαφορά, ο διάλογος συνεχίζεται κανονικά, απλώς
«καταγράφεται» η διαφωνία. Αυτό είναι το χειρότερο. Σημαίνει ότι η αίρεση δεν
απορρίπτεται. Σημαίνει ότι η αλήθεια και το ψέμα κάθονται στο ίδιο τραπέζι ως
«διαφορετικές απόψεις». Η Ορθοδοξία δεν έχει «θεολογικές διαφορές» με τους
ετερόδοξους. Έχει αποκλίσεις από την αλήθεια. Να τις καταγράφεις και να
συνεχίζεις τον καφέ σημαίνει ότι δεν πιστεύεις ότι υπάρχει μία αλήθεια.
Σημαίνει ότι η ομολογία της πίστεως έχει γίνει διαπραγμάτευση.
Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΩΣ
ΑΠΟΦΥΓΗ ΕΥΘΥΝΗΣ
Το κείμενο λέει ότι η διαφωνία «ανακοινώνεται» προς
όλες τις Εκκλησίες «διά τα εφεξής δέοντα». Αυτό είναι άλλο ένα κενό. Δεν λέει
τι γίνεται μετά. Δεν λέει ότι η διαφωνία σταματάει τον διάλογο. Λέει μόνο ότι
«ανακοινώνεται». Η διαδικασία αυτή είναι τρόπος να πετάξεις την ευθύνη σε
άλλους. Να πεις «είδατε, το είπαμε» και να συνεχίσεις σαν να μην είπες τίποτα.
Είναι γραφειοκρατική κάλυψη για θεολογική υποχώρηση.
ΤΟ ΚΕΝΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ
Το κείμενο μιλάει για «σοβαρούς εκκλησιολογικούς,
κανονικούς, ποιμαντικούς ή ηθικής φύσεως λόγους» για αποχώρηση. Αλλά δεν ορίζει
τι σημαίνει «σοβαροί». Αφήνει το κριτήριο αόριστο για να μπορεί ο καθένας να το
ερμηνεύει όπως θέλει. Αυτό δεν είναι νομοθεσία. Είναι παραπέτασμα. Η
εκκλησιολογία της Ορθοδοξίας είναι σαφής: μία Εκκλησία, μία πίστη, ένα
βάπτισμα. Όταν ο διάλογος αμφισβητεί αυτό, δεν χρειάζεται «επαναξιολόγηση».
Χρειάζεται διακοπή. Το κείμενο αποφεύγει να το πει αυτό γιατί έχει ήδη
αποδεχτεί την προτεσταντική λογική του ΠΣΕ.
ΤΟ ΤΕΛΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το κείμενο αυτό δεν είναι ορθόδοξο. Είναι
μεταφρασμένη γλώσσα του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών με εκκλησιαστικό
μανδύα. Η δομή του είναι δομή εξουσίας: ο Οικουμενικός Πατριάρχης στο κέντρο,
οι Εκκλησίες ως μέλη που ψηφίζουν, η αλήθεια ως διαπραγματεύσιμο αγαθό. Η
Ορθοδοξία δεν λειτουργεί έτσι. Η Ορθοδοξία είναι σώμα Χριστού, όχι οργανισμός.
Η αλήθεια δεν είναι προϊόν συναίνεσης. Η πίστη δεν είναι διαπραγμάτευση. Το
κείμενο αυτό, με τη γλώσσα της «συνέχισης», της «επαναξιολόγησης» και της
«καταγραφής», ανοίγει την πόρτα στον συγκρητισμό και το ονομάζει «διάλογο».
Αυτό είναι το μεγαλύτερο ψέμα του.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου