1. Το Χάσμα μεταξύ Χρόνου και Αιωνιότητας
Είναι εξαιρετικά δύσκολο να χωρέσει η αέναη, αιώνια ζωή στη στενή ανθρώπινη ψυχή και στο ακόμη στενότερο ανθρώπινο σώμα. Οι περιορισμένοι κάτοικοι αυτής της γης βλέπουν με καχυποψία καθετί που βρίσκεται πέρα από αυτούς. Εγκλωβισμένοι στον χρόνο και στον χώρο, δεν ανέχονται —ίσως από αταβισμό και αδράνεια— να διεισδύει ανάμεσά τους κάτι υπερχρονικό και υπερχωρικό, κάτι αιώνιο. Το θεωρούν επίθεση, στην οποία απαντούν με πόλεμο.
Διαβρωμένος από τον σκόρο του χρόνου, ο άνθρωπος δεν αντιλαμβάνεται την παρέμβαση της αιωνιότητας σε αυτή τη ζωή και δυσκολεύεται να τη συνηθίσει. Συχνά τη θεωρεί βία και ασυγχώρητη αναίδεια. Μερικές φορές επαναστατεί σκληρά ενάντια στην αιωνιότητα, επειδή αισθάνεται πολύ μικρός και μικροσκοπικός μπροστά της. Άλλες φορές στρέφεται εναντίον της με άγριο μίσος, επειδή την αντιλαμβάνεται με όρους υπερβολικά ανθρώπινους, γήινους και εγκόσμιους.
Έχοντας υλικοποιηθεί, καθηλωμένος από τη βαρύτητα στον χρόνο και στον χώρο, και αποκομμένος ψυχικά από την αιωνιότητα, ο κάτοικος αυτού του κόσμου δεν συμπαθεί τις επίπονες εξορμήσεις στον άλλον κόσμο. Το χάσμα που ανοίγεται ανάμεσα στον χρόνο και την αιωνιότητα είναι γι' αυτόν αγεφύρωτο· του λείπει η δύναμη και η ισχύς. Περικυκλωμένος από τον θάνατο, ο άνθρωπος χλευάζει όσους λένε ότι ο άνθρωπος είναι αθάνατος και αιώνιος: «Τι τον κάνει αθάνατο; Ένα θνητό σώμα; Τι τον κάνει αιώνιο; Ένα ανίσχυρο πνεύμα;»
2. Ο Θεάνθρωπος Χριστός ως Γέφυρα Ζωής
Για να είναι αθάνατος, ο άνθρωπος πρέπει να νιώθει τον εαυτό του αθάνατο στο επίκεντρο των συναισθημάτων του. Για να είναι αιώνιος, πρέπει να γνωρίζει τον εαυτό του ως αιώνιο στο επίκεντρο της αυτοσυνειδησίας του. Χωρίς αυτό, τόσο η αθανασία όσο και η αιωνιότητα παραμένουν απλές, αυθαίρετες υποθέσεις. Αν ο άνθρωπος είχε κάποτε αυτό το αίσθημα της αθανασίας και αυτή τη γνώση της αιωνιότητας, αυτό συνέβη τόσο παλιά, που πλέον ατροφούσε κάτω από το ίζημα του θανάτου. Και αναμφίβολα έχει ατροφήσει — αυτό μαρτυρεί ολόκληρη η μυστηριώδης δομή του ανθρώπινου όντος.
Το μεγάλο μας ερώτημα και μαρτύριο είναι: πώς να αναβιώσουμε αυτό το ατροφικό συναίσθημα; Πώς να αναστήσουμε αυτή την ατροφική γνώση;
Οι άνθρωποι μόνοι τους δεν μπορούν να το κάνουν. Ούτε οι αφηρημένοι θεοί μπορούν. Μόνο ο ίδιος ο Θεός μπορεί να το κατορθώσει, Ο Οποίος ενσαρκώνεται ως αθάνατος στην ανθρώπινη αυτοσυνειδησία και ως αιώνιος στην ανθρώπινη εμπειρία. Αυτό έπραξε ο Χριστός, ενσαρκώνοντας τον Εαυτό Του στον άνθρωπο και γινόμενος Θεάνθρωπος. Μόνο σε Αυτόν ο άνθρωπος ένιωσε πραγματικά τον εαυτό του αθάνατο και τον γνώρισε ως αιώνιο.
Ο Θεάνθρωπος, με την Προσωπικότητά Του, γεφύρωσε το χάσμα μεταξύ χρόνου και αιωνιότητας. Επομένως, πραγματικά αθάνατος αισθάνεται και αιώνιος γνωρίζει τον εαυτό του μόνο ο άνθρωπος που ενώνεται οργανικά με την Προσωπικότητα του Θεανθρώπου Χριστού, με το Σώμα Του, την Εκκλησία. Για την ανθρωπότητα, το Πρόσωπο του Χριστού έγινε το μοναδικό πέρασμα από τον χρόνο στην αιωνιότητα. Γι' αυτό στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ο Θεάνθρωπος παραμένει η μόνη οδός και ο οδηγός από την αυτοαίσθηση της θνητότητας στην αυτοαίσθηση της αθανασίας.
3. Η Αποστολή και ο Υπερεθνικός Χαρακτήρας της Εκκλησίας
Το αιώνια ζωντανό πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού ταυτίζεται με την ίδια την Εκκλησία. Η Εκκλησία είναι πάντα Πρόσωπο —Θεανθρώπινο Πρόσωπο— πνεύμα και σώμα Θεανθρώπινο. Ο ορισμός, η ζωή, ο στόχος, το πνεύμα και οι μέθοδοι της Εκκλησίας δίνονται στο θαυματουργό πρόσωπο του Χριστού.
Επομένως, η αποστολή της Εκκλησίας είναι:
Να ενώσει όλους τους πιστούς οργανικά και προσωπικά με το πρόσωπο του Χριστού.
Να μεταμορφώσει την αυτοσυνειδησία τους σε Χριστοσυνειδησία και τη ζωή τους σε Χριστοζωή.
Να κάνει την προσωπικότητά τους «προσωπικότητα-Χριστό», ώστε να μη ζουν πλέον αυτοί, αλλά να ζει μέσα τους ο Χριστός (Γαλ. 2:20).
Η Εκκλησία είναι η Θεανθρώπινη αιωνιότητα ενσαρκωμένη μέσα στα όρια του χρόνου και του χώρου. Είναι σε αυτόν τον κόσμο, αλλά δεν είναι εκ του κόσμου τούτου (Ιωάν. 18:36). Είναι εδώ για να ανυψώσει τον κόσμο εκεί όπου ανήκει η ίδια. Είναι παγκόσμια, καθολική, αιώνια.
Σημείωση: Αποτελεί βλασφημία κατά του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος το να μετατρέπεται η Εκκλησία σε έναν στενά εθνικό θεσμό και να περιορίζεται σε εφήμερους, προσωρινούς πολιτικούς ή εθνικούς στόχους. Ο στόχος της είναι υπερεθνικός και πανανθρώπινος: να ενώσει τους πάντες εν Χριστώ, χωρίς διακρίσεις εθνικότητας, φυλής ή τάξης. «Ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην... πάντες γαρ υμείς εις εστε εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ. 3:28).
4. Το Λάθος του Εκκλησιαστικού Εθνικισμού
Στην ιστορική τους πορεία, πολλές τοπικές Εκκλησίες περιορίστηκαν στον εθνικισμό, υιοθετώντας κοσμικούς στόχους. Πολλές Εκκλησίες, και η δική μας ανάμεσά τους, υπέπεσαν σε αυτό το σφάλμα. Η Εκκλησία εκκοσμικεύτηκε για να ταιριάξει στα μέτρα του λαού, ενώ το φυσιολογικό είναι το αντίθετο: ο λαός να μεταμορφώνεται σύμφωνα με το πνεύμα της Εκκλησίας.
Γνωρίζουμε, βέβαια, ότι αυτά είναι τα ζιζάνια της εκκλησιαστικής μας ζωής, τα οποία ο Κύριος επιτρέπει να μεγαλώνουν μαζί με το σιτάρι μέχρι τον θερισμό (Ματθ. 13:29-30), και ότι προέρχονται από τον αρχέκακο εχθρό. Όμως, η γνώση αυτή είναι μάταιη αν δεν μετατραπεί σε προσευχή, ώστε να μη γινόμαστε εμείς οι ίδιοι σπορείς τέτοιων ζιζανίων.
Είναι πλέον η δωδέκατη ώρα: οι εκκλησιαστικοί μας εκπροσώποι πρέπει να πάψουν να είναι αποκλειστικά υπηρέτες του εθνικισμού και της πολιτικής σκοπιμότητας, και να γίνουν αρχιερείς και ιερείς της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.
5. Τα Πέντε Θεανθρώπινα Ασκητικά Κατορθώματα
Η Εκκλησία διαφέρει ριζικά από κάθε επίγειο οργανισμό επειδή επιτυγχάνει τον θεανθρώπινο στόχο της αποκλειστικά με θεανθρώπινα μέσα, δηλαδή μέσω των ιερών Μυστηρίων και των ασκητικών κατορθωμάτων:
Ι. Το Κατόρθωμα της Πίστης
Η ψυχή του λαού πρέπει να παραδοθεί στον Χριστό χωρίς επιφυλάξεις ή συμβιβασμούς. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η πίστη στον Χριστό είναι ένας υπερεθνικός, παγκόσμιος αγώνας και σημαίνει να υπηρετεί κανείς τον Χριστό —και μόνο τον Χριστό— σε κάθε έκφανση της ζωής του.
ΙΙ. Το Κατόρθωμα της Προσευχής και της Νηστείας
Η προσευχή και η νηστεία πρέπει να γίνουν ο ίδιος ο τρόπος ζωής του Ορθόδοξου λαού μας. Είναι τα παντοδύναμα μέσα για τον καθαρισμό της ψυχής από τις αμαρτίες και τα πάθη (Ματθ. 17:21). Η προσευχή μας δεν πρέπει να περιορίζεται στον εαυτό μας ή στο έθνος μας, αλλά να αγκαλιάζει τους πάντες: φίλους και εχθρούς, ευεργέτες και διώκτες, διότι αυτό διακρίνει τον Χριστιανό από τον ειδωλολάτρη.
ΙΙΙ. Το Κατόρθωμα της Παναγαπητικής Αγάπης
Η χριστιανική αγάπη δεν βάζει όρια. Δεν εξετάζει ποιος είναι άξιος και ποιος ανάξιος· αγαπά τους πάντες, ακόμη και τους εχθρούς ή τους εγκληματίες (χωρίς όμως να αγαπά την αμαρτία τους). Αυτή η πανανθρώπινη, παναγαπητική αγάπη διαφέρει ριζικά από την εγωιστική, τη φαρισαϊκή, την ανθρωπιστική ή την εθνικιστική αγάπη. Αποκτάται μέσω της προσευχής ως δώρο Χριστού.
IV. Το Κατόρθωμα της Πραότητας και της Ταπεινότητας
Μόνο ο πράος τιθασεύει τις άγριες καρδιές και μόνο ο ταπεινός ηρεμεί τις υπερήφανες ψυχές. Ο άνθρωπος γίνεται πραγματικά πράος όταν ενοικεί μέσα του ο Κύριος Ιησούς. Χρέος του Χριστιανού είναι να ταπεινώνεται μπροστά στον πόνο του κάθε ασθενούς, στη θλίψη του κάθε στεναχωρημένου, στα βάσανα κάθε πλάσματος, γινόμενος «τοις πάσι τα πάντα» εν Χριστώ.
V. Το Κατόρθωμα της Υπομονής και της Μακροθυμίας
Το να υπομένεις το κακό χωρίς να ανταποδίδεις κακό, το να συγχωρείς τις προσβολές και τις συκοφαντίες είναι στάση χριστομίμητη. Ο κόσμος δεν ανέχεται τους χριστοφόρους ανθρώπους, όπως δεν ανέχτηκε και τον Χριστό. Για τον Ορθόδοξο, τα βάσανα είναι καθαρτήριο. Οφείλουμε όχι μόνο να υπομένουμε τις θλίψεις με χαρά, αλλά και να προσευχόμαστε με ευσπλαχνία για όσους μας τις προκαλούν.
6. Η Αντιπαράθεση με τον Σύγχρονο Υλικό Πολιτισμό
Στον άθεο υλισμό και τον εκκοσμικευμένο πολιτισμό της εποχής μας πρέπει να αντιτάξουμε χριστοφόρες προσωπικότητες. Στον δυτικό, ανθρωποκεντρικό «πολιτισμό» που οδηγεί στην αποστασία, η Εκκλησία απαντά με την επιστροφή στους Αγίους Πατέρες και τον ασκητισμό.
Το σύνθημά μας πρέπει να είναι: Επιστροφή στους Αγίους Πατέρες! Ακολουθώντας τα χριστοφόρα κατορθώματα των Αγίων μας (του Αγίου Σάββα, του Αγίου Προχόρου, του Αγίου Βασιλείου του Όστρογκ κ.ά.), αγιάζεται η ψυχή του λαού.
Η Ορθοδοξία, ως ο μοναδικός αυθεντικός φορέας της εικόνας του Θεανθρώπου, πραγματώνεται αποκλειστικά με δικά της, ορθόδοξα μέσα και όχι με μεθόδους δανεισμένες από τον Ρωμαιοκαθολικισμό ή τον Προτεσταντισμό, οι οποίοι αποτελούν εκδοχές ενός Χριστιανισμού προσαρμοσμένου στον υπερήφανο Ευρωπαίο άνθρωπο και όχι στον ταπεινό Θεάνθρωπο.
7. Συμπέρασμα: Η Ενορία ως Ασκητικό Κέντρο
Η εσωτερική αποστολή της Εκκλησίας μας διευκολύνεται από το γεγονός ότι υπάρχει ήδη ένα ζωντανό, προσευχητικό και ασκητικό κίνημα μέσα στον λαό. Ο πιστός λαός γνωρίζει βιωματικά τι σημαίνει Ορθοδοξία και αναζητά την πνευματική αναγέννηση μέσω της νηστείας και της προσευχής.
Οι επίσημοι εκπρόσωποι της Εκκλησίας οφείλουν να αγκαλιάσουν αυτό το κίνημα με ενθουσιασμό και να το καθοδηγήσουν στην ασφαλλή κοίτη της πατερικής παράδοσης, ώστε να μην παρασύρει ο λαός σε αιρέσεις.
Οι ασκητές είναι οι μόνοι αληθινοί ιεραπόστολοι της Ορθοδοξίας.
Οι ενορίες πρέπει να μετατραπούν σε πνευματικά, ασκητικά κέντρα, πράγμα που προϋποθέτει ιερείς και μοναχούς που ζουν οι ίδιοι ασκητικά.
Πρέπει να ιδρυθούν Ορθόδοξες αδελφότητες σε κάθε ενορία, με σκοπό τη διακονία του πλησίον με θυσιαστική αγάπη και ταπείνωση.
Το κύριο και απαραίτητο ζητούμενο είναι να διαποτιστεί η ζωή μας από τη λειτουργική προσευχή. Και γι' αυτό, ας προσευχηθούμε θερμά στον Κύριο Θεό.
Σύντομος Θεολογικός σχολιασμός
1. Η Χριστολογική Βάση της Εκκλησιολογίας
Για τον Άγιο Ιουστίνο, η Εκκλησία δεν είναι ένα «ίδρυμα», ένα «θρησκευτικό σωματείο» ή ένας κοινωνικός οργανισμός, αλλά ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Χριστός παρατεινόμενος στους αιώνες.
Η υπέρβαση του διλήμματος «Χρόνος - Αιωνιότητα»: Ο άνθρωπος, εγκλωβισμένος στη μεταπτωτική του κατάσταση («διαβρωμένος από τον σκόρο του χρόνου»), βλέπει την αιωνιότητα ως απειλή ή ουτοπία. Ο Χριστός, με την Ενανθρώπησή Του, δεν κατήργησε τον χρόνο, αλλά τον μπόλιασε με την αιωνιότητα.
Χριστοκεντρική ανθρωπολογία: Ο άνθρωπος βρίσκει την αληθινή του ταυτότητα όχι αυτόνομα, αλλά όταν η αυτοσυνειδησία του μεταμορφωθεί σε Χριστοσυνειδησία. Η σωτηρία δεν είναι μια δικανική άφεση αμαρτιών, αλλά η οργανική ενσωμάτωση στο Σώμα του Χριστού, η θέωση («μέτοχοι θείας φύσεως»).
2. Η Σκληρή Κριτική στον «Εκκλησιαστικό Εθνικισμό» (Φυλετισμό)
Ένα από τα πιο επίκαιρα και δυναμικά σημεία του κειμένου είναι η ευθεία επίθεση του Αγίου εναντίον του εθνοφυλετισμού (που καταδικάστηκε ως αίρεση το 1872).
Η αντιστροφή των όρων: Ο Άγιος επισημαίνει ένα ιστορικό τραγικό λάθος: αντί ο λαός να εκκλησιαστικοποιείται (να μεταμορφώνεται δηλαδή σύμφωνα με το Ευαγγέλιο), η Εκκλησία εθνικοποιήθηκε (υποτάχθηκε σε κρατικές, πολιτικές ή εθνικές σκοπιμότητες).
Η Καθολικότητα της Εκκλησίας: Όταν η Εκκλησία εγκλωβίζεται στα όρια ενός έθνους, χάνει την «Καθολικότητά» της (το πιστεύω εις Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν...). Γίνεται βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος, διότι το Πνεύμα ενώνει τα διεστώτα, ενώ ο εθνικισμός διασπά τον ενιαίο Θεανθρώπινο οργανισμό σε «μικρούς εθνικούς οργανισμούς».
3. Η Ασκητική ως η Μόνη Ορθόδοξη Μεθοδολογία
Ο Άγιος Ιουστίνος ξεκαθαρίζει ότι ένας θεάνθρωπος στόχος (η σωτηρία) δεν μπορεί να επιτευχθεί με ανθρώπινα/κοσμικά μέσα (δημόσιες σχέσεις, πολιτική ισχύ, οργάνωση). Η μόνη μέθοδος της Ορθοδοξίας είναι τα θεανθρώπινα κατορθώματα (τα ασκητικά όπλα):
Πίστη, Προσευχή, Νηστεία, Αγάπη, Πραότητα: Αυτά δεν είναι «ηθικά καθήκοντα», αλλά οντολογικές πύλες. Η προσευχή και η νηστεία είναι τα μόνα όπλα κατά των δαιμονικών δυνάμεων που αλλοτριώνουν την κοινωνία.
Η Παναγαπητική Αγάπη: Η αγάπη της Εκκλησίας δεν είναι ένας φτηνός ανθρωπισμός (humanism) ή αλτρουισμός. Είναι «παναγαπητική» (αγκαλιάζει και τους εχθρούς), επειδή πηγάζει από τον Σταυρό του Χριστού.
4. Η Ορθόδοξη Ταυτότητα έναντι της Δυτικής Εκκοσμίκευσης
Το κείμενο περιέχει μια σαφή διάκριση μεταξύ της Ορθόδοξης Πατερικής Παράδοσης και του Δυτικού Χριστιανισμού (Ρωμαιοκαθολικισμού και Προτεσταντισμού):
Ο Άγιος βλέπει στη Δύση τον κίνδυνο του Ανθρωποκεντρισμού — ενός Χριστιανισμού που προσαρμόστηκε στα μέτρα του «περήφανου Ευρωπαίου ανθρώπου».
Όταν η Εκκλησία δανείζεται δυτικά, εκκοσμικευμένα μοντέλα διοίκησης ή ακτιβισμού, χάνει την αγιαστική της δύναμη. Η απάντηση στην κρίση του σύγχρονου υλιστικού πολιτισμού δεν είναι ο εκσυγχρονισμός της Εκκλησίας, αλλά η «επιστροφή στους Αγίους Πατέρες» και η ανάδειξη χριστοφόρων ασκητών.
5. Η Ποιμαντική Πρόταση: Η Ενορία ως Ασκητήριο
Το κείμενο καταλήγει σε μια άκρως πρακτική, επαναστατική ποιμαντική πρόταση:
Ο ιερέας ως ασκητής: Η αναγέννηση της Εκκλησίας δεν θα προέλθει από γραφειοκράτες, αλλά από ιερείς-ασκητές που ζουν την προσευχή και τη νηστεία.
Η ενορία ως πνευματικό κέντρο: Η ενορία πρέπει να πάψει να λειτουργεί ως «κέντρο έκδοσης πιστοποιητικών» και να γίνει κοινότητα θυσιαστικής αγάπης, μια «αδελφότητα» όπου η Λειτουργία διαποτίζει την καθημερινότητα.
Σύνοψη
Ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την εκκοσμίκευση της Εκκλησίας. Μας υπενθυμίζει ότι η εσωτερική αποστολή της Εκκλησίας είναι να προσφέρει στον κόσμο αυτό που ο κόσμος δεν έχει: την Αιωνιότητα, την Αγιότητα και τον Θεάνθρωπο Χριστό. Κάθε άλλη υποβάθμιση της Εκκλησίας σε εθνικό ή πολιτικό εργαλείο αποτελεί αλλοίωση του Ευαγγελίου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου