Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026

Πότε η αποτείχιση διολισθαίνει σε παρασυναγωγή και σχίσμα.

Η πατερική αποτείχιση δεν καταργεί ούτε παραβιάζει τους Ιερούς Κανόνες· αντιθέτως, αποτελεί πλήρη εφαρμογή της κανονικής νομοθεσίας της Εκκλησίας, λειτουργώντας ως οχύρωση (τείχος) του υγιαίνοντος πληρώματος απέναντι στην εισαχθείσα κακοδοξία.

Αποτελεί κανονικό μέτρο αυτοπροστασίας των πιστών από την αίρεση. Ωστόσο, υπερβαίνει τα πατερικά της όρια και διολισθαίνει σε παρασυναγωγή ή σχίσμα στις εξής συγκεκριμένες περιπτώσεις:

1. Διακοπή Κοινωνίας για Ηθικά, Διοικητικά ή Προσωπικά Θέματα

Δηλ. όταν ένας κληρικός ή λαϊκός διακόπτει την κοινωνία με τον επίσκοπό του προφασιζόμενος προσωπικά παραπτώματα, διοικητικές διαφωνίες ή ηθικά εγκλήματα («προφάσει τινῶν ἐγκλημάτων») πριν από τη συνοδική εξέταση και διάγνωση. Η ενέργεια αυτή χαρακτηρίζεται από τους Ιερούς Κανόνες ως φιλαρχία, φατρία και παρασυναγωγή, διότι διασπά αυθαίρετα την εκκλησιαστική ενότητα.

2. Ίδρυση Παράλληλων Θυσιαστηρίων & Αυθαίρετες Ιεροπραξίες.

Η μετάβαση κληρικού σε ξένη  Μητρόπολη και η άσκηση ιερατικών καθηκόντων χωρίς κανονικό απολυτήριο  συνιστά εισπήδηση και μετατρέπεται σε παρασυναγωγή.

3. Σφετερισμός της Συνοδικής Εξουσίας .

 Η αποτείχιση δεν παρέχει το δικαίωμα στον αποτειχισμένο να θεωρεί εαυτόν «Σύνοδο» και να κηρύσσει τον επίσκοπο καθαιρεμένο ή τα Μυστήρια της Εκκλησίας αυτόματα «ανυπόστατα»  προ της συνοδικής κρίσεως του επισκόπου.  Η τελεσίδικη αφαίρεση της ιερωσύνης και η επιβολή της καθαιρέσεως ανήκουν αποκλειστικά σε αρμόδια Σύνοδο. Όταν ο αποτειχισμένος αποκηρύσσει την ιερωσύνη του επισκόπου ως ανύπαρκτη προ της συνοδικής αποφάσεως, εκτρέπεται στην αυτόματη απώλεια της Ιερωσύνης και τη σχισματική συμπεριφορά.

4. Δημιουργία «Ιδιωτικής Εκκλησίας».

Όταν η διακοπή μνημοσύνου μετατρέπεται σε πλήρη απόρριψη ολόκληρου του εκκλησιαστικού σώματος, με τη δημιουργία μιας αυτόνομης «παράταξης» ή «παράλληλης δικαιοδοσίας» που αρνείται την επικοινωνία και τη μυστηριακή κοινωνία με τους υπόλοιπους Ορθοδόξους.

 Η κανονική αποτείχιση αποσκοπεί στην ελευθέρωση της Εκκλησίας από το σχίσμα που εισάγει ο αιρετίζων επίσκοπος. Αν όμως ο αποτειχισμένος απομονωθεί πλήρως υψώνοντας «δική του σημαία», δημιουργεί ο ίδιος νέο σχίσμα, το οποίο κατά τους Πατέρες είναι βαρύτερο και από την αίρεση.

 


Ο ρόλος της Αποτείχισης στην διαδικασία Σύγκλησης Μείζονος Συνόδου για την καταδίκη αίρεσης.

1. Η Αποτείχιση ως Πρώτο Στάδιο και Συναγερμός

 Βάσει του 15ου Ιερού Κανόνα της ΑΒ΄ Συνόδου (2ο μέρος), η αποτείχιση αποτελεί το πρώτο και άμεσο μέτρο αυτοπροστασίας των πιστών (κληρικών και λαϊκών) από τον πνευματικό συμμολυσμό, όταν ένας επίσκοπος κηρύσσει δημοσίως («γυμνῇ τῇ κεφαλῇ») προκατεγνωσμένη αίρεση. Η διακοπή μνημοσύνου δεν αποτελεί αυτοσκοπό, ούτε σημαίνει τη δημιουργία μιας ιδιωτικής ή αυτόνομης «Εκκλησίας». Λειτουργεί ως εκκλησιαστικός συναγερμός που καταγγέλλει την εισαχθείσα κακοδοξία και ευαισθητοποιεί το συνολικό σώμα της Εκκλησίας. Ο αποτειχισμένος δεν εισάγει σχίσμα, αλλά προστατεύει την Εκκλησία από το σχίσμα που προκαλεί ο αιρετίζων επίσκοπος.


2. Η Σύγκληση Μείζονος Συνόδου ως Τελικός Στόχος

Ένας από τους πρωτεύοντες στόχους της αποτείχισης είναι η επιτακτική απαίτηση για τη σύγκληση Μείζονος, Υπερτελούς ή Πανορθοδόξου Συνόδου.

Ο αποτειχισμένος κληρικός ή λαϊκός δεν σφετερίζεται τη συνοδική εξουσία ούτε καθαιρεί ατομικά τον επίσκοπο. Η τελεσίδικη κρίση, η εξέταση της διδασκαλίας και η επιβολή της ενεργείᾳ καθαιρέσεως (αφαίρεσης της Χάριτος της ιερωσύνης) ανήκουν αποκλειστικά στη Σύνοδο.

3. Η Εκκλησιολογική Σύνθεση

Η αποτείχιση χωρίς την επιδίωξη συνοδικής κρίσεως κινδυνεύει να διολισθήσει στον υποκειμενισμό, τον «ακυρωτισμό» ή την παρασυναγωγή. Η παθητική αναμονή μιας Συνόδου χωρίς διακοπή κοινωνίας εκθέτει το πλήρωμα στον αλυσιδωτό πνευματικό συμμολυσμό.

 Η κανονική αποτείχιση περιφρουρεί το υγιαίνον σώμα των πιστών μέχρις ότου συγκληθεί η αρμόδια Σύνοδος, η οποία θα θεραπεύσει οριστικά την εκκλησιαστική διαταραχή και θα αποκαταστήσει την ειρήνη και την αλήθεια στην Εκκλησία

 


Ποια είναι η διαδικασία σύγκλησης Μείζονος Συνόδου;


Η διαδικασία σύγκλησης και διεξαγωγής μιας Μείζονος ή Πανορθοδόξου Συνόδου διέπεται από το Κανονικό Δίκαιο, τα Πρακτικά των Αγίων Συνόδων και τη διαχρονική αγιοπατερική παράδοση (consensus Patrum).

Η κανονική αυτή πορεία διαρθρώνεται στα εξής συγκεκριμένα στάδια:

1. Πρωτοβουλία και Δικαίωμα Σύγκλησης

Η πρωτοβουλία σύγκλησης δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο ή μονοπώλιο ενός και μόνο Θρόνου. Όταν ανακύπτει μείζον δογματικό ζήτημα, κήρυγμα αιρέσεως ή αμφισβητούμενη σύνοδος, οποιαδήποτε Αυτοκέφαλη Εκκλησία ή Πατριαρχείο που διατηρεί την Ορθόδοξο Πίστη έχει το πλήρες κανονικό δικαίωμα να αναλάβει την πρωτοβουλία και να συγκαλέσει τις υπόλοιπες Εκκλησίες σε Μείζονα Σύνοδο.

2. Αποστολή Συνοδικών Γραμμάτων & Καθορισμός Ατζέντας

Η Εκκλησία που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία αποστέλλει Συνοδικά  Γράμματα προς τους Προκαθημένους και τις Συνόδους των λοιπών Αυτοκεφάλων Εκκλησιών.

Στα γράμματα αυτά εκτίθεται το κανονικό ή δογματικό πρόβλημα (π.χ. η εξέταση αιρετικών διδασκαλιών ή η ακύρωση αντικανονικών αποφάσεων) και ορίζεται ο τόπος και ο χρόνος διεξαγωγής της Συνόδου.

3. Δικαστική & Δικονομική Διαδικασία (74ος Αποστολικός Κανόνας)

Εφόσον η Σύνοδος συγκροτηθεί από τους εκπροσώπους των Ορθοδόξων Εκκλησιών, ακολουθείται η τακτική εκκλησιαστική δικονομία:

  1. Εξετάζονται τα κείμενα, οι δηλώσεις ή οι συνοδικοί όροι των εγκαλουμένων με βάση την Αγία Γραφή, τους Ιερούς Κανόνες και τα Πρακτικά των Οικουμενικών Συνόδων.

2.      Βάσει του 74ου Αποστολικού Κανόνα, η Σύνοδος αποστέλλει τρεις διαδοχικές επίσημες κλήσεις (με αντιπροσωπεία Επισκόπων) στους κατηγορουμένους Αρχιερείς, προκειμένου να προσέλθουν και να απολογηθούν («οὐδεὶς κρίνεται ἀναπολόγητος»).

  1.  Εάν οι κατηγορούμενοι αρνηθούν να εμφανιστούν μετά και την τρίτη κλήση, η Σύνοδος προχωρεί στην εξέταση της υποθέσεως στην ερήμην τους διαδικασία.

4. Έκδοση της Αποφάσεως (Ψήφου)

  • Στην Περίπτωση Μετανοίας. Εάν οι εγκαλούμενοι προσέλθουν, αναγνωρίσουν το δογματικό/κανονικό σφάλμα και υπογράψουν Ορθόδοξο Ομολογία Πίστεως, η Σύνοδος δύναται να ασκήσει ποιμαντική οικονομία και να τους δεχθεί δια της μετανοίας στους θρόνους τους.
  • Στην Περίπτωση Αμετανοησίας. Εάν εμμείνουν στην αίρεση ή στην άρνηση προσέλευσης, η Σύνοδος εκδίδει την «ένδικο και κανονική καθαίρεση» και τον αναθεματισμό, αφαιρώντας τελεσίδικα το ενυπόστατο της ιερωσύνης και απογυμνώνοντάς τους από κάθε εκκλησιαστικό αξίωμα.

5.  Αποδοχή από το Πλήρωμα της Εκκλησίας

 Οι αποφάσεις της Συνόδου αποκτούν καθολικό κύρος όταν δοκιμαστούν και γίνουν δεκτές από την εκκλησιαστική συνείδηση του συνολικού πληρώματος (κλήρου και λαού), το οποίο αποτελεί τον αδιάψευστο φύλακα της Ορθοδοξίας.


Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026

Μετά τη Σύνοδο της Κρήτης: Η Κανονική Ευθύνη των Τεσσάρων Πατριαρχείων και η Οδός της Μείζονος Συνόδου

Έρευνα: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Αναγνώρισαν οι απούσες Εκκλησίες τη  Σύνοδο της Κρήτης;

Οι τέσσερις (4) Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες των Πατριαρχείων Αντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας και Γεωργίας, εφόσον δεν αναγνώρισαν τη Σύνοδο της Κρήτης για δογματικούς λόγους , έπρεπε να την αποκηρύξουν ως αιρετική. Όφειλαν  να παύσουν την εκκλησιαστική κοινωνία με τις δέκα (10) Αυτοκέφαλες Εκκλησίες που συμμετείχαν στην εν λόγω Ψευδο-Σύνοδο. Δεν μπορούν να απορρίπτουν τη Σύνοδο και ταυτόχρονα να διατηρούν την κοινωνία με τις δέκα Εκκλησίες που εισήγαγαν «συνοδικώς» την Παναίρεση του Οικουμενισμού. Αυτό θα είχε ως συνέπεια:

1. Να σταματήσει  η μνημόνευση των ονομάτων των Προκαθημένων των δέκα Αυτοκεφάλων από τους Προκαθημένους των τεσσάρων.

2. Να μην υπάρχουν συλλείτουργα  κληρικών μεταξύ των δύο πλευρών.

3. Να μην υπάρχουν  ανταλλαγή Ειρηνικών Γραμμάτων μεταξύ των Προκαθημένων

4. Να μην συμμετέχουν εκπρόσωποι  των τεσσάρων Εκκλησιών σε κοινές επιτροπές διαλόγων με τις δέκα για «ένωση» με ετεροδόξους.

5. Να μην υπάρχει   συμμετοχή Προκαθημένων και εκπροσώπων των τεσσάρων σε μελλοντικές «Πανορθόδοξες Συνόδους» μαζί με τις δέκα Εκκλησίες.

Η σημερινή διαμορφωθείσα εκκλησιαστική κατάσταση μετά την Σύνοδο της Κρήτης.

Η κατάσταση σχετικά με την εκκλησιαστική κοινωνία των τεσσάρων αυτών Πατριαρχείων (Ρωσίας, Αντιοχείας, Βουλγαρίας, Γεωργίας) διαμορφώνεται ως εξής:

1. Πατριαρχείο Ρωσίας

Το Πατριαρχείο Ρωσίας έχει διακόψει την εκκλησιαστική/μυστηριακή κοινωνία με τέσσερις (4) Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, λόγω της αναγνώρισης από πλευράς τους της Αυτοκεφαλίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας (2018–2020):

  • Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως
  • Πατριαρχείο Αλεξανδρείας
  • Εκκλησία της Ελλάδος (διακοπή κοινωνίας με τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και όσους αρχιερείς συλλειτουργούν/αναγνωρίζουν την ουκρανική αυτοκεφαλία)
  • Εκκλησία της Κύπρου (διακοπή κοινωνίας με τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου και τους συνειδητά συλλειτουργούντες αρχιερείς)

Με όλες τις υπόλοιπες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες το Πατριαρχείο Ρωσίας διατηρεί κανονικά εκκλησιαστική κοινωνία.

2. Πατριαρχείο Αντιοχείας

Το Πατριαρχείο Αντιοχείας έχει εκκλησιαστική κοινωνία με ΟΛΕΣ τις αναγνωρισμένες Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες. Η παλαιότερη διακοπή κοινωνίας με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων (λόγω της δικαιοδοσιακής διαφοράς στο Κατάρ από το 2014) αποκαταστάθηκε επίσημα τον Οκτώβριο του 2023 από την Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου Αντιοχείας.

3. Πατριαρχείο Βουλγαρίας

Το Πατριαρχείο Βουλγαρίας διατηρεί πλήρη εκκλησιαστική κοινωνία με ΟΛΕΣ τις Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες. Δεν έχει προβεί σε καμία διακοπή κοινωνίας ούτε για τη Σύνοδο της Κρήτης (από την οποία απέσχε) ούτε για το Ουκρανικό ζήτημα.

4. Πατριαρχείο Γεωργίας

Το Πατριαρχείο Γεωργίας διατηρεί πλήρη εκκλησιαστική κοινωνία με ΟΛΕΣ τις Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες. Παρά τη μη συμμετοχή του στη Σύνοδο της Κρήτης και τη διατήρηση ουδέτερης/επιφυλακτικής στάσης στο Ουκρανικό ζήτημα, δεν έχει διακόψει την κοινωνία με καμία Εκκλησία.

Το Κανονικό Δικαίωμα Συγκλήσεως Πανορθοδόξου Συνόδου και η Δικαστική Διαδικασία Καθαιρέσεως μετά τη Σύνοδο της Κρήτης

Εάν οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες και τα Πατριαρχεία που απείχαν από τη Σύνοδο της Κρήτης το 2016 θεωρούσαν ότι οι αποφάσεις της προσέβαλλαν τη δογματική ακρίβεια της Πίστεως, είχαν και διατηρούν το πλήρες κανονικό δικαίωμα να συγκροτήσουν Πανορθόδοξο ή Μείζονα Σύνοδο, προκειμένου να καταδικάσουν τις κακοδοξίες και να αποκαταστήσουν την εκκλησιαστική τάξη.

1. Θεμελίωση της Συνοδικότητας και της Κανονικής Αρμοδιότητας

Η κανονική θεμελίωση αυτής της δυνατότητας εδράζεται πρωτίστως στη φύση της συνοδικότητας της Ορθόδοξου Εκκλησίας, όπου το αλάθητο δεν ανήκει σε έναν πρώτο θρόνο ή σε μεμονωμένα πρόσωπα, αλλά στο σύνολο του εκκλησιαστικού σώματος, με όργανο εκφράσεως τη Σύνοδο. Όταν μια δογματική παρέκκλιση αφορά ολόκληρη την Εκκλησία, η επίσημη καταδίκη της δεν μπορεί να επιβληθεί από μια μεμονωμένη τοπική σύνοδο, αλλά απαιτεί τη σύγκληση Μείζονος Συνόδου. Στο πλαίσιο αυτό, τα υγιή τμήματα της Εκκλησίας διατηρούν την ισότιμη κανονική εξουσία να συνέλθουν εκτάκτως για την προάσπιση του δόγματος, όταν διαπιστώνουν την εισαγωγή αλλοτρίων διδασκαλιών.

Μια Μείζων ή Πανορθόδοξος Σύνοδος όχι μόνο μπορούσε να γίνει χωρίς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά, εφόσον ο Οικουμενικός Πατριάρχης ελέγχεται για αίρεση ή άρνηση ορθοτομήσεως της Αληθείας, η σύγκληση μιας τέτοιας Συνόδου από τις υπόλοιπες Ορθόδοξες Εκκλησίες αποτελεί τη μόνη κανονική οδό για την καθαίρεση των κακοδόξων και την ελευθέρωση της Εκκλησίας από το σχίσμα.

2. Ιστορικά Προηγούμενα Ακυρώσεως Ψευδοσυνόδων

Η Εκκλησιαστική Ιστορία προσφέρει σαφή προηγούμενα ακυρώσεως και καταδίκης ψευδοσυνόδων από μεταγενέστερες ή ευρύτερες συνάξεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Εικονομαχική Ψευδοσύνοδος της Ιερείας (754 μ.Χ.), την οποία απέρριψαν τα Πατριαρχεία της Ανατολής και η Σύνοδος της Ρώμης, προετοιμάζοντας την οριστική της ακύρωση από τη Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο το 787 μ.Χ. Παρομοίως, μετά την Ψευδοσύνοδο Φερράρας - Φλωρεντίας (1439 μ.Χ.), τα Ανατολικά Πατριαρχεία συνεδρίασαν στα Ιεροσόλυμα το 1443 μ.Χ. και στην Κωνσταντινούπολη το 1450 μ.Χ., καταδικάζοντας την ψευδένωση και ακυρώνοντας τις αποφάσεις της. Επίσης, κατά τη Μονοθελητική Κρίση, ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής και ο Άγιος Μάρτινος Ρώμης συγκρότησαν τη Σύνοδο του Λατερανού (649 μ.Χ.), καταδικάζοντας τα μονοθελητικά διατάγματα («Έκθεσις» και «Τύπος») πολύ πριν από τη σύγκληση της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου.

3. Ο 15ος Ιερός Κανόνας της ΑΒ΄ Συνόδου και η Αποτείχιση

Η δυνατότητα αυτή συνδέεται στενά και με την εφαρμογή του 15ου Ιερού Κανόνα της ΑΒ΄ Συνόδου (861 μ.Χ.). Βάσει του κανόνα αυτού, όταν ένας επίσκοπος ή σύνοδος διδάσκει αίρεση «παρά των Αγίων Συνόδων ή Πατέρων κατεγνωσμένην», οι πιστοί και οι κληρικοί δικαιούνται —και υποχρεούνται— να διακόψουν την εκκλησιαστική κοινωνία προ συνοδικής κρίσεως, ώστε να προστατευθούν από τον πνευματικό συμμολυσμό. Ωστόσο, η αποτείχιση αυτή αποτελεί μόνο το πρώτο στάδιο αυτοπροστασίας της Εκκλησίας. Ο τελικός σκοπός του αγώνα είναι η σύγκληση μιας Οικουμενικής ή Πανορθοδόξου Συνόδου, η οποία θα αποφανθεί κυριαρχικά, θα καθαιρέσει τους αμετανόητους και θα επικυρώσει την Ορθόδοξη Πίστη.

4. Δικαιοδοσία και Υπερτοπικό Κύρος της Μείζονος Συνόδου

Επομένως, εάν τα τέσσερα Πατριαρχεία που απείχαν θεμελίωναν την αποχή τους σε αμιγώς δογματικούς λόγους —όπως η αμφισβήτηση της εκκλησιολογίας της Μιας Εκκλησίας ή η αναγνώριση ετεροδόξων ως εκκλησιών— είχαν το πλήρες κανονικό δικαίωμα να συγκροτήσουν Πανορθόδοξο Σύνοδο. Η ενέργεια αυτή δεν θα συνιστούσε σχίσμα, αλλά εκπλήρωση του συνοδικού τους χρέους για την ελευθέρωση της Εκκλησίας από την πλάνη. Μια τέτοια Σύνοδος θα διέθετε την ανώτατη υπερτοπική εξουσία και δικαιοδοσία να δικάσει και να καθαιρέσει τους επισκόπους που υπέγραψαν τις αποφάσεις της Κρήτης, ενεργώντας ως θεματοφύλακας της καθολικής Ορθοδοξίας, καθώς μια μεμονωμένη Τοπική Σύνοδος δεν έχει το δικαίωμα να επιβάλλει αμετάκλητες ποινές σε επισκόπους άλλης  δικαιοδοσίας.

5. Η Κανονική Δικαστική Διαδικασία (74ος Αποστολικός Κανόνας)

Για την επιβολή οποιασδήποτε ποινής, η Σύνοδος υποχρεούται να ακολουθήσει την απαραίτητη δικαστική διαδικασία που ορίζει ο 74ος Αποστολικός Κανόνας, καθώς η καθαίρεση δεν επιφέρεται αυτόματα  με μόνη την προσχώρηση σε κακοδοξία. Οι εγκαλούμενοι επίσκοποι διατηρούν το ενυπόστατο της ιερωσύνης τους ως υπόδικοι μέχρι τη ζώσα δικαστική απόφαση, και η Σύνοδος οφείλει να τους καλέσει τρεις φορές σε απολογία («ουδείς κρίνεται αναπολόγητος»). Εάν οι κατηγορούμενοι αρνηθούν να προσέλθουν, η Σύνοδος προχωρά στην εκδίκαση της υποθέσεως ερήμην.

6. Διαβάθμιση των Ποινών: Μετάνοια έναντι Αμετανοησίας

Κατά την εξέταση των κατηγορουμένων, η Σύνοδος διαφοροποιεί την ποινή ανάλογα με τη στάση τους, ακολουθώντας τα πατερικά πρότυπα της Γ΄, Δ΄ και Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου. Στην περίπτωση που οι κατηγορούμενοι προσέλθουν, αναγνωρίσουν το δογματικό σφάλμα της Συνόδου της Κρήτης και αναγνώσουν Ορθόδοξη Ομολογία Πίστεως, η Σύνοδος δύναται να ασκήσει ποιμαντική οικονομία και να τους δεχθεί δια της μετανοίας στο αρχιερατικό τους αξίωμα. Εάν όμως αρνηθούν να προσέλθουν ή εμείνουν αμετανόητοι στην κακοδοξία, η Σύνοδος εκδίδει την τελεσίδικη απόφαση καθαιρέσεως, η οποία αφαιρεί τη χάρη της ιερωσύνης και τους απογυμνώνει από κάθε εκκλησιαστικό τίτλο.

7. Εκκλησιολογική Σύνθεση και Αποκατάσταση της Ειρήνης

Συμπερασματικά, η συγκρότηση μιας τέτοιας Συνόδου αποτελεί την εκκλησιολογική ολοκλήρωση και τον τελικό κανονικό σκοπό της αποτειχίσεως. Ενώ η διακοπή μνημοσύνου βάσει του 15ου Κανόνα της ΑΒ΄ Συνόδου αποτελεί την άμεση αντίδραση των πιστών για την προστασία από την αιρετική διδασκαλία, η Μείζων ή Πανορθόδοξος Σύνοδος παραμένει το μόνο αρμόδιο θεσμικό όργανο που θεραπεύει οριστικά το σχίσμα, καθαίρει τους αμετανοήτους και αποκαθιστά την ειρήνη και την τάξη στην Εκκλησία του Χριστού.

 

 


Οι λόγοι απουσίας των τεσσάρων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών από την Σύνοδο της Κρήτης και η σημερινή εκκλησιαστική κατάσταση μετά από αυτή.


Έρευνα: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου


Εισαγωγικά

Η πραγματοποίηση της Α Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Κρήτη το 2016 αποτελεί ένα από τα πιο πολυσυζητημένα ορόσημα της σύγχρονης Εκκλησιαστικής Ιστορίας. Ωστόσο, το ερώτημα που εξακολουθεί να κυριαρχεί στη δημόσια και ακαδημαϊκή συζήτηση παραμένει σταθερό: Ήταν η απουσία των τεσσάρων Τοπικών Εκκλησιών αμιγώς ζήτημα πίστεως και δογματικής διαφωνίας;

Η απάντηση δεν είναι μονοδιάστατη. Δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η αποχή των Πατριαρχείων Αντιοχείας, Ρωσίας, Βουλγαρίας και Γεωργίας οφειλόταν αποκλειστικά σε δογματικούς λόγους.

Όπως αποδεικνύουν τα στοιχεία της έρευνας, η μη προσέλευση των τεσσάρων αυτών Εκκλησιών υπήρξε το αποτέλεσμα ενός ιδιαίτερα σύνθετου πλέγματος παραγόντων.

  • Δικαιοδοσιακών αμφισβητήσεων και διοικητικών τριβών,
  • Γεωπολιτικών σκοπιμοτήτων και συσχετισμών ισχύος,
  • Διαφωνιών γύρω από τις διαδικασίες και τους κανόνες πρωτοκόλλου καθώς και
  • Δογματικών ενστάσεων που προβλήθηκαν κατά την περίοδο της προσυνοδικής προετοιμασίας.

Στο άρθρο που ακολουθεί, εξετάζουμε όλες τις πτυχές του θέματος, αναδεικνύοντας τις παρασκηνιακές και θεσμικές αιτίες που οδήγησαν στην απουσία των τεσσάρων Εκκλησιών

Η Στ΄ Σύναξη των Προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών (Σαμπεζύ 2016).

Η Στ΄ Σύναξη των Προκαθημένων των Αγίων Ορθοδόξων Εκκλησιών, η οποία συνήλθε από τις 21 έως τις 28 Ιανουαρίου 2016 στο Ορθόδοξο Κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Σαμπεζύ (Chambésy) της Γενεύης, αποτελεί τον πλέον καθοριστικό και συνάμα τελικό  σταθμό στην τελική ευθεία προς τη σύγκληση της  Συνόδου της Κρήτης.

Η  Σύναξη αυτή κλήθηκε να λάβει τις τελικές θεσμικές, διοργανωτικές και θεματολογικές αποφάσεις, αίροντας τα ανυπέρβλητα εμπόδια δεκαετιών.

Η επιλογή του τόπου διεξαγωγής της Συνάξεως υπήρξε το πρώτο μεγάλο διπλωματικό στοίχημα. Αρχικώς, η Σύναξη είχε προγραμματισθεί να συνέλθει στην ιστορική έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στο Φανάρι της Κωνσταντινουπόλεως. Ωστόσο, η κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού αεροσκάφους από τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις στα σύνορα με τη Συρία στα τέλη του 2015 πυροδότησε μια οξύτατη διπλωματική και γεωπολιτική κρίση μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας. Η κρίση αυτή κατέστησε απαγορευτική τη μετάβαση της αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ρωσίας και του Πατριάρχη Μόσχας Κυρίλλου στην Τουρκία.

Προκειμένου να διασφαλιστεί η πανορθόδοξη ενότητα και η φυσική παρουσία της ρωσικής Εκκλησίας, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος αποφάσισε τη μεταφορά της Συνάξεως στο Πατριαρχικό Κέντρο στο Σαμπεζύ της Γενεύης. Παράλληλα, για τους ίδιους γεωπολιτικούς λόγους, αποφασίστηκε η μεταφορά της ίδιας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου από τον Ναό της Αγίας Ειρήνης Κωνσταντινουπόλεως στην Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης στο Κολυμπάρι Χανίων. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε με Πατριαρχικά Γράμματα στις 4 Ιανουαρίου 2016 και έγινε ομοφώνως αποδεκτή από τις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες.

 Συμμετοχή, Φυσικές Απουσίες και Εκπροσωπήσεις Προκαθημένων

Στις εργασίες της Στ΄ Συνάξεως προήδρευσε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος. Παρά την κρισιμότητα των περιστάσεων, η φυσική εκπροσώπηση των Προκαθημένων δεν υπήρξε καθολική, καθώς τρεις Προκαθήμενοι απουσίαζαν για διαφορετικούς λόγους και εκπροσωπήθηκαν από συνοδικές αντιπροσωπείες.

Παρουσία Αυτοπροσώπως

Έντεκα (11) Προκαθήμενοι συμμετείχαν αυτοπροσώπως στις εργασίες της Συνάξεως:

  • Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος
  • Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής Θεόδωρος Β΄
  • Ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Θεόφιλος Γ΄
  • Ο Πατριάρχης Μόσχας και πασών των Ρωσιών Κύριλλος
  • Ο Πατριάρχης Σερβίας Ειρηναίος
  • Ο Πατριάρχης Ρουμανίας Δανιήλ
  • Ο Πατριάρχης Βουλγαρίας Νεόφυτος
  • Ο Πατριάρχης-Καθολικός Γεωργίας Ηλίας Β΄
  • Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος Β΄
  • Ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος
  • Ο Αρχιεπίσκοπος Πρέσωφ, Τσεχίας και Σλοβακίας Ραστισλάβ

Ιδιαίτερης ιστορικής σημασίας υπήρξε η άρση της κανονικής εκκρεμότητας για τον Αρχιεπίσκοπο Τσεχίας και Σλοβακίας Ραστισλάβ. Η Εκκλησία της Τσεχίας και Σλοβακίας δεν είχε προσκληθεί στην Ε΄ Σύναξη του 2014 λόγω αντικανονικών ενεργειών κατά την εκλογή του. Ωστόσο, στις 14 Ιανουαρίου 2016, η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, κατόπιν παρακλητικής επιστολής του Ραστισλάβ, προέβη κατ' οικονομίαν στην αναγνώρισή του, αποκαθιστώντας την κανονική τάξη και επιτρέποντας την ισότιμη συμμετοχή του στο Σαμπεζύ.

Απουσίες Προκαθημένων και Αίτια

Τρεις (3) Προκαθήμενοι απουσίασαν από τη Σύναξη και εκπροσωπήθηκαν από εξουσιοδοτημένες αρχιερατικές αντιπροσωπείες:

  1. Πατριαρχείο Αντιοχείας (Πατριάρχης Ιωάννης Ε΄). Ως δηλωθείσα αιτία για τη μη προσέλευση του Πατριάρχη προβάλλονται λόγοι υγείας και υπηρεσιακά κωλύματα, ωστόσο, όπως αποδείχθηκε από τη μεταγενέστερη στάση της αντιπροσωπείας του, επρόκειτο για «διπλωματική αδιαθεσία», καθώς ο Πατριάρχης Αντιοχείας επέλεξε να μην παραστεί λόγω της ανεπίλυτης δικαιοδοσιακής διαμάχης με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων για το Εμιράτο του Κατάρ, ενώ επικεφαλής της αντιπροσωπείας ορίσθηκε ο Μητροπολίτης Γερμανίας και Κεντρικής Ευρώπης Ισαάκ.
  2. Εκκλησία της Πολωνίας (Μητροπολίτης Βαρσοβίας Σάββας). Ως δηλωθείσα αιτία για τη μη προσέλευση προβλήθηκε η σοβαρή επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του, ενώ ως συμπληρωματικό αίτιο ο Μητροπολίτης Σάββας εξέφρασε παράλληλα τη δυσαρέσκειά του για την αιφνίδια αλλαγή του τόπου διεξαγωγής (από την Κωνσταντινούπολη στη Γενεύη), καθώς είχε ήδη προγραμματίσει τη μετάβασή του στο Φανάρι, δίνοντας παράλληλα πλήρη πληρεξουσιότητα εκπροσώπησης στον Επίσκοπο Σιεμιατίτσε Γεώργιο.
  3. Εκκλησία της Ελλάδος (Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος Β΄):

Ως δηλωθείσα αιτία για τη μη προσέλευση προβάλλονταν «προσωπικοί λόγοι» (όπως αναγράφηκε στο αρχικό προσκλητήριο έγγραφο και στο επίσημο ανακοινωθέν), ωστόσο ως ουσιαστικό αίτιο—όπως αποδείχθηκε σε μεταγενέστερη συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος στις 4 Φεβρουαρίου 2016, όπου ο Αρχιεπίσκοπος κατέθεσε σφραγισμένο απόρρητο φάκελο στο αρχείο της Αρχιγραμματείας—επιστηρίχθηκε ότι η απουσία του οφειλόταν σε ενέργειες και παρασκηνιακές αμφισβητήσεις που υπονόμευαν τα κανονικά δικαιώματα και το κύρος της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενώ τη συνοδική αντιπροσωπεία συγκρότησαν οι Μητροπολίτες Ηλείας Γερμανός, Περιστερίου Χρυσόστομος και Μεσσηνίας Χρυσόστομος.

3. Θεματολογία και Θεσμικές Αποφάσεις για την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο

Η Στ΄ Σύναξη των Προκαθημένων ολοκλήρωσε έναν τεράστιο όγκο εργασιών, ορίζοντας το κανονικό, διοργανωτικό και δικονομικό πλαίσιο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Αποφασίσθηκε  ΟΜΟΦΩΝΩΣ η σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στην Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης (Κολυμπάρι Χανίων) από τις 18 έως τις 27 Ιουνίου 2016. Το πρόγραμμα προέβλεπε Πανορθόδοξο Συλλείτουργο την Κυριακή της Πεντηκοστής (19 Ιουνίου) στον Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Μηνά Ηρακλείου και έναρξη των συνοδικών συνεδριών τη Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος (20 Ιουνίου).

Η Σύναξη επεξεργάσθηκε και ψήφισε άρθρο προς άρθρο τον Κανονισμό Οργανώσεως και Λειτουργίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Ο Κανονισμός καθόρισε:

  • Τη σύνθεση των αντιπροσωπειών (έως 24 αρχιερείς ανά Εκκλησία).
  • Την προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχη primus inter pares.
  • Τη διαδικασία διεξαγωγής των συζητήσεων και την ισχύ των αποφάσεων (πανορθόδοξο κύρος).
  • Τον τρόπο ενσωμάτωσης τροπολογιών.

Από τα αρχικά δέκα (10) θέματα του Πινακίου της Α΄ Προσυνοδικής Διασκέψεως (1976), η Σύναξη οριστικοποίησε τα έξι (6) κείμενα που θα υποβάλλονταν στη Σύνοδο:

  1. Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τω συγχρόνω κόσμω
  2. Η Ορθόδοξος Διασπορά.
  3. Το Αυτόνομον εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία και ο τρόπος ανακηρύξεως αυτού:
  4. Το Μυστήριον του Γάμου και τα κωλύματα αυτού.
  5. Η σπουδαιότης της νηστείας και η τήρησις αυτής σήμερον.
  6. Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον:

Σημείωση παραπομπής θεμάτων: Τα ακανθώδη ζητήματα του Αυτοκεφάλου και των Διπτύχων παραπέμφθηκαν σε μελλοντική Σύνοδο λόγω μη επιτεύξεως πανορθόδοξης ομοφωνίας στις Προπαρασκευαστικές Επιτροπές. Το θέμα του Κοινού Ημερολογίου/Πασχαλίου διαγράφηκε οριστικά, καθώς πολλές Εκκλησίες δήλωσαν ανέτοιμες για μια τέτοια αλλαγή.

Συγκροτήθηκε η Πανορθόδοξη Γραμματεία της Συνόδου, αποτελούμενη από έναν εκπρόσωπο κάθε Αυτοκέφαλου Εκκλησίας, υπό τον συντονισμό του Μητροπολίτη Ελβετίας Ιερεμία, με αρμοδιότητα τη γραμματειακή υποστήριξη, τις διαπιστεύσεις ΜΜΕ και τη δημοσίευση των πρακτικών.

Αποφασίσθηκε η επίσημη δημοσίευση όλων των προσυνοδικών κειμένων για την υπεύθυνη ενημέρωση του ποιμνίου. Επίσης, εγκρίθηκε η παρουσία ετερόδοξων παρατηρητών από τη Ρωμασιοκαθολική Εκκλησία, τις Αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες, την Αγγλικανική Κοινωνία, το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ) κ.ά., αποκλειστικά κατά την έναρξη και τη λήξη των εργασιών της Συνόδου, χωρίς δικαίωμα λόγου ή ψήφου.

Αναλυτικός Έλεγχος Μη Υπογραφής Κειμένων και Εκκλησιαστικές Αιτίες

Παρά την επίτευξη συμφωνίας στα περισσότερα σημεία, η Στ΄ Σύναξη των Προκαθημένων σημαδεύτηκε από σοβαρότατες διαφοροποιήσεις και αρνήσεις υπογραφής, οι οποίες αποκάλυψαν τα βαθιά ρήγματα στους κόλπους της Ορθοδοξίας.

Α. Η Ολική Άρνηση Υπογραφής του Πατριαρχείου Αντιοχείας

Η αντιπροσωπεία του Πατριαρχείου Αντιοχείας, υπό τον Μητροπολίτη Γερμανίας Ισαάκ, αρνήθηκε να υπογράψει:

  1. Τον Κανονισμό Οργανώσεως και Λειτουργίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.
  2. Τις Αποφάσεις και τα Πρακτικά της Στ΄ Συνάξεως των Προκαθημένων.
  3. Το προσυνοδικό κείμενο «Το Μυστήριον του Γάμου και τα κωλύματα αυτού».

Τα Αίτια της Στάσεως της Αντιοχείας.

Το Μάρτιο του 2013, η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων εξέλεξε τον Αρχιμανδρίτη Μακάριο Μαυρογιαννάκη ως «Αρχιεπίσκοπο Καττάρων» με έδρα τη Ντόχα. Το Πατριαρχείο Αντιοχείας αντέδρασε σφοδρά, καταγγέλλοντας αντικανονική εισπήδηση σε ξένη εκκλησιαστική επαρχία, καθώς θεωρεί ότι ολόκληρη η Αραβική Χερσόνησος και ο Περσικός Κόλπος ανήκουν ανέκαθεν στη δική του κανονική δικαιοδοσία.

Παρά τις αλλεπάλληλες διαμεσολαβητικές προσπάθειες του Οικουμενικού Πατριαρχείου (Αθήνα 2013, Γενεύη 2015) και τη μεσολαβητική πρόταση του Αρχιεπισκόπου Κύπρου, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων αρνήθηκε να ανακαλέσει ή να τροποποιήσει τον τίτλο του Αρχιεπισκόπου Κατάρ πριν από τη Σύνοδο. Τον Απρίλιο του 2014, η Αντιόχεια διέκοψε επίσημα την ευχαριστιακή κοινωνία με τα Ιεροσόλυμα.

Κατά τη Σύναξη του 2016, ο Μητροπολίτης Ισαάκ έθεσε ως απόλυτο τελεσίγραφο (εκ των ουκ άνευ) την επίλυση του ζητήματος του Κατάρ. Όταν ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Θεόφιλος αρνήθηκε τη μετονομασία του τίτλου σε «Ανατολικής Αραβίας», η αντιπροσωπεία της Αντιοχείας αρνήθηκε να υπογράψει οποιοδήποτε κείμενο και απείχε  από το Πανορθόδοξο Συλλείτουργο των Προκαθημένων, επωμιζόμενη την ευθύνη της διασπάσεως της ευχαριστιακής ενότητας.

Β. Η Άρνηση Υπογραφής της Εκκλησίας της Γεωργίας στο Κείμενο του Γάμου

Η αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Γεωργίας, υπό τον Πατριάρχη-Καθολικό Ηλία Β΄, συμμετείχε στη Σύναξη και υπέγραψε τις γενικές αποφάσεις, αλλά αρνήθηκε κατηγορηματικά να υπογράψει το κείμενο «Το Μυστήριον του Γάμου και τα κωλύματα αυτού».

Τα Αίτια της Στάσεως της Γεωργίας.

Το Ζήτημα των Μεικτών Γάμων.

Η παράγραφος 5 του κειμένου προέβλεπε ότι ο γάμος Ορθοδόξων με ετεροδόξους κωλύεται μεν κατά κανονική ακρίβεια (Κανών 72 της Πενθέκτης εν Τρούλλω Συνόδου), δύναται όμως να ευλογηθεί κατά συγκατάβασιν και φιλανθρωπίαν (οικονομία), υπό τον ρητό όρο ότι τα τέκνα θα βαπτισθούν και θα ανατραφούν στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Η Εκκλησία της Γεωργίας (εστηριγμένη σε απόφαση της Συνόδου της από το 1998) υποστήριξε ότι ο μεικτός γάμος είναι ανυπόστατος και απαγορευμένος. Ισχυρίστηκε ότι η εισαγωγή της «οικονομίας» σε ένα πανορθόδοξο συνοδικό κείμενο μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα, κάτι που υπερέβαινε τις αρμοδιότητες της Συνόδου.

Η γεωργιανή αντιπροσωπεία απαίτησε αυστηρότερη φρασεολογία στην παράγραφο 10 (ζητώντας τη λέξη «απορρίπτεται» αντί του «δεν αποδέχεται») για τα σύμφωνα συμβιώσεως ομοφύλων ή ετεροφύλων προσώπων.

 Παρά τις ειδικές διαβουλεύσεις που διοργάνωσε το Οικουμενικό Πατριαρχείο στο Φανάρι τον Απρίλιο του 2016, προσφέροντας εναλλακτικές διατυπώσεις (όπως την εξαίρεση της Εκκλησίας της Γεωργίας από την εφαρμογή της οικονομίας), η Ιερά Σύνοδος της Γεωργίας στις 25 Μαΐου 2016 απέρριψε τις συμβιβαστικές προτάσεις, καθιστώντας τη μη υπογραφή οριστική.

Γ. Η Εξέλιξη της Στάσεως των Λοιπών Εκκλησιών

Για την πλήρη αντικειμενικότητα της ιστορικής εικόνας, πρέπει να διευκρινιστεί η στάση των υπολοίπων Εκκλησιών ως προς τα προσυνοδικά κείμενα:

  • Το κείμενο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον»: Το κείμενο αυτό είχε εγκριθεί ομοφώνως στην Ε΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη (Δεκέμβριος 2015) και εντάχθηκε στην ημερήσια διάταξη από τη Σύναξη του 2016. Ωστόσο, μετά τη Σύναξη (την άνοιξη του 2016), η Εκκλησία της Γεωργίας και η Εκκλησία της Βουλγαρίας εξέδωσαν συνοδικές αποφάσεις με τις οποίες απέρριπταν το κείμενο ως δογματικά ασαφές, διαφωνώντας με τη χρήση του όρου «Εκκλησία» για τους ετεροδόξους.
  • Το κείμενο «Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τω συγχρόνω κόσμω»: Το κείμενο αυτό δεν είχε υπογραφεί στην Ε΄ Προσυνοδική από τις Εκκλησίες Ρωσίας και Γεωργίας. Ωστόσο, κατά τη Στ΄ Σύναξη του 2016, επήλθαν οι απαραίτητες διορθώσεις και το κείμενο ΥΠΟΓΡΑΦΤΗΚΕ  από όλες τις παρούσες Εκκλησίες, πλην της Αντιοχείας που απείχε  συνολικά.

 

 

 

Η Τελική στάση του Πατριαρχείου Ρωσίας.

 

 

Η τελική απόφαση του Πατριαρχείου Ρωσσίας να μην προσέλθει στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης λήφθηκε στις 13 Ιουνίου 2016. Η στάση αυτή διαμορφώθηκε μέσα από ένα πλέγμα επισήμων αιτιολογιών, ουσιαστικών διαφωνιών επί των κειμένων, αλλά και βαθύτερων εκκλησιολογικών και γεωπολιτικών ανταγωνισμών.

Λίγες ημέρες πριν από την έναρξη της Συνόδου, οι Εκκλησίες της Βουλγαρίας (1 Ιουνίου), της Αντιοχείας (6 Ιουνίου) και της Γεωργίας (10 Ιουνίου) ανακοίνωσαν διαδοχικά ότι δεν θα συμμετάσχουν.  Το Πατριαρχείο Ρωσίας υποστήριξε ότι, σύμφωνα με τις πανορθόδοξες αποφάσεις, η Σύνοδος απαιτεί τη φυσική παρουσία και τη σύμφωνη γνώμη και των 14 Αυτοκεφάλων Εκκλησιών. Με την αποχή τριών Εκκλησιών, η Ρωσική Εκκλησία ισχυρίστηκε ότι ακυρωνόταν η αρχή της ομοφωνίας και συνεπώς οι αποφάσεις της Συνόδου θα στερούνταν πανορθόδοξου κύρους.

Στις 3 Ιουνίου 2016, ο Πατριάρχης Μόσχας Κύριλλος πρότεινε τη σύγκληση έκτακτης Πανορθόδοξης Προσυνοδικής Διασκέψεως πριν από τις 10 Ιουνίου, για να αντιμετωπιστεί η ανακύψασα κρίση. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο απέρριψε την πρόταση αυτή (στις 6 Ιουνίου), επισημαίνοντας ότι δεν υπήρχε θεσμικό πλαίσιο για την αναθεώρηση της ήδη δρομολογημένης συνοδικής διαδικασίας «την δωδεκάτην ώρα». Η άρνηση αυτή χρησιμοποιήθηκε από τη Μόσχα ως επιπλέον λόγος απουσίας.

Επίσης η  Εκκλησία της Ρωσίας ζητούσε την επανεξέταση και τροποποίηση βασικών κειμένων, όπως «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» και «Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τω συγχρόνω κόσμω» (το οποίο είχε αρνηθεί να υπογράψει στην Ε΄ Προσυνοδική το 2015, ΑΛΛΑ ΥΠΕΓΡΑΨΕ ΤΟΝ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟ ΤΟΥ 2016).

Επίσης η  ρωσική αντιπροσωπεία πίεζε συστηματικά για τον περιορισμό των κανονικών αρμοδιοτήτων του Οικουμενικού Πατριάρχη ως Προέδρου της Συνόδου, θέτοντας ζητήματα από τον τρόπο διεύθυνσης των συζητήσεων μέχρι και τη χωροθεσία των καθισμάτων των Προκαθημένων στην αίθουσα.

Η Εκκλησία της Ρωσσίας συνέδεσε ευθέως την ετοιμότητά της για συμμετοχή στη Σύνοδο με τις ενέργειες του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Ουκρανία, απειλώντας επανειλημμένα από το 2015 με αποχή εάν το Φανάρι συνέχιζε τις επαφές με τους Ουκρανούς ορθοδόξους. Η Μόσχα ακολούθησε μια διαχρονική τακτική κωλυσιεργίας και ανασχετικών ελιγμών. Επιδίωκε να περιορίσει την οικουμενική αποστολή της Κωνσταντινούπολης και να προβάλει τη δική της αριθμητική και γεωπολιτική ισχύ στον ορθόδοξο κόσμο.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Οι λόγοι αποχής δεν αφορούσαν την ουσία των θεμάτων στο σύνολό τους, καθώς οι Εκκλησίες αυτές είχαν συμμετάσχει ενεργά και είχαν συνομολογήσει στη διαμόρφωση της θεματολογίας κατά τα προσυνοδικά στάδια. Η αποχή τους χαρακτήρισε σε μεγάλο βαθμό τυπικές, πολιτικές και τακτικές σκοπιμότητες.