|
12.Εἶναι
εὐνόητον ὅτι κατά τήν
διεξαγωγήν τῶν θεολογικῶν διαλόγων
κοινός πάντων σκοπός εἶναι ἡ τελική ἀποκατάστασις
τῆς ἐν τῇ
ὀρθῇ πίστει καί τῇ
ἀγάπῃ ἑνότητος.
Ὁπωσδήποτε ὅμως αἱ
ὑφιστάμεναι θεολογικαί καί ἐκκλησιολογικαί
διαφοραί ἐπιτρέπουν ποιάν τινα ἱεράρχησιν
ὡς πρός τάς ὑφισταμένας
δυσχερείας διά τήν πραγμάτωσιν τοῦ πανορθοδόξως
διαπιστουμένου σκοποῦ. Ἡ ἑτερότης
τῶν προβλημάτων ἑκάστου διμεροῦς
διαλόγου προϋποθέτει διαφοροποίησιν μέν τῆς
τηρηθησομένης ἐν αὐτῷ
μεθοδολογίας, ἀλλ’ οὐχί καί
διαφοροποίησιν σκοποῦ, διότι ὁ σκοπός εἶναι
ἑνιαῖος εἰς
πάντας τούς διαλόγους. 13.Ἐν
τούτοις, ἐπιβάλλεται, ἐν περιπτώσει ἀνάγκης,
ὅπως ἀναληφθῇ
προσπάθεια συντονισμοῦ τοῦ ἔργου
τῶν διαφόρων Διορθοδόξων Θεολογικῶν
Ἐπιτροπῶν, τοσούτῳ
μᾶλλον ὅσῳ
ἡ ὑπάρχουσα ἑνότης
τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
πρέπει νά ἀποκαλύπτηται καί ἐκδηλοῦται
καί ἐν τῷ χώρῳ
τῶν διαλόγων τούτων. 14.Ἡ
περάτωσις οἱουδήποτε ἐπισήμως
κηρυχθέντος θεολογικοῦ διαλόγου συντελεῖται διά τῆς
ὁλοκληρώσεως τοῦ ἔργου
τῆς ἀντιστοίχου
Μεικτῆς Θεολογικῆς Ἐπιτροπῆς,
ὁπότε ὁ Πρόεδρος τῆς
Διορθοδόξου Ἐπιτροπῆς ὑποβάλλει
ἔκθεσιν πρός τόν Οἰκουμενικόν
Πατριάρχην, ὁ ὁποῖος,
ἐν συμφωνίᾳ καί μετά τῶν
Προκαθημένων τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν,
κηρύσσει τήν λῆξιν τοῦ διαλόγου. Οὐδείς
διάλογος θεωρεῖται περατωθείς πρίν ἤ κηρυχθῇ
λήξας διά τοιαύτης πανορθοδόξου ἀποφάνσεως. 15.Ἡ
μετά τήν τυχόν ἐπιτυχῆ ὁλοκλήρωσιν
τοῦ ἔργου θεολογικοῦ
τινος διαλόγου πανορθόδοξος ἀπόφασις διά
τήν ἀποκατάστασιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς
κοινωνίας δέον ὅπως ἐρείδηται ἐπί
τῆς ὁμοφωνίας πασῶν
τῶν κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. |
ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Η
ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ ΩΣ ΠΛΑΣΤΗ ΣΥΓΚΑΛΥΨΗ
Το κείμενο μιλάει για «τελική αποκατάσταση της εν τη
ορθή πίστει και αγάπη ενότητος» σαν να είναι αυτή κάτι που λείπει και πρέπει να
ξαναφτιαχτεί. Αυτό είναι το πρώτο και μεγαλύτερο ψέμα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν
έχασε ποτέ την ενότητά της. Η ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι αποτέλεσμα
διαλόγων και επιτροπών, αλλά δώρο του Αγίου Πνεύματος που διαφυλάσσεται ακέραια
στην αλήθεια της πίστεως. Οπότε όταν το κείμενο λέει ότι σκοπός των διαλόγων
είναι η «αποκατάσταση» της ενότητας, ουσιαστικά παραδέχεται ότι αυτοί οι
διάλογοι δεν γίνονται μέσα στην ήδη υπάρχουσα ενότητα της Ορθοδοξίας, αλλά
εκτός αυτής. Αυτό σημαίνει ότι οι συνομιλητές δεν είναι μέλη της Εκκλησίας, άρα
ο διάλογος δεν είναι εκκλησιαστικός, αλλά συνοδοιπορία με αιρετικούς. Η φράση
«κοινός πάντων σκοπός» είναι επίσης παραπλανητική γιατί υποθέτει ότι Ορθόδοξοι
και αιρετικοί έχουν κοινό σκοπό. Αλλά ο σκοπός του αιρετικού είναι η διάδοση
της πλάνης του, όχι η επιστροφή στην αλήθεια. Όταν λοιπόν το κείμενο μιλάει για
«κοινό σκοπό», εξισώνει το φως με το σκοτάδι και παρουσιάζει την αίρεση σαν
διαφορετική εκδοχή του ίδιου πράγματος.
Η
ΙΕΡΑΡΧΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΩΣ ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΗΣ
Το κείμενο λέει ότι οι «υφιστάμεναι θεολογικαί και
εκκλησιολογικαί διαφοραί επιτρέπουν ποιάν τινα ιεράρχησιν». Αυτό είναι
απαράδεκτο. Η αλήθεια δεν ιεραρχείται. Η πίστη δεν είναι μενού όπου διαλέγεις
τι είναι σημαντικό και τι όχι. Όταν λέει ότι υπάρχουν διαφορετικά προβλήματα σε
κάθε διμερή διάλογο και ότι αυτά προϋποθέτουν «διαφοροποίησιν της
μεθοδολογίας», το κείμενο στην ουσία λέει ότι η αλήθεια προσαρμόζεται ανάλογα
με τον συνομιλητή. Αυτό δεν είναι θεολογία, είναι διπλωματία. Και η διπλωματία
δεν έχει θέση στην Εκκλησία. Η φράση «ο σκοπός είναι ενιαίος εις πάντας τους
διαλόγους» είναι ακόμα πιο επικίνδυνη γιατί σημαίνει ότι όλοι οι διάλογοι
οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή στην ένωση με όλους ανεξαιρέτως. Αυτό
σημαίνει ότι δεν υπάρχει διαφορά αν μιλάς με Ρωμαιοκαθολικούς, Προτεστάντες ή
οποιονδήποτε άλλον. Όλοι οδηγούν στο ίδιο τέλος. Αυτό είναι οικουμενιστική
ουτοπία που αρνείται την ουσία της Ορθοδοξίας ως μόνης αληθούς Εκκλησίας.
Ο
ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΣ ΩΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΕΛΕΓΧΟΥ
Το κείμενο ζητάει «προσπάθεια συντονισμού του έργου
των διαφόρων Διορθοδόξων Θεολογικών Επιτροπών». Αυτό ακούγεται αθώο αλλά είναι
πολύ επικίνδυνο. Ο συντονισμός σημαίνει ότι κάποιος πάνω από τις τοπικές
Εκκλησίες αποφασίζει πώς θα κινηθούν. Αλλά στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχει
κεντρική εξουσία. Κάθε τοπική Εκκλησία είναι αυτοδιοίκητη και οι αποφάσεις
λαμβάνονται σε σύνοδο, όχι από επιτροπές. Η φράση «η υπάρχουσα ενότης της
Ορθοδόξου Εκκλησίας πρέπει να αποκαλύπτηται και εκδηλούται και εν τω χώρω των
διαλόγων τούτων» είναι παραπλανητική. Η ενότητα της Εκκλησίας δεν χρειάζεται να
«αποκαλύπτεται» σε διαλόγους με αιρετικούς. Αυτή η φράση υποδηλώνει ότι η
ενότητα είναι κάτι που πρέπει να αποδειχθεί έξω από την Εκκλησία, σαν να μην
είναι αρκετή η εσωτερική της πραγματικότητα. Είναι σαν να λέει η Εκκλησία
«ελάτε να σας δείξουμε ότι είμαστε ενωμένοι». Αυτό είναι ντροπή και αρνείται
την αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας.
Η
ΛΗΞΗ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΩΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Το κείμενο λέει ότι η περάτωση του διαλόγου γίνεται
όταν ο Πρόεδρος της Διορθοδόξου Επιτροπής υποβάλλει έκθεση στον Οικουμενικό
Πατριάρχη και αυτός «εν συμφωνία και μετά των Προκαθημένων» κηρύσσει τη λήξη.
Πρώτον, αυτό δείχνει ότι ο διάλογος είναι πολιτική διαδικασία, όχι
εκκλησιαστική. Δεύτερον, η φράση «ουδείς διάλογος θεωρείται περατωθείς πριν ή
κηρυχθή λήξας διά τοιαύτης πανορθοδόξου αποφάνσεως» δίνει την εντύπωση ότι η
Εκκλησία χρειάζεται επίσημη άδεια για να σταματήσει να μιλάει με αιρετικούς.
Αυτό είναι ανάποδο. Η Εκκλησία δεν χρειάζεται άδεια για να διακόψει τη
συνομιλία με την πλάνη. Το γεγονός ότι υπάρχει διαδικασία για τη λήξη του
διαλόγου αλλά όχι για την έναρξή του δείχνει ότι το σύστημα είναι φτιαγμένο για
να κρατάει τους διαλόγους ζωντανούς όσο το δυνατόν περισσότερο. Δεν υπάρχει
καμία πρόβλεψη για το πότε μπορεί να διακοπεί ένας διάλογος αν ο αιρετικός
επιμένει στην πλάνη του. Αυτό σημαίνει ότι οι διάλογοι δεν έχουν τέλος, παρά
μόνο όταν επιτευχθεί η ένωση, δηλαδή η υποταγή της Ορθοδοξίας.
Η
ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗ ΩΣ ΟΜΟΦΩΝΙΑ ΣΤΗΝ ΠΛΑΝΗ
Το κείμενο λέει ότι η απόφαση για αποκατάσταση της
εκκλησιαστικής κοινωνίας πρέπει να «ερείδηται επί της ομοφωνίας πασών των κατά
τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών». Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο. Η ομοφωνία
δεν είναι κριτήριο αληθείας. Ακόμα και αν όλες οι τοπικές Εκκλησίες συμφωνήσουν
σε κάτι, αν αυτό είναι λάθος, παραμένει λάθος. Η αλήθεια δεν ψηφίζεται. Η
Εκκλησία δεν είναι κοινοβούλιο. Η φράση «αποκατάστασις της εκκλησιαστικής
κοινωνίας» προϋποθέτει ότι αυτή η κοινωνία έχει διακοπεί. Αλλά η Ορθόδοξη Εκκλησία
ποτέ δεν είχε εκκλησιαστική κοινωνία με τους αιρετικούς. Άρα το κείμενο
υποθέτει ότι υπήρχε κάποια στιγμή που ήμασταν όλοι μαζί και μετά χωριστήκαμε.
Αυτό είναι ψευδοϊστορικό. Οι αιρετικοί αποσχίστηκαν από την Εκκλησία, η
Εκκλησία δεν τους έδιωξε. Η «αποκατάσταση» λοιπόν δεν είναι επιστροφή στην
αλήθεια, αλλά αποδοχή της πλάνης ως ισοδύναμης με την αλήθεια.
ΣΥΝΟΛΙΚΗ
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
Το κείμενο είναι καθαρά οικουμενιστικό. Παρουσιάζει
τους θεολογικούς διαλόγους σαν αυτονόητη και αναγκαία διαδικασία, χωρίς να
θέτει το ερώτημα αν πρέπει καν να γίνονται. Χρησιμοποιεί εκκλησιαστική γλώσσα
για να νομιμοποιήσει μια διαδικασία που στην ουσία αποδυναμώνει την Ορθοδοξία.
Η ενότητα που προτείνεται δεν είναι η ενότητα της αληθείας, αλλά η ενότητα της
συμβιβασμένης σιωπής. Η «ομοφωνία» που ζητάει είναι ομοφωνία στην παραδοχή ότι
η αλήθεια είναι διαπραγματεύσιμη. Αυτό είναι το αντίθετο της Ορθοδοξίας. Η
Ορθόδοξη Εκκλησία δεν χρειάζεται διαλόγους για να αποδείξει την ενότητά της
ούτε για να «αποκαταστήσει» κάτι που δεν έχασε. Το κείμενο αυτό είναι ένας
μηχανισμός ελέγχου που φοράει τον μανδύα της εκκλησιαστικότητας για να οδηγήσει
τις τοπικές Εκκλησίες σε μια απόφαση που ήδη έχει προαποφασιστεί: την ένωση με
τους αιρετικούς χωρίς προηγούμενη επιστροφή τους στην αλήθεια.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου