Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

Γ-ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ.ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΒΑΛΑΑΜ (1988)

Γ-ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΒΑΛΑΑΜ (1988)

Το έγγραφο της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ρωμαιοκαθολικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας, που εγκρίθηκε στη μονή Uusi Valamo της Φινλανδίας στις 26 Ιουνίου 1988, με τίτλο «Το Μυστήριο της Ιερωσύνης στη Μυστηριακή Δομή της Εκκλησίας», αποτελεί ένα από τα πλέον επικίνδυνα κείμενα του σύγχρονου οικουμενισμού. Παρουσιάζεται ως «θεολογικός διάλογος», ενώ στην πραγματικότητα συνιστά μια συστηματική υπονόμευση της ορθοδόξου εκκλησιολογίας και μια προσπάθεια ισοπέδωσης της αιρετικής παπικής «Εκκλησίας» με την Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία.

 

Ολόκληρο το κείμενο στο link: https://www.christianunity.va/content/unitacristiani/it/dialoghi/sezione-orientale/chiese-ortodosse-di-tradizione-bizantina/commissione-mista-internazionale-per-il-dialogo-teologico-tra-la/documenti-di-dialogo/1988-documento-di-valamo---il-sacramento-dellordine-nella-strutt/testo-in-inglese.html

 

 

 

 

ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

Παρακάτω εντοπίζουμε και σχολιάζουμε τα πλέον προβληματικά σημεία του εγγράφου, από αυστηρά ορθόδοξη σκοπιά.

 

1. Η ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΑΔΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Προβληματικό άρθρο: §1, §5, καθ' όλο το κείμενο

ΑΡΘΡΟ 2- Οι Εκκλησίες μας επιβεβαιώνουν ότι η διακονία επικαιροποιεί εντός της Εκκλησίας την ίδια τη διακονία του Χριστού. Στα κείμενα της Καινής Διαθήκης, ο Χριστός είναι Απόστολος, Προφήτης, Ποιμένας, Δούλος, Διάκονος, Διδάσκαλος, Ιερέας, Επίσκοπος. Η κοινή μας παράδοση αναγνωρίζει τον στενό σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ του έργου του Χριστού και εκείνου του Αγίου Πνεύματος.

 

Το έγγραφο ξεκινά με την αναφορά σε «τις Εκκλησίες μας» (§1: «in our Churches»), θεμελιώνοντας εξαρχής μια ψευδή ισοδυναμία μεταξύ της Ορθόδοξης Εκκλησίας και της παπικής κοινότητας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι μία εκ των πολλών «Εκκλησιών» — είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, όπως ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως. Η παπική κοινότητα, μετά το Σχίσμα του 1054 και την εισαγωγή αιρετικών δογμάτων (Filioque, παπικό αλάθητο, ασυγχώρητος πυρός καθαρτήριος, κλπ.), βρίσκεται εκτός της Εκκλησίας.

Το έγγραφο αποσιωπά πλήρως αυτή την πραγματικότητα. Δεν υπάρχει πουθενά η ομολογία ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μόνη αληθής Εκκλησία του Χριστού. Αντίθετα, η ορολογία «οι Εκκλησίες μας» (§1, §5, §24, κλπ.) νομιμοποιεί την παπική αίρεση ως «Εκκλησία», συγχέοντας την αλήθεια με το ψεύδος.

Κριτική: Αυτή η γλώσσα δεν είναι απλώς διπλωματική ευγένεια — είναι θεολογική προδοσία. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, στο Συνέδριο της Φλωρεντίας, αρνήθηκε να υπογράψει οποιοδήποτε κείμενο που θα ισοπέδωνε την Ορθοδοξία με τον παπισμό. Το έγγραφο Valamo κάνει ακριβώς αυτό που ο Άγιος Μάρκος απέρριψε.

 

2. Η ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΩΝ ΠΑΠΙΚΩΝ «ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ» ΩΣ ΕΓΚΥΡΩΝ

Προβληματικό άρθρο: §1, §5, §17-18, §27-30, §44-50

Το έγγραφο αναφέρεται σε «κοινή παράδοση» (§2, §6), σε «κοινή διδασκαλία» (§30) και σε «αποστολική διαδοχή» που υποτίθεται ότι υπάρχει και στις δύο κοινότητες. Στο §27 αναφέρεται ότι «η επισκοπική χειροτονία εκφράζει την κοινωνία των Εκκλησιών», ενώ στο §30 ομιλεί για «κοινή διδασκαλία και πρακτική» σχετικά με τη χειροτονία.

Αυτό συνιστά έμμεση αναγνώριση των παπικών χειροτονιών και μυστηρίων ως έγκυρων. Ωστόσο, σύμφωνα με τους Αγίους Πατέρες και την αδιαίρετη παράδοση της Εκκλησίας, εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχει μυστήριο. Ο Άγιος Κυπριανός Καρχηδόνος διδάσκει σαφώς: «Δεν μπορεί να υπάρξει θυσία έξω από την Εκκλησία» (Epistula 63). Ο Άγιος Αυγουστίνος ομολογεί ότι οι αιρετικοί δεν έχουν έγκυρα μυστήρια (Contra Cresconium, II, 7). Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τονίζει ότι η χάρις των μυστηρίων ρέει μόνο εντός της αληθούς Εκκλησίας.

Η αναγνώριση της «αποστολικής διαδοχής» στους παπικούς επισκόπους (§44-50) είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη. Η αποστολική διαδοχή δεν είναι μηχανιστική μεταβίβαση εξουσιών — είναι διαδοχή στην ορθή πίστη, στην κοινωνία με τους Αγίους Αποστόλους. Όποιος κηρύττει αίρεση, όπως το Filioque ή το παπικό αλάθητο, έχει αποκοπεί από την αποστολική διαδοχή, ανεξαρτήτως της μηχανιστικής «αδιακοπής» των χειροτονιών.

Κριτική: Το έγγραφο Valamo υιοθετεί μια «μηχανιστική» αντίληψη της αποστολικής διαδοχής, αγνοώντας ότι η διαδοχή είναι πρωτίστως διαδοχή στην ορθή πίστη. Ένας επίσκοπος που κηρύττει αίρεση δεν είναι διάδοχος των Αποστόλων — είναι ψευδεπίσκοπος.

 

3. Η ΑΠΟΣΙΩΠΗΣΗ ΤΩΝ ΔΟΓΜΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Προβληματικό άρθρο: Καθ' όλο το κείμενο, ιδίως §6-7, §55

Το έγγραφο αναφέρεται στο Άγιο Πνεύμα (§6-7) χωρίς να αναφέρει το Filioque, τη μεγαλύτερη δογματική διαφορά μεταξύ Ορθοδοξίας και παπισμού. Ομιλεί για «κοινή παράδοση» (§2) χωρίς να αναφέρει τις αιρετικές καινοτομίες του παπισμού. Στο §55 αναφέρεται ότι «το ζήτημα της πρωτοκαθεδρίας του επισκόπου Ρώμης αποτελεί σοβαρή απόκλιση μεταξύ μας και θα συζητηθεί στο μέλλον» — σαν να πρόκειται για ένα δευτερεύον ζήτημα που μπορεί να αναβληθεί!

Αυτή η τακτική της «αποσιώπησης των δογματικών διαφορών» είναι το κλασικό μέσο του οικουμενισμού. Αντί να αντιμετωπίσει τις αιρέσεις του παπισμού, το έγγραφο τις αποκρύπτει κάτω από ένα πέπλο «κοινών στοιχείων». Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, στον διάλογό του με τους Λατίνους, δεν απέφυγε ποτέ να ονομάσει το Filioque αίρεση. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός στο Συνέδριο της Φλωρεντίας αρνήθηκε να υπογράψει οποιοδήποτε κείμενο που δεν θα καταδίκαζε ρητά το Filioque.

Κριτική: Η αποσιώπηση των αιρέσεων δεν είναι ειρήνη — είναι συνενοχή. Ένας Ορθόδοξος θεολόγος που υπογράφει κείμενο που αποκρύπτει το Filioque ή το παπικό αλάθητο δεν διαφυλάσσει την ενότητα της Εκκλησίας — την προδίδει.

 

4. Η «ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ» ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Προβληματικό άρθρο: §22, §24-26, §36

Το έγγραφο ορίζει την Εκκλησία ως «συμβολή πίστεως και μυστηρίων» (§1), ως «κοινότητα της Νέας Διαθήκης» (§4), ως «σώμα του Χριστού» (§5). Αυτές οι περιγραφές, αν και ορθές καθ' εαυτές, χρησιμοποιούνται για να υποστηρίξουν μια «συμβολική» αντίληψη της Εκκλησίας: η Εκκλησία δεν είναι πλέον η συγκεκριμένη, ιστορική, γεωγραφικά προσδιορισμένη Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά ένα αφηρημένο «μυστήριο» που υποτίθεται ότι εκτείνεται και πέρα από τα όρια της Ορθοδοξίας.

Στο §36, η Θεία Ευχαριστία παρουσιάζεται ως «πραγματοποίηση της ενότητας της χριστιανικής κοινότητας» που «εκφράζει επίσης την ενότητα όλων των Εκκλησιών που την τελούν αληθώς». Αυτή η διατύπωση αφήνει να εννοηθεί ότι και οι παπικοί «εορτάζουν αληθώς» την Ευχαριστία — κάτι που αρνείται η Ορθόδοξη παράδοση.

Κριτική: Η Εκκλησία δεν είναι ένα αφηρημένο «μυστήριο» — είναι η συγκεκριμένη κοινωνία των Ορθοδόξων, που συγκεντρώνεται γύρω από τον Ορθόδοξο επίσκοπο και τελεί τα Ορθόδοξα μυστήρια. Η «συμβολική» εκκλησιολογία του Valamo ανοίγει την πόρτα στην αναγνώριση κάθε αιρετικής ομάδας ως «Εκκλησίας».

 

5. Η ΠΡΩΤΟΚΑΘΕΔΡΙΑ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ ΩΣ «ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗ»

Προβληματικό άρθρο: §55

Το τελευταίο άρθρο του εγγράφου αναφέρεται στο ζήτημα της πρωτοκαθεδρίας του επισκόπου Ρώμης ως «σοβαρή απόκλιση μεταξύ μας, η οποία θα συζητηθεί στο μέλλον». Αυτή η διατύπωση είναι εξωφρενική από ορθόδοξη σκοπιά. Η πρωτοκαθεδρία του Πάπα δεν είναι ένα «ζήτημα προς συζήτηση» — είναι η ρίζα του Σχίσματος και η πηγή αμέτρητων αιρέσεων.

Ο Άγιος Φώτιος ο Μέγας, ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, οι Αγιορείτες Πατέρες του 19ου αιώνα — όλοι καταδίκασαν την παπική πρωτοκαθεδρία ως αίρεση και ως υπεροψία. Το να παρουσιάζεται αυτό ως «ζήτημα προς διερεύνηση» σημαίνει ότι η Ορθόδοξη πλευρά έχει ήδη αποδεχθεί ότι υπάρχει πεδίο διαλόγου επ' αυτού — δηλαδή ότι η Ορθοδοξία μπορεί να συμβιβαστεί με την παπική υπεροχή.

Κριτική: Η πρωτοκαθεδρία του Πάπα δεν είναι διαπραγματεύσιμη. Είναι αίρεση, και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί. Το έγγραφο Valamo, με τη διατύπωση αυτή, προετοιμάζει το έδαφος για μελλοντική αποδοχή της παπικής πρωτοκαθεδρίας από την Ορθόδοξη πλευρά — κάτι που θα συνιστούσε ολοκληρωτική προδοσία της πίστεως.

 

6. Η ΕΛΛΕΙΨΗ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ

Προβληματικό άρθρο: Καθ' όλο το κείμενο

Το πλέον ανησυχητικό χαρακτηριστικό του εγγράφου είναι η πλήρης απουσία οποιασδήποτε καταδίκης των παπικών αιρέσεων. Δεν υπάρχει αναφορά στο Filioque, στο παπικό αλάθητο, στον πυρ καθαρτήριο, στην ασυλία του Πάπα, στην υπεροχή του επί των Οικουμενικών Συνόδων. Δεν υπάρχει καμία αναφορά στο Σχίσμα του 1054, στις σφαγές των Ορθοδόξων από τους Σταυροφόρους, στις αναγκαστικές ενώσεις της Φλωρεντίας και του Λυόν.

Αυτή η «επιλεκτική αμνησία» δεν είναι τυχαία. Είναι η στρατηγική του οικουμενισμού: αντί να αντιμετωπίσει τις αιρέσεις, τις αποσιωπά. Αντί να καλέσει τους αιρετικούς σε μετάνοια, τους αναγνωρίζει ως «αδελφούς». Αντί να υπερασπιστεί την αλήθεια, την θυσιάζει στο βωμό της «ενότητας».

Κριτική: Η αληθινή ενότητα της Εκκλησίας δεν επιτυγχάνεται με την αποσιώπηση της αλήθειας, αλλά με την ομολογία της. Ο Κύριος είπε: «γώ εμι δς κα λήθεια κα ζωή» (Ιωάν. 14:6). Χωρίς την αλήθεια δεν υπάρχει ενότητα — υπάρχει μόνο συγχώνευση στο ψεύδος.

 

7. Η «ΣΥΜΒΙΒΑΣΤΙΚΗ» ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ Η ΥΠΟΝΟΜΕΥΣΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ

Προβληματικό άρθρο: §2, §5, §13-14, §46-48

Το έγγραφο χρησιμοποιεί μια γλώσσα που φαινομενικά είναι ορθόδοξη, αλλά στην ουσία υπονομεύει την ορθόδοξη ταυτότητα. Ομιλεί για «κοινή παράδοση» (§2), για «Εκκλησίες» που μοιράζονται την ίδια πίστη (§46), για «αποστολική διαδοχή» που υποτίθεται ότι ενώνει Ορθοδόξους και παπικούς (§48).

Αυτή η γλώσσα είναι παραπλανητική. Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η παπική κοινότητα δεν μοιράζονται την ίδια παράδοση — η μία διαφυλάσσει την αποστολική παράδοση, η άλλη την έχει διαστρεβλώσει με αιρέσεις. Η «αποστολική διαδοχή» δεν είναι μια γραμμή που συνδέει δύο διαφορετικούς κλάδους — είναι η ζωντανή κοινωνία με τους Αποστόλους μέσω της ορθής πίστεως, που υπάρχει μόνο στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Κριτική: Η γλώσσα του Valamo είναι η γλώσσα της «θεολογίας των δύο πνευμόνων» — μιας θεολογίας που επιχειρεί να παρουσιάσει τον παπισμό και την Ορθοδοξία ως δύο εκφράσεις της ίδιας Εκκλησίας. Αυτό είναι αίρεση. Η Εκκλησία είναι Μία, και αυτή η Μία Εκκλησία είναι η Ορθόδοξη.

 

8. Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ «ΚΟΙΝΗΣ ΘΕΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ»

Προβληματικό άρθρο: §34-36

Τα άρθρα 34-36 παρουσιάζουν τη Θεία Ευχαριστία ως «πραγματοποίηση της ενότητας της χριστιανικής κοινότητας» και υπονοούν ότι και οι δύο «Εκκλησίες» τελούν έγκυρα το μυστήριο. Αυτό είναι απαράδεκτο. Η Θεία Ευχαριστία τελείται μόνο εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας, υπό Ορθόδοξο επίσκοπο, με Ορθόδοξη πίστη.

Ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος διδάσκει: «Όπου ο επίσκοπος φαίνεται, εκεί και το πλήθος έστω, καθώς όπου Χριστός Ιησούς, εκεί και η καθολική Εκκλησία» (Προς Σμυρναίους, 8). Ο επίσκοπος που δεν είναι εν κοινωνία με την Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι επίσκοπος του Χριστού — είναι ψευδεπίσκοπος. Η Ευχαριστία που τελείται υπό τέτοιον επίσκοπο δεν είναι «Θεία Ευχαριστία» — είναι συνάθροιση αιρετικών.

Κριτική: Η αναγνώριση των παπικών «μυστηρίων» ως έγκυρων οδηγεί αναπόφευκτα στην κοινωνία με αιρετικούς — κάτι που καταδικάζεται από τους Αγίους Αποστόλους, τους Οικουμενικούς Συνόδους και την αδιαίρετη παράδοση της Εκκλησίας.

 

Επίλογος

Το έγγραφο του Valamo (1988) δεν είναι ένα αθώο θεολογικό κείμενο — είναι ένα εργαλείο του οικουμενισμού για την υπονόμευση της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας. Με την ισοπέδωση της Ορθοδοξίας με τον παπισμό, με την αναγνώριση παπικών μυστηρίων, με την αποσιώπηση των αιρέσεων και με την παρουσίαση της παπικής πρωτοκαθεδρίας ως «ζητήματος προς συζήτηση», το έγγραφο προετοιμάζει το έδαφος για μια μελλοντική «ένωση» που δεν θα είναι ένωση στην αλήθεια, αλλά συγχώνευση στο ψεύδος.

Οι Ορθόδοξοι πιστοί οφείλουν να απορρίψουν τέτοια κείμενα και να παραμείνουν πιστοί στην αδιαίρετη παράδοση της Εκκλησίας. Η ενότητα της Εκκλησίας δεν επιτυγχάνεται με διαλόγους που αποσιωπούν την αλήθεια, αλλά με την ομολογία της Ορθόδοξης πίστεως «εις τον αιώνα του αιώνος».

Οι συμμετέχοντες.

Η πλήρης λίστα των συμμετεχόντων (και των δύο πλευρών) δημοσιεύεται στην ιταλική έκδοση του εγγράφου του Valamo στον επίσημο ιστότοπο του Pontificio Consiglio per l'Unità dei Cristiani:
1988 Documento di Valamo — Partecipanti

Επιπλέον, το ανακοινωθέν της 5ης συνόδου (αγγλική έκδοση) επιβεβαιώνει ότι παρευρέθησαν 22 ορθόδοξα μέλη από 14 ορθόδοξες Εκκλησίες, υπό τη συμπροεδρία του Αρχιεπισκόπου Στυλιανού και του Καρδιναλίου Johannes Willebrands

Οικουμενικό Πατριαρχείο :
Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός (συμπρόεδρος της επιτροπής)
Ι. Ζηζιούλας, Μητροπολίτης Περγάμου/

Εκκλησία της Ελλάδος :
Μητροπολίτης Περιστερίου Χρυσόστομος,

Θ. Ζήσης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης


Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΒΑΛΑΑΜ

Από τη στιγμή που η Σύνοδος της Κρήτης δεν αποκήρυξε ή δεν ακύρωσε επίσημα τα κείμενα των διμερών θεολογικών διαλόγων, όπως το Νέο Βαλαάμ, αλλά αντίθετα επικύρωσε θεσμικά τη συνέχισή τους, άφησε ανοιχτή την κερκόπορτα της έμμεσης αποδοχής τους. Στη θεολογική και κανονική παράδοση της Εκκλησίας, η απουσία μιας ρητής συνοδικής καταδίκης αποκλινουσών διατυπώσεων, συνδυασμένα με την επιβράβευση του φορέα που τις παρήγαγε, δεν συνιστά απλή παράλειψη, αλλά εγείρει σοβαρά εκκλησιολογικά ζητήματα. Η θεσμική νομιμοποίηση της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής Διαλόγου καθιστά αδύνατη την αποσύνδεση του φορέα από τα κείμενά του, ενώ η σιωπή απέναντι σε θεωρίες περί «κοινής ρίζας» και αποστολικής διαδοχής ετεροδόξων υπερβαίνει τα όρια της ποιμαντικής οικονομίας. Έτσι, το κενό της πατερικής ακρίβειας και η έλλειψη σαφών ορίων ερμηνεύονται από τους υποστηρικτές των διαλόγων ως σιωπηρή συγκατάθεση. Κατά συνέπεια, η σιωπή αυτή λειτουργεί ως δίαυλος μέσω του οποίου η θεολογική ασάφεια διεισδύει στο σώμα της Εκκλησίας, μετατρέποντας τη σταδιακή ανοχή σε de facto εκκλησιολογική αναγνώριση και διαβρώνοντας την παραδοσιακή ορθόδοξη αυτοσυνειδησία.

 

Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

Β-ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΟΣ ΚΡΗΤΗΣ-ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΜΠΑΡΙ (1987)


β) Το Κείμενο του Μπάρι (1987)

Με τίτλο «Πίστις, μυστήρια και ενότης της Εκκλησίας», το κείμενο αυτό λειτούργησε ως άμεσος προπομπός του Μονάχου, ακολουθώντας την κοινή γραμμή της «Εκκλησιολογίας της Κοινωνίας» (Communion Ecclesiology). Ενώ το Μόναχο όριζε ότι η τοπική Εκκλησία φανερώνεται αυθεντικά όταν τελεί τη Θεία Ευχαριστία, το Μπάρι προχώρησε περαιτέρω, συνδέοντας τα μυστήρια με την ομολογία της πίστης. Διευκρίνισε ότι τα μυστήρια δεν είναι απλές τελετές, αλλά έκφραση της κοινής πίστης της Εκκλησίας, και ότι η μυστηριακή ενότητα (intercommunio) είναι αδύνατη αν δεν προηγηθεί πλήρης ταυτότητα στη δογματική πίστη. Παράλληλα, ανέπτυξε το κοινό υπόβαθρο του Μυστηρίου του Βαπτίσματος, υποστηρίζοντας ότι το κοινό βάπτισμα εισάγει τον πιστό στη μία Εκκλησία.

Η περίοδος 1982–1988 χαρακτηρίστηκε ιστορικά ως η περίοδος της «θεολογικής ευφορίας» στον διάλογο.

Οι Συμμετέχοντες

Ο ονομαστικός κατάλογος των εκπροσώπων του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος στη IV Συνέλευση της Ολομέλειας της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής στο Μπάρι (9–16 Ιουνίου 1987), όπως αποτυπώνεται στο επίσημο τεύχος Service d'Information (No. 64, 1987/II, σσ. 82-83), έχει ως εξής:

Οικουμενικό Πατριαρχείο

  1. Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός (Χαρκιανάκης)
    • Ιδιότητα: Ορθόδοξος Συμπρόεδρος της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου.
  2. Μητροπολίτης Ελβετίας Δαμασκηνός (Παπανδρέου)
    • Ιδιότητα: Διευθυντής του Ορθοδόξου Κέντρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Σαμπεζύ (Γενεύη).
  3. Γεώργιος Δράγας (Πρωτοπρεσβύτερος)
    • Ιδιότητα: Καθηγητής Πατε Started/Πατρολογίας (Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού Βοστώνης) — Σύμβουλος/Εμπειρογνώμονας.

Εκκλησία της Ελλάδος

  1. Μητροπολίτης Περιστερίου Χρυσόστομος (Ζαφείρης)
    • Ιδιότητα: Αρχιερατικός Εκπρόσωπος και επικεφαλής της αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος.
  2. Βλάσιος Φειδάς
    • Ιδιότητα: Καθηγητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών — Τακτικό ακαδημαϊκό μέλος.

Σημείωση: Στη συνεδρίαση αυτή η γραμματεία της ορθόδοξης πλευράς καλυπτόταν από τον τότε Πρωτοπρεσβύτερο Εμμανουήλ Αδαμάκη (νυν Μητροπολίτη Γέροντα Χαλκηδόνος) ως Γραμματέα της Ορθόδοξης Αντιπροσωπείας.

 

Οι πρωτογενείς πηγές και η εξειδικευμένη βιβλιογραφία που καταγράφουν ονομαστικά τους συμμετέχοντες στη Συνέλευση του Μπάρι (1987) είναι οι εξής:

  • «Service d'Information» (Vatican): Το επίσημο δελτίο της Γραμματείας για την Προώθηση της Χριστιανικής Ενότητας (Secretariatus ad Christianorum Unitatem Fovendam), Τεύχος No. 64 (1987/II), το οποίο περιέχει τον πλήρη ονομαστικό κατάλογο (List of Participants) όλων των μελών της Μικτής Επιτροπής στο Μπάρι.
  • «Εκκλησία» (Επίσημον Δελτίον της Εκκλησίας της Ελλάδος): Τεύχος 15-16, Οκτώβριος 1987. Περιλαμβάνει την επίσημη απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου για τον ορισμό των εκπροσώπων, καθώς και την Έκθεση Πεπραγμένων που υπέβαλε ο Μητροπολίτης Περιστερίου Χρυσόστομος.
  • «Episkepsis» (Επίσκεψις): Δεκαπενθήμερο Ενημερωτικό Δελτίο του Ορθοδόξου Κέντρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου (Σαμπεζύ Γενεύης), Τεύχος No. 382 (1987), με αναλυτικά ρεπορτάζ για τη σύνθεση των ορθόδοξων αντιπροσωπειών.
  • Στυλιανός Χαρκιανάκης (Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας): «Ο Θεολογικός Διάλογος Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών: 1980-2000 (Προσωπικές αναμνήσεις και αξιολογήσεις)», Εκδόσεις Δόμος. Ο συμπρόεδρος της Επιτροπής παραθέτει τα μέλη και το παρασκήνιο των συνεδριάσεων του Μπάρι.
  • Βλάσιος Φειδάς: «Ο Θεολογικός Διάλογος Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών (Ιστορική και θεολογική θεώρησις)», Αθήνα. Περιέχει τους καταλόγους των αντιπροσωπειών ανά φάση των διαλόγων.

 

Προβληματικά άρθρα του κειμένου του Μπάρι

 

Πηγη. https://www.christianunity.va/content/unitacristiani/en/dialoghi/sezione-orientale/chiese-ortodosse-di-tradizione-bizantina/commissione-mista-internazionale-per-il-dialogo-teologico-tra-la/documenti-di-dialogo/testo-in-inglese3.html

 

1.      Η «Διαφορά στις Διατυπώσεις» της Πίστεως (Άρθρα 4-10)Τι αναφέρει το κείμενο: Υποστηρίζει ότι η διαφορά στον τρόπο διατύπωσης της πίστεως δεν διασπά απαραίτητα την εκκλησιαστική κοινωνία, εφόσον αναγνωρίζεται η ίδια αποστολική πίστη πίσω από τις διαφορετικές γλωσσικές ή πολιτισμικές εκφράσεις.

  • Η Ένσταση: Θεωρήθηκε ότι αυτό εισάγει μια μορφή δογματικού μινιμαλισμού (μείωση των δογματικών απαιτήσεων). Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι τα δόγματα δεν είναι απλές «διατυπώσεις», αλλά η ακριβής αποτύπωση της αποκαλυφθείσης αλήθειας.

2. Σχετικοποίηση της Πληρότητας της Πίστης και των Μυστηρίων (Άρθρα 26-33)

  • Τι αναφέρει το κείμενο: Συνδέει την τέλεση των μυστηρίων με την αποστολική πίστη, αφήνοντας όμως περιθώρια αναγνώρισης «μυστηριακής εγκυρότητας» ή «αποστολικής διαδοχής» και εκτός των ορίων της Ορθόδοξου Εκκλησίας.
  • Η Ένσταση: Δημιουργεί την εντύπωση ότι η Χάρις των Μυστηρίων μπορεί να υφίσταται αυτόνομα και εκτός της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, παραβιάζοντας την ορθόδοξη εκκλησιολογική αρχή.

3. Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία και Εκκλησιαστική Ταυτότητα (Άρθρα 19-25)

  • Τι αναφέρει το κείμενο: Η τοπική Εκκλησία που τελεί τη Θεία Ευχαριστία αποτελεί φανέρωση της καθολικής Εκκλησίας.
  • Η Ένσταση: Η ευχαριστιακή εκκλησιολογία χρησιμοποιήθηκε καταχρηστικά, ώστε να θεωρηθούν οι ετερόδοξες κοινότητες (π.χ. η Ρωμαιοκαθολική) ως «ελλειμματικές» μεν, αλλά πάντως υπαρκτές «Εκκλησίες», λόγω της διατήρησης της Θείας Ευχαριστίας και των Μυστηρίων.

Βασικοί Άξονες του θεολογικού σχολιασμού

1. Η Κατηγορία της «Θεωρίας των Κλάδων» (Branch Theory)

Το κείμενο προωθεί έμμεσα τη θεωρία ότι η μία αληθινή Εκκλησία έχει διασπαστεί σε «κλάδους» (Ορθόδοξους, Ρωμαιοκαθολικούς) και ότι καμία Εκκλησία δεν κατέχει ολόκληρη την αλήθεια, αλλά μόνο τμήματά της.

2. Η  αποδοχή της θέσης ότι οι αιρετικές αποκλίσεις της Ρώμης (όπως το Filioque, το Πρωτείο, το Αλάθητο, η Άσπιλος Σύλληψη) αποτελούν απλώς «διαφορετικές διατυπώσεις» ή «θεολογούμενα» (θεολογικές γνώμες) συνιστά αλλοίωση της Ορθόδοξης Πίστης.

 

Σχέση Συνόδου της Κρήτης με το κείμενο του Μπάρι

Η Σύνοδος της Κρήτης (2016) και το Κείμενο του Μπάρι (1987) συνδέονται άμεσα ως δύο κομβικά στάδια στον Θεολογικό Διάλογο Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, μοιράζονται την ίδια Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία και υπηρετούν τη δέσμευση για την αποκατάσταση της χριστιανικής ενότητας. Το Κείμενο του Μπάρι θεμελίωσε την αρχή ότι η Εκκλησία υφίσταται ως Τοπική Ευχαριστιακή Κοινότητα υπό τον Επίσκοπο, όπου η Ευχαριστία φανερώνει την πληρότητα της Εκκλησίας του Χριστού, ενώ η Σύνοδος της Κρήτης στο κείμενό της «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν Κόσμον» υιοθετεί την ίδια προσέγγιση, ορίζοντας την ενότητα ως μυστηριακή, ευχαριστιακή και τριαδολογική.

Παράλληλα, ενώ το Κείμενο του Μπάρι παρήχθη από τη Διεθνή Μικτή Επιτροπή Θεολογικού Διαλόγου, η Σύνοδος της Κρήτης προσέφερε την απαραίτητη συνοδική έγκριση και νομιμοποίηση (άρθρα 5, 6, 11-13), επιβεβαιώνοντας ότι η συμμετοχή στους διμερείς διαλόγους αποτελεί επίσημη στάση και καθήκον της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Τέλος, στο πεδίο της Συνοδικότητας και του Πρωτείου, το Μπάρι έθεσε τις βάσεις για τη σύνδεση της συνοδικότητας των επισκόπων με την αυθεντία σε τοπικό, περιφερειακό και οικουμενικό επίπεδο, ενώ η Κρήτη πρόβαλε τη Συνοδικότητα ως το κατεξοχήν ορθόδοξο κριτήριο και μοντέλο για την αποκατάσταση της χριστιανικής ενότητας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.


Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

Α- Οι Θεολογικοί Διάλογοι ως Προϋπόθεση και Πλαίσιο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης (2016)


Έρευνα: πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

ΜΕΡΟΣ -Α

Συνεχίζουμε  να δημοσιεύουμε το δεύτερο μέρος της εργασίας μας  με τους βασικούς σταθμούς των θεολογικών διαλόγων και πως αυτοί επηρέασαν την Σύνοδο της Κρήτης.

Οι σημαντικότεροι από αυτούς τους διαλόγους ήταν τρεις διμερείς και ένας πολυμερής: ο διάλογος με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, με τις Αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες (Προχαλκηδόνιους), με την Αγγλικανική Κοινωνία και η συμμετοχή στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ). Ο τρόπος με τον οποίο οι διάλογοι αυτοί επέδρασαν καθόρισε, σε απόλυτο βαθμό, τη σύνταξη του πλέον πολυσυζητημένου συνοδικού κειμένου: «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον».

Ιδιαίτερη αναφορά θα γίνεται στα άρθρα στα κείμενα-σταθμούς  μέσω της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής από το 1980  Μόναχο 1982, Μπάρι 1987, Μπαλαμάντ 1993, Ραβέννα 2007), καθώς και από τη σφοδρή αντι-οικουμενιστική κριτική που αυτά προκάλεσαν.

2. Ο Διάλογος με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία

Ο επίσημος θεολογικός διάλογος μεταξύ της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας ξεκίνησε το 1980 και αποτελεί τον πλέον πολυσυζητημένο, αλλά και τον πλέον αμφιλεγόμενο διάλογο στην ιστορία της σύγχρονης Οικουμενικής Κίνησης.

2.1. Α' Φάση (1980–1990): Μυστηριολογική και Εκκλησιολογική Σύγκλιση

Στην πρώτη φάση, η Διεθνής Μικτή Επιτροπή επέλεξε να ξεκινήσει από τα θέματα που ενώνουν τις δύο Εκκλησίες και όχι από εκείνα που τις χωρίζουν. Παρήχθησαν τρία κείμενα ιδιαίτερης σημασίας:

α) Το Κείμενο του Μονάχου (1982)
Με τίτλο «Το μυστήριο της Εκκλησίας και της Ευχαριστίας υπό το φως του μυστηρίου της Αγίας Τριάδος», το κείμενο αυτό αποτέλεσε το πρώτο κοινό κείμενο του επίσημου θεολογικού διαλόγου. Η στρατηγική επιλογή ήταν να ξεκινήσει ο διάλογος από τη Μυστηριολογία και την Τριαδολογία, αφήνοντας για αργότερα τα «διαιρούντα» ζητήματα (Πρωτείο, Filioque). Το κείμενο διαρθρώνεται σε τρία βασικά κεφάλαια:

  • Κεφάλαιο Ι: Η Τοπική Εκκλησία και η Θεία Ευχαριστία. Αναλύεται ότι η Εκκλησία δεν είναι ένας αφηρημένος οργανισμός, αλλά υφίσταται ιστορικά ως τοπική Εκκλησία. Κάθε τοπική Εκκλησία που τελεί τη Θεία Ευχαριστία υπό τον επίσκοπο φανερώνει ολόκληρο το Μυστήριο της Εκκλησίας του Χριστού.
  • Κεφάλαιο ΙΙ: Η Ευχαριστιακή Κοινωνία και η Αγία Τριάδα. Η κοινωνία των πιστών μέσω του Σώματος και του Αίματος του Χριστού καθρεφτίζει την κοινωνία των προσώπων της Αγίας Τριάδος. Η Εκκλησία ορίζεται ως εικόνα της Τριαδικής Θεότητας.
  • Κεφάλαιο ΙΙΙ: Η Επίκληση και η Μεταβολή. Εξετάζεται ο ρόλος του Αγίου Πνεύματος (Επίκληση) στη μεταβολή των Τιμίων Δώρων, επισημαίνοντας ότι ολόκληρη η ζωή της Εκκλησίας βρίσκεται σε κατάσταση διαρκούς επίκλησης.

Ηγετική μορφή στην εκπόνηση του κειμένου υπήρξε ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας), ο κορυφαίος Ορθόδοξος θεολόγος του 20ού αιώνα, του οποίου η «Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία» σφράγισε το κείμενο. Ορθόδοξος Συμπρόεδρος της Επιτροπής ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός (Χαρκιανάκης), ενώ από τη ρωμαιοκαθολική πλευρά ο Καρδινάλιος Johannes Willebrands. Συμμετείχαν, επίσης, εκπρόσωποι από όλα τα πρεσβυγενή και νεότερα Πατριαρχεία, καθώς και από τις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες.

Την Εκκλησία της Ελλάδος εκπροσώπησαν και υπέγραψαν οι:

  • Ο Μητροπολίτης Περιστερίου κ. Χρυσόστομος (Ζαφείρης): Επίσημος εκπρόσωπος και επικεφαλής της αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος στον διάλογο με τους Ρωμαιοκαθολικούς.
  • Ο Καθηγητής Μέγας Φαράντος: Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, θεολογικός σύμβουλος και εκπρόσωπος της Εκκλησίας της Ελλάδος.
  • (πηγη: Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΩΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΩΝ ΔΙΑΛΟΓΩΝ ΣΗΜΕΡΑ του Σεβ. Μητροπολίτου Αττικής κ. Παντελεήμονος)

Παρά τις μετέχουσες αντιρρήσεις μεμονωμένων θεολόγων και μοναστικών κύκλων, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος αποδέχθηκε τη συμμετοχή της αντιπροσωπείας της και το κείμενο εντάχθηκε στη θεολογική βάση των επόμενων φάσεων του διαλόγου.

Σε  δημοσίευση του καθηγητή Ν.Ματσούκα με τίτλο «Η ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΟ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟ ΔΙΑΛΟΓΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΜΕ ΤΗ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ» γράφονται για το κείμενο του Μονάχου  τα παρακάτω:

«Το πρώτο θεολογικό κείμενο του Διαλόγου υπήρξε καρπός της Β΄ Γενικής Συνέλευσης της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής που συνήλθε στο Μόναχο από 30 Ιουνίου έως 6 Ιουλίου 1982 και είχε ως θέμα «Το μυστήριο της Εκκλησίας και της Ευχαριστίας υπό το φώς του μυστηρίου της Αγίας Τριάδος»3 . Το κείμενο αυτό προβάλλοντας την ενότητα μεταξύ τοπικής και καθολικής Εκκλησίας με βάση την ευχαριστιακή Εκκλησιολογία της αρχαίας και αδιαίρετης Εκκλησίας που άρχισε, ως γνωστόν, να βρίσκει πρόσφορο έδαφος και στη ρωμαιοκαθολική θεολογία ιδιαίτερα μετά τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού4 , αναφέρεται μεταξύ των άλλων και στην αποστολικότητα της Εκκλησίας που αποτελεί ουσιώδες συστατικό γνώρισμα της φύσεώς της.

Η Εκκλησία, όπως τονίζεται, είναι αποστολική, γιατί το μυστήριο της σωτηρίας, που αποκαλύφθηκε εν Ιησού Χριστώ και διενεργείται αδιάκοπα, παραδόθηκε σ’ αυτήν εν αγ. Πνεύματι από τους αποστόλους που αποτελούν τους αδιάψευστους μάρτυρες αυτού του μυστηρίου. Γι’ αυτό άλλωστε και τα μέλη της θα κριθούν κατά την έσχατη ημέρα από το Χριστό και τους αποστόλους . Επειδή δε βασικό στοιχείο της αποστολικής παραδόσεως, με το οποίο διενεργείται μέσα στην Εκκλησία το μυστήριο της σωτηρίας, αποτελεί η τέλεση της θείας Ευχαριστίας, η αποστολικότητα της Εκκλησίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη θεία Ευχαριστία. Όπως οι απόστολοι ήταν συνηγμένοι περί τον Χριστό και συνιστούσαν την Εκκλησία, έτσι και κάθε ευχαριστιακή σύναξη περί τον επίσκοπο συνιστά πραγματικά την Εκκλησία του Θεού, το Σώμα του Χριστού, που βρίσκεται σε κοινωνία με την πρώτη κοινότητα των μαθητών, καθώς και με όλες τις κοινότητες που τελούν ή έχουν τελέσει το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας6 . Έτσι η κοινωνία που υπάρχει μεταξύ του επισκόπου και της τοπικής εκκλησιαστικής κοινότητος έχει τη θέση της μέσα στην κοινωνία που υπήρχε στην αποστολική κοινότητα7 . Γι’ αυτό ακριβώς στην αρχαία εκκλησιαστική παράδοση, που μαρτυρείται ήδη στην «Αποστολική παράδοση» του Ιππολύτου, ο λαός που εκλέγει τον επίσκοπο μιας τοπικής Εκκλησίας είναι ο εγγυητής της αποστολικής πίστεως του επισκόπου του, όπως αυτή αποτυπώνεται στην ομολογία της τοπικής Εκκλησίας. ταυτόχρονα όμως και ο επίσκοπος δια της χειροτονίας του γίνεται εγγυητής και μάρτυρας της αποστολικότητας της τοπικής Εκκλησίας του8 και ως εκ τούτου είναι υπεύθυνος για τη διατήρηση της πιστότητας της Εκκλησίας του στην αποστολική παράδοση Μέσα στα πλαίσια αυτά κατανοείται και η σημασία της αποστολικής διαδοχής που η σπουδαιότητα και οι εκκλησιολογικές συνέπειές της εξαίρονται ιδιαζόντως στο κείμενο του Μονάχου. Η έννοια της αποστολικής διαδοχής συνίσταται σύμφωνα με το κείμενο στο γεγονός ότι ο επίσκοπος λαμβάνει τη δωρεά της επισκοπικής χάριτος κατά το μυστήριο της χειροτονίας του που τελείται από επισκόπους που έλαβαν και οι ίδιοι τη δωρεά αυτή, χάρις στην ύπαρξη μιας αδιάκοπης διαδοχής των επισκοπικών χειροτονιών, αρχής γενομένης από τους αποστόλους. Με το μυστήριο της χειροτονίας το Άγ. Πνεύμα παρέχει στον επίσκοπο όχι νομικά, σαν να πρόκειται για απλή μεταβίβαση εξουσίας, αλλά μυστηριακά, την εξουσία του λειτουργού που ο ίδιος ο Υιός έλαβε εκ του Πατρός και την οποία δέχθηκε ως άνθρωπος . Με άλλα λόγια το λειτούργημα του επισκόπου ως χάρισμα απορρέει αμέσως εκ του Αγ. Πνεύματος και παρέχεται στον εκλεγέντα δια της επιθέσεως των χειρών των ομόρων επισκόπων επί τη βάσει της αποστολικότητας της Εκκλησίας του, καθώς και της αποστολικότητας των άλλων τοπικών Εκκλησιών δια μέσου των επισκόπων τους, που είναι κι’ αυτοί μάρτυρες της αποστολικής πίστης της Εκκλησίας τους . Με την έννοια αυτή η αποστολική διαδοχή είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή μεταβίβαση εξουσιών. Αποτελεί διαδοχή μάρτυρος της αποστολικής πίστεως εντός του πλαισίου της τοπικής Εκκλησίας που βρίσκεται σε κοινωνία με τις άλλες Εκκλησίες που μαρτυρούν κι’ αυτές την ίδια αποστολική πίστη. Για το λόγο αυτό, όπως τονίζεται στο κείμενο, η επισκοπική «καθέδρα» έχει κεφαλαιώδη σημασία για την εισδοχή του επισκόπου στο κέντρο της αποστολικής κοινωνίας . Αυτή δε η αναγωγή του κάθε επισκόπου στην αποστολική κοινωνία συνδέει το σύνολο των επισκόπων που διακονούν τις τοπικές Εκκλησίες με το σύνολο των αποστόλων. Όπως οι απόστολοι, έτσι και οι επίσκοποι συγκροτούν σύλλογο που έχει τις ρίζες του δια του Αγ. Πνεύματος στο «εφάπαξ» της αποστολικής ομάδος που αποτελεί το μοναδικό μάρτυρα της πίστεως. Αυτό σημαίνει ότι, όπως οι απόστολοι, έτσι και οι επίσκοποι οφείλουν να είναι ενωμένοι μεταξύ τους δια της πίστεως, της αγάπης, της αποστολής, της καταλλαγής και να συμμετέχουν στην αυτή ευθύνη και την αυτή διακονία της Εκκλησίας. Οι βασικές αρχές και προϋποθέσεις της αποστολικότητας της Εκκλησίας, όπως διατυπώνονται ήδη στο κείμενο του Μονάχου, αποτελούν τη βάση για την περαιτέρω ανάπτυξη και επεξεργασία τους στα επόμενα κείμενα του Θεολογικού Διαλόγου.

Θεολογικός σχολιασμός

  1. Αποσύνδεση Αποστολικής Διαδοχής από την Ορθότητα της Πίστεως (Δόγμα)

Το κείμενο  παρουσιάζει την Αποστολική Διαδοχή ως μια μυστηριακή/λειτουργική συνέχεια («αδιάκοπη διαδοχή των επισκοπικών χειροτονιών») και μια αόριστη «μαρτυρία πίστεως». Για την Πατερική Ορθοδοξία, η Αποστολική Διαδοχή δεν είναι μηχανική ή τελετουργική, αλλά υπαρκτική και δογματική. Όταν ένας επίσκοπος ή μια τοπική κοινότητα εκπέσει στην αίρεση (π.χ. Filioque, παπικό πρωτείο/αλάθητο, κτιστή Χάρη), χάνει αυτόματα την Αποστολική Διαδοχή, διότι η διαδοχή είναι πρώτιστα «διαδοχή διδασκαλίας και φρονήματος» (Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος).

Το κείμενο ότι αναγνωρίζει «αποστολικότητα» και «χάρη» σε επισκόπους που δεν ομολογούν την Αποστολική Πίστη στην πληρότητά της.

2.  Στο κείμενο γράφονται: «Όπως οι απόστολοι... έτσι και κάθε ευχαριστιακή σύναξη περί τον επίσκοπο συνιστά πραγματικά την Εκκλησία του Θεού». Εδώ επιχειρείται η λεγόμενη «Θεωρία των Ατελών Εκκλησιών» ή «Βαπτισματική/Ευχαριστιακή Θεολογία».

Δεν υπάρχει έγκυρη Ευχαριστία εκτός της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Η τέλεση ενός μυστηρίου από αιρετικούς ή σχισματικούς δεν συνιστά «Εκκλησία του Θεού». Το κείμενο τεχνηέντως απομονώνει το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας από το συνολικό Πατερικό Ήθος και τη Δογματική Ακρίβεια. Το να αποδέχεσαι ότι η ευχαριστιακή σύναξη των Λατίνων συνιστά «πραγματικά το Σώμα του Χριστού» σημαίνει ότι αποδέχεσαι εκ των προτέρων τη μυστηριακή τους εγκυρότητα, καταργώντας την ανάγκη επιστροφής τους στην Ορθοδοξία.

3.  Αναφέρει ότι οι επίσκοποι συγκροτούν «σύλλογο» συνδεδεμένο με το «εφάπαξ» των Αποστόλων και ότι βρίσκονται σε κοινωνία με άλλες τοπικές Εκκλησίες. Όμως  ο «Σύλλογος των Επισκόπων» της Ρωμαϊκής Εκκλησίας δεν συμμετέχει στην ίδια αποστολική διακονία, διότι υποτάσσεται στο Παπικό Πρωτείο δικαιοδοσίας (το οποίο το κείμενο του Μονάχου προσπερνά τεχνηέντως για να το διαπραγματευτεί αργότερα).

 Ο διάλογος ξεκινά από τα «κοινά» σημεία (Ευχαριστία, Επίσκοπος) για να επιβληθεί η ιδέα ότι είμαστε ήδη «αδελφές Εκκλησίες» με ελλείψεις, παρά το ότι υπάρχει αγέφυρο δογματικό χάσμα.

4.         Σύμφωνα με το κείμενο ο λαός «εκλέγει τον επίσκοπο» και είναι «εγγυητής της αποστολικής πίστεως του επισκόπου του». Στη δυτική/ρωμαιοκαθολική πρακτική, ο λαός ουδέποτε εκλέγει τον επίσκοπο (διορίζεται απευθείας από το Βατικανό/Πάπα). Η αναφορά αυτή είναι θεωρητικό πυροτέχνημα για να φανεί ορθοδόξως αρεστό το κείμενο. Στην Ορθοδοξία (Εγκύκλιος Πατριαρχών Ανατολής 1848), ο λαός είναι πράγματι ο φύλακας της Πίστεως. Όμως, αν ένας επίσκοπος συμπράττει ή κοινωνεί με αιρετικούς επισκόπους (μέσω της αποδοχής του κειμένου του Μονάχου), ο λαός οφείλει να διακόψει την κοινωνία μαζί του (Αποτειχισμός / Κανόνας 15ης Πρωτοδευτέρας Συνόδου) και όχι να «εγγυάται» τυφλά μια νόθα αποστολικότητα.

 

Το κείμενο του Μονάχου και η Σύνοδος της Κρήτης.

Το Κείμενο του Μονάχου (1982) επηρέασε καταλυτικά, δομικά και ιδεολογικά την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Κρήτη (Κολυμπάρι, 2016). Αποτέλεσε το «θεολογικό υπόβαθρο» πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η διαμόρφωση των συνοδικών αποφάσεων για τις σχέσεις της Ορθοδοξίας με τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο.

Το Κείμενο του Μονάχου (1982) λειτούργησε ως το εργαστήριο όπου δοκιμάστηκε η νέα ορθόδοξη-οικουμενική γλώσσα. Η Σύνοδος της Κρήτης (2016) ήταν το τελικό βήμα, όπου αυτή η γλώσσα επιχειρήθηκε να περάσει από το επίπεδο των «θεολογικών επιτροπών» στο επίπεδο της συνοδικής αυθεντίας της Εκκλησίας, προκαλώντας τη μεγαλύτερη εκκλησιολογική κρίση στον Ορθόδοξο κόσμο τα τελευταία χρόνια.

Η επίδραση αυτή διακρίνεται σε δύο επίπεδα: στο περιεχόμενο των αποφάσεων της Συνόδου και στις αντιδράσεις/σχίσματα που προκλήθηκαν εξαιτίας του.

1. Το κείμενο του Μονάχου εισήγαγε στον διορθόδοξο θεολογικό διάλογο την έννοια της «Ευχαριστιακής/Βαπτισματικής Εκκλησιολογίας».

Στην Κρήτη, το προσυνοδικό κείμενο που ψηφίστηκε με τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» υιοθέτησε αυτή ακριβώς τη γραμμή:

Αναγνώριση της ιστορικής ονομασίας «Εκκλησία» στους Ετεροδόξους: Στην παράγραφο 6 του κειμένου της Κρήτης αναφέρεται ότι «η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν των μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ' αυτής άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών». Η θεμελίωση αυτής της παραδοχής στηρίχθηκε απευθείας στη λογική του Μονάχου (1982), ότι δηλαδή όπου υπάρχει Βάπτισμα ή Ευχαριστιακή κατασκευή, υφίσταται κάποιου βαθμού «εκκλησιαστικότητα».

Νομιμοποίηση των Θεολογικών Διαλόγων: Η Σύνοδος της Κρήτης επικύρωσε και σφράγισε θεσμικά όλους τους Θεολογικούς Διαλόγους των τελευταίων δεκαετιών (παράγραφος 11), θέτοντας το Κείμενο του Μονάχου (καθώς και τα μεταγενέστερα του Μπάρι, του Μπαλαμάντ και της Ραβέννας) ως επίσημη παρακαταθήκη και βάση της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας έναντι των Ρωμαιοκαθολικών.

2. Οι Θεολογικές Συνέπειες στην Κρήτη

Για την παραδοσιακή/αυστηρή ορθόδοξη θεολογία, η επίδραση του Μονάχου στην Κρήτη ήταν μια «δογματική διολίσθηση». Η Πατερική θεώρηση ορίζει ότι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία ταυτίζεται απόλυτα και αποκλειστικά μόνο με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Η επιρροή του Μονάχου επέτρεψε στη Σύνοδο της Κρήτης να χρησιμοποιήσει μια αμφίσημη γλωσσική διατύπωση, αφήνοντας περιθώρια να θεωρηθεί ότι εκτός της Ορθοδοξίας υπάρχουν «άλλες Εκκλησίες» με έγκυρα μυστήρια.

 Το Μόναχο είχε θέσει τις βάσεις ότι το Βάπτισμα δημιουργεί μια αόρατη ενότητα μεταξύ των χριστιανών. Η Σύνοδος της Κρήτης, επικυρώνοντας τις αποφάσεις των Διαλόγων, αποδέχθηκε έμμεσα ότι το κοινό Βάπτισμα αποτελεί τη βάση για την αναζήτηση της ενότητας, παρακάμπτοντας την ανάγκη πλήρους δογματικής ταύτισης (Filioque, Πρωτείο κ.λπ.) πριν την εκκλησιολογική αναγνώριση.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ….


Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Ιστορική διερεύνηση των λόγων του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού «Τον Πάπα να καταράσθε»



Έρευνα:πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

 

Εισαγωγικά

Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός (1714–1779) είναι μια από τις πλέον λαοφιλείς μορφές της νεότερης Ορθοδοξίας. Η διδασκαλία του, όπως διασώζεται στις Διδαχές του, χαρακτηρίζεται από ποιμαντική μέριμνα, ορθόδοξη ευσέβεια και πατριωτικό φρόνημα. Παράλληλα, όμως, κυκλοφορούν πλήθος «προφητειών» που του αποδίδονται, οι οποίες —όπως επισημαίνει ο καθηγητής του ΑΠΘ Στέργιος Σάκκος— χρήζουν διαχωρισμού από την αυθεντική διδασκαλία του.

Η ρήση «Τον Πάπα να καταράσθε» εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο αμφισβήτησης. Αν και ευρέως διαδεδομένη σε λαϊκά αναγνώσματα και διαδικτυακές πηγές, η ιστορική της τεκμηρίωση παραμένει ελλιπής.

Το παρόν άρθρο εξετάζει την ιστορική τεκμηρίωση και τη φιλολογική γνησιότητα της ρήσης, αναλύοντας τα διαθέσιμα χειρόγραφα, την παράδοση των εκδόσεων και τη στάση της σύγχρονης θεολογικής έρευνας.

Οι Πηγές: Χειρόγραφα και Εκδόσεις

Η έκδοση του Ιωάννη Μενούνου

Η κριτική έκδοση των Διδαχών του Αγίου Κοσμά από τον Ιωάννη Μενούνο, η οποία αποτελεί σημείο αναφοράς για τη φιλολογική έρευνα, δεν περιλαμβάνει τις ομιλίες όπου εμφανίζεται η φράση περί Πάπα και Αντιχρίστου.  Αυτό από μόνο του δεν αποδεικνύει τη νοθεία, αλλά εγείρει εύλογα ερωτήματα για την προέλευση των εν λόγω αποσπασμάτων.

Τα χειρόγραφα της Θεσσαλονίκης

Σύμφωνα με την έρευνα που παρουσιάστηκε στο Συνέδριο για τον Άγιο Κοσμά (Ιερά Μονή Βλατάδων, 2014) από τον π. Ειρηναίο Δεληδήμο, υπάρχουν τουλάχιστον δύο σημαντικά χειρόγραφα:

  • Χειρόγραφο 1808: Αντιγραμμένο από τον Δημήτριο Χρήστο εξ Αργυροκάστρου «εν τω δεσμωτηρίω». Σε αυτό, η ομιλία του Αγίου αναφέρει τον Αντίχριστο ως «αυτόν που έχουμε στο κεφάλι μας», χωρίς να ονοματίζεται ο Πάπας.
  • Χειρόγραφο 1824: Σε κώδικα περί Αγιογραφίας, προστίθεται η φράση «Ο Αντίχριστος είναι οι εξής δύο», μεταξύ των οποίων και ο Πάπας.

Η προσθήκη στο Πηδάλιο

Η σύνδεση του Πάπα με τον Αντίχριστο δεν προέρχεται απευθείας από τον Άγιο Κοσμά, αλλά εισήχθη —σύμφωνα με την ίδια έρευνα— από τον Θεοδώρητο τον εξ Ιωαννίνων, ο οποίος κατά την επιμέλεια της πρώτης έκδοσης του Πηδαλίου του Αγίου Νικοδήμου (περί το 1800) πρόσθεσε τη θεωρία περί δύο Αντιχρίστων.

Η προσθήκη αυτή προκάλεσε την αντίδραση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το οποίο ζήτησε τη διαγραφή της με έγκυκλιο.

Από το βιβλίο «ΕΥΘΥΜΙΑΣ ΜΟΝΑΧΗΣ «ΟΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ»

Στο βιβλίο της μοναχής Ευθυμίας ΟΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ (Εκδόσεις Ι. ΜΟΝΗΣ ΑΓ. ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ, ΑΘΗΝΑΙ, 2004) αναφέρονται τρείς συλλογές τωνβ προφητειών του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού.

1.Συλλογή Αλβανικού χειρογράφου με 72 προφητείες (θα γράφεται ως Αλ).Το αλβανικό χειρόγραφο είναι χωρισμένο σε τέσσερα μέρη α,β,γ,δ. Ανακαλύφθηκε το 1941 στο Αλβανικό  χωριό Προγονάτι σε ένα σπίτι. Στο συγκεκριμένο χωριό είχε εγκατασταθεί ένα τηλεγραφικό συνεργείο .Στο συνεργείο αυτό υπηρετούσαν ο έφεδρος ανθυπολοχαγός Νίκος Τσακαλώτος, δάσκαλος από το χωριό Μάσστρου Μεσολογγίου  και  Θωμάς Αναστασίου, δεκανέας, σπουδασμένος στο άλλοτε εθνικό φυτώριο της Σχολής Βελλάς, βορειοηπειρωτικής καταγωγής,  δάσκαλος και αυτός. Ο νοικοκύρης του σπιτιού ήταν ένας μωαμεθανός Αλβανός από το Προγονάτι, που λεγόταν Φεράτ Ζώλης. Το συνεργείο έμεινε αρκετό χρονικό διάστημα στο σπίτι αυτό.

Ένα βράδυ στις 5 Φεβρουαρίου του 1941, μέσα στο φτωχόσπιτο, τους τράβηξε την προσοχή κάποιος χοντρός βιβλιοδετημένος τόμος. Επρόκειτο για το Κοράνιο. Είχε δίστηλες σελίδες — και όπως τους εξήγησε ο Αλβανός κάτοχός του — στις αριστερές στήλες ήταν γραμμένο το Κοράνιο σε παλιά τουρκική γλώσσα, και στις δεξιές η αντίστοιχη μετάφραση στην αλβανική γλώσσα.

Στα τελευταία παράφυλλα του τόμου ήταν γραμμένες με μολύβι κάποιες σημειώσεις. Υπήρχε παλιά τέτοια συνήθεια. Το κείμενο αυτό ήταν χωρισμένο σε εβδομήντα δύο αριθμημένες παραγράφους και, καθώς τους πληροφόρησε ο κάτοχος του Κορανίου, ήταν προφητείες «του Τζιομπάν Μπαμπά-Κοσμά» (= του Μεγάλου Αφέντη Κοσμά).

Ο Ανθυπολοχαγός Τσακαλώζος τράβηξε από το αρχείο του μερικά έντυπα της υπηρεσίας του και στο λευκό χώρο τους κατέγραψε όλες εκείνες τις προφητείες, όπως τις μετέφρασε, από υπαγόρευση του νοικοκύρη, ο αλβανομαθής Δεκανέας Αναστασίου.

Ο Τσακαλώζος κράτησε το πολύτιμο αυτό χειρόγραφό του, ως το πιο συγκινητικό ενθύμιό του, από την συμμετοχή του στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-41. Αργότερα ανακοίνωσε την ιστορία του πολύτιμου κειμένου του στον Κ. Σ. Κώνστα, φιλόλογο-συγγραφέα (1911-1987), ο οποίος δημοσίευσε τις προφητείες αυτές στο περιοδικό «Ηπειρωτική Εστία» Ιωαννίνων το 1956 (τεύχη 51-53), σελ. 678-682.

Ο Κώνστας, χωρίς να αλλάξει τίποτε από το χειρόγραφο του Τσακαλώζου, άλλαξε μόνο την σειρά, διότι προτίμησε να κάνει κατά περιεχόμενο την ταξινόμηση, σύμφωνα με την κρίση του, δίδοντας σε κάθε ταξινομημένη ομάδα προφητειών, την αρίθμηση.

2.Συλλογή Καλυβόπουλου με 61 προφητείες (θα γράφεται ως Καλ και ο αριθμός της προφητείας). Η συλλογή εκδόθηκε το 1936  στην Αθήνα στο περιοδικό «Η βόρεια Ήπειρος».

3.Συλλογή Καντιώτη με 122 προφητείες (θα γράφεται ως Καντ και ο αριθμός της προφητείας).Η συλλογή είχε καταχωρηθεί στο βιβλίο του «Κοσμάς ο Αιτωλός « όταν ήταν ακόμα Αρχιμανδρίτης.

Γράφονται τα εξής.

«Η προφητεία 41 Καντιώτη – 47 Καλ, της οποίας την επαλήθευση είδαμε σε διάφορα ιστορικά γεγονότα φυσιολογικά, μας οδηγεί στην εξέταση μιας άλλης προφητείας του αγίου Κοσμά: «Τον Πάπα να τον καταριέστε, γιατί αυτός θα είναι αίτιος του χαλασμού του τόπου» [6(δ) Αλβ].

«Τον Πάπαν να καταράσθε, διότι αυτός θα είναι η αιτία» (90 Καντ).

Εδώ βλέπομε πως πρόκειται για μια προφητεία με δύο παραλλαγές.

Η 6(δ) Αλβ είναι ολοκληρωμένη προφητεία. Η 90 Καντ έχει ανάγκη να συμπληρωθεί νοηματικά από την 6(δ) Αλβ.

Η 90 Καντ λέγει πως ο Πάπας θα είναι η αιτία, χωρίς να αναφέρει ποιου πράγματος αιτία θα είναι.

Η λέξι «καταράσθε» φανερώνει ότι θα είναι αιτία κακού.

Η προφητεία 6(δ) Αλβ προχωρεί περισσότερο: «αίτιος του χαλασμού του τόπου».

Άρα συμπληρώνεται το κενό της 90 Καντ, με την 6(δ) Αλβ. Το κακό είναι ο χαλασμός του τόπου.

Η προφητεία δεν κάνει συγκεκριμένο τον τόπο. Οπωσδήποτε όμως πρόκειται για τον ελληνικό χώρο, στον οποίον απευθύνονται οι περισσότερες προφητείες.

Λέγοντας «τόπο» δεν διευκρινίζει αν πρόκειται για τόπο-χώρο εθνικό ή εκκλησιαστικό-θρησκευτικό.

Δεδομένου όμως ότι μέχρι σήμερα υπ0άρχει έστω τυπική, εξωτερική ενότης μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, νομίζω ότι συμπεριλαμβάνει και τα δύο, διότι εάν γίνη «χαλασμός» στον εκκλησιαστικό χώρο, θα ακολουθήση και ο εθνικός. Αυτό έχει αποδείξει η ιστορία της Ρωμιοσυνης.

Η πίστη συνέχει τον λαό μας και συγκρατεί την εθνικότητά μας.

Αλλά γιατί ο άγιος Κοσμάς είναι τόσο ακάθεκτος εναντίον του Πάπα, ώστε να μας δίδει εντολή να καταριώμαστε αυτόν;

Είναι πολύ χαρακτηριστική μια άλλη προφητεία του αγίου Κοσμά για τον Πάπα, που είναι ενταγμένη μέσα στην Η’ Διδαχή του:

«Ο Αντίχριστος είναι· ο ένας είναι ο Πάπας και ο έτερος είναι αυτός οπού είναι εις το κεφάλι μας, χωρίς να ειπώ το όνομά του το καταλαβαίνετε40, μα λυπηρόν είναι να σας το ειπώ, διότι αυτοί οι αντίχριστοι είναι εις την απώλειαν, καθώς το έχουν…».

Ο άγιος αποκαλεί τον Πάπα αντίχριστο, καθώς και τον Μωάμεθ, όχι με την έννοια του Αντιχρίστου των εσχάτων χρόνων, αλλά ως ένα «τύπο» του Αντιχρίστου.

Για τον Αντίχριστο υπάρχουν διάφορες προφητείες στην Αγία Γραφή. Είναι πολύ γνωστή η προφητεία του αγίου Ευαγγελιστού Ιωάννου στην Αποκάλυψι για την δράσι του Αντιχρίστου. Ο απόστολος Παύλος στην Β’ Θεσσ. β’, προφητεύει για τον Αντίχριστο και την εποχή του.

Λέγει πως θα ωριμάσει η ανομία και ύστερα θα έρθη ο Αντίχριστος. Γιατί η ανομία θα είναι το κλίμα μέσα στο οποίο θα ευδοκιμήση το φυτό τούτο της ανομίας. Γι’ αυτό τον αποκαλεί άνομο (στ. 8). Θα προηγηθεί η αποστασία (στ. 3) πολλών χριστιανών από την Ορθόδοξη πίστη τους και από τον νόμο του Θεού. Θα ακολουθήσουν αντίθετα ρεύματα και συστήματα. Παγκοσμιοποίηση ώστε να υπάρξει εύκρατο κλίμα για την δράσι του Αντιχρίστου.

Ο απόστολος Παύλος μας δίδει τα χαρακτηριστικά του: αντικείμενος και υπεραιρόμενος εναντίον του Θεού, αλλά και κάθε θρησκείας (στ. 4).

Θα αυτοθεοποιηθή και θα ενθρονιστή στον ναό του Σολομώντος, ώστε να αποδείξει ότι είναι ο Θεός (στ. 4), ο αναμενόμενος «Μεσσίας» και να προσκυνηθή από τους ανθρώπους.

Για να κατανοήσωμε την προφητεία της Η’ Διδαχής του αγίου Κοσμά, πρέπει να δούμε ποιες ομοιότητες παρουσιάζει ο Πάπας προς τα χαρακτηριστικά του Αντιχρίστου, που μας δίδει ο απόστολος Παύλος.

Ο Πάπας κατώρθωσε με διαφόρους τρόπους, να αποδεχθή ο παπισμός την αίρεσι (πλην των άλλων) του Πρωτείου και του αλαθήτου του και να τα δογματίσουν οι Βατικάνιες Σύνοδοι (δύο), οι οποίες μεταξύ των άλλων διετύπωσαν τα εξής:

«Ο Πάπας… είναι ανθρώπινος Θεός… η δε εξουσία του είναι απεριόριστη… (η οποία), εκτείνεται στα ουράνια, τα γήινα και τα καταχθόνια…

Ο Πάπας είναι αλάθητος όπως ο Θεός και έχει τη δύναμη να κάνει καθετί που ο Θεός κάνει. Να πράξει καθετί που του είναι αρεστό…

Τοποτηρητής του Θεού

Να έχει αντιρρήσεις έναντι των αποστόλων και των εντολών που οι απόστολοι μετέδωσαν. Έχει το δικαίωμα και την εξουσία να διορθώνει καθετί, το οποίο θεωρεί αναγκαίο μέσα στην Καινή Διαθήκη, δύναται να μεταβάλλει τα ίδια τα Μυστήρια που έχουν οριστεί και θεσπιστεί από τον Ιησού Χριστό46. Ο Πάπας είναι πιο ψηλά απ’ όλους τους νόμους47. Αν ο Πάπας αποφασίσει ενάντια στην κρίση του Θεού τότε η κρίση του Θεού πρέπει να διορθωθή και να μεταβληθή48.

Ο Πάπας είναι το φως της αλήθειας και ανταύγειά της.. Ο Πάπας είναι το παν επί πάντων και πάντα δύναται...».

Ρίχνοντας μια ματιά στο κείμενο της Β’ Θεσσ. β’ και στο κείμενό του βλέπομε κοινά χαρακτηριστικά Αντιχρίστου-Πάπα:

Αυτοθεοποίησι: ενθρόνισι του αντιχρίστου στον ναό του Σολομώντος, ενθρόνισι του Πάπα στο Βατικανό.

Αντί Χριστού (Μεσσίου) αποδοχή του Αντιχρίστου από τους ανθρώπους και προσκύνησί του.

Αντί Χριστού αποδοχή του Πάπα από τους παπικούς.

Οικειοποίησι ιδιοτήτων του Θεού και της θεότητός Του από τον Αντίχριστο. _ Το ίδιο κάνει ο ο Πάπας.

Αντικείμενος ο Αντίχριστος προς τον Χριστό. Αντικείμενος ο Πάπας προς τον Χριστό: Διορθώνει Μυστήρια, Κ. Διαθήκη, Αποστόλους.

Υπεραιρόμενος ο Αντίχριστος.

Υπεραιρόμενος ο Πάπας.

Αδιαφορεί για την κρίσι του Θεού ο Αντίχριστος _ Αδιαφορεί γαι την κρίσι του Θεού ο Πάπας. Πρέπει ο Θεός να διορθώση την κρίσι Του, αν είναι αντίθετη, από την κρίσι του Πάπα!

Κι αν επιμείνωμε, θα δούμε πλείστες άλλες ομοιότητες των δύο.

Ο άγιος Κοσμάς έζησε πριν από την Α’ Βατικανή Σύνοδο, η οποία εψήφισε τις πιο μεγάλες πλάνες και αιρέσεις του παπισμού.

Πλην της ιστορίας του μέχρι τότε παπισμού, που γνώριζε καλά ο Άγιος, το προφητικό του μάτι με πόνο ατένισε και τις χειρότερες πλάνες. Τελειώνει την προφητεία του με την απώλεια του Πάπα, καθώς και ο απόστολος Παύλος τελειώνει την του προφητεία για τον Αντίχριστο με την απώλεια του Αντιχρίστου, «ον ο Κύριος αναλώσει τω πνεύματι του στόματος αυτού και καταργήσει τη επιφανεία της παρουσίας αυτού» (Β’ Θεσσ. β’ 8).

Είναι χαρακτηριστική μία σχετική διδασκαλία του αγίου Κοσμά, που βρίσκεται στη Γ’ διδαχή του:

«Ο Θεός… έφερε τον Τούρκον και του το έδωσε [το βασίλειον] δια το ιδικόν μας καλόν και το έχει ο Τούρκος τριακοσίους είκοσι χρόνους. Και διατί έφερεν ο Θεός τον Τούρκον και δεν έφερεν άλλον γένος;… Διότι τα άλλα έθνη [εννοεί τα Δυτικά, τα κρατούμενα υπό την αίρεσι του Πάπα] θα μας έβλαπταν εις την πίστιν».

Και συνεχίζει πως ο Τούρκος θέλει χρήματα, δόστα και σε αφήνει ήσυχο.

Ο λόγος αυτός που είπε ο Κοσμάς είναι παράλληλος προς τους λόγους που είπε ο μέγας δουξ Λουκάς Νοταράς προς τον αυτοκράτορα τις παραμονές της Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως:

«Κρειττότερον εστίν ειδέναι εν μέση πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν λατινικήν».

Τον λόγον τούτον ερμηνεύουν οι πιο πάνω λόγοι του αγίου Κοσμά· «διότι τα άλλα έθνη θα μας έβλαπταν στην πίστι».

Ο άγιος Κοσμάς γνωρίζει καλά την Ιστορία. Ξέρει πως δια την καθυπόταξι της Ορθοδοξίας στις αιρέσεις του παπισμού, ο Πάπας έχει κάνει πεισμώδη μάχη και δια διωγμών των Ορθοδόξων εις κρατούμενα από «λατίνους» ελληνικά εδάφη. Τον μεγαλύτερο πόλεμο, τους χειρότερους διωγμούς είχαν τα νησιά. Η Κρήτη εδεινοπάθησε στην αντίσταση εναντίον του εκκαθολικισμού. Τα Επτάνησα δέχτηκαν πολλές πιέσεις. Αλλ’ όταν είδε ο Πάπας ότι δεν κερδίζει πολλά δια των πιέσεων, χρησιμοποίησε δόλο. Ωργάνωσε ιεραποστολικά τάγματα μοναχών «προς διάδοσιν της πίστεως» και εδημιούργησαν πολλά σχολεία. Αυτός ήταν ο πιο μεγάλος κίνδυνος. Εκεί εδιδάσκοντο μαζί με τα άλλα μαθήματα και οι πλάνες των Λατίνων. Έτσι ο Πάπας σ’ αυτόν τον τομέα είχε κέρδη. Μεγάλη πείρα επ’ αυτού είχε ο άγιος Χρύσανθος, ο αδελφός του αγίου Κοσμά, ο οποίος ίδρυσε σχολείο στην Νάξο για να προφυλάξη τα παιδιά από τον εκλατινισμό, για το οποίο μάλιστα αντέδρασαν οι Λατίνοι. Στα φραγκοκρατούμενα μέρη προσπάθησε ο κατακτητής να καταβάλη και την ελληνική γλώσσα, γιατί έφερνε σε άμεση επαφή τον Έλληνα με την πηγή της θρησκείας του και του πολιτισμού του.

Η άλλη δολιότης είναι η φιλανθρωπία. Ίδρυσαν όχι μόνο σχολεία στην χώρα μας, αλλά και νοσοκομεία…

Η Ουνία ήταν το άκρον άωτον της δολιότητος.

Ο άγιος Κοσμάς τα γνώριζε όλα αυτά· την ιστορία του παρελθόντος αλλά και του μέλλοντος: ότι ο Πάπας θα είναι η καταστροφή του τόπου· μιλάει δηλ. για μέλλον… Τι τάχα θα αποτελέσει τον χαλασμό του τόπου;

Κι επανέρχομαι στο ερώτημα: ποιος είναι ο τόπος;

Θα γίνη χαλασμός στον χώρο της Εκκλησίας;

Βέβαια «πύλαι άδου ου καταισχύσουσιν αυτής» (Ματθ. ις’ 18) Δεν έπεται όμως ότι ο διάβολος δεν θα προσπαθήση να κάνη την Εκκλησία ποταμοφόρητον (Απ. ιβ’ 15), για να την πνίξη στα θολά νερά των αιρέσεων και στα κοσμικά φρονήματα του αιώνος τούτου και στην παγκοσμιοποίησι της Αντιχριστιανικής μονοκρατορίας και στο Νεοταξικό ρυθμό που ξερνά από το στόμα του. Και μην ξεχνάμε πως θάρθη η ώρα μιας φαινομενικής υπερισχύσεως του εχθρού και καταβολής των πιστών (Αποκ. ιγ’ 7). Σύμπτυξι δυνάμεων.

Κάνει μεγάλη εντύπωσι το πρώτο μέρος της προφητείας «Τον Πάπα να τον καταριέστε...».

Ένας που καταριέται καλωσορίζει; Μήπως τον επαινεί; Μήπως τον συναναστρέφεται; Του είναι ευχάριστος;

Ευχάριστοι μας είναι όσοι μας προξενούν καλό και είναι φίλοι μας…

Όποιον καταριόμαστε, δεν είναι φίλος και αδελφός, αλλά κάποιος που μας έβλαψε και τον αποστρεφόμαστε.

«Τον Πάπα να καταράσθε» έχει κι άλλη σημασία: Πολλοί ενοχλούνται από τα αναθέματα της Εκκλησίας για τους αιρετικούς, παρά το γεγονός ότι η κατευθυνσι των αποστολικών οδηγιών είναι αυτή53. Το «καταράρθε» έχει ισοδύναμη έννοια με το «αναθεματίζετε». Δηλαδή μας λέγει ο άγιος Κοσμάς, μη σκέπτεσθε να άρετε τις κατάρες αναθέματα εναντίον του Πάπα, γιατί δεν θα αλλάξη ώστε αν τον δεχθήτε στην Εκκλησία ως Ορθόδοξο, γιατί δεν θέλει. Είναι ψευδή όσα σας παρουσιάζει. Προσέχετε, γιατί αυτός θα είναι η αιτία «του χαλασμού» σας.

Η τόσο σπουδαία αυτή προφητεία του αγίου Κοσμά, με τις προειδοποιήσεις και τις νουθεσίες του Αγίου, ανήκει σ’ αυτές τις προφητείες, που ακόμα δεν επαληθεύτηκαν μέσα στην ιστορία της χώρας μας, «του τόπου»… Ειδικώς γι’ αυτήν την προφητεία χρειάζεται να είμαστε σε διαρκή επιφυλακή. Γιατί μας προειδοποιεί πως θα γίνει «χαλασμός» του τόπου (εκκλησία-έθνους), ο οποίος θα προέλθει από τον Πάπα.

---------------------------------

 Στο βίντεο που ακολουθεί ο π.Θεόδωρος μας διαβάζει ένα απόσπασμα από την εισήγησή του για τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό και έχει σχέση με το θέμα με το οποίο ασχολείται στη συνέχεια, θέμα που ενδεχομένως να γίνει και ένα μικρό βιβλίο με τίτλο: “Τον πάπα να καταράσθε”. Το είπε ο Άγιος Κοσμάς;



Στην εισήγησή του επισημαίνει ότι η ρήση αυτή του Αγίου ενοχλεί τους φιλοπαπικούς οικουμενιστές και έχουν προσπαθήσει να αποδείξουν ότι δεν το είπε αυτό ο Άγιος Κοσμάς. Λόγω της μεγάλης αγάπης, της τιμής και του σεβασμού που του έχει ο λαός, διστάζουν να αμφισβητήσουν τον Άγιο συνολικά, φοβούμενοι την αντίδραση του λαού.

Αν οι ίδιοι τον σεβόταν, θα έπρεπε να αναθεματίσουν το πάπα. Στην προσπάθειά τους να αποφύγουν αυτόν τον σκόπελο, θα τους διευκόλυνε αν διέδιδαν ότι ο Πατροκοσμάς δεν είπε ποτέ αυτή τη φράση. Παλιά τέχνη του παπισμού η νόθευση συγγραμμάτων. Αυτοί που επινόησαν τη νόθευση με τον ψευδή ισχυρισμό τους, υπέστησαν συντριπτικό πλήγμα βεβαίως. Το πιο λυπηρό είναι ότι στη Θεολογική Σχολή της Θεσσαλονίκης οι φοιτητές βομβαρδίζονται μ’αυτή τη νοθεία ακόμα και τώρα.

Οι αντιπαπικές ρήσεις του Αγίου όμως υπάρχουν σε διάφορα σημεία των διδαχών του. Από τις καλύτερες ερευνήτριες σχετικά με τις προφητείες του Αγίου Κοσμά είναι η Γερόντισσα Ευθυμία, Ηγουμένη της Ι.Μονής του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού στο Μ.Δένδρο, στο Αγρίνιο. Σε μια σπουδαία εργασία της, αποδεικνύει (πριν δημιουργηθεί θέμα νοθείας) τη γνησιότητα της προφητείας αυτής του Αγίου.

Με λύπη και αγανάκτηση ακούμε να μας διαβάζει ο π.Θεόδωρος τα όσα έγραψε ο π.Ειρηναίος Δεληδήμος προς την διεύθυνση του περιοδικού «Τα Νειάτα» που εκδίδεται στη Σύρο και στη συνέχεια την απάντηση του κ. Ιωάννη Μενούνου, μια απαράδεκτη συμπαιγνία με σκοπό να βγάλουν οι δυό τους το συμπέρασμα ότι αυτή η φράση δεν είναι του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού. Τους ισχυρισμούς αυτούς συνέτριψε ο καθηγητής κ.Σιαμάκης. Και δυστυχώς βλέπουμε ότι ο π.Ειρηναίος αντί να παραδεχτεί το λάθος του, συνεχίζει και επιμένει σ’αυτή την πλάνη ότι η ρήση δεν είναι του Αγίου αλλά προσθήκη του Αγίου Γέροντα Αυγουστίνου Καντιώτη, διδάσκοντας και υποστηρίζοντας αυτή την θέση του σε κάθε ευκαιρία.

Μας μεταφέρει στη συνέχεια ο π.Θεόδωρος την επιχειρηματολογία της Ηγουμένης Ευθυμίας η οποία αποδεικνύει ότι αυτές οι ενστάσεις του π.Ειρηναίου δείχνουν φιλοπαπίζοντα φρονήματα μόνον.

Επίσης άλλη ερευνήτρια, φιλόλογος, χαρακτηρίζει την αμφισβήτηση της γνησιότητας των σκληρών λόγων του Αγίου που έχουν σχέση με τον πάπα, αθλιότητα στην οποία καταντούν όσοι συντάσσονται με τους προδότες της πίστεως, τους οικουμενιστές. Όμως οι συκοφάντες ξεσκεπάζονται και γελοιοποιούνται όταν εμφανίζεται μπροστά τους ένας αγνός ήρωας της πίστης και της πατρίδας, ο Μακρυγιάννης. Είναι σχεδόν σύγχρονος με τον Άγιο Κοσμά και επαναλαμβάνει τα λόγια του «τον πάπα να καταράσθε». Και στη συνέχεια αναφερόμενη στον ήρωα Μακρυγιάννη μας μεταφέρει τα λόγια του που οφείλουμε να γνωρίζουμε για να μην επιτρέπουμε οποιονδήποτε φιλοπαπικό να αμφισβητεί τα άγια λόγια του Πατροκοσμά. Ένα απόσπασμα των λόγων του Μακρυγιάννη παραθέτουμε εδώ:

«…Και βγήκαν τώρα κάτι δικοί μας κυβερνήτες, Έλληνες, σπορά της εβραιουργιάς, που είπαν να μας σβήσουν την Αγία Πίστη, την Ορθοδοξία, διότι η Φραγκιά δεν μας θέλει με τέτοιο ντύμα Ορθόδοξον. Και εκάθησα και έκλαιγα δια τα νέα παθήματα. Και επήγα πάλιν εις τους φίλους μου τους Αγίους. Άναψα τα καντήλια και ελιβάνισα λιβάνιν καλόν αγιορείτικον.

Και σκουπίζοντας τα δάκρυά μου τους είπα: «Δεν βλέπετε που θέλουν να κάμουν την Ελλάδα παλιόψαθα; Βοηθείστε, διότι μας παίρνουν, αυτοί οι μισοέλληνες και άθρησκοι, ό,τι πολυτίμητον τζιβαϊρικόν έχομεν. Φραγκεμένους μας θέλουν τα τσογλάνια του τρισκατάρατου του Πάπα. Μην αφήσετε, Άγιοί μου αυτά τα γκιντί πουλημένα κριγιάτα της τυραγνίας να μασκαρέψουν και να αφανίσουν τους Έλληνες, κάνοντας περισσότερα κακά από αυτά που καταδέχθηκεν ο Τούρκος ως τίμιος εχθρός μας».

Ένας δικός μου αγωνιστής μου έφερε και μου διάβασεν ένα παλαιόν χαρτί, που έγραψεν ο κοντομερίτης μου Άγιος παπάς, ο Κοσμάς ο Αιτωλός. Τον εκρέμασαν εις ένα δέντρον Τούρκοι και Εβραίοι, διότι έτρεχεν ο ευλογημένος παντού και εδίδασκεν Ελλάδα, Ορθοδοξία και Γράμματα.

Έγραφεν ο μακάριος εκείνος ότι: «Ένας άνθρωπος να με υβρίσει, να φονεύσει τον πατέρα μου, την μητέρα μου, τον αδελφόν μου και ύστερα το μάτι να μου βγάλει, έχω χρέος σαν χριστιανός να τον συγχωρήσω. Το να υβρίσει τον Χριστόν μου και την Παναγία μου, δεν θέλω να τον βλέπω».

Το χαρτί του πατέρα Κοσμά έβαλα και μου το εκαθαρόγραψαν. Και το εκράτησα ως Άγιον Φυλαχτόν, που λέγει μεγάλην αλήθειαν. Θα πω να μου γράψουν καλλιγραφικά και τον άλλον αθάνατον λόγον του.

«τον Πάπαν να καταράσθε ως αίτιον».

Θέλω να το βλέπω κοντά στα’ κονίσματά μου, διότι τελευταίως κάποιοι δικοί μας ανάξιοι λέγουν ότι αν τα φτιάξουμε με τον δικέρατον Πάπαν, θα ολιγοστέψουν οι κίντυνοι, τα βάσανα και η φτώχεια μας. Τρομάρα τους!!!

Και είπαν οι άθρησκοι που εβάλαμεν εις τον σβέρκο μας να μη μανθάνουν τα παιδιά μας Χριστόν και Παναγίαν, διότι θα μας παρεξηγήσουν οι ισχυροί.

Και βγήκαν ακόμη να’ ποτάξουν την Εκκλησίαν, διότι έχει πολλήν δύναμη και την φοβούνται. Και είπαν λόγια άπρεπα δια τους παπάδες…».

Μήπως κι ο Μακρυγιάννης λέει ψέματα;

Κλείνοντας ο π.Θεόδωρος μας αναφέρει ότι ο π.Λαυρέντιος Γρατσίας πρώτος αντέδρασε σ’αυτή την πλαστογραφία εναντίον του Αγίου Κοσμά με ένα θαυμάσιο πολυγράμμα που είχε δημοσιευθεί στη «Σπίθα». Εκφράζει τέλος την επιθυμία του να συγκεντρώσει όλα αυτά τα στοιχεία σε ένα βιβλίο ώστε να μη τολμούν να λεν οι φίλοι μας οι οικουμενιστές, στα παιδιά, τους φοιτητές της Θεολογικής Σχολής, «δεν το είπε ρε παιδιά ο Άγιος Κοσμάς!»f

 

 


Βιβλιογραφία

  1. Σάκκος, Στέργιος. «Λίγα λόγια για τις προφητείες», στο: Άγιος Κοσμάς Αιτωλός – Προφητείες, ΑΠΘ.
  2. Μενούνος, Ιωάννης. Κοσμάς ο Αιτωλός: Διδαχές, κριτική έκδοση.
  3. Καντιώτης, Αυγουστίνος. Κοσμάς ο Αιτωλός, εκδ. «Ο Σωτήρ».
  4. Ειρηναίος. «Έρευνα σε Διδαχές και Προφητείες του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού», ομιλία στο Συνέδριο «Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός και οι θεολογικές αρχές του έργου του» (Ι.Μ. Βλατάδων, 2014).
  5. Βικιπαίδεια. «Κοσμάς ο Αιτωλός».
  6. μοναχής Ευθυμίας ΟΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ (Εκδόσεις Ι. ΜΟΝΗΣ ΑΓ. ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ, ΑΘΗΝΑΙ, 2004)