Κυριακή 24 Μαΐου 2026

ΣΥΓΚΡΙΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ Α ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟ ΜΕ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ.


Α. Η σημασία και ο ρόλος της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου

Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος (325 μ.Χ.) αποτελεί για την Εκκλησία ένα ακλόνητο δογματικό οχυρό. Ο βασικός της σκοπός ήταν η ξεκάθαρη διατύπωση της αλήθειας και η καταδίκη της αίρεσης του Αρειανισμού. Οι Πατέρες της Συνόδου δεν λειτούργησαν ως διπλωμάτες ή διαχειριστές, αλλά ως θεματοφύλακες της αποκάλυψης. Η συνοδικότητα τότε δεν ήταν μια τυπική διαδικασία, αλλά η φωνή της συνείδησης της Εκκλησίας υπό την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος. Οι αποφάσεις της ήταν καθαρές και δεσμευτικές, λειτουργώντας ως πυξίδα σωτηρίας, αφού η Εκκλησία οφείλει να διατηρεί σαφή όρια για να μην αλλοιώνεται το μήνυμά της και να μην μετατρέπεται σε έναν κοσμικό οργανισμό.

Β. Η Σύνοδος της Κρήτης: Μια διαφορετική Σύνοδος

Σε αντίθεση με το πατερικό πρότυπο, η Σύνοδος της Κρήτης (2016) επικρίθηκε έντονα για τον τρόπο που λειτούργησε. Αντί για την καθαρή δογματική οριοθέτηση, η Σύνοδος αυτή έδωσε προτεραιότητα στη διαδικασία και τη σκοπιμότητα. Ειδικότερα, στο κείμενο για τις σχέσεις με τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο, η αναγνώριση άλλων χριστιανικών κοινοτήτων ως «Εκκλησιών» θεωρήθηκε από τους επικριτές ως υποχώρηση από την παραδοσιακή διδασκαλία, η οποία θεωρεί την Ορθόδοξη Εκκλησία ως τη μία και μοναδική οδό. Επιπλέον, η διαδικασία της Συνόδου χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως γραφειοκρατική, κλειστή και ελεγχόμενη, θυμίζοντας περισσότερο έναν διεθνή οργανισμό παρά μια εκκλησιαστική σύναξη που εμπνέεται από μαρτυρικό πνεύμα.

Γ. Η Σύνοδος της Κρήτης και το Δοξαστικό των Πατέρων

«Τν γίων Πατέρων χορός, κ τν τς οκουμένης περάτων συνδραμών, Πατρός, κα Υο, κα Πνεύματος γίου, μίαν οσίαν δογμάτισε κα φύσιν, κα τ μυστήριον τς θεολογίας, τρανς παρέδωκε τ κκλησί· ος εφημοντες ν πίστει, μακαρίσωμεν λέγοντες· θεηγόρος παρεμβολή, θεοφόροι πλται, παρατάξεως Κυρίου, στέρες πολυφωτοι το νοητο στερεώματος, τς μυστικς Σιών ο καθαίρετοι πύργοι, τ μυρίπνοα νθη το Παραδείσου, τ χρυσόστομα στόματα το Λόγου, Νικαέων τ καύχημα, οκουμένης γλάϊσμα, κτενς πρεσβεύσατε, πρ τν ψυχν μν.»

 

 

Το Δοξαστικό της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου αναφέρεται στους Πατέρες που συγκεντρώθηκαν «εκ των της οικουμένης περάτων» (από κάθε άκρη της γης). Αυτό υποδηλώνει ότι η Σύνοδος δεν ήταν ένα τυπικό συνέδριο, αλλά η φωνή όλης της Εκκλησίας. Η Σύνοδος της Κρήτης παρουσιάζει ένα κρίσιμο έλλειμμα συμμετοχής. Η απουσία τεσσάρων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών (Ρωσίας, Αντιοχείας, Γεωργίας και Βουλγαρίας) δεν αποτελεί μια απλή διοικητική λεπτομέρεια. Σύμφωνα με το πατερικό πρότυπο, εφόσον λείπει το ένα τρίτο της Ορθοδοξίας, το μέρος δεν μπορεί να μιλά εξ ονόματος του όλου. Έτσι, ο οικουμενικός χαρακτήρας της Συνόδου κρίνεται ελλιπής και η Σύνοδος πλησιάζει περισσότερο σε μια τοπική σύναξη παρά σε μια «Αγία και Μεγάλη» Σύνοδο.

Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος λειτούργησε με στόχο να «δογματίσει» (να ορίσει με απόλυτη ακρίβεια την πίστη) και να καταδικάσει την αίρεση του Αρειανισμού. Η Σύνοδος της Κρήτης επέλεξε μια γλώσσα ασαφή και διπλωματική, ιδιαίτερα στα κείμενα που αφορούν τις σχέσεις της Ορθοδοξίας με τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο. Αυτή η επιλογή επιτρέπει πολλαπλές και συχνά αντιφατικές ερμηνείες. Η  άρνηση να τεθούν σαφή δογματικά όρια δεν αποτελεί μετριοπάθεια, αλλά εκκλησιολογική αδυναμία, καθώς η Εκκλησία οφείλει να προβάλλει την Αλήθεια χωρίς αλλοιώσεις .

Στο Δοξαστικό, οι Πατέρες περιγράφονται ως «θεηγόροι οπλίτες» (στρατιώτες του Χριστού) που συγκροτούν μια «θεία παρεμβολή» (στρατιωτική παράταξη) κατά της αίρεσης. Αυτή η εικόνα αναδεικνύει το μαρτυρικό φρόνημα και τη διαφάνεια.

Η διαδικασία της Κρήτης περιγράφεται ως μια κλειστή, ελεγχόμενη και γραφειοκρατική διαδικασία. Οι αποφάσεις φαίνεται να προέκυψαν μέσα από συμβιβασμούς σε κλειστές αίθουσες, γεγονός που θυμίζει περισσότερο διεθνείς πολιτικούς οργανισμούς παρά την αγωνιστική και μαρτυρική παράδοση της Εκκλησίας.

Το Δοξαστικό κλείνει με μια δέηση προς τους Πατέρες να πρεσβεύουν για τις ψυχές των πιστών. Αυτή η μεσιτεία προϋποθέτει ότι οι Πατέρες είναι «ακαθαίρετοι πύργοι» της πίστης, ενωμένοι με το Σώμα του Χριστού.

Μια Σύνοδος που ξεκίνησε με αποχωρήσεις και συνεχίστηκε με έντονες εσωτερικές επιφυλάξεις δεν μπορεί να εκφράσει την ενότητα που απαιτείται για να θεωρηθεί φορέας της ίδιας μεσιτικής χάρης. Εφόσον η Σύνοδος της Κρήτης υπήρξε διχαστική, δεν μπορεί να αξιώσει την ίδια εκκλησιολογική υπόσταση με τη Νίκαια.


Η Σχέση της Συνόδου της Κρήτης με τα Κείμενα του ΠΣΕ (Το κείμενο του Πουσάν)

Η Συνέλευση του Πουσάν και το «Κοινό Όραμα» των Χριστιανών

Έρευνα: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Το 2013, στη Νότια Κορέα, εκπρόσωποι εκατοντάδων χριστιανικών εκκλησιών συγκεντρώθηκαν για τη 10η Γενική Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ). Η τοποθεσία επιλέχθηκε συμβολικά, καθώς η χωρισμένη Κορέα αποτελεί εικόνα του πόνου από τον διχασμό αλλά και της ελπίδας για συμφιλίωση. Στη συνάντηση αυτή, που οργανώθηκε με την πρακτική του «μαντάγκ» (μιας κορεατικής αυλής συνάντησης για γιορτή και ανταλλαγή ιδεών), τονίστηκε ότι η ενότητα χτίζεται μέσα από τις ανθρώπινες σχέσεις και όχι μόνο μέσα από ξηρά κείμενα. Οι συμμετέχοντες αποφάσισαν ότι οι εκκλησίες πρέπει να ξεκινούν ένα «προσκύνημα δράσης», ακούγοντας τους περιθωριοποιημένους και αντιμετωπίζοντας ενεργά τις παγκόσμιες κρίσεις, καθώς η ενότητα της Εκκλησίας, η κατάσταση της ανθρωπότητας και η υγεία του πλανήτη θεωρήθηκαν άρρηκτα συνδεδεμένα. Παράλληλα, το Συμβούλιο έλαβε ξεκάθαρη θέση για θέματα όπως η ανάγκη επανένωσης της Κορέας, ο πυρηνικός αφοπλισμός, η προστασία των χριστιανών στη Μέση Ανατολή και η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής ως σημαντικό θεολογικό πρόβλημα.

Ονομαστικός Κατάλογος Συμμετεχόντων

  • Γεννάδιος Λυμούρης (Μητροπολίτης Σασίμων)
  • Ιωάννης Ζηζιούλας (Μητροπολίτης Περγάμου)
  • Ιώβ Γκέτσα (Αρχιεπίσκοπος Τελμησσού , τώρα Μητροπολίτης Πισιδίας)
  • Χρυσόστομος Σαββάτος (Μητροπολίτης Μεσσηνίας)
  • Αναστάσιος Γιαννουλάτος (Αρχιεπίσκοπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας)
  • Στυλιανός Τσομπανίδης (Καθηγητής Θεολογίας)

 

Το Κείμενο «Η Εκκλησία: Προς ένα κοινό όραμα»

ο κείμενο είναι διαθέσιμο σε μορφή PDF (στα αγγλικά και σε άλλες επίσημες γλώσσες του Συμβουλίου): Σύνδεσμος: WCC - The Church: Towards a Common Vision

 

 

Στο επίκεντρο του κειμένου βρίσκονται τέσσερις βασικοί άξονες: Πρώτον, η Εκκλησία νοείται ως σχέση κοινωνίας με τον Θεό, με αποστολή να ενώσει τους ανθρώπους μεταξύ τους και με τον Δημιουργό τους. Δεύτερον, αναγνωρίζεται η ανάγκη η Εκκλησία να είναι «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική», επιδιώκοντας την ορατή ενότητα και τη διατήρηση της αποστολικής διδασκαλίας. Τρίτον, προτείνεται ένα μοντέλο διοίκησης που συνδυάζει την τοπική παρουσία, τη συνοδικότητα και την ανάγκη ενός «Πρώτου» (πρωτείου) για τον συντονισμό σε παγκόσμιο επίπεδο. Τέταρτον, υπογραμμίζεται η κοινωνική αποστολή της Εκκλησίας για την προστασία των φτωχών, την ειρήνη και τη φροντίδα της δημιουργίας. Παρόλα αυτά, το κείμενο παρέμεινε ένα οικουμενικό έγγραφο που επιχειρεί να συμπεριλάβει διαφορετικές ομολογίες, αποφεύγοντας να δηλώσει ρητά ότι η μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία ταυτίζεται αποκλειστικά με την Ορθοδοξία.

---------------------------------------------------------------------------------

Η Εκκλησία: Κοινωνία «εν τη πίστει και την πράξει»: Η ενότητα της Εκκλησίας.

Το κεφάλαιο αυτό αποτελεί την «καρδιά» του εγγράφου «Η Εκκλησία: Προς ένα κοινό όραμα», καθώς επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα: «Τι είναι αυτό που κάνει τις κατά τόπους χριστιανικές κοινότητες να αποτελούν μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία;»

Τα κύρια σημεία αυτού του ενότητας

1. Η Εκκλησία ως «Κοινωνία»,

Το κείμενο ορίζει την Εκκλησία όχι ως έναν θεσμό, αλλά ως Κοινωνία. Αυτό το θεολογικό βάθος έχει δύο διαστάσεις:

  • Κατακόρυφη διάσταση: Είναι η συμμετοχή των πιστών στη ζωή του Τριαδικού Θεού (κοινωνία με τον Πατέρα, μέσω του Υιού, εν Αγίω Πνεύματι).
  • Οριζόντια διάσταση: Είναι η κοινωνία των πιστών μεταξύ τους. Η ενότητα δεν είναι μια εξωτερική συμφωνία, αλλά ένας εσωτερικός δεσμός αγάπης που υπερβαίνει κοινωνικά, πολιτισμικά και φυλετικά όρια.

2. Η ενότητα στη «Μία Πίστη»

Για να είναι η Εκκλησία μία, πρέπει να μοιράζεται μια κοινή ομολογία πίστης. Το κείμενο τονίζει ότι  η ενότητα βασίζεται στην πίστη που δίδαξαν οι Απόστολοι και η οποία διασώζεται μέσα στη ζωή της Εκκλησίας. Το Σύμβολο της Πίστεως (Νικαιο-Κωνσταντινοπολιτικό) αναγνωρίζεται ως ο κοινός άξονας αναφοράς για όλες τις χριστιανικές ομολογίες. Η Εκκλησία έχει το χρέος να διακηρύσσει το Ευαγγέλιο σε κάθε εποχή, παραμένοντας πιστή στην αρχική αποκάλυψη, αλλά και επικοινωνώντας την αλήθεια με τρόπο κατανοητό.

3. Η ενότητα στην «Πράξη» (Λατρεία και Μυστήρια)

Η ενότητα δεν μένει στα λόγια ή στη θεωρία, αλλά εκφράζεται έμπρακτα μέσω των μυστηρίων, που αποτελούν το «σώμα» της εκκλησιαστικής ζωής:

  • Βάπτισμα: Είναι η κοινή «είσοδος» στην Εκκλησία. Μέσω του Βαπτίσματος, όλοι οι χριστιανοί γίνονται μέλη του Σώματος του Χριστού. Το κείμενο υπογραμμίζει την ανάγκη για αμοιβαία αναγνώριση του Βαπτίσματος μεταξύ των Εκκλησιών.
  • Ευχαριστία (Θεία Κοινωνία): Είναι το αποκορύφωμα της ενότητας. Όταν οι πιστοί κοινωνούν από το ίδιο «ποτήριο», επιβεβαιώνουν ότι είναι ένα σώμα. Το κείμενο αναγνωρίζει ότι η Ευχαριστία είναι το σημείο όπου η ενότητα της Εκκλησίας γίνεται πιο ορατή, αλλά και το σημείο όπου οι σημερινές διαιρέσεις μας πληγώνουν περισσότερο, καθώς δεν μπορούμε να κοινωνήσουμε όλοι μαζί.

4. Η σημασία της «Συνοδικότητας»

Το κείμενο τονίζει ότι η ενότητα της Εκκλησίας διασφαλίζεται και διατηρείται μέσα από τη συνοδική δομή: Η Εκκλησία καλείται να «συζητά» και να αποφασίζει συλλογικά (επίσκοποι, κληρικοί, λαϊκοί) για τα θέματα που αφορούν τη διδασκαλία και τη ζωή της. Καμία τοπική εκκλησία δεν μπορεί να θεωρεί τον εαυτό της αυτόνομο ή απομονωμένο από το υπόλοιπο σώμα. Η συνοδικότητα είναι ο «μηχανισμός» που αποτρέπει την αίρεση και διατηρεί την καθολικότητα (την πληρότητα) της πίστης.

5. Η πρόκληση της «Ορατής Ενότητας»

Το κείμενο καταλήγει στο ότι η ενότητα δεν είναι μόνο πνευματική/αόρατη. Η Εκκλησία πρέπει να είναι ορατά ενωμένη.Η διαίρεση των Χριστιανών θεωρείται «αντίθετη προς το θέλημα του Χριστού». Η ενότητα δεν σημαίνει απαραίτητα ομοιομορφία, αλλά «συμφιλιωμένη ποικιλομορφία» , όπου οι τοπικές παραδόσεις εμπλουτίζουν το σύνολο χωρίς να σπάνε την κοινωνία της πίστης.

----------------------------------------------------------------------------------------------

Η «Οικουμενική» Ενότητα και η  Ομοιομορφία

Το κείμενο αποφεύγει τον όρο «οικουμενιστική» με την έννοια της κατάλυσης των δογμάτων. Αντιθέτως, προτείνει μια ενότητα που βασίζεται στη «συμφιλιωμένη ποικιλομορφία».  Δεν ζητά από τις Εκκλησίες να απαρνηθούν τις παραδόσεις τους, τη λειτουργική τους ζωή ή τη θεολογική τους ιδιαιτερότητα για να «συγχωνευτούν» σε μια νέα οργάνωση. Προτείνει ότι οι Εκκλησίες μπορούν να αναγνωρίσουν η μία την άλλη ως μέρη της μίας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας, διατηρώντας τις ιδιαίτερες εκφράσεις τους, εφόσον συμφωνούν στα θεμελιώδη της πίστης (Σύμβολο της Πίστεως, Μυστήρια, Αποστολική Διαδοχή).

 

 

Η Ορθόδοξη Θεολογική Κριτική

Η κριτική που διατυπώνεται απέναντι στο κείμενο «Η Εκκλησία: Προς ένα κοινό όραμα» αγγίζει θεμελιώδη ζητήματα της εκκλησιολογίας και της ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας. Η βασική ένσταση έγκειται στην πεποίθηση ότι η προσπάθεια για οικουμενική-(οικουμενιστική)   προσέγγιση θυσιάζει την αλήθεια στον βωμό μιας ασαφούς ενότητας.

Α. Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η αντίληψη περί της «ελλιπούς» Εκκλησίας. Για την ορθόδοξη θεολογία, η Εκκλησία δεν είναι ένα σώμα που αναζητά τη χαμένη ενότητά του στο μέλλον, αλλά αποτελεί ήδη το «Σώμα Χριστού», το οποίο είναι εξ ορισμού Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική. Η αναζήτηση της ενότητας μέσα από τέτοιου είδους κείμενα εκλαμβάνεται ως υποβάθμιση της υπαρξιακής βεβαιότητας της Εκκλησίας, καθώς υπονοεί ότι η αλήθεια είναι κάτι που πρέπει να συμπληρωθεί από άλλες ομολογίες.

Β. Μια άλλη κρίσιμη διάσταση είναι ο διαχωρισμός μεταξύ «ουσίας» της πίστης και «ιστορικών εκφράσεων». Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι αυτός ο διαχωρισμός οδηγεί αναπόφευκτα στη σχετικοποίηση του δόγματος. Αν οι δογματικές διαφορές που οδήγησαν ιστορικά σε σχίσματα αντιμετωπιστούν απλώς ως πολιτισμικές ή ιστορικές ιδιαιτερότητες, τότε η έννοια της «αίρεσης» ή της «πλάνης» χάνει το θεολογικό της περιεχόμενο. Από ορθόδοξη σκοπιά, η αλήθεια είναι αδιαίρετη και δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο συμβιβασμού για χάρη της εκκλησιαστικής κοινωνίας.

Γ. Η αναφορά σε ένα «Παγκόσμιο Πρώτο» προκαλεί έντονες αντιδράσεις, καθώς θεωρείται ότι εισάγει ξένα στοιχεία στην ορθόδοξη παράδοση. Η ορθόδοξη εκκλησιολογία εδράζεται στη συνοδικότητα, όπου η αυθεντία ασκείται συλλογικά από τους επισκόπους, οι οποίοι είναι ισότιμοι μεταξύ τους. Οποιαδήποτε πρόταση για συγκεντρωτική εξουσία ενός προσώπου σε παγκόσμιο επίπεδο βιώνεται ως απόπειρα μίμησης συστημάτων που η Ορθοδοξία απέρριψε ιστορικά, κρίνοντας ότι αλλοιώνουν τη μυστηριακή φύση της διοίκησης της Εκκλησίας.

Δ. . Η χρήση διφορούμενης γλώσσας θεωρείται ότι δημιουργεί μια «ψευδο-ένωση», καθώς επιτρέπει σε κάθε πλευρά να αναγνωρίζει τις δικές της θέσεις στο κείμενο. Αυτός ο «θεολογικός μινιμαλισμός» αποφεύγει τη σύγκρουση με την αλήθεια, αλλά παράλληλα αποφεύγει και την ομολογία της. Για τους επικριτές, αυτό δεν αποτελεί λύση στα προβλήματα του χριστιανικού κόσμου, αλλά μια τακτική κάλυψης των διαφορών που οδηγεί σε μια επιφανειακή και εντέλει υποκριτική προσέγγιση, μακριά από την ανόθευτη διδασκαλία των Αποστόλων και των Πατέρων.

Ε. Το όραμα της «κοινωνίας» φαίνεται σε πολλούς ανέφικτο ή εξαιρετικά δύσκολο, πηγάζει από δύο διαφορετικές οπτικές που συνυπάρχουν στο κείμενο:

 Οι δογματικές διαφορές που έχουν συσσωρευτεί επί αιώνες (από τη φύση των Μυστηρίων μέχρι την εκκλησιολογική δομή και το πρωτείο) δεν είναι απλώς «διαφωνίες», αλλά αφορούν τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο οι Εκκλησίες αντιλαμβάνονται τη σωτηρία.

Η Σύνοδος της Κρήτης (2016) και το κείμενο του Πουσάν.

Η  Σύνοδος όχι μόνο δεν ακύρωσε τις οικουμενιστικές καινοτομίες του Πουσάν (2013), αλλά τις επικύρωσε και τις ενσωμάτωσε θεσμικά στο σώμα της Εκκλησίας.

Το κείμενο της Συνόδου της Κρήτης «Αι σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» αποτελεί το «κερκόπορτα» της Ορθοδοξίας. Ενώ στο Πουσάν οι Ορθόδοξοι συμμετείχαν σε ένα κείμενο εργασίας που προωθούσε την ισοτιμία των ομολογιών, η Σύνοδος της Κρήτης, αντί να το καταδικάσει ως αιρετικό, αναγνώρισε επίσημα τις άλλες ομολογίες ως «Εκκλησίες». Οι επικριτές θεωρούν ότι αυτή η αναγνώριση είναι αντίθετη προς την πατερική παράδοση, η οποία αρνείται τον εκκλησιαστικό χαρακτήρα των αιρετικών κοινοτήτων. Έτσι, το Πουσάν έπαψε να είναι μια «ατυχής στιγμή» και έγινε η επίσημη γραμμή της Συνόδου.

Η χρήση φράσεων όπως «ουδόλως σημαίνει ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ισότητα των Ομολογιών» ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ.  Δεν μπορείς να διακηρύττεις «ουδόλως αποδέχομαι την ισότητα» και ταυτόχρονα να συνυπογράφεις κείμενα όπου οι αιρετικές ομολογίες ονομάζονται «Εκκλησίες» και το ΠΣΕ ονομάζεται «κοινή οικία». Αυτές οι φράσεις (οι νομικές «κόκκινες γραμμές») υπάρχουν μόνο για να καθησυχάζουν τους πιστούς στο εσωτερικό της Ελλάδας, ενώ στο εξωτερικό (στο ΠΣΕ) η Ορθοδοξία συμπεριφέρεται ως ένα «μέλος μεταξύ ίσων», επικυρώνοντας στην πράξη όσα το κείμενο του Πουσάν πρεσβεύει.

Το κείμενο της Συνόδου, παρόλο που επαναλαμβάνει τον όρο «Μία Εκκλησία», το κάνει με τρόπο που αδειάζει τον όρο από το αποκλειστικό του περιεχόμενο. Αποδεχόμενη ότι η Ορθοδοξία συμμετέχει στον διάλογο για να αναζητήσει την «απολεσθείσα ενότητα», η Σύνοδος της Κρήτης υιοθέτησε ουσιαστικά την «Θεωρία των Κλάδων», υπονοώντας ότι η Εκκλησία δεν είναι ένα σώμα που περιλαμβάνει μόνο τους Ορθοδόξους, αλλά ένα ασαφές σύνολο χριστιανικών ομάδων που πρέπει να επανενωθούν. Αυτό θεωρείται ύβρις προς το Άγιο Πνεύμα, καθώς η Εκκλησία είναι, κατά τους Πατέρες, αδιάσπαστη.

Η  Σύνοδος της Κρήτης δεν λειτούργησε ως «Σύνοδος της Αληθείας», αλλά ως «Σύνοδος της Σκοπιμότητας». Αντί για την αποκήρυξη των οικουμενικών συμβιβασμών του Πουσάν, η Σύνοδος επιχείρησε να «συμφιλιώσει» την πατερική αλήθεια με την οικουμενιστική αίρεση. Αυτό το «συμφιλιωτικό» πνεύμα είναι η ουσία της πτώσης, καθώς η Αλήθεια δεν συζητείται και δεν συμβιβάζεται. Η  Σύνοδος αυτή, με τις αποφάσεις της για τον οικουμενισμό, δεν έλυσε κανένα πρόβλημα, αλλά σφράγισε τον δρόμο για τη σταδιακή αφομοίωση της Ορθοδοξίας μέσα στον παγκόσμιο χριστιανικό συγκρητισμό.

Το κείμενο του Πουσάν ήταν το «δηλητήριο» και η Σύνοδος της Κρήτης ήταν η «νομιμοποίηση της κατανάλωσής του» υπό το πρόσχημα της συνοδικότητας.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Ζηζιούλας, Ιωάννης (Μητροπολίτης Περγάμου): Εκκλησία και Ευχαριστία, Εκδόσεις Ακρίτας. (Το βασικό έργο για να κατανοήσετε τη θεολογική βάση πάνω στην οποία στηρίχθηκαν οι Ορθόδοξοι εκπρόσωποι).
  • Σαββάτος, Χρυσόστομος (Μητροπολίτης Μεσσηνίας): Επίσημα κείμενα και μελέτες για τον Θεολογικό Διάλογο, Εκδόσεις της Αποστολικής Διακονίας. (Ο Μητροπολίτης Μεσσηνίας έχει συγγράψει πλήθος άρθρων και εισηγήσεων σχετικά με την αποδοχή και την κριτική των κειμένων του ΠΣΕ).
  • Τσομπανίδης, Στυλιανός: Ορθοδοξία και Οικουμενική Κίνηση, Εκδόσεις Πουρναρά. (Ο καθηγητής Τσομπανίδης αναλύει τη συμμετοχή των Ορθοδόξων στο ΠΣΕ και τις προκλήσεις του διαλόγου).
  • Παπαθανασίου, Αθανάσιος (Πρωτοπρεσβύτερος): Οικουμενικός διάλογος και ορθόδοξη μαρτυρία, άρθρα στο περιοδικό «Σύναξη». (Προσφέρει μια κριτική ματιά στη σχέση κοινωνικού ακτιβισμού και ορθόδοξης εκκλησιολογίας).

Κείμενα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου

  • Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας (Κρήτη 2016): Συνοδικά Κείμενα, Εκδόσεις της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. (Ειδικά το κείμενο με τίτλο «Οι σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», το οποίο αποτελεί την επίσημη ορθόδοξη απάντηση στα ζητήματα που τέθηκαν στο Πουσάν).

Περιοδικά και Θεολογικά Περιοδικά (για αναζήτηση άρθρων)

  • Περιοδικό «Σύναξη»: Συχνά φιλοξενεί αφιερώματα για τον οικουμενικό διάλογο και την κριτική αποτίμηση των συνελεύσεων του ΠΣΕ.
  • Επιστημονική Επετηρίδα Θεολογικών Σχολών (Αθηνών/Θεσσαλονίκης): Περιλαμβάνει εξειδικευμένες μελέτες για το κείμενο «Η Εκκλησία: Προς ένα κοινό όραμα» (The Church: Towards a Common Vision).
  • Περιοδικό «Θεολογία»: Το επίσημο επιστημονικό περιοδικό της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπου δημοσιεύονται επίσημες τοποθετήσεις ιεραρχών και καθηγητών σχετικά με τις οικουμενικές συναντήσεις

 


Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Η Σχέση της Συνόδου της Κρήτης με τα Κείμενα του ΠΣΕ (Το Κείμενο της Λίμα (1982) – «Βάπτισμα, Ευχαριστία, Διακονία» (BEM))



Έρευνα: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

 

Αν και η Σύνοδος της Κρήτης (2016) περιέλαβε ονομαστική αναφορά και αποδοχή της Δήλωσης του Τορόντο, απέφυγε στην επίσημη ορολογία της να κατονομάσει και να εγκρίνει ρητά άλλα κείμενα του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ). Ωστόσο, στο τελικό κείμενο με τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» (ιδιαίτερα στις παραγράφους 16–21), η Σύνοδος προέβη σε μια συνολική, θετική αποτίμηση του έργου του ΠΣΕ, εστιάζοντας κυρίως στην προσφορά της Επιτροπής «Πίστις και Τάξις» (Faith and Order).

Η σχέση της Συνόδου με τη θεολογική παραγωγή του ΠΣΕ εξειδικεύεται στα ακόλουθα σημεία στην  γενική αποδοχή των κειμένων της Επιτροπής «Πίστις και Τάξις».

Στην παράγραφο 21 του επίσημου κειμένου της Κρήτης αναφέρεται χαρακτηριστικά:

 

«Η Ορθόδοξος Εκκλησία [...] εκτιμά θετικώς τα υπ’ αυτής [της Επιτροπής Πίστις και Τάξις] εκδοθέντα θεολογικά κείμενα [...] τα οποία αποτελούν αξιόλογον βήμα εις την Οικουμενικήν Κίνησιν διά την προσέγγισιν των Εκκλησιών».

 

 

Με τη διατύπωση αυτή, η Σύνοδος παρείχε μια ευρεία «συνοδική αναγνώριση» στη θεολογική συνεισφορά της Επιτροπής, αξιολογώντας τα κείμενα αυτά ως χρήσιμα εργαλεία για την αμοιβαία προσέγγιση των Χριστιανών, χωρίς ωστόσο να τα εξισώνει με την Ορθόδοξη Δογματική Παράδοση.

Παρά το γεγονός ότι δεν κατονομάστηκαν ρητά στο τελικό κείμενο —προκειμένου να αποτραπούν περαιτέρω εσωτερικές αντιδράσεις και πολώσεις—, η θετική αυτή αποτίμηση αντανακλά κυρίως δύο ιστορικά κείμενα συγκλίσεως του ΠΣΕ, στη διαμόρφωση των οποίων είχαν συμπράξει κορυφαίοι Οικουμενιστες θεολόγοι:

          Το Κείμενο της Λίμα (1982) – «Βάπτισμα, Ευχαριστία, Διακονία» (BEM): (Baptism, Eucharist, Ministry). Αποτελεί το πλέον εμβληματικό κείμενο της Επιτροπής «Πίστις και Τάξις», το οποίο επιχειρεί να αναδείξει μια κοινή χριστιανική συνισταμένη στα τρία αυτά θεμελιώδη μυστήρια. Η Ορθόδοξη Εκκλησία συμμετείχε ενεργά στη σύνταξή του, διατηρώντας πάντως σαφείς επιφυλάξεις απέναντι σε ορισμένες προτεσταντίζουσες διατυπώσεις.

          Το Κείμενο «Η Εκκλησία: Προς ένα κοινό όραμα» (2013): Ένα μεταγενέστερο κείμενο θεολογικής σύγκλισης, το οποίο επικεντρώνεται στην Εκκλησιολογία (τη φύση, την αποστολή και τη δομή της Εκκλησίας.

Το Κείμενο της Λίμα (1982) – «Βάπτισμα, Ευχαριστία, Διακονία» (BEM): (Baptism, Eucharist, Ministry).

-------------------------------------------------------

Το Κείμενο της Λίμα (1982): Μυστήρια, Κριτική και οι Πρωταγωνιστές

1. Η Προσέγγιση των Τριών Μυστηρίων

Α. Βάπτισμα: «Είμαστε όλοι Χριστιανοί»

Το βάπτισμα στο όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος είναι η κοινή αρχή για όλους. Όποιος βαπτίζεται, καθαρίζεται από την αμαρτία και μπαίνει στην οικογένεια του Χριστού. Το κείμενο προτείνει οι Χριστιανοί να αναγνωρίζουν το βάπτισμα των άλλων ομολογιών, δηλαδή ένας Καθολικός ή Ορθόδοξος να δέχεται ότι και ο Προτεστάντης είναι βαπτισμένος Χριστιανός, ώστε να μην επαναλαμβάνεται το βάπτισμα χωρίς λόγο.

Β. Ευχαριστία (Θεία Κοινωνία): «Το κέντρο της πίστης»

Η Θεία Κοινωνία δεν είναι ένα απλό θρησκευτικό έθιμο ή μια απλή ανάμνηση του Μυστικού Δείπνου. Είναι το κέντρο της ζωής της Εκκλησίας, όπου προσφέρεται η θυσία του Χριστού και ευλογείται ο κόσμος από το Άγιο Πνεύμα. Με αυτόν τον τρόπο, προσπαθεί να φέρει τους Προτεστάντες, που συχνά βλέπουν την Κοινωνία ως κάτι καθαρά συμβολικό, πιο κοντά στην Ορθόδοξη και Καθολική άποψη ότι εκεί υπάρχει η πραγματική παρουσία του Χριστού.

Γ. Ιερωσύνη: «Ποιος οδηγεί την Εκκλησία;»

Η Εκκλησία χρειάζεται ανθρώπους με ειδική κλήση και χειροτονία, όπως Επισκόπους, Πρεσβυτέρους και Διακόνους, για να κηρύττουν το Ευαγγέλιο και να τελούν τα μυστήρια, συνεχίζοντας το έργο των Αποστόλων. Η διατύπωση αυτή προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στους Ορθοδόξους και Καθολικούς, που έχουν αυστηρή ιεραρχία και Αποστολική Διαδοχή, και τους Προτεστάντες, που δεν έχουν επισκόπους με την ίδια έννοια.

Θεολογική ορθόδοξη κριτική

Η Ορθόδοξη Εκκλησία εξέφρασε επιφυλάξεις επειδή το κείμενο χρησιμοποιεί κάπως γενικές και θολές εκφράσεις για να μείνουν όλοι ευχαριστημένοι. Για παράδειγμα, η Ορθόδοξη Εκκλησία πιστεύει ότι το ψωμί και το κρασί γίνονται πραγματικά Σώμα και Αίμα Χριστού, ενώ το κείμενο της Λίμα το διατυπώνει πιο ποιητικά και αφηρημένα για να μπορούν να το υπογράψουν και οι Προτεστάντες. Γενικότερα, η κριτική εστιάζει στο ότι το κείμενο προσπαθεί να εξισώσει τα μυστήρια των Ορθοδόξων με τις τελετές των Προτεσταντών.

Όσον αφορά το βάπτισμα, εισάγεται η ιδέα της βαπτισματικής ενότητας, ότι δηλαδή όλοι οι βαπτισμένοι χριστιανοί ανήκουν ήδη στην ίδια Εκκλησία. Η ορθόδοξη κριτική απαντά ότι δεν υπάρχει βάπτισμα έξω από τη Μία Εκκλησία. Αν αποδεχτούμε ότι το βάπτισμα των αιρετικών είναι έγκυρο χωρίς προϋποθέσεις, τότε αποδεχόμαστε ότι η Εκκλησία είναι ήδη διαιρεμένη σε κλάδους, πράγμα που καταρρίπτει το Σύμβολο της Πίστεως.

Σχετικά με τη Θεία Ευχαριστία, το κείμενο χρησιμοποιεί τον όρο πραγματική παρουσία του Χριστού, αλλά αποφεύγει εσκεμμένα τις λέξεις μεταβολή ή μετουσίωση, δηλαδή ότι το ψωμί και το κρασί γίνονται κυριολεκτικά Σώμα και Αίμα. Για τους Ορθοδόξους, η διατύπωση αυτή επιτρέπει στους Προτεστάντες να ερμηνεύουν την Κοινωνία ως ένα απλό σύμβολο ή ανάμνηση, υποβιβάζοντας τελικά το κορυφαίο μυστήριο.

Στο ζήτημα της Ιερωσύνης, το κείμενο προσπαθεί να αναγνωρίσει μια μορφή υπουργήματος ή λειτουργήματος στους Προτεστάντες ποιμένες. Η σκληρή ορθόδοξη κριτική τονίζει ότι δεν υφίσταται ιερωσύνη χωρίς Αποστολική Διαδοχή, δηλαδή την αδιάκοπη αλυσίδα χειροτονιών από τους Αποστόλους μέχρι σήμερα. Οι προτεστάντες πάστορες δεν είναι ιερείς, και η εξίσωσή τους με τους ορθόδοξους κληρικούς αποτελεί εκκλησιολογική εκτροπή.

3. Ποιοι συμμετείχαν από Οικουμενικό Πατριαρχείο και Εκκλησία της Ελλαδος

Η συμμετοχή στη διαμόρφωση του Κειμένου της Λίμα το 1982 δεν έγινε από μεμονωμένα πρόσωπα που εκπροσωπούσαν στενά και μόνο την Εκκλησία της Ελλάδος ή το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά μέσα από την επίσημη Αντιπροσωπεία των Ορθοδόξων Εκκλησιών στην Επιτροπή Πίστις και Τάξις (Faith and Order) του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ). Κορυφαίοι θεολόγοι και ιεράρχες, πολλοί από τους οποίους υπήρξαν καθηγητές πανεπιστημίου με διεθνές κύρος.

Από την πλευρά του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο Μητροπολίτης Εφέσου Χρυσόστομος (Κωνσταντινίδης),ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας), αν και το 1982 δεν είχε εκλεγεί ακόμη επίσκοπος, συμμετείχε ενεργά ως καθηγητής θεολογίας, ο Μητροπολίτης Σασίμων Γεννάδιος (Λυμούρης), επίσης νεότερος τότε, υπήρξε από τα στελέχη του Οικουμενικού Πατριαρχείου που αφιέρωσαν τη ζωή τους στο ΠΣΕ και παρακολουθούσαν στενά την εξέλιξη και την υποδοχή του κειμένου.

Η Εκκλησία της Ελλάδος εκπροσωπήθηκε κυρίως μέσω κορυφαίων καθηγητών των Θεολογικών Σχολών Αθηνών και Θεσσαλονίκης, οι οποίοι είχαν επίσημη εκκλησιαστική εντολή και αργότερα εισήλθαν στις τάξεις της Ιεραρχίας. Ο Καθηγητής και μετέπειτα Μητροπολίτης Ανδρούσης Αναστάσιος (Γιαννουλάτος και Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας , ο Καθηγητής Ιωάννης Καρμίρης, ο  Καθηγητής και μετέπειτα Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος (Σαββάτος), και ο Καθηγητής Νικόλαος Ματσούκας.

Η συγγραφή του Κειμένου της Λίμα κράτησε πάνω από μία δεκαετία πριν την τελική του έγκριση το 1982.

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ελληνική Βιβλιογραφία

  • Γιαννουλάτος, Αναστάσιος (Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας). Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία: Μελετήματα ιεραποστολικής και οικουμενικής φύσεως. Αθήνα: Εκδόσεις Ακρίτας, 2000. (Εξετάζει την ιεραποστολική και οικουμενική διάσταση των μυστηρίων μέσα από την ορθόδοξη προοπτική).

  • Ζηζιούλας, Ιωάννης (Μητροπολίτης Περγάμου). Έργα Α΄: Εκκλησιολογικά Μελετήματα. Αθήνα: Εκδόσεις Δόμος, 2016. (Περιλαμβάνει αναλύσεις για την Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία, οι οποίες επηρέασαν τις διεργασίες της Επιτροπής «Πίστις και Τάξις»).

  • Καρμίρης, Ιωάννης. Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Τόμος Γ΄. Αθήνα, 1968. (Βασικό έργο αναφοράς για τις ορθόδοξες δογματικές «κόκκινες γραμμές» στους θεολογικούς διαλόγους).

  • Κωνσταντινίδης, Χρυσόστομος (Μητροπολίτης Εφέσου). Η Ορθόδοξος μαρτυρία εν τω συγχρόνω κόσμω. Θεσσαλονίκη: Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, 1984. (Συλλογή κειμένων και παρεμβάσεων από τη συμμετοχή του στους διορθοδόξους και διαχριστιανικούς διαλόγους).

  • Ματσούκας, Νικόλαος. Οικουμενική Κίνηση: Ιστορία - Θεολογία. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Πουρναρά, 1996. (Αναλύει τη θεολογική προσέγγιση της συνάντησης της Ορθοδοξίας με τον ετερόδοξο κόσμο στο πλαίσιο του ΠΣΕ).

  • Σαββάτος, Χρυσόστομος (Μητροπολίτης Μεσσηνίας). Το κείμενο της Λίμα (1982) και η ορθόδοξη υποδοχή του. Αθήνα, 2004. (Εξειδικευμένη μελέτη πάνω στην κριτική ανάλυση και τις επιφυλάξεις της ελλαδικής θεολογικής κοινότητας).

π.Α.ΓΚΟΤΣΟΠΟΥΛΟΥ Αποστολική Διαδοχή και Ιερωσύνη κατά το κείμενο BEM (Λίμα 1982)»

  • Περιγραφή: Κριτική προσέγγιση στο πώς το κείμενο της Λίμα προσπάθησε να «εξισώσει» το ορθόδοξο υπούργημα με τη διακονία των Προτεσταντών ποιμένων, παραθεωρώντας την ανάγκη της αδιάκοπης αλυσίδας των χειροτονιών.

Μια εκλαϊκευμένη παρουσίαση της Δήλωσης του Τορόντο (1950)(Αποκρυπτογραφώντας την Σύνοδο της Κρήτης)


Η Σχέση της Συνόδου της Κρήτης με τα Κείμενα του ΠΣΕ

Έρευνα: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Απαραίτητα  στοιχεία.

Δύο χρόνια μετά τη συγκρότηση του ΠΣΕ στο Άμστερνταμ, η Κεντρική Επιτροπή συνήλθε στο Τορόντο του Καναδά (8-15 Ιουλίου 1950) για να απαντήσει σε ένα κρίσιμο ερώτημα: Τι ακριβώς είναι το ΠΣΕ εκκλησιολογικά; Οι επικριτές του Συμβουλίου το κατηγορούσαν ότι επιδιώκει να γίνει μια «υπερ-εκκλησία» που θα υποκαταστήσει τις τοπικές Εκκλησίες. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, που είχε ήδη ενταχθεί στο Συμβούλιο, αντιμετώπιζε εσωτερικές πιέσεις να διασαφηνίσει τη σχέση της με μια οργάνωση που περιελάμβανε ετερόδοξες κοινότητες.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Οι αντιπροσωπείες της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου που συμμετείχαν στην Κεντρική Επιτροπή του ΠΣΕ στο Τορόντο και συνέβαλαν στη διαμόρφωση και την αποδοχή της δήλωσης αποτελούνταν από κορυφαίες θεολογικές και εκκλησιαστικές προσωπικότητες της εποχής.

Οικουμενικό Πατριαρχείο

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο εκπροσωπήθηκε από ιεράρχες και καθηγητές που έθεσαν τις βάσεις για τη μετέπειτα ορθόδοξη παρουσία στο Συμβούλιο:

  • Μητροπολίτης Θυατείρων Γερμανός (Στρινόπουλος): Ήταν μία από τις κεντρικότερες μορφές της Οικουμενικής Κίνησης και εκ των Προέδρων του ΠΣΕ.
  • Μητροπολίτης Εφέσου Χρυσόστομος (Κωνσταντινίδης): Τότε νεαρός θεολόγος (μετέπειτα Μητροπολίτης Μύρων και έπειτα Εφέσου), ο οποίος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη σύνταξη του κειμένου.
  • Καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος: Αν και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, συμμετείχε ενεργά και στις διεργασίες της πατριαρχικής αντιπροσωπείας λόγω του διεθνούς κύρους του στο Κανονικό Δίκαιο.

Εκκλησία της Ελλάδος

Η Εκκλησία της Ελλάδος εκπροσωπήθηκε κυρίως από διαπρεπείς καθηγητές της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, οι οποίοι είχαν οριστεί ως επίσημοι σύνεδροι:

  • Καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος: Καθηγητής Κανονικού Δικαίου και Ποιμαντικής, εκ των κορυφαίων Ελλήνων θεολόγων με τεράστια συμβολή στις πρώτες δεκαετίες του ΠΣΕ.
  • Καθηγητής Ιωάννης Καρμίρης: Καθηγητής Δογματικής, ο οποίος παρακολουθούσε στενά τα θεολογικά κείμενα για να διασφαλίσει ότι η Δήλωση θα ξεκαθάριζε πως το ΠΣΕ δεν είναι μια «Υπερ-εκκλησία» (κάτι που τελικά ενσωματώθηκε στο τελικό κείμενο).
  • Καθηγητής Βασίλειος Ιωαννίδης: Καθηγητής Ερμηνείας της Καινής Διαθήκης, με συστηματική παρουσία στα διεθνή θεολογικά fora της εποχής.

 

 

Βασικές αρχές της ΔΗΛΩΣΗΣ ΤΟΡΟΝΤΟ 

Η Δήλωση του Τορόντο, με τίτλο «Η Εκκλησία, οι Εκκλησίες και το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών», ξεκίνησε με πέντε καθοριστικές αρνήσεις που οριοθέτησαν τι δεν είναι το ΠΣΕ:

Πρώτον, «το ΠΣΕ δεν είναι και δεν πρέπει ποτέ να γίνει υπερ-εκκλησία». Αυτή η διακήρυξη απέκλεισε κάθε ενδεχόμενο το Συμβούλιο να αποκτήσει εκκλησιαστική εξουσία πάνω στα μέλη του. Το ΠΣΕ δεν είναι Εκκλησία, αλλά εργαλείο των Εκκλησιών.

Δεύτερον, ο σκοπός του δεν είναι να διαπραγματευθεί ενώσεις μεταξύ Εκκλησιών — κάτι που ανήκει αποκλειστικά στις ίδιες τις Εκκλησίες — αλλά να φέρει τις Εκκλησίες σε ζωντανή επαφή και να προωθήσει τη μελέτη και συζήτηση των ζητημάτων της εκκλησιαστικής ενότητας.

Τρίτον, το ΠΣΕ «δεν μπορεί και δεν πρέπει να βασίζεται σε μια συγκεκριμένη αντίληψη για την Εκκλησία». Δεν προκαταλαμβάνει το εκκλησιολογικό πρόβλημα. Αυτό σήμαινε ότι η ένταξη στο Συμβούλιο δεν απαιτούσε από καμία Εκκλησία να αποδεχθεί την εκκλησιολογία μιας άλλης.

Τέταρτον, η ιδιότητα του μέλους δεν συνεπάγεται ότι μια Εκκλησία αντιμετωπίζει τη δική της αντίληψη για την Εκκλησία ως απλώς σχετική.

Πέμπτον, η ιδιότητα του μέλους δεν συνεπάγεται την αποδοχή μιας συγκεκριμένης διδασκαλίας για τη φύση της εκκλησιαστικής ενότητας.

Η Δήλωση του Τορόντο (1950) ήταν μια προσπάθεια του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών να βρει τρόπο ώστε η Ορθόδοξη Εκκλησία να συμμετέχει μαζί με Προτεστάντες και άλλους χριστιανούς, χωρίς να χρειάζεται να πει ότι αυτοί είναι «Εκκλησίες» με την πλήρη έννοια του όρου.  Αυτή η «λύση» δημιούργησε έναν οργανισμό που λέγεται «Συμβούλιο Εκκλησιών» αλλά δεν ξέρει τι σημαίνει «Εκκλησία». Σαν να φτιάχναμε ένα «Συμβούλιο Γιατρών» όπου συμμετέχουν και όσοι έχουν διαβάσει βιβλία ιατρικής αλλά δεν είναι γιατροί — και να λέμε «δεν χρειάζεται να θεωρούμε ο ένας τον άλλον γιατρό με την πλήρη έννοια».

Για την Ορθόδοξη Εκκλησία αυτό σημαίνει: Συμμετέχουμε σε έναν οργανισμό όπου η λέξη «Εκκλησία» χάνει το νόημά της. Αποδεχόμαστε ότι η ενότητα μπορεί να υπάρχει χωρίς κοινωνία στην αλήθεια. Η δική μας πίστη ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία μετατρέπεται από δογματική βεβαιότητα σε «προσωπική πεποίθηση που σεβόμαστε»

Η Σύνοδος της Κρήτης και η ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΤΟΡΟΝΤΟ

Στο επίσημο κείμενό της Συνόδου  με τίτλο: «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» και στην παράγραφο 19 γράφονται τα εξής:

«Α ρθόδοξοι κκλησίαι μέλη θεωροσιν ς παραίτητον ρον τς συμμετοχς ατν ες τ Π.Σ.. τν θεμελιώδη διάταξιν το Καταστατικο ατο, συμφώνως πρός τήν ποίαν μέλη ατο δύνανται νά εναι μόνον κενοι, οτινες πιστεύουσιν ες τόν Κύριον μν ησον Χριστόν ς Θεόν καί Σωτρα, κατά τάς Γραφάς, καί μολογοσι τόν ν Τριάδι Θεόν, Πατέρα, Υόν καί γιον Πνεμα, κατά τό Σύμβολον Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως.

Εναι βαθειά πεποίθησις ατν τι α κκλησιολογικαί προϋποθέσεις τς Δηλώσεως το Τορόντο (1950), κκλησία, α κκλησίαι καί τό Παγκόσμιον Συμβούλιον τν κκλησιν”, ποτελοσι κεφαλαιώδη σημασίαν διά τήν ρθόδοξον συμμετοχήν ες τ Συμβούλιον.»

Με την αναφορά αυτή, η Σύνοδος της Κρήτης ουσιαστικά υπεραμύνεται της συμμετοχής των Ορθοδόξων στο ΠΣΕ, χρησιμοποιώντας τη Δήλωση του Τορόντο ως «ασπίδα».

Επομένως, η Σύνοδος της Κρήτης επικαλέστηκε το Τορόντο για να τονίσει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία συμμετέχει στον διαχριστιανικό διάλογο χωρίς να κάνει εκπτώσεις στην πίστη της ότι αποτελεί τη «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία».

Γιατί προκάλεσε αντιδράσεις;

Παρά την παραπάνω διευκρίνιση, η ρητή αναφορά στη Δήλωση του Τορόντο προκάλεσε έντονες θεολογικές συζητήσεις και αντιδράσεις, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της Συνόδου (ορισμένες μάλιστα Τοπικές Εκκλησίες, όπως της Ρωσίας, της Βουλγαρίας, της Γεωργίας και της Αντιοχείας, τελικά δεν παρέστησαν στη Σύνοδο).

Οι επικριτές της αναφοράς υποστήριξαν ότι:

  • Η έμμεση ή άμεση αποδοχή κειμένων του ΠΣΕ εισάγει μια «νέα εκκλησιολογία».
  • Η χρήση του όρου «Εκκλησίες» για τις ετερόδοξες κοινότητες (έστω και μέσα από το πλαίσιο του Τορόντο) αποδυναμώνει την ορθόδοξη αποκλειστικότητα.

Αντίθετα, οι υποστηρικτές της Συνόδου τόνισαν ότι η αναφορά ήταν απαραίτητη για να ξεκαθαριστεί ότι η Ορθοδοξία δεν απομονώνεται, αλλά συνομιλεί με τον υπόλοιπο κόσμο υπό πολύ συγκεκριμένους, αυστηρούς και ήδη συμφωνημένους όρους.

Εκλαϊκευμένη κριτική της Δήλωσης του ΤΟΡΟΝΤΟ

Η μεγαλύτερη και πιο βαθιά παγίδα της Δήλωσης του Τορόντο βρίσκεται στην εκκλησιολογική σχετικοποίηση της Αλήθειας μέσω της διπλωματικής γλώσσας.

Αν έπρεπε να την απομονώσουμε σε μία φράση, η παγίδα είναι η εξής: Η Δήλωση επέτρεψε στα μέλη του ΠΣΕ να συνυπάρχουν, αναγνωρίζοντας ο ένας στον άλλον το δικαίωμα να αυτοαποκαλείται «Εκκλησία», χωρίς όμως να απαιτείται κοινή συμφωνία για το τι σημαίνει πραγματικά η λέξη «Εκκλησία».

Αυτή η κεντρική παγίδα αναλύεται σε τρία συγκεκριμένα επίπεδα, τα οποία εξηγούν γιατί πολλοί Ορθόδοξοι θεολόγοι μιλούν για «θεολογική νάρκωση»:

Α. Το κείμενο λέει ότι κανένα μέλος δεν υποχρεούται να αναγνωρίσει τα άλλα μέλη ως «Εκκλησίες στην αληθινή και πλήρη έννοια».  Ενώ αυτό ακούγεται ως προστασία για την Ορθοδοξία (ώστε να μην αναγνωρίσει τους Προτεστάντες ως πραγματική Εκκλησία), στην πραγματικότητα δημιουργεί έναν χώρο όπου η ίδια η έννοια της Εκκλησίας υποβαθμίζεται. Αν κάθεσαι στο ίδιο τραπέζι ενός οργανισμού που λέγεται «Συμβούλιο Εκκλησιών», αλλά αποδέχεσαι ότι οι διπλανοί σου μπορεί να μην είναι καν Εκκλησία (ή αυτοί να θεωρούν εσένα απλώς ένα «κομμάτι» της Εκκλησίας), τότε αποδέχεσαι τη χρήση της λέξης «Εκκλησία» ως έναν απλό κοινωνιολογικό τίτλο και όχι ως τη μοναδική, σωστική κιβωτό.

Β. Στην Ορθόδοξη θεολογία, η Αλήθεια είναι απόλυτη, ιστορικά αποκαλυμμένη και βιώνεται ως πληρότητα. Το Τορόντο δημιούργησε ένα πλουραλιστικό μοντέλο όπου όλες οι απόψεις είναι ισότιμες. Όταν η Ορθόδοξη Εκκλησία καταθέτει τη μαρτυρία της ότι «Εγώ είμαι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία», μέσα στο περιβάλλον του Τορόντο αυτή η δήλωση δεν αντιμετωπίζεται ως η αντικειμενική αλήθεια, αλλά ως η «ιδιαιτερότητα» ή η «υποκειμενική πεποίθηση» των Ορθοδόξων. Έτσι, η δογματική βεβαιότητα υποβιβάζεται σε μια «θρησκευτική άποψη» ανάμεσα σε δεκάδες άλλες.

Γ. Η μεγαλύτερη παγίδα είναι ότι το Τορόντο νομιμοποίησε τη διαίρεση παρουσιάζοντάς την ως κάτι σχεδόν φυσιολογικό. Υποσχόμενο έναν «ασφαλή χώρο» όπου κανείς δεν θα πιέσει κανέναν να αλλάξει πίστη, το ΠΣΕ αφαίρεσε το κίνητρο για τον πραγματικό σκοπό του διαλόγου: την επιστροφή στην κοινή, αδιαίρετη πίστη των πρώτων αιώνων. Όταν όλοι είναι «ασφαλείς» και κανείς δεν ελέγχεται για τις αιρέσεις ή τις θεολογικές του αποκλίσεις, ο διάλογος σταματά να αναζητά την Αλήθεια και μετατρέπεται σε ένα αέναο διπλωματικό φόρουμ (έναν εκκλησιολογικό αγνωστικισμό), όπου η ειρηνική συνύπαρξη έγινε πιο σημαντική από τη δογματική ακρίβεια.

Η παγίδα του Τορόντο ήταν ότι έδωσε στην Ορθοδοξία ένα «πιστοποιητικό» ότι δεν κινδυνεύει η πίστη της εντός του Συμβουλίου, αλλά το τίμημα αυτού του πιστοποιητικού ήταν η αποδοχή ενός περιβάλλοντος όπου η ίδια η έννοια της μίας και μοναδικής Αλήθειας είχε ήδη τεθεί στο περιθώριο.

Μια φανταστική ιστορία

Για να καταλάβουμε το μέγεθος της παγίδας  ας δούμε μια φανταστική ιστορία που αφορά  μια κληρονομιά.

Υπάρχει μια  γνήσια, αληθινή  διαθήκη που άφησε ένας πατέρας (ο Χριστός) στα παιδιά του. Αυτή η διαθήκη λέει ποιος κληρονομεί το σπίτι. Εσύ (η Ορθοδοξία) κρατάς στα χέρια σου το αυθεντικό χαρτί, σφραγισμένο και υπογεγραμμένο.

Ξαφνικά, εμφανίζονται άλλοι δέκα άνθρωποι (οι ετερόδοξοι/αιρέσεις). Ο καθένας κρατάει από ένα φωτοαντίγραφο:Ο ένας έχει σβήσει μερικές σειρές. Ο άλλος έχει προσθέσει δικές του λέξεις. Ο τρίτος έχει αλλάξει τελείως το νόημα.

Όλοι μαζί μαζεύεστε σε ένα γραφείο (το ΠΣΕ) για να λύσετε το θέμα. Επειδή όμως όλοι φωνάζουν, ο δικηγόρος του γραφείου σού φέρνει να υπογράψεις ένα χαρτί (τη Δήλωση του Τορόντο) που λέει: «Υπέγραψε εδώ για να έχουμε ησυχία. Το χαρτί αυτό λέει ότι δεν είσαι υποχρεωμένος να παραδεχτείς ότι τα δικά τους χαρτιά είναι αληθινά. Εσύ μπορείς να πιστεύεις ότι μόνο το δικό σου είναι το γνήσιο».

Εσύ υπογράφεις, κάθεσαι στην καρέκλα σου και ηρεμείς. Πού είναι η τεράστια παγίδα;

Η παγίδα είναι ότι με αυτό το χαρτί δέχτηκες 3 πράγματα χωρίς να το καταλάβεις:

1. Με το να κάθεσαι στο ίδιο γραφείο και να υπογράφεις κοινά χαρτιά, δέχεσαι ότι οι παραποιημένες διαθήκες των άλλων έχουν το δικαίωμα να εξετάζονται δίπλα στη δική σου. Η γνησιότητα του δικού σου χαρτιού χάνει την ισχύ της, αφού αντιμετωπίζεται σαν «μία από τις πολλές εκδοχές».

2. Μέσα σε αυτό το γραφείο, αν σηκωθείς και πεις: «Αυτό είναι το μόνο αληθινό έγγραφο, τα δικά σας είναι πλαστά», ο δικηγόρος και οι άλλοι θα σου πουν: «Μα τι αγενής που είσαι! Εδώ υπογράψαμε να σεβόμαστε ο ένας την άποψη του άλλου. Κράτα τη γνώμη σου για τον εαυτό σου και μην μας προσβάλλεις». Έτσι, η αλήθεια υποβιβάζεται σε μια απλή ξεροκεφαλιά.

3. Ο σκοπός σου όταν πήγες εκεί ήταν να τους δείξεις το γνήσιο χαρτί για να καταλάβουν το λάθος τους και να σωθούν. Με το Τορόντο όμως, όλοι βολεύτηκαν. Οι άλλοι νιώθουν σίγουροι με τα πλαστά τους χαρτιά (αφού κανείς δεν τους ελέγχει) κι εσύ νιώθεις σίγουρος με το δικό σου. Η αναζήτηση της μίας αλήθειας σταμάτησε και απλώς πίνετε καφέ μαζί.

Η παγίδα του Τορόντο ήταν ότι αντάλλαξε την Αλήθεια με την Ευγένεια. Σου επέτρεψε να λες ότι έχεις δίκιο, αρκεί να μην ενοχλείς αυτούς που έχουν άδικο.

Επίλογος

Η αποδοχή των προϋποθέσεων της «Δηλώσεως του Τορόντο (1950)» στο κείμενο για τις σχέσεις με τον λοιπό χριστιανικό κόσμο (παρ. 19), αποτελεί ευθεία προσβολή της διαχρονικής Πατερικής Παραδόσεως.

Με την υιοθέτηση του Τορόντο, η Σύνοδος αποδέχθηκε τη θέση ότι υπάρχουν «στοιχεία της αληθούς Εκκλησίας» εκτός των ορίων της Ορθοδοξίας. Για την ορθόδοξη δογματική, αυτό αποτελεί παραλογισμό: η Εκκλησία είναι Μία και Αδιαίρετη, δεν τεμαχίζεται και δεν σκορπίζεται. Η αίρεση δεν είναι Εκκλησία, και η απόδοση αυτού του όρου σε ετερόδοξες κοινότητες συνιστά δογματική συνθηκολόγηση και εισαγωγή μιας διπλής γλώσσας.

Παράλληλα, το κείμενο νομιμοποιεί έμμεσα τη δυτική «Θεωρία των Κλάδων» και την εκκλησιολογία των ελλιπών Εκκλησιών. Αντί να προβληθεί η Ορθοδοξία ως η μοναδική και πλήρης κιβωτός σωτηρίας, έγινε αποδεκτή η προτεσταντική αντίληψη ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι ένας αόρατος χώρος και ότι οι επιμέρους ομολογίες κατέχουν απλώς τμήματα της αλήθειας που πρέπει να επανενωθούν.

Η δικαιολογία ότι το Τορόντο εμποδίζει το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ) από το να γίνει «Υπερ-Εκκλησία» καταρρίπτεται από την πράξη. Το ΠΣΕ λειτουργεί ως τέτοια, εξισώνοντας τα μυστήρια και προωθώντας τη διολίσθηση από τη δογματική μοναδικότητα στη συγκρητιστική συμπεριληπτικότητα. Αντί ο διάλογος να στοχεύει στην επιστροφή των πλανηθέντων στην Αλήθεια, η Κρήτης περιέβαλε με συνοδικό κύρος τη λογική της απλής συνύπαρξης, αμβλύνοντας τα δογματικά αισθητήρια.

Η Σύνοδος της Κρήτης απέτυχε στο βασικότερο έργο μιας αληθινής Συνόδου: να οριοθετήσει την Αλήθεια από την Πλάνη. Προσπαθώντας να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα, δεν έλυσε το πρόβλημα των σχέσεων με τους ετεροδόξους, αλλά μετέφερε την κρίση και τη διάσπαση στο εσωτερικό της ίδιας της Ορθοδοξίας.

Βιβλιογραφια

Ορθόδοξες Κριτικές και Αναλύσεις

Αγιος Φιλάρετος (Μητροπολίτης Ανατολικής Αμερικής και Νέας Υόρκης)

  • St. Philaret of New York, Epistle on the Participation of the Orthodox Church in the World Council of Churches (1960s-1970s). Κείμενα και ομιλίες του Αγίου Φιλαρέτου που αμφισβήτησαν τη συμβατότητα της ορθόδοξης εκκλησιολογίας με τη Δήλωση του Τορόντο. Διαθέσιμα σε συλλογές όπως:
    • The Orthodox Church and the Ecumenical Movement: Collected Works. Έκδοση Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας εκτός Ρωσίας (ROCOR).

Χριστόδουλος Παρασκευαΐδης (Μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών)

  • Παρασκευαΐδης, Χριστόδουλος, Η Ορθόδοξη Εκκλησία και ο Οικουμενισμός. Αθήνα, 1970s-1990s. Σημαντικές αναλύσεις για την εκκλησιολογική ασάφεια του ΠΣΕ.

Μητροπολίτης Ιερόθεος (Βλάχος) Ναυπάκτου

  • Βλάχος, Ιερόθεος, Εκκλησία και Εκκλησιολογία. Αθήνα: Αποστολική Διακονία, 1992.
  • Βλάχος, Ιερόθεος, Ορθόδοξη Θεολογία και Οικουμενισμός. Ναύπακτος: Ι.Μ. Ναυπάκτου, 1998.

Αρχιμανδρίτης Γεώργιος Καψάνης

  • Καψάνης, Γεώργιος, Ορθόδοξη Θεολογία και Αίρεση. Έκδοση Ιεράς Μονής Γρηγορίου Αγίου Όρους, 1990s. Κριτική ανάλυση των εκκλησιολογικών συμβιβασμών.

Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Φλωρόφσκυ (Georges Florovsky)

  • Florovsky, Georges, The Collected Works, τόμος 14: Ecumenism I: A Doctrinal Approach. Vaduz: Büchervertriebsanstalt, 1989.
  • Florovsky, Georges, The Collected Works, τόμος 15: Ecumenism II: A Historical Approach. Vaduz, 1989.

Ο Φλωρόφσκυ, αν και συμμετείχε στα πρώιμα στάδια του οικουμενικού κινήματος, ανέπτυξε κριτική για την «εκκλησιολογική απουσία» των οικουμενικών συζητήσεων.

Μητροπολίτης Ιωάννης (Ζηζιούλας) Περγάμου

  • Zizioulas, John D., Eucharist, Bishop, Church: The Unity of the Church in the Divine Eucharist and the Bishop during the First Three Centuries. Brookline, MA: Holy Cross Orthodox Press, 2001.

Αν και ο Ζηζιούλας συμμετείχε θετικά στον οικουμενισμό, η εκκλησιολογία του προσφέρει κριτήρια για την αξιολόγηση της Δήλωσης του Τορόντο.


Κριτικές Αναλύσεις από Ορθόδοξους Θεολόγους

Αρχιμανδρίτης Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος

  • Θεοδωρόπουλος, Επιφάνιος, Ο Οικουμενισμός και η Ορθοδοξία. Αθήνα, 1970s-1980s. Αυστηρή κριτική της εκκλησιολογίας του ΠΣΕ.

Μοναχός Σαράντης Σαράντος

  • Σαράντος, Σαράντης, Το Μυστήριο της Εκκλησίας και ο Οικουμενισμός. Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου, 1990s.

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης

  • Ζήσης, Θεόδωρος, Ο Οικουμενισμός και η Ορθόδοξη Εκκλησία. Θεσσαλονίκη: Ορθόδοξος Κυψέλη, 1990s-2000s. Εκτενής κριτική ανάλυση.

Σύνοδος της Κρήτης (2016)

Επίσημα Κείμενα

  • Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Encyclical and Messages. Κρήτη, 2016. Ειδικότερα το κείμενο Relations of the Orthodox Church with the Rest of the Christian World.

Κριτικές της Συνόδου

  • Νικόλαος Λουδοβίκος, Η Σύνοδος της Κρήτης: Θεολογική Αξιολόγηση. Αθήνα, 2016-2017.
  • Πρωτοπρεσβύτερος Πέτρος Χειλάς (και άλλοι), Κριτικές αναλύσεις της Συνόδου της Κρήτης. Διάφορες εκδόσεις, 2016-2018.

Ελληνικές Εκδόσεις και Περιοδικά

  • Θεολογία (περιοδικό Εκκλησίας της Ελλάδος). Πολλά άρθρα για τον οικουμενισμό και τη Δήλωση του Τορόντο, 1950-2020.
  • Παράταξις (περιοδικό Ιεράς Μονής Παρακλήτου). Κριτικές αναλύσεις.
  • Ορθόδοξος Τύπος, Εκκλησιαστικός Αγών (εφημερίδες). Συχνές κριτικές αναλύσεις των οικουμενικών εξελίξεων.