Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Σχόλια σε απόσπασμα επιστολής στρατιωτικών αρνητών της ηλεκτρονικής ταυτότητας.


ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ ΣΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΘΗΡΩΝ ΓΙΑ ΤΙΣ ΝΕΕΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΤΑΥΙΤΟΤΗΤΕΣ.

«Μέ βαθύτατο σεβασμό, υἱϊκή ἀγάπη καί συντριβή καρδίας, καταφεύγουμε σήμερα στήν ἐγνωσμένη ποιμαντική σας εὐαισθησία καί στό ἀνυποχώρητο ὀρθόδοξο φρόνημά σας. Εἴμαστε μιά ὁμάδα μόνιμων στελεχῶν τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων, ἀξιωματικοί καί ὑπαξιωματικοί μέ πολλά ἔτη εὐδόκιμης ὑπηρεσίας στήν Πατρίδα, οἰκογενειάρχες, ἀλλά καί πρωτίστως ζωντανά μέλη καί πλήρωμα τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.

Ἀφορμή γιά τήν παροῦσα ἐπιστολή μας ἀποτελεῖ ἡ ἐπικείμενη καταληκτική ἡμερομηνία τῆς 2ας Αὐγούστου 2026, κατά τήν ὁποία ἐπιβάλλεται ἀπό τήν Ὑπηρεσία μας ἡ ὑποχρεωτική ἔκδοση καί παραλαβή τῶν νέων ψηφιακῶν ὑπηρεσιακῶν ταυτοτήτων, οἱ ὁποῖες φέρουν ἠλεκτρονικό μέσο ἀποθήκευσης δεδομένων (μικροτσίπ)».
Ἐρώτημα

«...Μᾶς ἐπιτρέπει ἡ Ὀρθόδοξη πνευματική οἰκονομία νά παραλάβουμε τό ἔγγραφο αὐτό ὑπό τό καθεστώς τῆς ὑπηρεσιακῆς βίας καί τοῦ ἐξαναγκασμοῦ προκειμένου νά μήν ἀποκοποῦμε ἀπό τήν συλλογικότητα τῆς Ἐκκλησίας καί νά προστατεύσουμε τίς οἰκογένειές μας, μεταφέροντας τό πνευματικό βάρος τῆς εὐθύνης στή Διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας πού τό ἀνέχεται;

Ἤ μήπως ἡ συνείδησή μας ἐπιτάσσει τήν πλήρη ἄρνηση καί τή θυσία τῆς καριέρας μας, ἀκόμη κι ἄν ἡ ἐπίσημη Σύνοδος δέν μᾶς καλύπτει ὡς διωκόμενους γιά τήν Πίστη; ...»

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το κεντρικό ερώτημα που θέτουν τα στελέχη περιέχει πολλαπλά εκκλησιολογικά προβλήματα.

Α. Υπάρχει μια μεγάλη παρεξήγηση γύρω από τη θρησκευτική έννοια της «οικονομίας», καθώς στην Ορθόδοξη Εκκλησία ο όρος αυτός σημαίνει τη χαλάρωση ενός αυστηρού κανόνα από αγάπη και ενδιαφέρον για τον πιστό, όπως ακριβώς έκανε ο Μέγας Βασίλειος, ο οποίος έδειξε επιείκεια σε όσους λύγισαν κατά τους διωγμούς και αντί να τους διώξει τελείως από την Εκκλησία, τους έβαλε μια συγκεκριμένη, πιο ελαφριά ποινή. Επιπλέον, οι κανόνες της οικονομίας αφορούν αποκλειστικά τις πνευματικές ποινές της ίδιας της Εκκλησίας και όχι την υποταγή στην κρατική εξουσία. Όμως εδώ η έννοια χρησιμοποιείται εντελώς ανάποδα, δηλαδή όχι για να ελαφρύνει κάποιον εκκλησιαστικό κανόνα, αλλά για να δικαιολογήσει τη συμμόρφωση σε μια κρατική υποχρέωση. Αυτό είναι θεολογικά λανθασμένο, διότι η οικονομία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως «παραθυράκι» για να επιτρέψει την παραλαβή ενός εγγράφου που θεωρείται «αντίχριστο», αφού είτε κάτι είναι θεολογικά απαράδεκτο και άρα καμία οικονομία δεν μπορεί να το επιτρέψει, είτε δεν είναι απαράδεκτο και επομένως δεν υπάρχει κανένα πνευματικό κώλυμα ώστε να χρειάζεται η επίκληση της οικονομίας.

Β. Η «μετάθεση ευθύνης» λειτουργεί ως ένας καθαρά ψυχολογικός μηχανισμός, καθώς η δικαιολογία ότι μεταφέρεται το πνευματικό βάρος της ευθύνης στη Διοίκηση της Εκκλησίας αποτελεί απλώς μια ψυχολογική μετατόπιση και όχι μια πραγματική θεολογική λύση. Σύμφωνα με την ορθόδοξη διδασκαλία για τον άνθρωπο, η ευθύνη για κάθε πράξη ανήκει αποκλειστικά στο ίδιο το άτομο που την κάνει, αφού η Εκκλησία δεν μπορεί να φορτωθεί την ευθύνη μιας προσωπικής επιλογής, ενώ και η συγχώρεση μιας αμαρτίας απαιτεί προσωπική μετάνοια και όχι το να ρίχνουμε το φταίξιμο αλλού. Επομένως, αν η παραλαβή της ταυτότητας είναι θεολογικά προβληματική, τότε η Διοίκηση της Εκκλησίας που την ανέχεται δεν μπορεί να απαλλάξει τον πιστό από τις ευθύνες του, ενώ αν δεν είναι προβληματική, τότε δεν υπάρχει κανένα πνευματικό βάρος για να μεταφερθεί.

 Γ.  Επίσης, υπάρχει μια παρεξήγηση ανάμεσα στο τι σημαίνει «Εκκλησία» και τι «οικογένεια». Κάποιοι λένε ότι παίρνουν την ταυτότητα για να προστατεύσουν τις οικογένειές τους και για να μην απομονωθούν από τους υπόλοιπους πιστούς, αλλά αυτό το σκεπτικό είναι θεολογικά λάθος. Η Εκκλησία δεν είναι ένας κοινωνικός σύλλογος για να σε διαγράψει επειδή πήρες ένα έγγραφο. Από την άλλη, το να φροντίζεις την οικογένειά σου είναι σωστό, αλλά αυτό είναι μια απλή ηθική υποχρέωση και όχι θρησκευτικό κριτήριο για το αν είσαι μέλος της Εκκλησίας. Μπερδεύοντας αυτά τα δύο, καταλήγουμε να κρίνουμε το θέμα με βάση την κοινωνική ηθική και όχι με βάση την πραγματική θεολογία.

Δ. Το δεύτερο μέρος του διλήμματος αναρωτιέται αν η συνείδηση των πιστών επιβάλλει την πλήρη άρνηση και τη θυσία της καριέρας τους, ακόμη και αν η επίσημη Σύνοδος της Εκκλησίας δεν τους αναγνωρίζει επίσημα ως διωκόμενους για την πίστη τους. Εδώ εντοπίζεται το πρόβλημα της «κάλυψης», καθώς η απαίτηση να τους στηρίξει η Σύνοδος δείχνει μια λανθασμένη αντίληψη για το τι σημαίνει μαρτύριο στην Ορθοδοξία. Στην εκκλησιαστική παράδοση, το να μαρτυρήσει κανείς για την πίστη του είναι μια προσωπική, πνευματική πράξη που καθοδηγείται από το Άγιο Πνεύμα και δεν χρειάζεται καμία επίσημη έγκριση ή «κάλυψη» από κάποια Σύνοδο. Η προστασία που ζητούν αυτοί οι άνθρωποι είναι στην πραγματικότητα νομικής και θεσμικής φύσης, γεγονός που δείχνει ότι βλέπουν το μαρτύριο σαν μια τυπική, γραφειοκρατική διαδικασία —όπως οι παλιοί μάρτυρες που αναγνωρίστηκαν επίσημα μετά τους διωγμούς— και όχι ως μια ζωντανή πνευματική πραγματικότητα που βιώνει ο κάθε άνθρωπος ξεχωριστά.

Ε. Υπάρχει σύγχυση μεταξύ «διωγμοῦ» και «διοικητικῆς υποχρεώσεως», καθώς τα στελέχη ζητούν να «καλυφθοῦν ὡς διωκόμενοι γιὰ τὴν Πίστην», κάτι που είναι εκκλησιολογικά ανακριβές. Ο διωγμός στην εκκλησιαστική ιστορία αφορά βίαιη εναντίωση στην πίστη, όπως απαγόρευση λατρείας, αναγκαστική αποστασία και βασανιστήρια. Αντίθετα, η υποχρεωτική έκδοση ταυτότητας είναι μια διοικητική ρύθμιση που ενδεχομένως θίγει τη συνείδηση, αλλά δεν συνιστά διωγμό στον κλασικό εκκλησιαστικό ορισμό.Οπότε η ταύτιση αυτών των δύο κατηγοριών υποβαθμίζει το μαρτύριο των αληθινών διωκομένων και υπερβάλλει τη σοβαρότητα της σημερινής κατάστασης.

ΣΤ. Το να παρουσιάζεται η «θυσία της καριέρας» ως μια μορφή μαρτυρίου δείχνει μια σύγχρονη και εντελώς κοσμική νοοτροπία, αφού οι πραγματικοί μάρτυρες της Εκκλησίας δεν έχασαν απλώς τη δουλειά τους, αλλά έδωσαν την ίδια τη ζωή τους για την πίστη τους. Η έννοια της «καριέρας» είναι ένας σύγχρονος, αστικός όρος που δεν έχει καμία σχέση με τη θεολογική σημασία του μαρτυρίου, πράγμα που σημαίνει ότι το να χάσει κάποιος την επαγγελματική του θέση είναι μεν μια σοβαρή κοινωνική δυσκολία, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εξισωθεί πνευματικά με το μαρτύριο των αγίων.

π.Δ.Α


Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

ΑΝΑΛΥΤΙΚΟΤΕΡΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ 6 TOY KEIMENOY “ OI ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕΤΑ ΤΟΥ ΛΟΙΠΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ « ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (2016)



(ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ)

Το πλήρες κείμενο του εγγράφου «Οι Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά του λοιπού χριστιανικού κόσμου» (Relations of the Orthodox Church with the Rest of the Christian World) είναι διαθέσιμο στην επίσημη ιστοσελίδα της Συνόδου:

holycouncil.org/rest-of-christian-world

 

6. Κατά την οντολογικήν φύσιν της Εκκλησίας, η ενότης αυτής είναι αδύνατον να διαταραχθή. Παρά ταύτα, η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν των μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ’ αυτής άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών, αλλά πιστεύει ότι αι προς ταύτας σχέσεις αυτής πρέπει να στηρίζωνται επί της υπ’ αυτών όσον ένεστι ταχυτέρας και αντικειμενικωτέρας αποσαφηνίσεως του όλου εκκλησιολογικού θέματος και ιδιαιτέρως της γενικωτέρας παρ’ αυταίς διδασκαλίας περί μυστηρίων, χάριτος, ιερωσύνης και αποστολικής διαδοχής. Ούτω, ήτο εύνους και θετικώς διατεθειμένη τόσον δια θεολογικούς, όσον και δια ποιμαντικούς λόγους, προς θεολογικόν διάλογον μετά των λοιπών χριστιανών εις διμερές και πολυμερές επίπεδον και προς την συμμετοχήν γενικώτερον εις την Οικουμενικήν Κίνησιν των νεωτέρων χρόνων, εν τη πεποιθήσει ότι δια του διαλόγου δίδει δυναμικήν μαρτυρίαν του πληρώματος της εν Χριστώ αληθείας και των πνευματικών αυτής θησαυρών προς τους εκτός αυτής, με αντικειμενικόν σκοπόν την προλείανσιν της οδού της οδηγούσης προς την ενότητα

Σε προηγούμενο άρθρο με τίτλο «Οικουμενιστική θεώρηση της Συνόδου της Κρήτης(Γ)-Η ενότητα "Ιστορική ονομασία των Εκκλησιών"(https://apotixisi.blogspot.com/2026/07/blog-post_08.html γράψαμε τα εξής: Ο συγγραφέας (επίσκοπος Κύριλλος Κατερέλλος) επικαλείται πλούσια τεκμηρίωση από τη Βʹ Χιλιετία, όπου Ορθόδοξοι Πατριάρχες αποκαλούσαν τους Ρωμαιοκαθολικούς «Δυτική Εκκλησία», «Ρωμαϊκή Εκκλησία» κ.λπ. Η επίκληση αυτή είναι επιλεκτική και παραπλανητική.

Πρώτον, η χρήση του όρου «Εκκλησία» από τους Πατέρες της Βʹ Χιλιετίας δεν ήταν εκκλησιολογική αναγνώριση, αλλά εκκλησιαστική πρακτική που βασιζόταν σε δύο παραμέτρους που σήμερα έχουν καταρρεύσει:

  • Η «Δυτική Εκκλησία» ήταν η Εκκλησία της πρεσβυτέρας Ρώμης, που είχε κοινωνία με την Ανατολή επί αιώνες. Η ονομασία αυτή ήταν ιστορική μνήμη, όχι παρούσα πραγματικότητα.
  • Οι Πατέρες της Βʹ Χιλιετίας δεν αντιμετώπιζαν τον παπισμό ως μια από πολλές «Εκκλησίες», αλλά ως σχισματική ομάδα που διεκδικούσε τον θρόνο της Ρώμης. Η αναφορά σε «Εκκλησία» ήταν συνήθως ειρωνική ή διπλωματική, ποτέ δογματική αναγνώριση.

Δεύτερον, ο συγγραφέας αποσιωπά ότι οι ίδιοι Πατέρες που χρησιμοποίησαν τον όρο «Δυτική Εκκλησία» ταυτόχρονα καταδίκαζαν ως αιρετικές τις καινοτομίες του παπισμού (Filioque, παπικό πρωτείο, αζύμια, καθαρτήριο πυρ, κ.λπ.). Η σχέση τους με τη Δύση ήταν σχέση προσδοκίας επιστροφής, όχι αναγνώρισης υπάρξεως. Η Σύνοδος της Κρήτης, αντιθέτως, τοποθετεί τις «άλλες Εκκλησίες» σε ισότιμη θέση διαλόγου, σαν να υπάρχουν παράλληλα με την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Τρίτον, ο συγγραφέας παραβλέπει ότι η εκκλησιαστική γραμματεία της Βʹ Χιλιετίας δεν γνώριζε τον προτεσταντισμό, τον αγγλικανισμό και τις χιλιάδες σύγχρονες «ομολογίες». Να επικαλείσαι τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό για να δικαιολογήσεις την αναγνώριση 30.000 προτεσταντικών δογμάτων ως «Εκκλησιών» είναι ιεροσυλία.

Στη συνέχεια θα επεκτείνουμε την κριτική της παραγράφου 6 σε σχέση με άλλες παραγράφους του ίδιου κειμένου (που ο επίσκοπος αποκρύπτει  επιμελώς να παρουσιάσει) ΑΠΟΚΡΥΠΤΟΓΡΑΦΩΝΤΑΣ  ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ , προκειμένου οι ενδιαφερόμενοι να κατανοήσουν καλύτερα τι σημαίνει «ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ».

 

Οι αποφάσεις του Π.Σ.Ε. που αποδέχθηκε η Σύνοδος

1. Η Δήλωση του Τορόντο (1950)

Η απόφαση της Συνόδου (§ 19):

«Αι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι, αι όντες μέλη του Π.Σ.Ε., θεωρούν ως απαράβατον όρον της συμμετοχής αυτών εις το Π.Σ.Ε. τον θεμελιώδη όρον του Συντάγματος αυτού, καθ' ον μέλη αυτού δύνανται να είναι μόνον οι πιστεύοντες εις τον Κύριον Ιησούν Χριστόν ως Θεόν και Σωτήρα κατά τας Γραφάς, και ομολογούντες την Τριάδα, Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, κατά το Σύμβολον της Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως. Είναι βαθεία αυτών πεποίθησις ότι αι εκκλησιολογικαί προϋποθέσεις της Δηλώσεως του Toronto (1950), τιτλοφορουμένης "Η Εκκλησία, αι Εκκλησίαι και το Παγκόσμιον Συμβούλιον Εκκλησιών", είναι κεφαλαιώδους σημασίας διά την Ορθόδοξον συμμετοχήν εις το Συμβούλιον.»

 

 

Τι διδάσκει η Δήλωση του Τορόντο:

  • Αναγνωρίζει ως «Εκκλησίας» τα μέλη του Π.Σ.Ε. (περισσότερα από 345 ομολογίες, εκ των οποίων οι περισσότρες προτεσταντικές).
  • Διδάσκει την θεωρία  των «ατελών Εκκλησιών» , καθ' ην έκαστον μέλος του Π.Σ.Ε. «έχει στοιχεία της αληθινής Εκκλησίας».
  • Διδάσκει την έννοιαν της «ενότητος εν ποικιλία» , ήτις αρνείται την δογματικήν ενότητα.
  • Διακρίνει μεταξύ «Εκκλησίας» (της Ορθοδόξου Εκκλησίας) και «Εκκλησιών» (των αιρετικών), αφαιρούσα την μοναδικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
  • Ομολογεί ότι «οι εκκλησίαι αναγνωρίζουν ότι το να αποτελεί κάποιος μέλος της εκκλησίας του Χριστού είναι πιο περιεκτικό από το να αποτελεί μέλος της ίδιας του της εκκλησίας» (§ 2) — δηλαδή υπάρχει «Εκκλησία του Χριστού» υπέρ τας εκκλησίας-μέλη του Π.Σ.Ε.!
  • Αναγνωρίζει «εκκλησιαστικήν υπόστασιν» εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
  • Αποδέχεται το βάπτισμα των αιρετικών ως έγκυρο.

Η κριτική: Η Σύνοδος αποδέχεται τη Δήλωση του Τορόντο ως «κεφαλαιώδους σημασίας». Τι λέει αυτή η Δήλωση; Ότι το Π.Σ.Ε. (Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών) δεν είναι μια «υπερ-Εκκλησία», αλλά και ότι καμία Εκκλησία δεν είναι υποχρεωμένη να αλλάξει τη δική της εκκλησιολογία (τη διδασκαλία της για την Εκκλησία).

Όμως, η ίδια Δήλωση αναγνωρίζει ως «Εκκλησίες» όλα τα μέλη του Π.Σ.Ε., συμπεριλαμβανομένων και των προτεσταντικών ομολογιών που δεν έχουν ιεροσύνη, δεν έχουν μυστήρια και δεν έχουν αποστολική διαδοχή.

Η Σύνοδος της Κρήτης, με το να αποδεχτεί αυτή τη Δήλωση, έβαλε και επίσημα την «εκκλησιολογία των ατελών Εκκλησιών» μέσα στη διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

 

2. Το Κείμενον Λίμα (BEM – Baptism, Eucharist and Ministry, 1982)

Η απόφαση της Συνόδου (§ 21):

«Η Ορθόδοξος Εκκλησία επιθυμεί να στηρίξη το έργον της Επιτροπής "Πίστις και Τάξις" και παρακολουθεί με ιδιαιτέραν προσοχήν την θεολογικήν αυτής συμβολήν μέχρι σήμερον. Εκτιμά θετικώς τα υπ' αυτής εκδοθέντα θεολογικά κείμενα, τα οποία επεξεργάσθησαν με την σημαντικήν συμμετοχήν Ορθοδόξων θεολόγων και αποτελούν επαινετόν βήμα εις την Οικουμενικήν Κίνησιν διά την προσέγγισιν των Εκκλησιών. Παρ' όλα ταύτα, η Ορθόδοξος Εκκλησία διατηρεί επιφυλάξεις επί κεφαλαιωδών ζητημάτων της πίστεως και της τάξεως, διότι αι μη Ορθόδοξοι Εκκλησίαι και Ομολογίαι απεκλίνησαν από την αληθινήν πίστιν της Μιάς, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.»

 

 

Τι διδάσκει το Κείμενον Λίμα (BEM):

α) Περί Βαπτίσματος (§ 6, 13, 15):

  • «Το κοινόν μας βάπτισμα, το οποίον μας ενώνει μετά του Χριστού εν τη πίστει, αποτελεί ούτω θεμελιώδη δεσμόν ενότητος... Η ανάγκη όπως επανεύρωμεν την ενότητα του βαπτίσματος ευρίσκεται εις την καρδίαν της οικουμενικής εργασίας» (§ 6).
  • «Το βάπτισμα είναι πράξις, η οποία δεν δύναται να επαναληφθή. Θα πρέπει να αποφευχθή πάσα πρακτική, η οποία θα ηδύνατο να ερμηνευθή ως "επαναβαπτισμός"... αι Εκκλησίαι... θα απέχουν πάσης πρακτικής η οποία θα ηδύνατο να θέση εν αμφιβόλω την μυστηριακήν ακεραιότητα άλλων Εκκλησιών» (§ 13).
  • «Αι Εκκλησίαι καθίστανται ολονέν και περισσότερον ικαναί να αναγνωρίζουν το βάπτισμα η μία της άλλης ως το μοναδικόν βάπτισμα του Χριστού... Η αμοιβαία αναγνώρισις του βαπτίσματος αποτελεί προφανώς σημαντικόν σημείον και μέσον εκφράσεως της βαπτιστηρίου ενότητος της δοθείσης εν Χριστώ. Πανταχού όπου τούτο είναι δυνατόν, αι Εκκλησίαι θα έπρεπε να εκφράζουν κατά ρητόν τρόπον την αμοιβαίαν αναγνώρισιν των βαπτισμάτων των» (§ 15).

β) Περί Ευχαριστίας (§ 19, 21):

  • «Εάν μία Εκκλησία, οι λειτουργοί και οι πιστοί αυτής, διαμφισβητούν εις άλλας Εκκλησίας, εις τους βαπτισθέντας υπ' αυτών και εις τους λειτουργούς των το δικαίωμα να μετέχουν εις την Ευχαριστίαν ή να προΐστανται αυτής, η καθολικότης της Ευχαριστίας καθίσταται ολιγώτερον έκδηλος» (§ 19).
  • «Έχομεν τεθή υπό συνεχή κρίσιν... ως εκ της εμμονής εις τας ομολογιακάς αντιθέσεις αδικαιολογήτους εις τους κόλπους του Σώματος του Χριστού» (§ 21).

γ) Περί Ιερωσύνης (§ 53, 54):

  • «Διά να φθάσουν εις την αμοιβαίαν αναγνώρισιν των μορφών ιερωσύνης των, αι διάφοροι Εκκλησίαι έχουν να διανύσουν διαφόρους βαθμίδας λ.χ.: (α) Αι Εκκλησίαι αι οποίαι διεφύλαξαν την επισκοπικήν διαδοχήν θα πρέπει να αναγνωρίσουν το αποστολικόν περιεχόμενον της κεχειροτονημένης ιερωσύνης, το υπάρχον εις τας Εκκλησίας αι οποίαι δεν διετήρησαν την διαδοχήν ταύτην» (§ 53).
  • «Ορισμέναι Εκκλησίαι χειροτονούν άνδρας και γυναίκας, άλλαι χειροτονούν μόνον άνδρας. Αι διαφοραί αύται δημιουργούν εμπόδια εις ό,τι αφορά εις την αμοιβαίαν αναγνώρισιν των διαφόρων μορφών ιερωσύνης. Τα εμπόδια όμως ταύτα δεν θα πρέπει να θεωρηθούν ως κωλύματα αποφασιστικού χαρακτήρος» (§ 54).

Η κριτική: Εδώ η Σύνοδος αποδέχεται θετικά το Κείμενο της Λίμα (BEM – Βάπτισμα, Ευχαριστία και Ιεροσύνη, 1982), το οποίο:

  • Διδάσκει την αμοιβαία αναγνώριση του Βαπτίσματος ανάμεσα σε Ορθοδόξους και αιρετικούς.
  • Προωθεί την κοινή Θεία Κοινωνία (Ευχαριστία) ανάμεσα σε διάφορες «Εκκλησίες».
  • Καταδικάζει την «ομολογιακή εμμονή» (την επιμονή δηλαδή στην ορθόδοξη ομολογία πίστης) ως εμπόδιο για την ενότητα.
  • Αναγνωρίζει «αποστολικό περιεχόμενο» στην ιεροσύνη αιρετικών που δεν έχουν αποστολική διαδοχή.
  • Θεωρεί τη χειροτονία γυναικών ως ένα ζήτημα που δεν αποτελεί «εμπόδιο αποφασιστικού χαρακτήρα».

Η φράση «επαινετό βήμα στην Οικουμενική Κίνηση» σημαίνει ότι η Σύνοδος θεωρεί το κείμενο BEM ως θετική εξέλιξη και όχι ως αίρεση. Οι «επιφυλάξεις» που επικαλείται είναι χωρίς ουσία, επειδή στην πραγματικότητα η αποδοχή είναι πλήρης.

 

3. Η Συνταγματική Βάσις του Π.Σ.Ε.

«Έν των κυριωτέρων σωμάτων εν τη ιστορία της Οικουμενικής Κινήσεως είναι το Παγκόσμιον Συμβούλιον Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.). Ορισμέναι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι ήσαν μεταξύ των ιδρυτικών μελών του Συμβουλίου και ύστερον, πάσαι αι τοπικαί Ορθόδοξοι Εκκλησίαι εγένοντο μέλη. Το Π.Σ.Ε. είναι διαρθρωμένον διαχριστιανικόν σώμα, παρά το γεγονός ότι δεν περιλαμβάνει πάσας τας μη Ορθοδόξους χριστιανικάς Εκκλησίας και Ομολογίας.»

 

 

Η απόφαση της Συνόδου (§ 16):

Η κριτική: Η Σύνοδος αναγνωρίζει το Π.Σ.Ε. ως «διαρθρωμένον διαχριστιανικόν σώμα» και αποδέχεται την συμμετοχή Ορθοδόξων Εκκλησιών σε  αυτό. Η φράσις «πάσαι αι τοπικαί Ορθόδοξοι Εκκλησίαι εγένοντο μέλη» αποτελεί δικαιολόγηση  της συμμετοχής, άνευ ελέγχου των θεολογικών προϋποθέσεων. Η αποχώρηση των Εκκλησιών Γεωργίας (1997) και Βουλγαρίας (1998) αναφέρεται ως «ιδία γνώμη» αυτών, ενώ αύτη εκφράζει την ορθόδοξη  συνείδηση.


4. Η Εκκλησιολογία της «Ενότητος εν Ποικιλία»

Η απόφαση της Συνόδου (§ 4):

«Η Ορθόδοξος Εκκλησία, ήτις αδιαλείπτως προσεύχεται "υπέρ της ενώσεως πάντων", αεί καλλιέργησε τον διάλογον μετά των απ' αυτής αλλοτριωθέντων, των μακράν και εγγύς. Εν ιδιαιτέρα, έπαιξε πρωταγωνιστικόν ρόλον εις την σύγχρονον αναζήτησιν οδών και μέσων διά την αποκατάστασιν της ενότητος των πιστευόντων εις τον Χριστόν, και συμμετείχεν εις την Οικουμενικήν Κίνησιν εξ αρχής, και συνετέλεσεν εις την διαμόρφωσιν και περαιτέρω ανάπτυξιν αυτής.»

 

 

Η κριτική: Η Σύνοδος αποδέχεται την Οικουμενική Κίνηση ως θετική εξέλιξη και δικαιολογεί τη συμμετοχή των Ορθοδόξων σε αυτήν. Η φράση «συνέβαλε στη διαμόρφωση και την παραπέρα ανάπτυξή της» σημαίνει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία διαμόρφωσε και προώθησε τον Οικουμενισμό, και όχι ότι απλώς συμμετέχει σε αυτόν.


5. Η Αμοιβαία Αναγνώριση

Η απόφαση της Συνόδου (§ 20):

«Αι προοπτικαί διεξαγωγής θεολογικών διαλόγων μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και του λοιπού χριστιανικού κόσμου καθορίζονται αεί επί της βάσεως των κανονικών αρχών της Ορθοδόξου εκκλησιολογίας και των κανονικών κριτηρίων της ήδη καθιερωμένης Εκκλησιαστικής Παραδόσεως (Κανών 7ος της Β' Οικουμενικής Συνόδου και Κανών 95ος της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου).»

 

 

Η κριτική: Παρά την επίκληση των Κανόνων, η Σύνοδος δεν τους εφαρμόζει. Ο 7ος Κανόνας της Β' Οικουμενικής και ο 95ος Κανόνας της Πενθέκτης ορίζουν ότι τα μυστήρια των αιρετικών είναι άκυρα και ότι όσοι προσέρχονται στην Ορθοδοξία πρέπει να αναβαπτίζονται. Η Σύνοδος, αντίθετα, διδάσκει ότι χρειάζεται «αποσαφήνιση», πράγμα που σημαίνει ότι αφήνει το ζήτημα ανοιχτό.


6. Η Εισήγησις της Ειδικής Επιτροπής για την Ορθόδοξην Συμμετοχήν εις το Π.Σ.Ε.

Η απόφαση της Συνόδου (§ 17):

«Η Ορθόδοξος Εκκλησία επιχαίρει διότι εγκρίθη η εισήγησις της Ειδικής Επιτροπής για την Ορθόδοξην συμμετοχήν εις το Π.Σ.Ε.»

 

 

Τι προέβλεπεν η Εισήγησις:

  • Ομολογιακή  κοινή προσευχή
  • Διομολογιακή  κοινή  προσευχή  

Η κριτική: Αυτές οι πρακτικές είναι εντελώς αντίθετες προς την Ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση και την κανονική τάξη (45ος Κανόνας των Αποστόλων, 10ος Κανόνας της Α' Οικουμενικής Συνόδου, 32ος Κανόνας της Συνόδου της Λαοδίκειας). Η Σύνοδος «χαίρεται» για την έγκριση προτάσεων οι οποίες καταργούν τους ιερούς Κανόνες.


7. Η αποδοχή των κειμενων της επιτροπής «ΠΙΣΤΙΣ ΚΑΙ ΤΑΞΙΣ»

Η απόφαση της Συνόδου: Η Σύνοδος δεν την καταδίκασεν, αλλά απεδέχθη την γενικήν «θεολογικήν προσφοράν» της Επιτροπής «Πίστις και Τάξις» (§ 21).

 

Η Επιτροπή «Πίστις και Τάξις» είναι ο θεολογικός βραχίονας του ΠΣΕ. Στόχος της είναι η αναζήτηση της δογματικής ενότητας μεταξύ των χριστιανικών ομολογιών. Οι Ορθόδοξοι συμμετέχουν ενεργά σε αυτήν από την ίδρυσή της, προσπαθώντας να καταθέσουν την ορθόδοξη μαρτυρία.

Η Επιτροπή «Πίστις και Τάξις» (Faith and Order) του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών έχει εκδώσει δεκάδες κείμενα (γνωστά στη θεολογική βιβλιογραφία ως Faith and Order Papers).

Ωστόσο, στην ιστορία του θεολογικού διαλόγου, υπάρχουν τέσσερα (4) κείμενα-σταθμοί που θεωρούνται τα πιο σημαντικά, καθώς καθόρισαν την πορεία της Οικουμενικής Κίνησης και αποτέλεσαν το αντικείμενο της κριτικής και των συζητήσεων στις Ορθόδοξες Εκκλησίες:

1. Το Κείμενο του Λίμα (1982) – "Βάπτισμα, Ευχαριστία, Λειτούργημα" (BEM)

  • Τίτλος: Baptism, Eucharist and Ministry (BEM).
  • Τι είναι: Το πιο διάσημο, πολυδιαβασμένο και επιδραστικό κείμενο της Επιτροπής. Χρειάστηκαν πάνω από 30 χρόνια θεολογικών συζητήσεων για να ολοκληρωθεί.
  • Περιεχόμενο: Προσπαθεί να βρει συγκλίσεις στα τρία βασικά μυστήρια που χωρίζουν τις Εκκλησίες:
    • Βάπτισμα: Προτείνει την αμοιβαία αναγνώριση του βαπτίσματος (βαπτισματική θεολογία).
    • Ευχαριστία: Αναλύει τη Θεία Κοινωνία ως αναμνηστική θυσία, επίκληση του Αγίου Πνεύματος και σημείο ενότητας.
    • Λειτούργημα (Ιεροσύνη): Προσπαθεί να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ της τριμερούς ιεροσύνης (Επίσκοπος, Πρεσβύτερος, Διάκονος) που έχουν οι Ορθόδοξοι/Καθολικοί και των δομών των Προτεσταντών.

2. "Η Εκκλησία: Προς ένα κοινό όραμα" (2013)

  • Τίτλος: The Church: Towards a Common Vision.
  • Τι είναι: Το δεύτερο μεγάλο κείμενο «σύγκλισης» (convergence text) στην ιστορία της Επιτροπής μετά το Λίμα.
  • Περιεχόμενο: Είναι ένα καθαρά εκκλησιολογικό κείμενο. Προσπαθεί να απαντήσει στο ερώτημα: «Τι είναι η Εκκλησία και ποια είναι η αποστολή της στον κόσμο;». Εξετάζει τη φύση της Εκκλησίας ως "Κοινωνίας" (Communion), την αυθεντία, το Συνοδικό σύστημα και τη σχέση τοπικής και παγκόσμιας Εκκλησίας. Αυτό είναι το κείμενο που βρίσκεται πιο κοντά στη «συμπεριληπτική» εκκλησιολογία που αναφέρατε, καθώς αναζητά τρόπους ώστε οι Εκκλησίες να αναγνωρίσουν η μία στην άλλη στοιχεία της αληθινής Εκκλησίας.

3. "Εξομολογούμενοι την Κοινή Πίστη" (1991)

  • Τίτλος: Confessing the One Faith.
  • Τι είναι: Μια εκτενής θεολογική μελέτη και επεξήγηση του Συμβόλου της Πίστεως (Νικαίας - Κωνσταντινουπόλεως).
  • Περιεχόμενο: Στόχος του κειμένου ήταν να αναλύσει την κοινή πίστη των πρώτων χριστιανικών αιώνων, όπως αυτή διατυπώθηκε στο «Πιστεύω», και να δει αν οι σημερινές διαιρεμένες Εκκλησίες μπορούν να αναγνωρίσουν η μία στην άλλη αυτή την ίδια αρχαία πίστη, παρά τις ιστορικές τους διαφοροποιήσεις (π.χ. το ζήτημα του Filioque).

4. "Η Εκκλησία του Ιησού Χριστού" ή "Κείμενο του Τορόντο" (1950 / Σπουδαίο υπόβαθρο)

  • Τίτλος: The Church, the Churches and the World Council of Churches (Toronto Declaration).
  • Τι είναι: Αν και τεχνικά είναι δήλωση της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΣΕ (με τεράστια συμβολή της Πίστεως και Τάξεως), είναι το καταστατικό κείμενο που επέτρεψε στους Ορθοδόξους να συμμετέχουν.
  • Περιεχόμενο: Ξεκαθαρίζει ρητά ότι η συμμετοχή στο ΠΣΕ δεν σημαίνει ότι μια Εκκλησία σχετικοποιεί την εκκλησιολογία της, ούτε αναγκάζεται να αναγνωρίσει τις άλλες ομολογίες ως "Εκκλησίες" με την πλήρη έννοια του όρου.

Άλλες Σημαντικές Θεματικές Μελέτες της Επιτροπής:

Πέρα από τα μεγάλα κείμενα, η Επιτροπή εργάζεται πάνω σε συγκεκριμένα προγράμματα, βγάζοντας ενδιάμεσα κείμενα μελέτης :

  • Γραφή, Παράδοση και παραδόσεις ( 1963): Ένα εξαιρετικά σημαντικό κείμενο από τη Διάσκεψη του Μόντρεαλ, που προσπάθησε να ξεπεράσει τη διαμάχη μεταξύ του Προτεσταντικού "Sola Scriptura" (Μόνο η Αγία Γραφή) και της Ορθόδοξης/Καθολικής Ιεράς Παραδόσεως.
  • Ηθικό Διάκριση στις Εκκλησίες : Πιο πρόσφατο πεδίο μελέτης που εξετάζει γιατί οι Εκκλησίες, ενώ συμφωνούν συχνά στη θεολογία, διαφωνούν ριζικά σε σύγχρονα ηθικά, κοινωνικά και βιοηθικά ζητήματα.

Όταν η Σύνοδος της Κρήτης το 2016 αναφέρθηκε στη γενική «θεολογική προσφορά» της Επιτροπής «Πίστις και Τάξις», είχε κατά νου όλη αυτή την τεράστια παραγωγή κειμένων, αναγνωρίζοντας την προσπάθεια, αλλά διατηρώντας τις ορθόδοξες επιφυλάξεις για τα σημεία όπου οι διατυπώσεις γίνονται υπερβολικά "συμπεριληπτικές" ή προτεσταντικές.

Τα κείμενα της Επιτροπής «Πίστις και Τάξις» (όπως το περίφημο κείμενο του Λίμα για το Βάπτισμα, την Ευχαριστία και το Υπουργικό Λειτούργημα) τείνουν συχνά να υιοθετούν μια «συμπεριληπτική» εκκλησιολογία. Αυτή η προσέγγιση αναγνωρίζει εκκλησιαστικότητα ή μια αόρατη ενότητα σε όλες τις διαιρεμένες ομολογίες.

Η  παράγραφος 21 της Συνόδου της Κρήτης, παρόλο που μιλά μόνο για «θεολογική προσφορά», νομιμοποίησε πλαγίως μια αλλοίωση της ορθόδοξης εκκλησιολογίας. Η  Σύνοδος, αντί να καταδικάσει τις πλάνες του δυτικού χριστιανισμού, προτίμησε τη διπλωματική ασάφεια για να κρατήσει τις ισορροπίες με το Φανάρι και το ΠΣΕ, ανοίγοντας τον δρόμο για τη δογματική σχετικοποίηση.


8. Η Εκκλησιολογία του Π.Σ.Ε. ως όλον

Η απόφαση της Συνόδου (§ 16-18): Η Σύνοδος απεδέχθη την βασικήν προϋπόθεσιν του Π.Σ.Ε., ότι δηλαδή υπάρχουν πολλαί «Εκκλησίαι» εντός της μιάς «Εκκλησίας του Χριστού», και ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι μία εξ αυτών, ουχί η μόνη και πλήρης Εκκλησία.

 

 

Η  Σύνοδος της Κρήτης, με τον τρόπο που διατύπωσε το κείμενο, εισήγαγε μια νέα θεωρία, ξένη προς την Ορθοδοξία: τη θεωρία ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι διαιρεμένη σε «τέλεια» και «ατελή» τμήματα.

  • Τι λέει αυτή η (προτεσταντικής προέλευσης) θεωρία: Ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι μία μεγάλη, νοητή «ομπρέλα». Κάτω από αυτή την ομπρέλα, η Ορθόδοξη Εκκλησία κατέχει την πλήρη και τέλεια αλήθεια (είναι η «τέλεια» Εκκλησία), αλλά και οι υπόλοιποι χριστιανοί (Ρωμαιοκαθολικοί, Προτεστάντες) κατέχουν ένα μέρος της αλήθειας, οπότε είναι «ατελείς» ή «ελλιπείς» Εκκλησίες.

Η Ορθόδοξη Παράδοση δεν δέχεται βαθμούς «ελλιπούς» ή «ατελούς» Εκκλησίας. Για τους πατέρες της Εκκλησίας, η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού, και το Σώμα του Χριστού δεν μπορεί να είναι κομματιασμένο, ούτε ατελές.

Ή είσαι μέσα στην Εκκλησία (επειδή έχεις την ορθή πίστη και τα μυστήρια) ή είσαι εκτός Εκκλησίας (λόγω αίρεσης ή σχίσματος). Δεν υπάρχει ενδιάμεση κατάσταση «ατελούς Εκκλησίας». Αν αποδεχτούμε ότι υπάρχουν «ατελείς Εκκλησίες», τότε παραδεχόμαστε ότι η Μία Εκκλησία έχει διασπαστεί, πράγμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το Σύμβολο της Πίστεως.

2. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ως «μέλος» του Π.Σ.Ε. δίπλα σε 300+ Προτεσταντικές Ομολογίες

Το Π.Σ.Ε. αποτελείται από περισσότερες από 300 χριστιανικές ομάδες, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων είναι προτεσταντικές ομολογίες (πολλές από τις οποίες έχουν τεράστιες δογματικές διαφορές μεταξύ τους, χειροτονούν γυναίκες ή έχουν πολύ φιλελεύθερες θεολογικές απόψεις). Η  Σύνοδος της Κρήτης, επικυρώνοντας τη συμμετοχή της Ορθοδοξίας στο Π.Σ.Ε., αποδέχεται ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι απλώς ένα από τα πολλά μέλη (αριθμητικά και θεσμικά) αυτής της ένωσης. Μέσα στο Π.Σ.Ε., όλα τα μέλη θεωρούνται «ίσα».  Αυτή η «ισοτιμία» παγιδεύει την Ορθοδοξία: Αν η Ορθοδοξία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία (η μοναδική αληθινή), δεν μπορεί να κάθεται στο ίδιο τραπέζι ως «ίσο μέλος» με εκατοντάδες ανθρώπινα χριστιανικά δημιουργήματα (τις προτεσταντικές ομολογίες) που δημιουργήθηκαν τους τελευταίους αιώνες. Με το να συμμετέχει ως «ίσο κομμάτι» σε ένα παζλ εκατοντάδων ομολογιών, η Ορθόδοξη Εκκλησία δίνει την εντύπωση στον κόσμο ότι αποδέχεται τον χριστιανικό κατακερματισμό ως κάτι φυσιολογικό και ότι ψάχνει και η ίδια να βρει την αλήθεια μαζί με τους υπόλοιπους, αντί να τους καλεί να επιστρέψουν στην Ορθοδοξία.

Η εκκλησιολογική κριτική της παραγράφου 6

Α.Η παράγραφος ξεκινά με μια ανακριβή και παραπλανητική διατύπωση: «Κατά την οντολογική φύση της Εκκλησίας, η ενότητά της είναι αδύνατον να διαταραχθεί». Εδώ η Σύνοδος επιχειρεί να κρύψει την ουσία της εκκλησιολογικής αποστασίας πίσω από μια αληθινή, αλλά ανεφάρμοστη γενικότητα. Ναι, η ενότητα της Εκκλησίας είναι αδύνατον να διαταραχθεί — αλλά αυτή η ενότητα είναι η ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όχι μια φανταστική «ενότητα» που θα περιλαμβάνει τους αιρετικούς! Η Σύνοδος, με το ευφυολόγημα αυτό, ετοιμάζει το έδαφος για να δεχθεί ως «Εκκλησίες» τους αιρετικούς, χωρίς να τολμήσει να το πει ξεκάθαρα.

Β. Η ιστορική ονομασία ισούται με ιστορική Εκκλησία;

Η κρισιμότατη φράση αναφέρει: «η Ορθόδοξος Εκκλησία αποδέχεται την ιστορική ονομασία των μη ευρισκομένων εν κοινωνία μετ' αυτής άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών». Αυτό είναι το κεντρικό δόγμα της νέας αίρεσης του Οικουμενισμού. Η Σύνοδος δεν λέει «αιρέσεις», δεν λέει «σχίσματα», δεν λέει «αποστασίες» — λέει «Εκκλησίες»! Και όχι μόνο «Εκκλησίες», αλλά και «Ομολογίες»! Δηλαδή, η Σύνοδος αναγνωρίζει εκκλησιαστική υπόσταση σε οντότητες οι οποίες: δεν έχουν ορθόδοξη πίστη, δεν έχουν έγκυρα μυστήρια (κατά την πατερική παράδοση), δεν έχουν αποστολική διαδοχή και βρίσκονται εκτός της κοινωνίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Η δικαιολογία «ιστορική ονομασία» είναι γελοία. Κατά την ιστορική ονομασία, οι Νεστοριανοί λέγονται «Εκκλησία», οι Μονοφυσίτες λέγονται «Εκκλησία», οι Παπικοί λέγονται «Εκκλησία», οι Προτεστάντες λέγονται «Εκκλησίες». Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι Εκκλησίες! Οι Πατέρες των Οικουμενικών Συνόδων δεν αποδέχθηκαν ποτέ την «ιστορική ονομασία» ως κριτήριο εκκλησιολογικής ταυτότητας. Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας δεν αποδέχθηκε τους Νεστοριανούς ως «Εκκλησία» επειδή «ιστορικώς» ονομάζονταν έτσι. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός δεν αποδέχθηκε τους Λατίνους ως «Εκκλησία» επειδή «ιστορικώς» υπήρχαν.

Η Σύνοδος της Κρήτης, με αυτή τη φράση, αθετεί την εκκλησιολογία των Αγίων Πατέρων και υιοθετεί την παπική «εκκλησιολογία των στοιχείων», η οποία ύστερα εξελίχθηκε στην παπική «εκκλησιολογία της υπόστασης»  της Βατικανής Β' Συνόδου.

Γ.  Η Σύνοδος ζητά «ταχύτερη και αντικειμενικότερη αποσαφήνιση» του «όλου εκκλησιολογικού θέματος» και «ιδιαιτέρως της γενικότερης παρ' αυταίς διδασκαλίας περί μυστηρίων, χάριτος, ιερωσύνης και αποστολικής διαδοχής». Αυτό είναι το κλειδί της προδοσίας. Η Σύνοδος δεν λέει «οι αιρέσεις δεν έχουν μυστήρια, δεν έχουν χάρη, δεν έχουν ιερωσύνη, δεν έχουν αποστολική διαδοχή». Αντιθέτως, λέγει ότι χρειάζεται «αποσαφήνιση»! Δηλαδή, το ζήτημα είναι «ανοιχτό»! Αλλά το ζήτημα δεν είναι «ανοιχτό» — είναι κλεισμένο από τους αιώνες! Οι Πατέρες το έκλεισαν:

  • Οι Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων (π.χ. ο 7ος Κανόνας της Β' Οικουμενικής και ο 95ος Κανόνας της Πενθέκτης) ορίζουν την ακυρότητα των μυστηρίων των αιρετικών.
  • Οι Άγιοι Πατέρες (Γρηγόριος ο Θεολόγος, Βασίλειος ο Μέγας, Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Μάρκος ο Ευγενικός, Γρηγόριος Παλαμάς) διακήρυξαν ότι εκτός της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν υπάρχει μυστήριο, δεν υπάρχει χάρη, δεν υπάρχει σωτηρία.
  • Οι Τοπικές Σύνοδοι (Κωνσταντινουπόλεως 1484, Ιεροσολύμων 1672, Κωνσταντινουπόλεως 1755 — Εγκύκλιος προς τους εν Ουκρανία) ανανέωσαν την καταδίκη των αιρετικών και την ακυρότητα των μυστηρίων τους.

Η Σύνοδος της Κρήτης, λοιπόν, ανοίγει πύλη προς τη «βαπτισματική θεολογία», σύμφωνα με την οποία οι αιρετικοί «έχουν βάπτισμα» (ακόμα κι αν είναι εκτός Εκκλησίας!) και κατ' επέκταση «στοιχεία» της Εκκλησίας. Αυτή η θεωρία είναι ξένη προς την Ορθόδοξη Παράδοση και αποτελεί τη βάση του Οικουμενισμού.

Δ.  Η Σύνοδος δηλώνει ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι «εύνους και θετικώς διατεθειμένη» προς θεολογικό διάλογο και προς τη συμμετοχή στην Οικουμενική Κίνηση, «εν τη πεποιθήσει ότι διά του διαλόγου δίδει δυναμικήν μαρτυρίαν του πληρώματος της εν Χριστώ αληθείας». Αυτό είναι ψεύδος και απάτη. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν χρειάζεται τον «οικουμενικό διάλογο» για να δώσει «μαρτυρία». Η μαρτυρία της είναι η Ορθόδοξη πίστη, η οποία δίνεται με το κήρυγμα του Ευαγγελίου, με την ομολογία της αλήθειας, με την ασκητική ζωή, με το μαρτύριο αίματος — όχι με τη συζήτηση σε συνέδρια με τους αιρετικούς! Οι Άγιοι Απόστολοι δεν συμμετείχαν στην «Οικουμενική Κίνηση» των Σαδδουκαίων και Φαρισαίων. Οι Άγιοι Πατέρες δεν συνδιαλέχθηκαν με τους Αρειανούς «για να δώσουν μαρτυρία» — τους αναθεμάτισαν!

Η Σύνοδος χρησιμοποιεί τη «μαρτυρία» ως πρόσχημα για να δικαιολογήσει τη συγκατάβαση προς τον Οικουμενισμό. Αλλά η αληθινή μαρτυρία είναι η ομολογία της αλήθειας, όχι η συμβίωση με το ψεύδος.

Ε.  Η Σύνοδος μιλά για «προλείανση της οδού της οδηγούσης προς την ενότητα». Ποια «ενότητα»; Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ήδη ενωμένη — είναι η μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία. Η «ενότητα» την οποία επιδιώκει η Σύνοδος δεν είναι η ενότητα της αλήθειας, αλλά η ενότητα της σύγχυσης, η ενότητα της αποστασίας, η ενότητα που οδηγεί στην Πανθρησκεία.

Η Σύνοδος της Κρήτης, μαζί με τη Δήλωση του Τορόντο (1950), αποτελεί το θεολογικό υπόβαθρο για όσα ακολούθησαν: την αναγνώρισιν της αυτοκεφαλίας των Ουκρανικών σχισματικών (2018-2019), τη συμπροσευχή με αιρετικούς, τη μετάδοση της Θείας Κοινωνίας σε ετεροδόξους και τη συμμετοχή σε διαθρησκειακά συνέδρια.

ΣΤ.Η παράγραφος 6, όπως και όλο το έγγραφο «Οι Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά του λοιπού χριστιανικού κόσμου», αποτελεί θεολογική αποστασία από την εκκλησιολογία των Αγίων Πατέρων, κανονική παραβίαση των αποφάσεων των Οικουμενικών Συνόδων, εισαγωγή ξένης θεολογίας (βαπτισματική θεωρία, εκκλησιολογία των «ατελών Εκκλησιών») και προετοιμασία του εδάφους για την πραγματοποίηση της Πανθρησκείας.

Είναι η καρδιά της νέας αίρεσης: η αναγνώριση των αιρετικών ως «Εκκλησιών» και η προετοιμασία για την αποδοχή των μυστηρίων τους. Αυτό είναι το «νέο δόγμα» του Οικουμενισμού, το οποίο η Σύνοδος της Κρήτης ένταξε στην επίσημη διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας .

Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ΜΙΑ, ΑΓΙΑ ,ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ. Εκτός Αυτής δεν υπάρχει Εκκλησία, δεν υπάρχει μυστήριο, δεν υπάρχει σωτηρία. Η Σύνοδος της Κρήτης, με την παράγραφο 6, αρνείται αυτή την αλήθεια και ανοίγει την πύλη της αποστασίας.

Πηγές

Το επίσημο κείμενο της Συνόδου της Κρήτης (holycouncil.org), η Διακήρυξη της Ιεράς Συνόδου της Βουλγαρικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (29.11.2016), η απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ρωσίας (2.12.2017), το Υπόμνημα της Ιεράς Κοινότητας του Αγίου Όρους (2007), και οι εκκλησιολογικές αναλύσεις Ορθοδόξων θεολόγων (π. Αναστάσιος Γκοτσόπουλος, Μητροπολίτης Ιερόθεος Βλάχος, κ.ά.).

 


Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

Οικουμενιστική θεώρηση της Συνόδου της Κρήτης(Γ)-Η ενότητα " Ιστορική ονομασία των Εκκλησιών"

ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ «ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ»

1. Το κείμενο εκκινεί από τη θεμελιώδη δογματική θέση ότι η ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, λόγω  της φύσης, είναι αδύνατον να διασπαστεί ή να αλλοιωθεί.  Στην παράγραφο 1 του συνοδικού κειμένου διακηρύσσεται απερίφραστα η ακλόνητη αυτοσυνειδησία της Ορθοδοξίας ότι αποτελεί τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Η ιστορική αποκοπή διαφόρων χριστιανικών κοινοτήτων από το σώμα της Εκκλησίας αποτελεί μια θλιβερή ιστορική εξέλιξη, η οποία όμως στερείται της δύναμης να πλήξει την ίδια την ενότητα της Εκκλησίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία συνεχίζει να υφίσταται ως ο μοναδικός φορέας της καθολικής αλήθειας.  Για να διατηρηθεί η καθολικότητα —δηλαδή η πληρότητα της πίστης που παραδόθηκε από τον Χριστό και τους Αποστόλους— απαιτείται απόλυτη πιστότητα στην Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, καθώς και η διαφύλαξη της αποστολικής διαδοχής και της πατερικής διδασκαλίας.

2.  Η αποδοχή του όρου «Εκκλησία» για τις ετερόδοξες κοινότητες (π.χ. Ρωμαιοκαθολικοί, Λουθηρανοί) γίνεται αποκλειστικά ως αναγνώριση της ιστορικής τους ονομασίας και όχι της δογματικής ή οντολογικής τους υπόστασης.

Το κείμενο ξεκαθαρίζει ότι η ονομασία αυτή δεν συνεπάγεται την αναγνώριση μυστηρίων ή θείας χάριτος στις κοινότητες αυτές. Κατά την πατερική θεολογία (και τη ρήση του Νικολάου Καβάσιλα), η Εκκλησία «εν τοις μυστηρίοις σημαίνεται», πράγμα που σημαίνει ότι έγκυρα μυστήρια υφίστανται αναμφίβολα μόνο εντός της Ορθοδοξίας.

Η πρακτική αυτή δεν αποτελεί μοντερνισμό της Συνόδου της Κρήτης. Οι Πατέρες της πρώτης και της δεύτερης χιλιετίας (όπως ο Μέγας Βασίλειος, ο Άγιος Ταράσιος και ο Μάρκος ο Ευγενικός), καθώς και πλήθος συνοδικών εγγράφων των τελευταίων αιώνων (π.χ. οι απαντήσεις των Πατριαρχών της Ανατολής προς τον Πάπα Πίο Θ΄ το 1848), χρησιμοποιούσαν με ευκολία τον όρο «Δυτική» ή «Ρωμαϊκή Εκκλησία», χωρίς ποτέ να ταυτίζουν το όνομα με την οντολογική πραγματικότητα.

3. Ορισμένοι ιεράρχες και θεολόγοι (όπως ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος και ο πρωτ. Πέτρος Heers) άσκησαν έντονη κριτική, ισχυριζόμενοι ότι η χρήση του όρου «ιστορική ονομασία» χωρίς οντολογικό αντίκρισμα εισάγει έναν επικίνδυνο «εκκλησιολογικό νομιναλισμό» (τη φιλοσοφική θεωρία ότι τα ονόματα είναι κενά νοήματος και δεν αντιστοιχούν σε υπαρκτά πράγματα).

Ο συντάκτης αντικρούει την κατηγορία αυτή, τονίζοντας ότι η γλώσσα της Ορθόδοξης Θεολογίας είναι εκ φύσεως περιγραφική και συμβατική.  Προκειμένου να αποδομήσει την κριτική, φέρνει ως παράδειγμα τη θεολογική έννοια του «κακού». Οι Άγιοι Πατέρες (Διονύσιος Αρεοπαγίτης, Μάξιμος Ομολογητής, Ιωάννης Δαμασκηνός) ορίζουν το κακό ως «παρυπόσταση» και ως στέρηση (έλλειψη) του αγαθού, δηλαδή ως κάτι που δεν έχει αυτόνομη οντολογική υπόσταση. Παρ' όλα αυτά, η θεολογία χρησιμοποιεί τη λέξη «κακό» χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υποπίπτει σε «θεολογικό νομιναλισμό».

4. Τα Αυστηρά Κριτήρια Θεολογικού Διαλόγου (Παράγραφος 6)

Το κείμενο της Συνόδου της Κρήτης δεν χαρίζει εκκλησιαστικότητα, αλλά αντίθετα θέτει υπό αυστηρή αίρεση τις σχέσεις με τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο. Για να αναγνωριστεί οντολογικά μια κοινότητα ως Εκκλησία, απαιτείται η πλήρης και αντικειμενική αποσαφήνιση τεσσάρων θεμελιωδών αξόνων με βάση την κοινή πίστη της πρώτης χιλιετίας. Ο πρώτος άξονας αφορά τα Μυστήρια, όπου απαιτείται επανεξέταση της έννοιας, του αριθμού και του τρόπου τέλεσης των μυστηρίων, με επίκεντρο τη Θεία Ευχαριστία, ενώ σημειώνεται ότι το συνοδικό κείμενο δεν αναγνωρίζει εκ των προτέρων κανένα μυστήριο, ούτε το βάπτισμα, στους ετεροδόξους. Ο δεύτερος άξονας είναι η Περί Χάριτος Διδασκαλία, η οποία εγείρει την απαίτηση για αποδοχή της ορθόδοξης διδασκαλίας περί ακτίστου χάριτος και της διάκρισης μεταξύ ουσίας και ενεργειών στον Θεό, ερχόμενη σε πλήρη αντίθεση με την περί «κτιστής χάριτος» θεωρία των Ρωμαιοκαθολικών. Ο τρίτος άξονας αφορά την Ιερωσύνη και περιλαμβάνει την εξέταση της δομής της σε σχέση με τη συνοδικότητα, το παπικό πρωτείο και την αυθεντία, καθώς και την απόρριψη σύγχρονων νεοτερισμών, όπως η χειροτονία των γυναικών. Ο τέταρτος άξονας είναι η Αποστολική Διαδοχή, όπου ζητείται η διευκρίνιση του αν απαιτείται απλή διαδοχή τάξεως ή διαδοχή πίστης, ή ορθότερα και τα δύο, για την αναγνώριση εγκυρότητας. Εάν υπάρξει πλήρης δογματική συμφωνία στα παραπάνω σημεία, οι ετερόδοξοι αυτομάτως παύουν να είναι ετερόδοξοι και καθίστανται ομόδοξοι, συνεπώς η Σύνοδος δεν αναγνωρίζει την υφιστάμενη κατάστασή τους ως εκκλησιαστική.

5.  Η ιστορική εξέλιξη και η διαδοχική αυστηροποίηση των προσυνοδικών κειμένων αποδεικνύει ότι η Ορθόδοξη ιεραρχία θέλησε να αποκλείσει κάθε χαλαρή ερμηνεία:

  1. Γ΄ Προσυνοδική Διάσκεψη (Chambésy, 1986): Το αρχικό κείμενο ανέφερε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει την «πραγματικήν ύπαρξιν» όλων των χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών.
  2. Ε΄ Προσυνοδική Διάσκεψη (Chambésy, 2015): Υπό τον φόβο παρερμηνειών, η λέξη «πραγματική» αντικαταστάθηκε από τη λέξη «ιστορική» («αναγνωρίζει την ιστορικήν ύπαρξιν»), μετατοπίζοντας το βάρος από το οντολογικό επίπεδο στο καθαρά ιστορικό γεγονός της ύπαρξής τους.
  3. Αγία και Μεγάλη Σύνοδος (Κρήτη, 2016): Στο τελικό, επίσημα εγκριθέν κείμενο, η διατύπωση έγινε ακόμη πιο αυστηρή και περιοριστική: η Εκκλησία πλέον «αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν» των ετεροδόξων κοινοτήτων, αφαιρώντας ακόμη και τη λέξη «ύπαρξη» για να μην αφεθεί το παραμικρό θεολογικό παράθυρο παρεξήγησης.

6.  Ο συντάκτης καταγγέλλει ορισμένους επικριτές (όπως τον π. Πέτρο Heers) για εσκεμμένη απομόνωση και διαστροφή των λόγων του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Ο Πατριάρχης, σε ομιλία του το 2014, τόνισε ρητά ότι η Εκκλησία και η αλήθεια είναι Μία (ο Χριστός), χρησιμοποιώντας τον όρο «Εκκλησίες» για τη Δύση με τον ίδιο ακριβώς συμβατικό τρόπο που τον χρησιμοποιούσαν διαχρονικά οι Πατέρες.

Το κείμενο αναδεικνύει μια τεράστια θεολογική αντίφαση: Ενώ οι επικριτές κατηγορούν το κείμενο της Κρήτης ως «αιρετικό», την ίδια στιγμή αποσιωπούν το επίσημο εκκλησιολογικό κείμενο του Πατριαρχείου Μόσχας («Οι βασικές αρχές αντιμετώπισης των ετεροδόξων...»).

 Το επίσημο ρωσικό κείμενο περιέχει εξαιρετικά «ανοιχτές» και προβληματικές —για τους παραδοσιακούς— θέσεις, καθώς αναφέρει επί λέξει ότι οι αποσχισθείσες κοινότητες «ποτέ δεν αντιμετωπίστηκαν ως στερημένες πλήρως της χάριτος του Θεού». Παρά τη διακοπή της κοινωνίας, «παραμένει κάποια μη πλήρης κοινωνία» ανάμεσα στους ετεροδόξους και την Ορθοδοξία. Η Ρωσική Εκκλησία «δεν ασκεί κρίση» για το αν έχει παραφθαρεί η εὐλογημένη ζωή στους ετεροδόξους, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να τελούν έγκυρα μυστήρια.

Το κείμενο της Συνόδου της Κρήτης είναι σαφώς πιο αυστηρό και δογματικά περιχαρακωμένο από το αντίστοιχο του Πατριαρχείου Μόσχας, καθώς στην Κρήτη αποκλείστηκε κάθε έννοια «μη πλήρους κοινωνίας» ή προκαταβολικής αναγνώρισης χάριτος και μυστηρίων εκτός της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

------------------------------------------------------------------------------------

Σχολιασμός της ενότητας

Το κείμενο  είναι μια απολογία της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης (2016), και συγκεκριμένα του κειμένου «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον». Ως απολογία, επιχειρεί να αντικρούσει την κριτική ότι η Σύνοδος εισήγαγε καινοφανείς εκκλησιολογικές θέσεις.

Αʹ.  Το κείμενο ξεκινά αποδεχόμενο ως αφετηρία τη διατύπωση της Συνόδου ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία «αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν» άλλων ετεροδόξων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών. Η κριτική που ασκεί είναι εσωτερική: δεν αμφισβητεί την ορθότητα της ίδιας της διατυπώσεως, αλλά επιχειρεί να αποδείξει ότι αυτή δεν συνεπάγεται οντολογική αναγνώριση.

Η  ερώτηση που πρέπει να τεθεί είναι: Γιατί αποδεχόμαστε εξαρχής ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία οφείλει να «αποδέχεται» οτιδήποτε σχετικά με τους ετερόδοξους; Η Εκκλησία δεν είναι δημοκρατικό σώμα που διαπραγματεύεται την ταυτότητά της. Η φράση «αποδέχεται την ιστορικήν ονομασίαν» είναι ήδη υποχώρηση: υπονοεί ότι υπάρχει κάτι να αποδεχθείς, κάτι έξω από την Εκκλησία που έχει νόμιμη ύπαρξη και αξιώσεις. Οι Άγιοι Πατέρες δεν «αποδέχονταν» ονομασίες αιρετικών· τους καθαιρούσαν, τους αναθεμάτιζαν, τους απέκλειαν από την κοινωνία. Όταν ο Άγιος Κύριλλος αντιμετώπισε τον Νεστόριο, δεν «αποδέχθηκε την ιστορικήν ονομασίαν» της «Εκκλησίας» των Νεστοριανών. Τους αποκάλεσε αιρετικούς και τους απέκλεισε. Η γλώσσα της «αποδοχής» είναι γλώσσα συμβιβασμού, όχι γλώσσα της Αληθείας.

Βʹ.  Ο συγγραφέας επιχειρεί να αντικρούσει την κατηγορία του νομιναλισμού ισχυριζόμενος ότι η Σύνοδος δεν πέφτει σε νομιναλισμό επειδή η «ιστορική ονομασία» δεν συνεπάγεται οντολογική υπόσταση. Αυτό το επιχείρημα είναι ευφυές, αλλά αυτοκαταστροφικό. Αν η Ορθόδοξη Εκκλησία «αποδέχεται» να ονομάζει κάποιους «Εκκλησία» χωρίς να τους αναγνωρίζει οντολογική υπόσταση, τότε τι σημαίνει ο όρος «Εκκλησία» όταν τον χρησιμοποιεί η ίδια η Σύνοδος για τον εαυτό της; Αν «Εκκλησία» μπορεί να είναι καθαρή ονομασία χωρίς οντολογική πραγματικότητα, τότε και η Ορθόδοξη Εκκλησία θα μπορούσε να είναι απλώς «ιστορική ονομασία». Ο συγγραφέας παγιδεύεται σε έναν λογικό κύκλο: για να σώσει τη Σύνοδο από τον νομιναλισμό, υποστηρίζει ότι τα ονόματα δεν δηλώνουν πράγματα — αλλά αυτό ακριβώς είναι ο νομιναλισμός.

Η Ορθόδοξη Εκκλησιολογία δεν γνωρίζει «ονομασία χωρίς ύπαρξη». Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού, όχι ετικέτα. Όταν ο Χριστός είπε «ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν» (Ματθ. 16,18), δεν εννοούσε μια ονομασία που θα μπορούσε να αποδοθεί και σε άλλους. Η Εκκλησία είναι Μία, όχι επειδή έτσι την ονομάζουμε, αλλά επειδή είναι το Σώμα του Ενός Χριστού.

Γʹ.  Ο συγγραφέας επικαλείται πλούσια τεκμηρίωση από τη Βʹ Χιλιετία, όπου Ορθόδοξοι Πατριάρχες αποκαλούσαν τους Ρωμαιοκαθολικούς «Δυτική Εκκλησία», «Ρωμαϊκή Εκκλησία» κ.λπ. Η επίκληση αυτή είναι επιλεκτική και παραπλανητική.

Πρώτον, η χρήση του όρου «Εκκλησία» από τους Πατέρες της Βʹ Χιλιετίας δεν ήταν εκκλησιολογική αναγνώριση, αλλά εκκλησιαστική πρακτική που βασιζόταν σε δύο παραμέτρους που σήμερα έχουν καταρρεύσει:

  1. Η «Δυτική Εκκλησία» ήταν η Εκκλησία της πρεσβυτέρας Ρώμης, που είχε κοινωνία με την Ανατολή επί αιώνες. Η ονομασία αυτή ήταν ιστορική μνήμη, όχι παρούσα πραγματικότητα.
  2. Οι Πατέρες της Βʹ Χιλιετίας δεν αντιμετώπιζαν τον παπισμό ως μια από πολλές «Εκκλησίες», αλλά ως σχισματική ομάδα που διεκδικούσε τον θρόνο της Ρώμης. Η αναφορά σε «Εκκλησία» ήταν συνήθως ειρωνική ή διπλωματική, ποτέ δογματική αναγνώριση.

Δεύτερον, ο συγγραφέας αποσιωπά ότι οι ίδιοι Πατέρες που χρησιμοποίησαν τον όρο «Δυτική Εκκλησία» ταυτόχρονα καταδίκαζαν ως αιρετικές τις καινοτομίες του παπισμού (Filioque, παπικό πρωτείο, αζύμια, καθαρτήριο πυρ, κ.λπ.). Η σχέση τους με τη Δύση ήταν σχέση προσδοκίας επιστροφής, όχι αναγνώρισης υπάρξεως. Η Σύνοδος της Κρήτης, αντιθέτως, τοποθετεί τις «άλλες Εκκλησίες» σε ισότιμη θέση διαλόγου, σαν να υπάρχουν παράλληλα με την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Τρίτον, ο συγγραφέας παραβλέπει ότι η εκκλησιαστική γραμματεία της Βʹ Χιλιετίας δεν γνώριζε τον προτεσταντισμό, τον αγγλικανισμό και τις χιλιάδες σύγχρονες «ομολογίες». Να επικαλείσαι τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό για να δικαιολογήσεις την αναγνώριση 30.000 προτεσταντικών δογμάτων ως «Εκκλησιών» είναι ιεροσυλία.

Δʹ. Το κείμενο αφιερώνει μεγάλο μέρος στην ανάλυση της μεταβολής από «ιστορική ύπαρξις» (1986) σε «ιστορική ονομασία» (2016), παρουσιάζοντάς την ως ενίσχυση της ορθοδοξίας της διατυπώσεως. Αυτό είναι παραπλανητικό.

Η μεταβολή από «ύπαρξιν» σε «ονομασίαν» δεν είναι ενίσχυση, αλλά εξασθένηση — και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα. Η «ύπαρξις», έστω και «ιστορική», υπονοεί κάτι πραγματικό. Η «ονομασία» είναι απλώς λέξη. Η Σύνοδος υποχώρησε από μια ήδη προβληματική διατύπωση σε μια ακόμη πιο ασαφή, για να κατευνάσει τις αντιδράσεις. Αυτό δεν είναι θεολογική πρόοδος, αλλά διπλωματική τακτική.

Ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι η «ιστορική ονομασία» δεν συνεπάγεται οντολογική αναγνώριση. Αλλά αν δεν συνεπάγεται τίποτα οντολογικό, γιατί χρησιμοποιείται ο όρος «Εκκλησία»; Γιατί όχι «χριστιανικές ομάδες», «αιρετικές συναγωγές», «σχισματικά σώματα»; Η επιλογή του όρου «Εκκλησία» είναι ήδη θεολογική απόφαση, ό,τι και αν ισχυρίζεται ο συγγραφέας.

Εʹ. Το κείμενο αφιερώνει εκτενή ανάλυση στη σύγκριση του κειμένου της Κρήτης με το κείμενο του Πατριαρχείου Μόσχας «Οι βασικές αρχές αντιμετώπισης των ετεροδόξων» (2000). Ο συγγραφέας επιχειρεί να αποδείξει ότι το Πατριαρχείο Μόσχας είναι «χειρότερο» από τη Σύνοδο της Κρήτης, και άρα οι επικριτές της Συνόδου θα έπρεπε πρώτα να καταγγείλουν τη Μόσχα.

Αυτό το επιχείρημα είναι στρατηγικά αποπροσανατολιστικό:

Πρώτον, η κριτική στη Σύνοδο της Κρήτης δεν προϋποθέτει αποδοχή του Πατριαρχείου Μόσχας. Οι πιστοί Ορθόδοξοι καταγγέλλουν και τα δύο, όπου παρεκκλίνουν από την παράδοση. Το γεγονός ότι η Μόσχα αποδέχεται «χάριν εκτός Εκκλησίας» είναι εξίσου αιρετικό με ό,τι αποφάσισε η Κρήτη. Η σύγκριση «ποιος είναι χειρότερος» είναι ανόητη: και τα δύο είναι εκτός παραδόσεως.

Δεύτερον, ο συγγραφέας διαστρεβλώνει το κείμενο της Μόσχας. Το Πατριαρχείο Μόσχας, παρά τα προβλήματά του, διατηρεί τουλάχιστον τη διατύπωση ότι «η σωτηρία αποκτάται μόνο μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία». Η Σύνοδος της Κρήτης δεν τολμά καν αυτή τη σαφή διατύπωση. Αντίθετα, μιλά για «δυναμικήν μαρτυρίαν» και «διάλογον» χωρίς να οριοθετεί θεολογικά το πεδίο.

Τρίτον, ο συγγραφέας κατηγορεί τους επικριτές ότι «σιωπούν» έναντι της Μόσχας. Αυτό είναι ψευδές. Οι επικριτές της Συνόδου της Κρήτης (όπως ο π. Πέτρος Heers, ο π. Θεόδωρος Ζήσης, ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ.λπ.) έχουν επανειλημμένα καταγγείλει και τις θέσεις του Πατριαρχείου Μόσχας. Η επίκληση της Μόσχας είναι «red herring» — αποπροσανατολισμός από την ουσία.

ΣΤʹ. Το κείμενο αφιερώνει δυσανάλογο χώρο στην επίθεση κατά του π. Πέτρου Heers, κατηγορώντας τον για «διαστροφή» των λόγων του Οικουμενικού Πατριάρχη. Αυτή η τακτική είναι αδιάντροπη επίθεση.

Πρώτον, οι λόγοι του Πατριάρχη Βαρθολομαίου στον Πανίερο Ναό της Αναστάσεως (2014) είναι δημόσια κείμενα. Ο καθένας μπορεί να τα διαβάσει. Ο Πατριάρχης μίλησε για «καταστάσεις και ομάδες ποικίλες» που «διεκδικούν αυθεντία και αλήθεια», και είπε ότι «αι κατά τόπους Εκκλησίαι οδηγήθησαν εις διάσπασιν». Αυτή η γλώσσα είναι ήδη προβληματική: αναγνωρίζει «Εκκλησίες» που «οδηγήθηκαν εις διάσπασιν», σαν η Μία Εκκλησία να διασπάστηκε σε πολλές. Αυτό είναι σχίσμα στην εκκλησιολογία, όχι απλώς ιστορική περιγραφή.

Δεύτερον, ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι ο Πατριάρχης δεν μίλησε για «πολλαπλές μερικώς αληθινές Εκκλησίες». Αλλά αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα: ο Πατριάρχης μίλησε για «Εκκλησίες» στον πληθυντικό, για «κατά τόπους Εκκλησίες» που αποσχίστηκαν. Αν η Εκκλησία είναι Μία, πώς υπάρχουν «πολλές Εκκλησίες»; Αν η Αλήθεια είναι Μία, πώς «διεκδικούν» πολλές ομάδες την αλήθεια; Η γλώσσα του Πατριάρχη είναι γλώσσα πλουραλισμού, όχι γλώσσα της Μίας Αλήθειας.

Τρίτον, ο συγγραφέας αποσιωπά ότι ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος έχει επανειλημμένα συμπροσευχηθεί με αιρετικούς, έχει αναγνωρίσει «εκκλησιαστικά στοιχεία» σε μη Ορθοδόξους, και έχει προωθήσει την ιδέα της «διαιρεμένης Εκκλησίας». Αυτά δεν είναι «φαντασίες» του π. Heers, αλλά δημόσιες πράξεις και δηλώσεις.

Ζʹ.  Το κείμενο επαναλαμβάνει ότι η Σύνοδος της Κρήτης δεν αναγνωρίζει «Intercommunio» και ότι η κοινωνία στη Θεία Ευχαριστία προϋποθέτει κοινή πίστη. Αυτό ακούγεται ορθόδοξο, αλλά είναι αυτοαναιρούμενο. Αν η Σύνοδος δεν αναγνωρίζει κοινωνία, γιατί αναγνωρίζει «Εκκλησίες»; Η Εκκλησία, κατά τον Άγιο Νικόλαο Καβάσιλα, «εν τοις μυστηρίοις σημαίνεται». Χωρίς μυστήρια, χωρίς κοινωνία, χωρίς Χριστό, τι είναι η «Εκκλησία»; Ένα κτίριο; Μια ΜΚΟ; Μια ιστορική μνήμη;

Ο συγγραφέας ισχυρίζεται ότι η Σύνοδος θέτει αυστηρά κριτήρια για μελλοντική αναγνώριση: μυστήρια, χάρις, ιερωσύνη, αποστολική διαδοχή. Αλλά αυτά τα κριτήρια είναι ήδη γνωστά — και οι ετερόδοξοι τα απορρίπτουν. Ο παπισμός αρνείται την Ορθόδοξη εκκλησιολογία, ο προτεσταντισμός αρνείται την ιερωσύνη και τα μυστήρια. Τι ακριβώς «διαλόγου» χρειάζεται; Ο διάλογος με αιρετικούς δεν είναι θεολογική πράξη, αλλά πολιτική. Οι Άγιοι Πατέρες δεν «διεξήγαγαν διαλόγους» με τους Αρειανούς για να «αποσαφηνίσουν» την Τριάδα. Τους καταδίκασαν.

 

Ηʹ. Το πλέον αποκαλυπτικό σημείο του κειμένου είναι η αποδοχή της «Οικουμενικής Κινήσεως» ως αναπόφευκτου πλαισίου. Ο συγγραφέας μιλά για «την έναρξη της Οικουμενικής κινήσεως τον εικοστό αιώνα» σαν να πρόκειται για ιστορικό γεγονός που η Εκκλησία οφείλει να αποδεχθεί.

Η Οικουμενική Κίνηση δεν είναι εκκλησιαστικό γεγονός, αλλά κοσμικό εγχείρημα. Γεννήθηκε από τον προτεσταντισμό, χρηματοδοτήθηκε από μασονικές στοές και πολιτικά κέντρα, και έχει ως στόχο τη δημιουργία μιας «παγκόσμιας θρησκείας» χωρίς δόγματα. Η συμμετοχή της Ορθοδόξου Εκκλησίας σε αυτό το εγχείρημα είναι ήδη παρέκκλιση από την παράδοση.

Το κείμενο αναφέρεται με σεβασμό στα «κείμενα της Οικουμενικής Κινήσεως», στις «Προσυνοδικές Διασκέψεις», στα «εγκεκριμένα κείμενα». Αλλά ποιος ενέκρινε αυτά τα κείμενα; Ποιες Σύνοδοι; Ποιοι Άγιοι; Η Γʹ Προσυνοδική Διάσκεψη του 1986 δεν ήταν Σύνοδος, αλλά γραφειοκρατική συνάντηση. Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Κρήτης δεν ήταν Οικουμενική Σύνοδος (δεν είχε κανονική σύγκληση, ούτε πλήρη συμμετοχή, ούτε ομοφωνία), και το κείμενο της δεν είναι δεσμευτικό για την Εκκλησία.

Θʹ. Το κείμενο καταλήγει με μια «έκκληση» προς το Πατριρχείο Μόσχας να αναγνωρίσει το κείμενο της Κρήτης «χωρίς περιστροφές και αστερίσκους», για να «διασωθεί το ήθος, η στοιχειώδης σοβαρότητα και εντιμότητα». Αυτή η γλώσσα είναι γλώσσα πολιτικής πίεσης, όχι θεολογικής αλήθειας.

Η Εκκλησία δεν «διασώζει το ήθος» συμβιβαζόμενη με τον κόσμο. Οι Άγιοι Μάρτυρες δεν «διαπραγματεύτηκαν» με τους ειδωλολάτρες για να διατηρήσουν την «εντιμότητα». Η Αλήθεια δεν χρειάζεται διπλωματία — χρειάζεται μάρτυρες.

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 

Ο,τι αναφέρυθηκε στα προηγούμενα άρθρα και επι πλέον το βιβλίο του Μητροπολίτη Ναυπάκτου για την Σύνοδο της Κρήτης.