Το έγγραφο της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής Θεολογικού
Διαλόγου μεταξύ Ρωμαιοκαθολικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας, που εγκρίθηκε στη μονή
Uusi Valamo της Φινλανδίας στις 26 Ιουνίου 1988, με τίτλο «Το Μυστήριο της
Ιερωσύνης στη Μυστηριακή Δομή της Εκκλησίας», αποτελεί ένα από τα πλέον
επικίνδυνα κείμενα του σύγχρονου οικουμενισμού. Παρουσιάζεται ως «θεολογικός
διάλογος», ενώ στην πραγματικότητα συνιστά μια συστηματική υπονόμευση της
ορθοδόξου εκκλησιολογίας και μια προσπάθεια ισοπέδωσης της αιρετικής παπικής
«Εκκλησίας» με την Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία.
|
|
ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Παρακάτω εντοπίζουμε και σχολιάζουμε τα πλέον
προβληματικά σημεία του εγγράφου, από αυστηρά ορθόδοξη σκοπιά.
1. Η ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΑΔΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ
ΟΡΘΟΔΟΞΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Προβληματικό άρθρο: §1, §5, καθ' όλο το
κείμενο
|
ΑΡΘΡΟ 2- Οι
Εκκλησίες μας επιβεβαιώνουν ότι η διακονία επικαιροποιεί εντός της Εκκλησίας
την ίδια τη διακονία του Χριστού. Στα κείμενα της Καινής Διαθήκης, ο Χριστός
είναι Απόστολος, Προφήτης, Ποιμένας, Δούλος, Διάκονος, Διδάσκαλος, Ιερέας,
Επίσκοπος. Η κοινή μας παράδοση αναγνωρίζει τον στενό σύνδεσμο που υπάρχει
μεταξύ του έργου του Χριστού και εκείνου του Αγίου Πνεύματος. |
Το έγγραφο ξεκινά με την αναφορά σε «τις Εκκλησίες
μας» (§1: «in our Churches»), θεμελιώνοντας εξαρχής μια ψευδή ισοδυναμία μεταξύ
της Ορθόδοξης Εκκλησίας και της παπικής κοινότητας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν
είναι μία εκ των πολλών «Εκκλησιών» — είναι η Μία, Αγία, Καθολική και
Αποστολική Εκκλησία, όπως ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως. Η παπική
κοινότητα, μετά το Σχίσμα του 1054 και την εισαγωγή αιρετικών δογμάτων
(Filioque, παπικό αλάθητο, ασυγχώρητος πυρός καθαρτήριος, κλπ.), βρίσκεται
εκτός της Εκκλησίας.
Το έγγραφο αποσιωπά πλήρως αυτή την πραγματικότητα.
Δεν υπάρχει πουθενά η ομολογία ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μόνη αληθής
Εκκλησία του Χριστού. Αντίθετα, η ορολογία «οι Εκκλησίες μας» (§1, §5, §24,
κλπ.) νομιμοποιεί την παπική αίρεση ως «Εκκλησία», συγχέοντας την αλήθεια με το
ψεύδος.
Κριτική:
Αυτή η γλώσσα δεν είναι απλώς διπλωματική ευγένεια — είναι θεολογική προδοσία.
Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, στο Συνέδριο της Φλωρεντίας, αρνήθηκε να υπογράψει
οποιοδήποτε κείμενο που θα ισοπέδωνε την Ορθοδοξία με τον παπισμό. Το έγγραφο
Valamo κάνει ακριβώς αυτό που ο Άγιος Μάρκος απέρριψε.
2. Η ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΩΝ ΠΑΠΙΚΩΝ «ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ»
ΩΣ ΕΓΚΥΡΩΝ
Προβληματικό άρθρο: §1, §5, §17-18,
§27-30, §44-50
Το έγγραφο αναφέρεται σε «κοινή παράδοση» (§2, §6),
σε «κοινή διδασκαλία» (§30) και σε «αποστολική διαδοχή» που υποτίθεται ότι
υπάρχει και στις δύο κοινότητες. Στο §27 αναφέρεται ότι «η επισκοπική
χειροτονία εκφράζει την κοινωνία των Εκκλησιών», ενώ στο §30 ομιλεί για «κοινή
διδασκαλία και πρακτική» σχετικά με τη χειροτονία.
Αυτό συνιστά έμμεση αναγνώριση των παπικών
χειροτονιών και μυστηρίων ως έγκυρων. Ωστόσο, σύμφωνα με τους Αγίους Πατέρες
και την αδιαίρετη παράδοση της Εκκλησίας, εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχει
μυστήριο. Ο Άγιος Κυπριανός Καρχηδόνος διδάσκει σαφώς: «Δεν μπορεί να
υπάρξει θυσία έξω από την Εκκλησία» (Epistula 63). Ο Άγιος Αυγουστίνος
ομολογεί ότι οι αιρετικοί δεν έχουν έγκυρα μυστήρια (Contra Cresconium,
II, 7). Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τονίζει ότι η χάρις των μυστηρίων ρέει
μόνο εντός της αληθούς Εκκλησίας.
Η αναγνώριση της «αποστολικής διαδοχής» στους
παπικούς επισκόπους (§44-50) είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη. Η αποστολική διαδοχή
δεν είναι μηχανιστική μεταβίβαση εξουσιών — είναι διαδοχή στην ορθή πίστη, στην
κοινωνία με τους Αγίους Αποστόλους. Όποιος κηρύττει αίρεση, όπως το Filioque
ή το παπικό αλάθητο, έχει αποκοπεί από την αποστολική διαδοχή, ανεξαρτήτως της
μηχανιστικής «αδιακοπής» των χειροτονιών.
Κριτική:
Το έγγραφο Valamo υιοθετεί μια «μηχανιστική» αντίληψη της αποστολικής διαδοχής,
αγνοώντας ότι η διαδοχή είναι πρωτίστως διαδοχή στην ορθή πίστη. Ένας επίσκοπος
που κηρύττει αίρεση δεν είναι διάδοχος των Αποστόλων — είναι ψευδεπίσκοπος.
3. Η ΑΠΟΣΙΩΠΗΣΗ ΤΩΝ ΔΟΓΜΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Προβληματικό άρθρο: Καθ' όλο το κείμενο,
ιδίως §6-7, §55
Το έγγραφο αναφέρεται στο Άγιο Πνεύμα (§6-7) χωρίς
να αναφέρει το Filioque, τη μεγαλύτερη δογματική διαφορά μεταξύ
Ορθοδοξίας και παπισμού. Ομιλεί για «κοινή παράδοση» (§2) χωρίς να αναφέρει τις
αιρετικές καινοτομίες του παπισμού. Στο §55 αναφέρεται ότι «το ζήτημα της
πρωτοκαθεδρίας του επισκόπου Ρώμης αποτελεί σοβαρή απόκλιση μεταξύ μας και θα
συζητηθεί στο μέλλον» — σαν να πρόκειται για ένα δευτερεύον ζήτημα που μπορεί
να αναβληθεί!
Αυτή η τακτική της «αποσιώπησης των δογματικών
διαφορών» είναι το κλασικό μέσο του οικουμενισμού. Αντί να αντιμετωπίσει τις
αιρέσεις του παπισμού, το έγγραφο τις αποκρύπτει κάτω από ένα πέπλο «κοινών
στοιχείων». Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, στον διάλογό του με τους Λατίνους, δεν
απέφυγε ποτέ να ονομάσει το Filioque αίρεση. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός
στο Συνέδριο της Φλωρεντίας αρνήθηκε να υπογράψει οποιοδήποτε κείμενο που δεν
θα καταδίκαζε ρητά το Filioque.
Κριτική:
Η αποσιώπηση των αιρέσεων δεν είναι ειρήνη — είναι συνενοχή. Ένας Ορθόδοξος
θεολόγος που υπογράφει κείμενο που αποκρύπτει το Filioque ή το παπικό
αλάθητο δεν διαφυλάσσει την ενότητα της Εκκλησίας — την προδίδει.
4. Η «ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ» ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Προβληματικό άρθρο: §22, §24-26, §36
Το έγγραφο ορίζει την Εκκλησία ως «συμβολή πίστεως
και μυστηρίων» (§1), ως «κοινότητα της Νέας Διαθήκης» (§4), ως «σώμα του
Χριστού» (§5). Αυτές οι περιγραφές, αν και ορθές καθ' εαυτές, χρησιμοποιούνται
για να υποστηρίξουν μια «συμβολική» αντίληψη της Εκκλησίας: η Εκκλησία δεν
είναι πλέον η συγκεκριμένη, ιστορική, γεωγραφικά προσδιορισμένη Ορθόδοξη
Εκκλησία, αλλά ένα αφηρημένο «μυστήριο» που υποτίθεται ότι εκτείνεται και πέρα
από τα όρια της Ορθοδοξίας.
Στο §36, η Θεία Ευχαριστία παρουσιάζεται ως
«πραγματοποίηση της ενότητας της χριστιανικής κοινότητας» που «εκφράζει επίσης
την ενότητα όλων των Εκκλησιών που την τελούν αληθώς». Αυτή η διατύπωση αφήνει
να εννοηθεί ότι και οι παπικοί «εορτάζουν αληθώς» την Ευχαριστία — κάτι που
αρνείται η Ορθόδοξη παράδοση.
Κριτική:
Η Εκκλησία δεν είναι ένα αφηρημένο «μυστήριο» — είναι η συγκεκριμένη κοινωνία
των Ορθοδόξων, που συγκεντρώνεται γύρω από τον Ορθόδοξο επίσκοπο και τελεί τα
Ορθόδοξα μυστήρια. Η «συμβολική» εκκλησιολογία του Valamo ανοίγει την πόρτα
στην αναγνώριση κάθε αιρετικής ομάδας ως «Εκκλησίας».
5. Η ΠΡΩΤΟΚΑΘΕΔΡΙΑ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ ΩΣ «ΖΗΤΗΜΑ
ΠΡΟΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗ»
Προβληματικό άρθρο: §55
Το τελευταίο άρθρο του εγγράφου αναφέρεται στο
ζήτημα της πρωτοκαθεδρίας του επισκόπου Ρώμης ως «σοβαρή απόκλιση μεταξύ μας, η
οποία θα συζητηθεί στο μέλλον». Αυτή η διατύπωση είναι εξωφρενική από ορθόδοξη
σκοπιά. Η πρωτοκαθεδρία του Πάπα δεν είναι ένα «ζήτημα προς συζήτηση» — είναι η
ρίζα του Σχίσματος και η πηγή αμέτρητων αιρέσεων.
Ο Άγιος Φώτιος ο Μέγας, ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός,
ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, οι Αγιορείτες Πατέρες του 19ου αιώνα — όλοι
καταδίκασαν την παπική πρωτοκαθεδρία ως αίρεση και ως υπεροψία. Το να
παρουσιάζεται αυτό ως «ζήτημα προς διερεύνηση» σημαίνει ότι η Ορθόδοξη πλευρά
έχει ήδη αποδεχθεί ότι υπάρχει πεδίο διαλόγου επ' αυτού — δηλαδή ότι η
Ορθοδοξία μπορεί να συμβιβαστεί με την παπική υπεροχή.
Κριτική:
Η πρωτοκαθεδρία του Πάπα δεν είναι διαπραγματεύσιμη. Είναι αίρεση, και ως
τέτοια πρέπει να απορριφθεί. Το έγγραφο Valamo, με τη διατύπωση αυτή,
προετοιμάζει το έδαφος για μελλοντική αποδοχή της παπικής πρωτοκαθεδρίας από
την Ορθόδοξη πλευρά — κάτι που θα συνιστούσε ολοκληρωτική προδοσία της πίστεως.
6. Η ΕΛΛΕΙΨΗ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ
Προβληματικό άρθρο: Καθ' όλο το κείμενο
Το πλέον ανησυχητικό χαρακτηριστικό του εγγράφου
είναι η πλήρης απουσία οποιασδήποτε καταδίκης των παπικών αιρέσεων. Δεν υπάρχει
αναφορά στο Filioque, στο παπικό αλάθητο, στον πυρ καθαρτήριο, στην
ασυλία του Πάπα, στην υπεροχή του επί των Οικουμενικών Συνόδων. Δεν υπάρχει
καμία αναφορά στο Σχίσμα του 1054, στις σφαγές των Ορθοδόξων από τους
Σταυροφόρους, στις αναγκαστικές ενώσεις της Φλωρεντίας και του Λυόν.
Αυτή η «επιλεκτική αμνησία» δεν είναι τυχαία. Είναι
η στρατηγική του οικουμενισμού: αντί να αντιμετωπίσει τις αιρέσεις, τις
αποσιωπά. Αντί να καλέσει τους αιρετικούς σε μετάνοια, τους αναγνωρίζει ως
«αδελφούς». Αντί να υπερασπιστεί την αλήθεια, την θυσιάζει στο βωμό της
«ενότητας».
Κριτική:
Η αληθινή ενότητα της Εκκλησίας δεν επιτυγχάνεται με την αποσιώπηση της
αλήθειας, αλλά με την ομολογία της. Ο Κύριος είπε: «Ἐγώ εἰμι
ἡ ὁδὸς καὶ
ἡ ἀλήθεια
καὶ ἡ
ζωή» (Ιωάν. 14:6). Χωρίς την αλήθεια δεν υπάρχει ενότητα — υπάρχει μόνο
συγχώνευση στο ψεύδος.
7. Η «ΣΥΜΒΙΒΑΣΤΙΚΗ» ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ Η
ΥΠΟΝΟΜΕΥΣΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ
Προβληματικό άρθρο: §2, §5, §13-14,
§46-48
Το έγγραφο χρησιμοποιεί μια γλώσσα που φαινομενικά
είναι ορθόδοξη, αλλά στην ουσία υπονομεύει την ορθόδοξη ταυτότητα. Ομιλεί για
«κοινή παράδοση» (§2), για «Εκκλησίες» που μοιράζονται την ίδια πίστη (§46),
για «αποστολική διαδοχή» που υποτίθεται ότι ενώνει Ορθοδόξους και παπικούς
(§48).
Αυτή η γλώσσα είναι παραπλανητική. Η Ορθόδοξη
Εκκλησία και η παπική κοινότητα δεν μοιράζονται την ίδια παράδοση — η μία
διαφυλάσσει την αποστολική παράδοση, η άλλη την έχει διαστρεβλώσει με αιρέσεις.
Η «αποστολική διαδοχή» δεν είναι μια γραμμή που συνδέει δύο διαφορετικούς
κλάδους — είναι η ζωντανή κοινωνία με τους Αποστόλους μέσω της ορθής πίστεως,
που υπάρχει μόνο στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Κριτική:
Η γλώσσα του Valamo είναι η γλώσσα της «θεολογίας των δύο πνευμόνων» — μιας
θεολογίας που επιχειρεί να παρουσιάσει τον παπισμό και την Ορθοδοξία ως δύο
εκφράσεις της ίδιας Εκκλησίας. Αυτό είναι αίρεση. Η Εκκλησία είναι Μία, και
αυτή η Μία Εκκλησία είναι η Ορθόδοξη.
8. Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ «ΚΟΙΝΗΣ ΘΕΙΑΣ
ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ»
Προβληματικό άρθρο: §34-36
Τα άρθρα 34-36 παρουσιάζουν τη Θεία Ευχαριστία ως
«πραγματοποίηση της ενότητας της χριστιανικής κοινότητας» και υπονοούν ότι και
οι δύο «Εκκλησίες» τελούν έγκυρα το μυστήριο. Αυτό είναι απαράδεκτο. Η Θεία
Ευχαριστία τελείται μόνο εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας, υπό Ορθόδοξο επίσκοπο,
με Ορθόδοξη πίστη.
Ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος διδάσκει: «Όπου ο
επίσκοπος φαίνεται, εκεί και το πλήθος έστω, καθώς όπου Χριστός Ιησούς, εκεί
και η καθολική Εκκλησία» (Προς Σμυρναίους, 8). Ο επίσκοπος που δεν είναι
εν κοινωνία με την Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι επίσκοπος του Χριστού — είναι
ψευδεπίσκοπος. Η Ευχαριστία που τελείται υπό τέτοιον επίσκοπο δεν είναι «Θεία
Ευχαριστία» — είναι συνάθροιση αιρετικών.
Κριτική:
Η αναγνώριση των παπικών «μυστηρίων» ως έγκυρων οδηγεί αναπόφευκτα στην
κοινωνία με αιρετικούς — κάτι που καταδικάζεται από τους Αγίους Αποστόλους,
τους Οικουμενικούς Συνόδους και την αδιαίρετη παράδοση της Εκκλησίας.
Επίλογος
Το έγγραφο του Valamo (1988) δεν είναι ένα αθώο
θεολογικό κείμενο — είναι ένα εργαλείο του οικουμενισμού για την υπονόμευση της
Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας. Με την ισοπέδωση της Ορθοδοξίας με τον παπισμό, με
την αναγνώριση παπικών μυστηρίων, με την αποσιώπηση των αιρέσεων και με την
παρουσίαση της παπικής πρωτοκαθεδρίας ως «ζητήματος προς συζήτηση», το έγγραφο
προετοιμάζει το έδαφος για μια μελλοντική «ένωση» που δεν θα είναι ένωση στην
αλήθεια, αλλά συγχώνευση στο ψεύδος.
Οι Ορθόδοξοι πιστοί οφείλουν να απορρίψουν τέτοια
κείμενα και να παραμείνουν πιστοί στην αδιαίρετη παράδοση της Εκκλησίας. Η
ενότητα της Εκκλησίας δεν επιτυγχάνεται με διαλόγους που αποσιωπούν την
αλήθεια, αλλά με την ομολογία της Ορθόδοξης πίστεως «εις τον αιώνα του αιώνος».
Οι
συμμετέχοντες.
Η πλήρης λίστα των συμμετεχόντων (και των δύο
πλευρών) δημοσιεύεται στην ιταλική έκδοση του εγγράφου του Valamo στον επίσημο
ιστότοπο του Pontificio Consiglio per l'Unità dei Cristiani:
1988 Documento di Valamo — Partecipanti
Επιπλέον, το ανακοινωθέν της 5ης συνόδου (αγγλική
έκδοση) επιβεβαιώνει ότι παρευρέθησαν 22 ορθόδοξα μέλη από 14 ορθόδοξες
Εκκλησίες, υπό τη συμπροεδρία του Αρχιεπισκόπου Στυλιανού και του Καρδιναλίου
Johannes Willebrands
Οικουμενικό Πατριαρχείο :
Αρχιεπίσκοπος
Αυστραλίας Στυλιανός (συμπρόεδρος της επιτροπής)
Ι. Ζηζιούλας, Μητροπολίτης Περγάμου/
Εκκλησία της Ελλάδος :
Μητροπολίτης
Περιστερίου Χρυσόστομος,
Θ. Ζήσης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ
ΝΕΟΥ ΒΑΛΑΑΜ
Από τη στιγμή που η Σύνοδος της Κρήτης δεν αποκήρυξε
ή δεν ακύρωσε επίσημα τα κείμενα των διμερών θεολογικών διαλόγων, όπως το Νέο
Βαλαάμ, αλλά αντίθετα επικύρωσε θεσμικά τη συνέχισή τους, άφησε ανοιχτή την
κερκόπορτα της έμμεσης αποδοχής τους. Στη θεολογική και κανονική παράδοση της
Εκκλησίας, η απουσία μιας ρητής συνοδικής καταδίκης αποκλινουσών διατυπώσεων,
συνδυασμένα με την επιβράβευση του φορέα που τις παρήγαγε, δεν συνιστά απλή
παράλειψη, αλλά εγείρει σοβαρά εκκλησιολογικά ζητήματα. Η θεσμική νομιμοποίηση
της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής Διαλόγου καθιστά αδύνατη την αποσύνδεση του φορέα
από τα κείμενά του, ενώ η σιωπή απέναντι σε θεωρίες περί «κοινής ρίζας» και
αποστολικής διαδοχής ετεροδόξων υπερβαίνει τα όρια της ποιμαντικής οικονομίας.
Έτσι, το κενό της πατερικής ακρίβειας και η έλλειψη σαφών ορίων ερμηνεύονται
από τους υποστηρικτές των διαλόγων ως σιωπηρή συγκατάθεση. Κατά συνέπεια, η
σιωπή αυτή λειτουργεί ως δίαυλος μέσω του οποίου η θεολογική ασάφεια διεισδύει
στο σώμα της Εκκλησίας, μετατρέποντας τη σταδιακή ανοχή σε de facto
εκκλησιολογική αναγνώριση και διαβρώνοντας την παραδοσιακή ορθόδοξη
αυτοσυνειδησία.
ΘΕΕ και ΚΥΡΙΕ ΤΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ!!!
ΑπάντησηΔιαγραφήΥπάρχει, όντως, αυτή η συμμετοχή του μεγάλου (κατά τα’ άλλα) πατρολόγου π. Θ. Ζήση;
Συμμετείχε, όντως, ως λαϊκός σε μια τέτοια ΠΡΟΔΟΣΙΑ ; ! ; ! ; !
Υπήρξε ποτέ ΔΗΜΟΣΙΑ ΑΠΟΚΗΡΥΞΗ αυτής της συμμετοχής, έστω και εκ των υστέρων, όταν δηλ. βγήκε στην αποτείχιση; Δεν έχει πέσει στην αντίληψή μου κάτι τέτοιο.
Ευτυχώς, που, επειδή άλλαξε γραμμή στην αποτείχιση, δεν τον εμπιστεύομαι, πλέον. Μετά δε, και από την εμπλοκή του, παρασκηνιακά, στο θέμα του Τυχικού και αφού «μάζεψε» κοντά του την πιο προβληματική περίπτωση του κύπριου κληρικού, έχασα κάθε ιδέα. Πώς γίνεται να δέχεται να συλλειτουργεί με κληρικό, ο οποίος έχει χειροτονία ΜΕΤΑ ΤΟ 2016! ; !
Τι ζούμε, Θεέ μου!!!
ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΠΟΛΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ. (!!!!!!)
ΕΧΟΥΜΕ ΠΛΗΡΗ ΑΓΝΟΙΑ ΣΟΒΑΡΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ που προηγήθηκαν της συνόδου της Κρήτης και απορώ γιατί κανείς δεν τα βγάζει στην επιφάνεια.