Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

AΠΟΤΕΛΕΙ Η ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΚΗΡΥΞΗ ΑΙΡΕΣΗΣ «ΓΥΜΝΗ ΤΗ ΚΕΦΑΛΗ» ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΠΩΣ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΕΙΤΑΙ ΑΥΤΟ;;


Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

2. Η Ερμηνεία της Φράσεως «Γυμνῇ τῇ Κεφαλῇ»

Ο 15ος ιερός Κανόνας ορίζει ότι η αποτείχιση  δικαιώνεται και επαινείται όταν ο επίσκοπος διδάσκει την κακοδοξία «δημοσίᾳ... και γυμνῇ τῇ κεφαλῇ επ' Εκκλησίας».

Ο κανονιολόγος Ιωάννης Ζωναράς ερμηνεύει τη φράση αυτή ορίζοντας ότι σημαίνει «ανυποστόλως και μετά παρρησίας διδάσκει τα αιρετικά δόγματα». Η επίσημη συνοδική αποδοχή, η υπογραφή και η λειτουργική διαμνημόνευση των αποφάσεων αυτών αποτελούν την πλέον απροκάλυπτη, θεσμική και «μετά παρρησίας» διακήρυξη της κακοδοξίας πάνω στην Αγία Τράπεζα ενώπιον του ποιμνίου.

3. Αίρεση «παρά των Αγίων Συνόδων ή Πατέρων κατεγνωσμένη»

Ο Οικουμενισμός —του οποίου η Σύνοδος της Κρήτης αποδέχτηκε— εμπίπτει στην απαίτηση του 15ου Κανόνα περί αιρέσεως που είναι ήδη καταδικασμένη από παλαιές και σύγχρονες Συνόδους, από τους Αγίους Πατέρες και από την ίδια την Αγία Γραφή.

Συνεπώς, ο επίσκοπος που αποδέχεται και διδάσκει δημοσίως τις αποφάσεις αυτές καθίσταται «ψευδεπίσκοπος» και «ψευδοδιδάσκαλος», και η διακοπή της κοινωνίας μαζί του πριν από τη συνοδική του καταδίκη δεν προκαλεί σχίσμα, αλλά προστατεύει την Εκκλησία από το σχίσμα της αιρέσεως.

Η  αποδοχή και η διακήρυξη των αποφάσεων της Συνόδου της Κρήτης αποτελεί κήρυξη αιρέσεως «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», εμπίπτοντας άμεσα στις προϋποθέσεις του 15ου ιερού Κανόνα της ΑΒ' Συνόδου.

Η θέση αυτή αναλύεται ως εξής::

1. Η Αιρετική Εκκλησιολογία των Αποφάσεων της Κρήτης.

Οι πηγές υπογραμμίζουν ότι η Σύνοδος της Κρήτης (2016) προσέβαλε το εκκλησιαστικό δόγμα και εισήγαγε νέα αιρετική εκκλησιολογία. Συγκεκριμένα:

  • Θεώρησε και ονόμασε τις αιρέσεις ως «εκκλησίες».
  • Επικύρωσε συνοδικά τα κείμενα των Θεολογικών Διαλόγων, αναγνωρίζοντας στους αλλοδόξους (Μονοφυσίτες, Παπικούς, Προτεστάντες) έγκυρο βάπτισμα και αποστολική διαδοχή.
  • Ενέκρινε τη θεσμική συμμετοχή στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών», υποβιβάζοντας τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

ΕΝΣΤΑΣΗ :ΝΑΙ ΑΛΛΑ ΣΗΜΕΡΑ ΔΕΝ ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΑΙ ΟΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΑΠΟ ΑΜΒΩΝΟΣ.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ :Η ένσταση αυτή είναι συχνή, αλλά σύμφωνα με τις πατερικές πηγές και τα πρακτικά των Συνόδων, η έννοια του «κηρύσσειν δημοσίᾳ και γυμνῇ τῇ κεφαλῇ» δεν περιορίζεται στο προφορικό κήρυγμα από τον άμβωνα.

Η πατερική παράδοση θεμελιώνει την απάντηση ως εής:

1. Κήρυγμα «Έργῳ και Λόγῳ» (Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης)

Όταν ο Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης κλήθηκε να απαντήσει σε παρόμοιο ερώτημα —ότι δηλαδή οι αιρετίζοντες της εποχής του δεν δίδασκαν ευθέως την εκτροπή από τον άμβωνα— εξήγησε ότι η αίρεση δεν κηρύσσεται μόνο με λόγια. Κηρύσσεται «έργῳ και λόγω» όταν μια δογματική ή κανονική παραβίαση κυρώνεται συνοδικά, παρουσιάζεται ως «σωτήριος οικονομία» και επιβάλλεται στην καθημερινή εκκλησιαστική πράξη.

2. Η Θεσμική και Συνοδική Αποδοχή

Μια συνοδική απόφαση (όπως της Κρήτης), η οποία έχει υπογραφεί επίσημα από επισκόπους, έχει δημοσιευθεί και ισχύει ως επίσημη γραμμή της Εκκλησίας, αποτελεί διαρκές και απροκάλυπτο κήρυγμα της διοικούσης Εκκλησίας. Το γεγονός ότι δεν αναλύεται καθημερινά στο κυριακάτικο κήρυγμα δεν αναιρεί το ότι έχει θεσμοθετηθεί και εφαρμόζεται επίσημα.

3. Το «Γυμνῇ τῇ Κεφαλῇ» και η Αγία Τράπεζα

Οι ερμηνευτές των Κανόνων (όπως ο Ιωάννης Ζωναράς) ερμηνεύουν τη φράση «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ» ως «ανυποστόλως και μετά παρρησίας» διδασκαλία.

  • Στην Ορθόδοξη Λειτουργική παράδοση, ο κατεξοχήν «άμβωνας» ομολογίας της πίστεως είναι η Αγία Τράπεζα.
  • Η αναφορά του ονόματος του Επισκόπου ή του Πατριάρχου κατά τη Θεία Λειτουργία αποτελεί «τελείαν συγκοινωνίαν» και δηλώνει δημόσια συμμετοχή στην πίστη του μνημονευομένου.
  • Όταν λοιπόν ο λειτουργός μνημονεύει τον επίσκοπο που αποδέχθηκε ή εφαρμόζει τις αποφάσεις αυτές, διακηρύσσει δημόσια («επ' Εκκλησίας») και ενώπιον του θυσιαστηρίου τη μετοχή του σε αυτές.
  • Όπως προκύπτει από τα Πρακτικά της Ε' Οικουμενικής Συνόδου, η μνημόνευση ακατάκριτου αιρετικού επισκόπου μιαίνει την καθαρότητα των αγίων μυστηρίων. Ο μολυσμός αυτός δεν σημαίνει ακύρωση ή αφανισμό του ενυποστάτου των μυστηρίων (καθώς αυτά τελούνται υποστατικά όσο ο κληρικός δεν έχει καθαιρεθεί συνοδικά), αλλά απώλεια του αγιασμού και της αφέσεως των αμαρτιών. Έτσι, η συμμετοχή στη Θεία Ευχαριστία όπου μνημονεύεται η αφορμή της αιρέσεως αποβαίνει για τους εν γνώσει κοινωνούντες «εις κρίμα και κατάκριμα».

 Συνεπώς, η διακοπή της μνημονεύσεως (αποτείχιση) κατά τον 15ο Κανόνα της ΑΒ' Συνόδου αποτελεί το κανονικό μέσο για την προστασία του πιστού από τον αλυσιδωτό αυτόν πνευματικό συμμολυσμό

4. Η Σιωπή ως Συγκατάθεση

Όπως τονίζει ο Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, η ανοχή και η σιωπή απέναντι σε μια ήδη θεσμοθετημένη κακοδοξία συνιστά συγκατάθεση και επισύρει το φοβερό «κρίμα της σιωπής». Συνεπώς, η επίσημη υιοθέτηση, η θεσμική εφαρμογή και η λειτουργική διαμνημόνευση των αποφάσεων συνιστούν πλήρη και δημόσια κήρυξη («γυμνῇ τῇ κεφαλῇ»), ανεξάρτητα από το αν γίνεται ειδική αναφορά στο προφορικό κήρυγμα του άμβωνα.

Η στάση του Οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου απέναντι στη «Μοιχειανική» Σύνοδο του 809 μ.Χ

Η στάση του Οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου απέναντι στη «Μοιχειανική» Σύνοδο του 809 αποτελεί ένα θεμελιώδες ιστορικό παράδειγμα για το πώς μια επικαλούμενη «οικονομία» μετατρέπεται σε αίρεση.

Η εξέλιξη αυτή αναλύεται ως εξής::

1. Η διαφορά μεταξύ Αμαρτήματος και Αιρέσεως.

Πριν από τη Σύνοδο του 809, η αντικανονική ευλόγηση του παρανόμου γάμου του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΣΤ' από τον ιερέα Ιωσήφ θεωρούνταν από τον Όσιο ως μια μεμονωμένη αμαρτωλή πράξη και παραβίαση των ιερών κανόνων. Για το λόγο αυτό, κατά το διάστημα εκείνο ο Όσιος ασκούσε μια προσωρινή οικονομία: απέφευγε μεν την προφανή κοινωνία με τον «μοιχοζεύκτη» ιερέα Ιωσήφ, αλλά διατηρούσε την εκκλησιαστική κοινωνία με τους Πατριάρχες Ταράσιο και Νικηφόρο εφόσον ο Ιωσήφ είχε παυθεί από την ιερουργία.

2. Η θεσμοθέτηση της Παρανομίας ως «Σωτηρίου Οικονομίας»

Η ουσιαστική μεταβολή συνέβη στη Σύνοδο του 809, όπου οι επίσκοποι δεν περιορίστηκαν στην ανεκτικότητα μιας αμαρτωλής πράξεως, αλλά προέβησαν σε δογματική απόκλιση. Συγκεκριμένα:

  • Θέσπισαν ότι οι θείοι νόμοι δεν ισχύουν για τους βασιλείς όταν αυτοί δεν το επιθυμούν.
  • Ονόμασαν τη διάλυση των ευαγγελικών εντολών «σωτήριον οικονομίαν».
  • Αναθεμάτισαν όσους δεν αποδέχονταν αυτή την «οικονομία» των αγίων.

3. «Μία φωνὴ τίκτει αἵρεσιν»

Ο Όσιος Θεόδωρος διέγνωσε ότι η Σύνοδος του 809 γέννησε μια νέα αίρεση —τη «μοιχειανική αίρεση»— διότι μέσω αυτής της συνοδικής αποφάσεως διακήρυξαν ότι οι αμετάβλητες εντολές του Ευαγγελίου είναι τρεπτές και μεταβαλλόμενες ανάλογα με τις περιστάσεις. Με τον τρόπο αυτό, η παραβίαση της πίστεως και των κανόνων αναδείχθηκε  σε θεσμικό δόγμα.

4. Η Δημόσια Κήρυξη και η Υποχρεωτική Αποτείχιση

Ενώ πριν από το 809 δεν υπήρχε «εκφωνητόν πονηρόν δόγμα», η Σύνοδος του 809 έφερε την κακοδοξία απροκάλυπτα στη δημοσιότητα («διὰ συνόδου εἰς τοὐμφανές»). Αυτή η δημόσια κήρυξη ενεργοποίησε άμεσα την υποχρέωση της αποτείχισης:

  • Ο Όσιος διέκοψε πλήρως από την κοινωνία της Συνόδου και όσων συνέπλεαν μαζί της.
  • Τόνισε ότι η σιωπή απέναντι στη θεσμοθετημένη πλάνη συνιστά συγκατάθεση και επισύρει το «φοβερόν τῆς σιωπῆς κρῖμα».
  • Υπενθύμισε τη διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου ότι «εχθροί του Θεού δεν είναι μόνο οι αιρετικοί, αλλά και όσοι κοινωνούν με αυτούς».

5. Τα Όρια της Αληθινής Οικονομίας

Ο Όσιος υπογράμμισε ότι «ουδεμία γαρ οικονομία λύσιν των θείων νόμων αποτελεί». Όταν η οικονομία χρησιμοποιείται για να νομιμοποιήσει τη διαρκή αμαρτία ή την κακοδοξία, παύει να είναι θεραπευτική συγκατάβαση και μεταβάλλεται σε παράνομη υποκρισία και καταστροφή της εκκλησιαστικής πειθαρχίας

Η διάκριση του Οσίου Θεοδώρου (μεταξύ μεμονωμένου παραπτώματος και συνοδικής νομιμοποίησής του ως «οικονομίας») πως εφαρμόζεται στη σύγχρονη εκκλησιολογική συζήτηση για τις αποφάσεις της Κρήτης.

Η διάκριση που έκανε ο Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης κατά τη Μοιχειανική έριδα εφαρμόζεται άμεσα στη σύγχρονη εκκλησιολογική αξιολόγηση των αποφάσεων της Συνόδου της Κρήτης (2016):

1. Από το Μεμονωμένο Παράπτωμα στη Συνοδική Θεσμοθέτηση

  • Στην εποχή του Οσίου Θεοδώρου: Πριν από τη Σύνοδο του 809, η αντικανονική ευλόγηση του παρανόμου γάμου αποτελούσε μια μεμονωμένη αμαρτωλή πράξη και παραβίαση των ιερών κανόνων. Όταν όμως η Σύνοδος του 809 επικύρωσε την πράξη αυτή, θέσπισε ότι οι θείοι νόμοι δεν υποχρεώνουν τους βασιλείς και ονόμασε τη διάλυση των εντολών «σωτήριο οικονομία».
  • Στη Σύνοδο της Κρήτης (2016): Αντίστοιχα, ενώ για δεκαετίες οι διάφορες υποχωρήσεις του Οικουμενισμού διεξάγονταν υπό το κάλυμμα μιας άμετρης «οικονομίας», με τη Σύνοδο της Κρήτης οι αποκλίσεις αυτές θεσμοθετήθηκαν συνοδικά. Οι αλλοδοξίες ονομάστηκαν επίσημα «εκκλησίες» και επικυρώθηκαν συνοδικά τα κείμενα των Θεολογικών Διαλόγων που αναγνωρίζουν στους ετεροδόξους έγκυρο βάπτισμα και αποστολική διαδοχή.

2. Η Μεταβολή της «Οικονομίας» σε Αίρεση

  • Ο Όσιος Θεόδωρος διέγνωσε ότι η αθέτηση των ευαγγελικών εντολών στην πράξη, όταν παρουσιάζεται και κυρώνεται συνοδικά ως «σωτήριος οικονομία», συνιστά αίρεση, διακηρύσσοντας το περίφημο «μη θαυμάσῃς, ει μία φωνή τίκτει αίρεσιν».
  • Με τον ίδιο τρόπο, η θεσμική αναγνώριση των αιρέσεων ως εκκλησιών στην Κρήτη δεν αποτελεί απλή διοικητική συγκατάβαση, αλλά εισαγωγή νέας αιρετικής εκκλησιολογίας που ανατρέπει τη διδασκαλία του Ευαγγελίου και των Οικουμενικών Συνόδων.

3. Η Μετάβαση στην Υποχρεωτική Αποτείχιση

  • Πριν από τη Σύνοδο του 809, ο Όσιος Θεόδωρος απέφευγε μεν την άμεση κοινωνία με τον παρανομήσαντα ιερέα, αλλά διατηρούσε την εκκλησιαστική κοινωνία με τους Πατριάρχες. Όταν όμως η κακοδοξία έγινε «εκφωνητή» και θεσμοθετήθηκε «διά συνόδου εις τούμφανες», ο Όσιος διέκοψε πάραυτα την κοινωνία με τη Σύνοδο και όσους συνέπλεαν μαζί της.
  • Κατά τον ίδιο κανόνα, η επίσημη συνοδική επικύρωση των αποφάσεων της Κρήτης κατέστησε την κακοδοξία δημόσια και θεσμοθετημένη, μετατρέποντας τη διακοπή του μνημοσύνου (αποτείχιση) από απλό δικαίωμα σε άμεσο κανονικό χρέος και υποχρέωση για την προστασία του πιστού από τον πνευματικό μολυσμό

Σύγκριση  της Μοιχειανής Συνόδου(809) και της Συνόδου της Κρήτης,

Η σύγκριση ανάμεσα στη Μοιχειανής Σύνοδο  του 809 και τη Σύνοδο της Κρήτης του 2016, υπό το πρίσμα της πατερικής παράδοσης και της μελέτης του πατρός Ευγενίου, αποκαλύπτει τη βαθιά ιστορική και θεολογική αναλογία στη μετάβαση από το μεμονωμένο κανονικό αμάρτημα στη συνοδική θεσμοθέτηση της αιρέσεως.

Αιτία και αφορμή: Στη Μοιχοσύνοδο του 809, η αιτία υπήρξε η αντικανονική ευλόγηση του παρανόμου γάμου του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΣΤ' με τη Θεοδότη. Αντίστοιχα, στη Σύνοδο της Κρήτης του 2016, η αφορμή εντοπίζεται στη θεσμική επικύρωση των Θεολογικών Διαλόγων και τη συνολική συμπόρευση στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών.

Προηγηθείσα κατάσταση: Η Μοιχοσύνοδος προήλθε από μια μεμονωμένη παραβίαση των ιερών κανόνων, δηλαδή ένα αμάρτημα μοιχοζευξίας, κατά το οποίο ασκούνταν προσωρινή οικονομία ενώ ο εμπλεκόμενος ιερέας είχε ήδη παυθεί. Στην περίπτωση της Κρήτης, προηγήθηκαν δεκαετίες άτυπων και μεμονωμένων οικουμενιστικών υποχωρήσεων, οι οποίες δικαιολογούνταν στο όνομα μιας άμετρης και στρεβλής «οικονομίας».

Δογματική εκτροπή: Η Μοιχοσύνοδος κατέληξε στη θεσμοθέτηση ότι οι θείοι νόμοι δεν υποχρεούννται να δεσμεύουν τους βασιλείς και ότι η διάλυση των εντολών μπορεί να συνιστά «σωτήριο οικονομία». Στην Κρήτη, η εκτροπή εκδηλώθηκε με την εισαγωγή μιας νέας αιρετικής εκκλησιολογίας, δια της αναγνώρισης των ετεροδόξων ως «εκκλησιών» και της αποδοχής του βαπτίσματός τους.

Χαρακτηρισμός εκτροπής και δημοσιότητα: Στο 809 γεννήθηκε η «μοιχειανική αἵρεσις» μέσω συνοδικής αποφάσεως, ακολουθώντας το αξίωμα ότι «μία φωνὴ τίκτει αἵρεσιν», όπου η κακοδοξία κατέστη «εκφωνητόν πονηρόν δόγμα» και εξήλθε «διά συνόδου εις τούμφανες» («γυμνῇ τῇ κεφαλῇ»). Αντίστοιχα, το 2016 σημειώθηκε προσβολή του εκκλησιαστικού δόγματος και ανατροπή των ορίων των Οικουμενικών Συνόδων και των Πατέρων, μέσω επίσημης συνοδικής υπογραφής, θεσμικής δημοσίευσης και λειτουργικής διακήρυξης δια της μνημόνευσης των επισκόπων.

Φύση της οικονομίας και κανονικό χρέος: Και στις δύο περιπτώσεις παρατηρείται ψευδής επίκληση της «οικονομίας» για τη νομιμοποίηση της παραβίασης του Ευαγγελίου, καθώς «ουδεμία γαρ οικονομία λύσιν των θείων νόμων αποτελεί». Ως προς το κανονικό χρέος της αποτείχισης, ενώ το 809 επιβαλλόταν η άμεση υποχρέωση διακοπής κοινωνίας από τη Σύνοδο και τους συναινούντες διότι η σιωπή συνιστά συγκατάθεση, το 2016 ενεργοποιείται ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου για διακοπή μνημοσύνου προς αποφυγή του πνευματικού συμμολυσμού.

 

Βασικά Συμπεράσματα της Σύγκρισης:

  1. Η μεταβολή της αμαρτίας σε αίρεση: Και στις δύο περιπτώσεις, η αίρεση δεν γεννήθηκε από την αρχική παραβίαση, αλλά από τη συνοδική της νομιμοποίηση και κάλυψη ως «οικονομίας».
  2. Η ανάγκη της αποτείχισης: Όταν η κακοδοξία παύει να είναι κρυφή και διακηρύσσεται συνοδικά ή λειτουργικά («γυμνῇ τῇ κεφαλῇ»), η ανοχή μετατρέπεται σε συνένοχη σιωπή, καθιστώντας τη διακοπή κοινωνίας σωτηριολογικό χρέος.
  3. Ο κίνδυνος του συμμολυσμού: Η συμμετοχή ή η μνημόνευση των επισκόπων που αποδέχονται τις συνοδικές αυτές παρεκτροπές μεταφέρει τον πνευματικό μολυσμό στο ποίμνιο μέσω της «αρχής των συγκοινωνούντων δοχείων»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου