Έρευνα :πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το κείμενο του Κέιτι υπογράφηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 2016 στο
Κιέτι της Ιταλίας από τη Μικτή Διεθνή Θεολογική Επιτροπή για τον Διάλογο μεταξύ
Ορθοδόξων και Παπικών. Το πλήρες όνομα του είναι «Συνοδικότητα και πρωτείο κατά
την πρώτη χιλιετία: Προς μια κοινή κατανόηση στη διακονία της ενότητας της
Εκκλησίας». Το κείμενο αυτό ήρθε λίγους μήνες μετά τη Σύνοδο της Κρήτης και
αποτελεί συνέχεια του διαλόγου που ξεκίνησε με το κείμενο της Ραβέννας το 2007.
Παρακάτω παρουσιάζονται τα προβληματικά άρθρα με τα ακριβή κείμενα τους και ο
κριτικός σχολιασμός του καθενός.
OI ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ
|
Οικουμενικό
Πατριαρχείο
Εκκλησία
της Ελλάδος
-----------Οι
ονομαστικοί κατάλογοι των συμμετεχόντων δημοσιεύονται επίσημα στα αρχεία των
διμερών θεολογικών διαλόγων και στα επίσημα δελτία Τύπου.
------------------------------------------------------------------------ |
ΕΝΟΤΗΤΑ 1: ΤΟ ΑΡΘΡΟ 2 ΚΑΙ Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΕΝ ΤΗ ΠΟΙΚΙΛΙΑ
|
ΚΕΙΜΕΝΟ: «Από τα
πρώτα χρόνια, η μία Εκκλησία υπήρχε ως πολλές τοπικές εκκλησίες. Η κοινωνία
του Αγίου Πνεύματος βιωνόταν τόσο μέσα σε κάθε τοπική Εκκλησία όσο και στις
σχέσεις μεταξύ τους ως ενότητα εν τη ποικιλία. Υπό την καθοδήγηση του
Πνεύματος, η Εκκλησία ανέπτυξε πρότυπα τάξεως και διάφορες πρακτικές σύμφωνα
με τη φύση της ως ενός λαού που ήλθε σε ενότητα εκ της ενότητας του Πατρός,
του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». |
ΣΧΟΛΙΟ: Το πρόβλημα εδώ είναι ότι η φράση «ενότητα εν τη
ποικιλία» παρουσιάζει την Εκκλησία σαν να μπορούν να συνυπάρχουν διαφορετικές
πίστεις και διδασκαλίες. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία η ενότητα δεν είναι απλά μια
διοικητική ή κοινωνική συνύπαρξη, αλλά ενότητα στην αλήθεια της πίστεως. Το
κείμενο αποφεύγει να πει ότι οι δογματικές διαφορές μεταξύ Ορθοδοξίας και
Παπισμού, όπως το Filioque, το αλάθητο του Πάπα και η απρόσληψη, είναι αιρέσεις
που χωρίζουν και όχι απλές «ποικιλίες». Αυτή η προσέγγιση οδηγεί σε μια
οικουμενιστική αγαπολογία που παραμερίζει την αλήθεια.
ΕΝΟΤΗΤΑ 2: ΤΟ ΑΡΘΡΟ 5 ΚΑΙ Η ΑΛΛΗΛΕΝΔΕΤΗ ΣΥΝΟΔΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ
ΠΡΩΤΕΙΟ
|
ΚΕΙΜΕΝΟ: «Στο δεύτερο χιλιετήριο, η κοινωνία χάλασε
μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Έγιναν πολλές προσπάθειες να αποκατασταθεί η
κοινωνία μεταξύ Καθολικών και Ορθοδόξων, αλλά δεν πέτυχαν. Η Μικτή Διεθνής
Επιτροπή για τον Θεολογικό Διάλογο μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και
της Ορθοδόξου Εκκλησίας, στο συνεχιζόμενο έργο της να ξεπεράσει τις
θεολογικές αποκλίσεις, εξέτασε τη σχέση μεταξύ συνοδικότητας και πρωτείου στη
ζωή της Εκκλησίας. Οι διαφορετικές κατανοήσεις αυτών των πραγματικοτήτων
έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον χωρισμό μεταξύ Ορθοδόξων και Καθολικών. Είναι
επομένως ουσιώδες να αναζητηθεί η καθιέρωση μιας κοινής κατανόησης αυτών των
αλληλένδετων, συμπληρωματικών και αδιαχώριστων πραγματικοτήτων». |
ΣΧΟΛΙΟ: Το κείμενο παρουσιάζει το Σχίσμα σαν να οφειλόταν
απλά σε «διαφορετικές κατανοήσεις» και όχι σε αιρετικές διδασκαλίες που
εισήγαγε η Ρώμη. Δεν αναφέρει καθόλου ότι η Ρώμη πρόσθεσε το Filioque στο
Σύμβολο της Πίστεως, ότι υιοθέτησε το αλάθητο του Πάπα και άλλες καινοφανείς
διδασκαλίες. Αντί να καταδικάσει αυτές τις αιρέσεις, το κείμενο τις παρουσιάζει
σαν «διαφορετικές κατανοήσεις» που μπορούν να ξεπεραστούν με διάλογο. Αυτό
είναι επικίνδυνο γιατί δίνει την εντύπωση ότι η αλήθεια της πίστεως είναι
διαπραγματεύσιμη.
ΕΝΟΤΗΤΑ 3: ΤΑ ΑΡΘΡΑ 8 ΚΑΙ 9 ΚΑΙ Η ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗ
ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ
|
ΚΕΙΜΕΝΟ
ΑΡΘΡΟΥ 8: «Η μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία της οποίας ο Χριστός
είναι η κεφαλή, παρουσιάζεται στην ευχαριστιακή σύναξη μιας τοπικής Εκκλησίας
υπό τον επίσκοπό της. Αυτός είναι ο προϊστάμενος. Στη λειτουργική σύναξη, ο
επίσκοπος καθιστά ορατή την παρουσία του Ιησού Χριστού. Στην τοπική Εκκλησία,
οι πολλοί πιστοί και οι κληρικοί υπό τον ένα επίσκοπο ενώνονται μεταξύ τους
εν Χριστώ και βρίσκονται σε κοινωνία μαζί του σε κάθε πτυχή της ζωής της
Εκκλησίας, κυρίως στην τέλεση της Ευχαριστίας. Όπως δίδαξε ο Άγιος Ιγνάτιος ο
Θεοφόρος: όπου είναι ο επίσκοπος, εκεί να είναι όλος ο λαός, όπως όπου είναι
ο Ιησούς Χριστός, εκεί είναι η καθολική Εκκλησία. Κάθε τοπική Εκκλησία τελεί
σε κοινωνία με όλες τις άλλες τοπικές Εκκλησίες που ομολογούν την αληθινή
πίστη και τελούν την ίδια Ευχαριστία. Στην Ευχαριστία, ο προϊστάμενος και η
κοινότητα είναι αλληλένδετοι: η κοινότητα δεν μπορεί να τελέσει την
Ευχαριστία χωρίς προϊστάμενο, και ο προϊστάμενος με τη σειρά του πρέπει να
τελέσει με μια κοινότητα». |
|
ΚΕΙΜΕΝΟ
ΑΡΘΡΟΥ 9: «Αυτή η αλληλένδετη σχέση μεταξύ του προϊσταμένου ή επισκόπου και
της κοινότητας είναι ένα συστατικό στοιχείο της ζωής της τοπικής Εκκλησίας.
Μαζί με τον κλήρο που συνδέεται με το υπουργείο του, ο τοπικός επίσκοπος
ενεργεί εν μέσω των πιστών, που είναι το ποίμνιο του Χριστού, ως εγγυητής και
υπηρέτης της ενότητας. Ως διάδοχος των Αποστόλων, ασκεί την αποστολή του ως
υπηρεσία και αγάπη, ποιμαίνοντας την κοινότητά του και οδηγώντας την, ως
κεφαλή της, σε βαθύτερη ενότητα με τον Χριστό στην αλήθεια, διατηρώντας την
αποστολική πίστη μέσω του κηρύγματος του Ευαγγελίου και της τέλεσης των
μυστηρίων». |
ΣΧΟΛΙΟ: Τα άρθρα αυτά υιοθετούν την ευχαριστιακή
εκκλησιολογία που προέρχεται από τη Β΄ Βατικανή Σύνοδο. Το πρόβλημα είναι ότι
δίνουν υπερβολική έμφαση στον επίσκοπο και στην Ευχαριστία, παραμερίζοντας τη
σημασία της ορθής πίστεως. Η ευχαριστιακή εκκλησιολογία οδηγεί σε μια κατανόηση
της Εκκλησίας ως κοινωνίας που δεν χρειάζεται απαραίτητα την ομολογία της
αληθούς πίστεως, αλλά αρκεί η κοινωνία γύρω από τον επίσκοπο. Αυτό είναι
αντίθετο με την Ορθόδοξη διδασκαλία που λέει ότι η ενότητα της Εκκλησίας
βασίζεται στην ομολογία της αληθούς πίστεως και στην τήρηση των ιερών κανόνων.
Η Σύνοδος της Κρήτης υιοθέτησε παρόμοια ευχαριστιακή εκκλησιολογία στο Μήνυμά
της, κάτι που δείχνει την κοινή κατεύθυνση.
ΕΝΟΤΗΤΑ 4: ΤΑ ΑΡΘΡΑ 15 ΚΑΙ 16 ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ
|
ΚΕΙΜΕΝΟ
ΑΡΘΡΟΥ 15: «Μεταξύ του τέταρτου και του έβδομου αιώνα, η τάξη των πέντε
πατριαρχικών θρόνων αναγνωρίστηκε, με βάση και με την έγκριση των
οικουμενικών συνόδων, με τον θρόνο της Ρώμης να κατέχει την πρώτη θέση,
ασκώντας ένα πρωτείο τιμής, ακολουθούμενο από τους θρόνους της
Κωνσταντινούπολης, της Αλεξάνδρειας, της Αντιοχείας και των Ιεροσολύμων, με
αυτή τη συγκεκριμένη σειρά, σύμφωνα με την κανονική παράδοση». -------------------------------------------------------------------------- ΚΕΙΜΕΝΟ
ΑΡΘΡΟΥ 16: «Στη Δύση, το πρωτείο του θρόνου της Ρώμης κατανοήθηκε, ιδιαίτερα
από τον τέταρτο αιώνα και εξής, με αναφορά στον ρόλο του Πέτρου μεταξύ των
Αποστόλων. Το πρωτείο του επισκόπου της Ρώμης μεταξύ των επισκόπων
ερμηνεύτηκε σταδιακά ως προνόμιο που του ανήκε επειδή ήταν ο διάδοχος του
Πέτρου, του πρώτου των αποστόλων. Αυτή η κατανόηση δεν υιοθετήθηκε στην
Ανατολή, η οποία είχε διαφορετική ερμηνεία των Γραφών και των Πατέρων σε αυτό
το σημείο. Ο διάλογός μας μπορεί να επιστρέψει σε αυτό το θέμα στο μέλλον». |
ΣΧΟΛΙΟ: Το άρθρο 15 είναι σωστό όταν λέει ότι η Ρώμη είχε
πρωτείο τιμής. Το πρόβλημα είναι στο άρθρο 16 που παρουσιάζει τις δύο απόψεις
για το πρωτείο σαν να είναι εξίσου νόμιμες. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία το
πρωτείο της Ρώμης ήταν τιμητικό και όχι εξουσιαστικό. Το κείμενο δεν απορρίπτει
καθαρά την παπική δικαιοδοσία και το αλάθητο, αλλά αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο
αποδοχής τους στο μέλλον με τη φράση «ο διάλογός μας μπορεί να επιστρέψει σε
αυτό το θέμα στο μέλλον». Αυτό είναι επικίνδυνο γιατί δίνει έδαφος σε μια
ερμηνεία που δεν συμβαδίζει με την Ορθόδοξη παράδοση. Το κείμενο δεν λέει
ξεκάθαρα ότι η παπική δικαιοδοσία είναι αίρεση.
ΕΝΟΤΗΤΑ 5: ΤΟ ΑΡΘΡΟ 18 ΚΑΙ ΟΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΕΣ ΣΥΝΟΔΟΙ
|
ΚΕΙΜΕΝΟ:
«Από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας και εξής, τα μείζονα ζητήματα
σχετικά με την πίστη και την κανονική τάξη στη Εκκλησία συζητήθηκαν και
επιλύθηκαν από τις οικουμενικές συνόδους. Αν και ο επίσκοπος της Ρώμης δεν
ήταν προσωπικά παρών σε καμία από αυτές τις συνόδους, σε κάθε περίπτωση είτε
εκπροσωπείτο από τους λεγάτους του είτε συμφωνούσε με τα συμπεράσματα της
συνόδου εκ των υστέρων. Η κατανόηση της Εκκλησίας για τα κριτήρια υποδοχής
μιας συνόδου ως οικουμενικής αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια της πρώτης
χιλιετίας. Η υποδοχή από την Εκκλησία στο σύνολό της υπήρξε πάντοτε το ύψιστο
κριτήριο για την οικουμενικότητα μιας συνόδου». |
ΣΧΟΛΙΟ: Το κείμενο αναφέρει ότι ο επίσκοπος Ρώμης δεν ήταν
παρών στις Οικουμενικές Συνόδους, αλλά παραλείπει να πει ότι οι Οικουμενικές
Σύνοδοι καταδίκασαν πολλές από τις πλάνες που αργότερα υιοθέτησε η Ρώμη. Για
παράδειγμα, η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε τις προσθήκες στο Σύμβολο της
Πίστεως, αλλά το κείμενο του Κέιτι αποφεύγει να αναφερθεί σε αυτό. Επίσης, το
κείμενο παρουσιάζει την υποδοχή της συνόδου από την Εκκλησία ως το ύψιστο
κριτήριο, αλλά δεν διευκρινίζει ότι η υποδοχή πρέπει να βασίζεται στην ομολογία
της αληθούς πίστεως. Αυτή η παράλειψη δημιουργεί μια ψευδή εικόνα της ιστορίας.
ΕΝΟΤΗΤΑ 6: ΤΟ ΑΡΘΡΟ 19 ΚΑΙ ΟΙ ΕΦΕΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟ ΤΗΣ
ΡΩΜΗΣ
|
ΚΕΙΜΕΝΟ:
«Κατά τους αιώνες, έγιναν πολλές εφέσεις προς τον επίσκοπο της Ρώμης, επίσης
από την Ανατολή, σε πειθαρχικά ζητήματα, όπως η καθαίρεση ενός επισκόπου.
Έγινε μια προσπάθεια στη Σύνοδο της Σαρδικής να καθιερωθούν κανόνες για μια
τέτοια διαδικασία. Οι κανόνες της Σαρδικής καθόρισαν ότι ένας επίσκοπος που
είχε καταδικαστεί μπορούσε να προσφύγει στον επίσκοπο της Ρώμης, και ότι ο
τελευταίος, αν το έκρινε σκόπιμο, μπορούσε να διατάξει νέα δίκη. Οι εφέσεις
σε πειθαρχικά ζητήματα έγιναν επίσης προς τον θρόνο της Κωνσταντινούπολης και
προς άλλους θρόνους. Τέτοιες εφέσεις προς τους μείζονες θρόνους
αντιμετωπίζονταν πάντοτε με συνοδικό τρόπο. Οι εφέσεις προς τον επίσκοπο της
Ρώμης από την Ανατολή εξέφραζαν την κοινωνία της Εκκλησίας, αλλά ο επίσκοπος
της Ρώμης δεν άσκησε κανονική εξουσία επί των Εκκλησιών της Ανατολής». |
ΣΧΟΛΙΟ: Το άρθρο αυτό είναι σωστό όταν λέει ότι ο επίσκοπος
Ρώμης δεν άσκησε κανονική εξουσία επί των Εκκλησιών της Ανατολής. Το πρόβλημα
είναι ότι το κείμενο αφήνει να εννοηθεί ότι οι εφέσεις ήταν κάτι το κανονικό
και αποδεκτό, ενώ στην πραγματικότητα ήταν εξαιρέσεις και όχι κανόνας. Επίσης,
το κείμενο δεν αναφέρει ότι οι κανόνες της Σαρδικής δεν έγιναν ποτέ αποδεκτοί
από την Ανατολή ως οικουμενικοί. Η Σύνοδος εν Τρούλλω δέχτηκε τους κανόνες της
Σαρδικής, αλλά με επιφυλάξεις. Το κείμενο παρουσιάζει μια εικόνα που ευνοεί τη
Ρώμη, χωρίς να διευκρινίζει ότι η Ανατολή ποτέ δεν αποδέχτηκε το δικαίωμα
εφέσεως ως κανονική αρχή.
ΕΝΟΤΗΤΑ 7: ΤΑ ΑΡΘΡΑ 20 ΚΑΙ 21 ΚΑΙ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΟ
|
ΚΕΙΜΕΝΟ
ΑΡΘΡΟΥ 20: «Καθόλη την πρώτη χιλιετία, η Εκκλησία στην Ανατολή και τη Δύση
ήταν ενωμένη στη διαφύλαξη της αποστολικής πίστεως, στη διατήρηση της
αποστολικής διαδοχής των επισκόπων, στην ανάπτυξη δομών συνοδικότητας
αδιαχώριστα συνδεδεμένων με το πρωτείο, και στην κατανόηση της εξουσίας ως
υπηρεσίας αγάπης. Αν και η ενότητα της Ανατολής και της Δύσης ταράχτηκε κατά
καιρούς, οι επίσκοποι της Ανατολής και της Δύσης ήταν συνειδητοί ότι ανήκαν
στην μία Εκκλησία». ΚΕΙΜΕΝΟ
ΑΡΘΡΟΥ 21: «Αυτή η κοινή κληρονομιά θεολογικών αρχών, κανονικών διατάξεων και
λειτουργικών πρακτικών από την πρώτη χιλιετία αποτελεί ένα αναγκαίο σημείο
αναφοράς και μια ισχυρή πηγή έμπνευσης για τους Καθολικούς και τους
Ορθοδόξους καθώς αναζητούν να γιατρέψουν το τραύμα του χωρισμού τους στην
αρχή της τρίτης χιλιετίας. Με βάση αυτή την κοινή κληρονομιά, και οι δύο
πρέπει να εξετάσουν πώς το πρωτείο, η συνοδικότητα και η αλληλένδετη σχέση
τους μπορούν να εννοηθούν και να ασκηθούν σήμερα και στο μέλλον». |
ΣΧΟΛΙΟ: Τα άρθρα αυτά παρουσιάζουν την πρώτη χιλιετία σαν
μια περίοδο όπου Ανατολή και Δύση ήταν ενωμένες, αλλά παραλείπουν να πουν ότι
αυτή η ενότητα χάλασε εξαιτίας αιρετικών διδασκαλιών. Το κείμενο λέει ότι η
ενότητα «ταράχτηκε κατά καιρούς», σαν να ήταν απλά μια προσωρινή δυσκολία και
όχι ένα σχίσμα που οφειλόταν σε αίρεση. Επίσης, το κείμενο παρουσιάζει το κοινό
παρελθόν ως «ισχυρή πηγή έμπνευσης» για την ένωση, αλλά δεν λέει ότι η ένωση
μπορεί να γίνει μόνο αν οι Παπικοί απορρίψουν τις αιρέσεις τους. Το κείμενο του
Κέιτι, όπως και η Σύνοδος της Κρήτης, χρησιμοποιεί διφορούμενη γλώσσα που
επιτρέπει πολλές ερμηνείες και οδηγεί σε μια συμφιλίωση που δεν βασίζεται στην
αλήθεια της πίστεως.
ΕΝΟΤΗΤΑ 8: Η ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΤΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
Η Σύνοδος της Κρήτης που έγινε τον Ιούνιο του 2016, λίγους
μήνες πριν από το κείμενο του Κέιτι, είχε πολλά κοινά σημεία με αυτό. Και τα
δύο κείμενα υιοθετούν την ευχαριστιακή εκκλησιολογία, μιλούν για ενότητα χωρίς
να τονίζουν τη σημασία της ορθής πίστεως και αποφεύγουν να καταδικάσουν τις
αιρέσεις. Η Σύνοδος της Κρήτης στο κείμενο «Οι σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας
με τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο» αναγνώρισε την «ιστορική ονομασία» των
ετερόδοξων ως «εκκλησίες», κάτι που είναι παρόμοιο με το πνεύμα του Κειμένου
του Κέιτι που αναγνωρίζει το πρωτείο της Ρώμης χωρίς να το απορρίπτει. Και τα
δύο κείμενα φαίνεται να στηρίζονται στη θεολογία του Ζηζιούλα, η οποία
θεωρείται από πολλούς Ορθοδόξους θεολόγους ως αιρετική και οικουμενιστική. Η
Σύνοδος της Κρήτης δεν καταδίκασε τον Παπισμό ως αίρεση, όπως έκαναν οι
προηγούμενες Οικουμενικές Σύνοδοι, και το κείμενο του Κέιτι ακολουθεί την ίδια
γραμμή παρουσιάζοντας το Σχίσμα ως αποτέλεσμα «διαφορετικών κατανοήσεων» και
όχι αιρέσεων.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Το κείμενο του Κέιτι και η Σύνοδος της Κρήτης έχουν κοινό
πνεύμα και κοινό στόχο. Και τα δύο επιχειρούν να παρουσιάσουν μια ενότητα που
δεν βασίζεται στην αλήθεια της πίστεως, αλλά σε μια διπλωματική συνύπαρξη. Και
τα δύο αποφεύγουν να καταδικάσουν τις αιρέσεις και χρησιμοποιούν διφορούμενη
γλώσσα. Ο Ορθόδοξος πιστός πρέπει να είναι προσεκτικός και να μελετάει αυτά τα
κείμενα με βάση την παράδοση των Αγίων Πατέρων και τις αποφάσεις των
Οικουμενικών Συνόδων. Η αληθινή ενότητα της Εκκλησίας μπορεί να υπάρξει μόνο
μέσα στην αλήθεια της Ορθοδόξου πίστεως και όχι μέσα από συμβιβασμούς που
παραμερίζουν τη διδασκαλία της Εκκλησίας. Το κείμενο του Κέιτι αποτελεί ένα
ακόμα βήμα προς την αποδοχή του παπικού πρωτείου και της παπικής δικαιοδοσίας,
κάτι που είναι απαράδεκτο για την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου