|
6.Κατά τήν ὀντολογικήν φύσιν τῆς
Ἐκκλησίας, ἡ ἑνότης αὐτῆς εἶναι ἀδύνατον
νά διαταραχθῇ. Παρά ταῦτα, ἡ Ὀρθόδοξος
Ἐκκλησία ἀποδέχεται τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν τῶν μή εὑρισκομένων ἐν
κοινωνίᾳ μετ’ αὐτῆς ἄλλων
ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν
καί Ὁμολογιῶν, ἀλλά πιστεύει ὅτι
αἱ πρός ταύτας σχέσεις αὐτῆς πρέπει νά στηρίζωνται ἐπί τῆς
ὑπ’ αὐτῶν ὅσον
ἔνεστι ταχυτέρας καί ἀντικειμενικωτέρας ἀποσαφηνίσεως τοῦ ὅλου ἐκκλησιολογικοῦ θέματος καί ἰδιαιτέρως τῆς γενικωτέρας παρ’ αὐταῖς διδασκαλίας περί μυστηρίων, χάριτος, ἱερωσύνης καί ἀποστολικῆς διαδοχῆς. Οὕτω, ἦτο
εὔνους καί θετικῶς διατεθειμένη τόσον διά
θεολογικούς, ὅσον καί διά
ποιμαντικούς λόγους, πρός θεολογικόν διάλογον μετά τῶν λοιπῶν
χριστιανῶν εἰς διμερές καί πολυμερές ἐπίπεδον καί πρός τήν
συμμετοχήν γενικώτερον εἰς
τήν Οἰκουμενικήν Κίνησιν
τῶν νεωτέρων χρόνων, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι
διά τοῦ διαλόγου δίδει
δυναμικήν μαρτυρίαν τοῦ
πληρώματος τῆς ἐν Χριστῷ ἀληθείας
καί τῶν πνευματικῶν αὐτῆς
θησαυρῶν πρός τούς ἐκτός αὐτῆς,
μέ ἀντικειμενικόν σκοπόν
τήν προλείανσιν τῆς ὁδοῦ τῆς
ὁδηγούσης πρός τήν ἑνότητα. 7.
Ὑπό
τό ἀνωτέρω πνεῦμα, ἃπασαι αἱ
κατά τόπους Ἁγιώταται Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι συμμετέχουν σήμερον ἐνεργῶς εἰς
ἐπισήμους θεολογικούς
διαλόγους, ἡ δέ
πλειονότης ἐξ αὐτῶν καί εἰς
διαφόρους ἐθνικούς,
περιφερειακούς καί διεθνεῖς
διαχριστιανικούς ὀργανισμούς,
παρά τήν προκύψασαν βαθεῖαν
κρίσιν εἰς τήν Οἰκουμενικήν Kίνησιν. Ἡ πολυσχιδής αὕτη δραστηριότης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
πηγάζει ἐκ τοῦ αἰσθήματος ὑπευθυνότητος
καί ἐκ τῆς πεποιθήσεως ὅτι ἡ ἀμοιβαία
κατανόησις καί ἡ
συνεργασία τυγχάνουν οὐσιώδεις,
«ἵνα μή ἐγκοπήν τινα δῶμεν τῷ Εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ»
(Α’ Κορ. 9, 12). |
Εντοπισμός των οικουμενιστικών στοιχείων
1.Το κείμενο
χρησιμοποιεί συστηματικά τον όρο «Οἰκουμενική
Κίνησις» χωρίς εισαγωγικά ή αποστασιοποίηση, σαν να πρόκειται για αυτονόητη
πραγματικότητα. Η φράση «τῶν
νεωτέρων χρόνων» (και όχι «τῶν
τελευταίων δεκαετιών») δημιουργεί μια ιστορική νομιμοποίηση, σαν η Κίνηση να
υπήρχε πάντα. Αυτό είναι σημαντικό: ενσωματώνει την οικουμενιστική αφήγηση στην
εκκλησιαστική ιστορία.
2. Αρχίζει με μια ισχυρή θέση:
η ενότητα της Εκκλησίας είναι αδιατάρακτη. Αμέσως μετά, όμως, μιλά για
«σχέσεις» με ετερόδοξους και για «ὁδόν...
πρός τήν ἑνότητα». Αν η
ενότητα είναι δεδομένη, προς τι η «ὁδός»;
Προς τι η «προλείανσις»; Η σύνταξη δεν εξηγεί αν η «ὁδός» οδηγεί σε μια ήδη υπάρχουσα ενότητα (που θα
ήταν πλεονασμός) ή σε μια νέα, διαφορετική ενότητα (που θα ήταν θεολογικά
προβληματικό).
3. Η φράση «δίδει δυναμικήν μαρτυρίαν τοῦ
πληρώματος τῆς ἐν Χριστῷ ἀληθείας»
είναι εξαιρετικά ασαφής. Τι σημαίνει «δυναμική μαρτυρία» σε έναν θεολογικό
διάλογο; Μαρτυρία προς ποιον; Προς τους ετερόδοξους; Αλλά η μαρτυρία της
Αλήθειας δεν είναι διαπραγματεύσιμη· δεν είναι «εισφορά» σε ένα κοινό ταμείο. Η
χρήση του όρου «δυναμική» υποβάλλει την ιδέα της αλληλεπίδρασης, της
αμοιβαιότητας, που έρχεται σε ένταση με το «πλήρωμα» που προηγείται.
4. Το χωρίο Α’ Κορ. 9,12 («ἵνα μή ἐγκοπήν τινα δῶμεν τῷ Εὐαγγελίῳ») αναφέρεται στο δικαίωμα των Αποστόλων να τρέφονται από τα Ευαγγέλια, το οποίο παραιτούνται για να μη δώσουν εμπόδιο. Στο ένατο κεφάλαιο της Α' προς Κορινθίους Επιστολής, ο Απόστολος Παύλος αναπτύσσει την επιχειρηματολογία του σχετικά με την αποστολική αυθεντία και τα δικαιώματά του.
- Ο
Παύλος ξεκαθαρίζει ότι ως Απόστολος έχει το πλήρες δικαίωμα («ἐξουσίαν») να τρέφεται και
να συντηρείται οικονομικά από την κοινότητα στην οποία κηρύττει («οὕτω και ὁ Κύριος διέταξε τοῖς τό Εὐαγγέλιον καταγγέλλουσιν ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου ζῆν», Α' Κορ. 9,14).
- Οικειοθελώς
επιλέγει να μην κάνει χρήση αυτού του δικαιώματος,
εργαζόμενος με τα ίδια του τα χέρια (σκηνοποιός), ώστε να μην κατηγορηθεί
από καλοθελητές ότι κηρύττει για το κέρδος.
- «ἵνα μή ἐγκοπήν τινα δῶμεν τῷ Εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ». Η «ἐγκοπή» (εμπόδιο, φραγμός) θα ήταν η υπόνοια ιδιοτέλειας που θα αποδυνάμωνε το κήρυγμα της χάριτος.
Ο Παύλος μιλά για θυσία του εγώ και των ανέσεων για να
λάμψει ο Χριστός. Η μετατροπή αυτού του χωρίου σε «εργαλείο» εξωτερικής
εκκλησιαστικής πολιτικής, προκειμένου να ενοχοποιηθεί η θεολογική επιφύλαξη ή η
πιστότητα στην παράδοση, αποτελεί πράγματι αλλοίωση (παραποίηση) του
αγιογραφικού πνεύματος. Η Εκκλησία μαρτυρεί το Ευαγγέλιο με την αλήθεια
της, όχι με το φόβο μήπως η απουσία της από τον κόσμο θεωρηθεί «εγκοπή».
5.Η φράση «παρά τήν προκύψασαν βαθεῖαν κρίσιν» είναι ενδεικτική. Η
κρίση δεν είναι λόγος αποχώρησης, αλλά εμπόδιο που υπερπηδάται. Το «παρά»
υποδηλώνει ότι παρά τις αντιρρήσεις, η δραστηριότητα συνεχίζεται. Αυτό δείχνει
μια προκαθορισμένη κατεύθυνση: η συμμετοχή δεν είναι ανοικτή σε αναθεώρηση,
είναι δεδομένη που απλώς χρειάζεται διαχείριση.
6. Πουθενά το κείμενο δεν θέτει όρια
στον διάλογο. Μιλά για «ὅσον
ἔνεστι ταχυτέρας... ἀποσαφηνίσεως», αλλά δεν ορίζει
τι θα συμβεί αν η αποσαφήνιση δεν έλθει. Μιλά για «θεολογικόν διάλογον» αλλά
δεν διευκρινίζει αν υπάρχουν αδιαπραγμάτευτα σημεία. Η έλλειψη ορίων είναι
ιδιαίτερα προβληματική σε ένα κείμενο που απευθύνεται σε θεολογικό επίπεδο:
χωρίς κόκκινες γραμμές, ο διάλογος τείνει να γίνει αυτοσκοπός.
7.Το κείμενο
υποβαθμίζει την εκκλησιολογία υπέρ της «συνεργασίας». Η σειρά «μυστηρίων,
χάριτος, ἱερωσύνης καί ἀποστολικῆς διαδοχῆς»
είναι εκκλησιολογικά κρίσιμα ζητήματα, αλλά παρουσιάζονται σαν αντικείμενα «ἀποσαφηνίσεως» — δηλαδή, σαν
ζητήματα που δεν έχουν ήδη ξεκαθαριστεί από την Ορθόδοξη παράδοση, αλλά
χρειάζονται επαναδιαπραγμάτευση μέσω διαλόγου.
Το Εκκλησιολογικό Παράδοξο
Η αντι-οικουμενιστική κριτική εντοπίζει θεμελιώδη αντίφαση στο κείμενο: από τη μία διακηρύσσεται ότι «ἡ ἑνότης αὐτῆς εἶναι ἀδύνατον νά διαταραχθῇ» (η ενότητα της Εκκλησίας είναι αδύνατον να διαταραχθεί), ενώ από την άλλη γίνεται λόγος για «ἄλλας ἑτεροδόξους χριστιανικὰς Ἐκκλησίας» — δηλαδή ετερόδοξες «Ἐκκλησίες».
Σύμφωνα με την πατερική διδασκαλία, εάν η Εκκλησία είναι μία (Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ), τότε οι εκτός αυτής δεν μπορούν να φέρουν τον τίτλο «Ἐκκλησία» με πλήρη έννοια. Η χρήση του όρου «Ἐκκλησίαι» για τις ετερόδοξες κοινότητες θεωρείται εκκλησιολογική υποχώρηση που παραβιάζει την αυτοσυνειδησία της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Η «Ἱστορικὴ Ὀνομασία» ως Ευφημισμός
Η φράση «ἀποδέχεται τὴν ἱστορικὴν ὀνομασίαν» θεωρείται διατύπωση-παράθυρο που επιτρέπει την de facto αναγνώριση αιρετικών κοινοτήτων ως ἐκκλησιολογικῶς νομιμοποιημένων. Η κριτική επισημαίνει ότι η Εκκλησία δεν αποδέχεται «ἱστορικὰς ὀνομασίας» αλλά ἀλήθειαν — και η αλήθεια είναι ότι εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία (Extra Ecclesiam nulla salus).
Το Ζήτημα των Μυστηρίων
Το κείμενο αναφέρεται στην ανάγκη «ἀποσαφηνίσεως» περὶ «μυστηρίων, χάριτος, ἱερωσύνης καὶ ἀποστολικῆς διαδοχῆς». Η αντι-οικουμενιστική κριτική θεωρεί αυτή την προσέγγιση αποφυγή της σαφοῦς ὁμολογίας. Σύμφωνα με την πατερική παράδοση:
Ἅγιος Κυπριανὸς Καρχηδόνος: «Παρὰ δὲ τοῖς αἱρετικοῖς, ἐκκλησία οὐκ ἔστιν» — «παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς δὲν ὑπάρχει Ἐκκλησία».
Μέγας Βασίλειος (Ἐπιστολὴ πρὸς Ἀμφιλόχιον, Κανόνες 1, 47): Τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν εἶναι ἀνυπόστατο.
Ἀποστολικοὶ Κανόνες 46, 47, 50, 68: Καθαιροῦνται οἱ ἐπίσκοποι καὶ πρεσβύτεροι ποὺ δέχονται βάπτισμα ἢ χειροτονία αἱρετικῶν.
Η θέση ὅτι τὰ μυστήρια τῶν αἱρετικῶν εἶναι ἄκυρα καὶ ἀχαρίτωτα («καθ᾽ ἑαυτά») ἀποτελεῖ πάγια διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀναγνώρισή τους ἐξαρτᾶται ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν αἱρετικῶν στὴν Ὀρθοδοξία (κατ᾽ οἰκονομίαν, ὄχι κατ᾽ ἀκρίβειαν).
Συνολική εκτίμηση
Το κείμενο δεν είναι οικουμενιστικό με την έννοια της άμεσης
συγχώνευσης, αλλά με την έννοια της δομικής ενσωμάτωσης της
οικουμενιστικής λογικής. Διατηρεί ορθόδοξο λεξιλόγιο, αλλά το χρησιμοποιεί σε
ένα πλαίσιο όπου:
- Η
συμμετοχή στην Οικουμενική Κίνηση παρουσιάζεται ως θεολογική επιταγή (μέσω
του Α’ Κορ. 9,12)
- Η ονομασία "ετερόδοξες Ἐκκλησίες»
αποδέχεται χωρίς επιφύλαξη («ἀποδέχεται
τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν»)
- Η
αλήθεια παρουσιάζεται ως «δυναμική μαρτυρία» σε έναν διάλογο, και όχι ως
δεδομένη πραγματικότητα που καλεί σε μετάνοια
Η κριτική εστίαση είναι ότι το κείμενο νομιμοποιεί την
οικουμενιστική πρακτική χωρίς να θεμελιώνει την οικουμενιστική θεωρία. Δεν
εξηγεί γιατί η Ορθόδοξος Εκκλησία πρέπει να συμμετέχει σε οργανισμούς
όπου η ετεροδοξία έχει ίση φωνή· απλώς το παρουσιάζει ως δεδομένο. Η «βαθεῖα κρίσις» αναγνωρίζεται αλλά δεν
αξιολογείται — δεν λέει αν η κρίση ήταν δικαιολογημένη ή όχι, μόνο ότι δεν
εμπόδισε τη συνέχιση της δραστηριότητας.
Αν το κείμενο επιδίωκε να είναι αυστηρά ορθόδοξο, θα έπρεπε
τουλάχιστον να: (α) ορίζει αδιαπραγμάτευτα σημεία, (β) θέτει χρονικό όριο ή
κριτήρια επιτυχίας του διαλόγου, (γ) διευκρινίζει ότι η «ἱστορική ὀνομασία» δεν συνεπάγεται εκκλησιολογική αναγνώριση.
Η απουσία αυτών των στοιχείων καθιστά το κείμενο λειτουργικά οικουμενιστικό,
ανεξαρτήτως των οντολογικών του προφυλάξεων στην αρχή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου