Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

ΤΡΙΤΗ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ»


Αποτελεί αναμφίβολα καθαρό χάσιμο χρόνου η ενασχόληση με τα σοφιστικά παραληρήματα του Ι.Π. Επανέρχομαι αποκλειστικά και μόνο για να ξεσκεπάσω τις εσκεμμένες διαστρεβλώσεις, τις φτηνές σοφιστείες και την εγκληματική άγνοια, εκθέτοντας ανεπανόρθωτα τον εαυτό του.(σχετικό link. (https://entoytwnika1.blogspot.com/2026/07/blog-post_18.html 

Α. Αν ο Ι.Π. και ο θίασος των παρεπιδημούντων σχολιαστών του έμπαιναν στον στοιχειώδη κόπο να ξεφυλλίσουν έστω και ένα υποτυπώδες εγχειρίδιο Κανονικού Δικαίου –αντί να αυτοσχεδιάζουν θεολογικά – θα έρχονταν αντιμέτωποι με μια αμείλικτη εκκλησιολογική αλήθεια που ξεσκεπάζει την απόλυτη γύμνια τους.

Σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες (15ο και 16ο της Α' Οικουμενικής Συνόδου, καθώς και τον 6ο της Δ' Οικουμενικής Συνόδου), η λεγόμενη «απολελυμένη χειροτονία» (η χειροτονία κληρικού στα χαμένα, χωρίς διορισμό σε συγκεκριμένο ναό) καθώς και η αυθαίρετη, τυχοδιωκτική μετακίνηση από Μητρόπολη σε Μητρόπολη, απαγορεύονται ρητά, κατηγορηματικά και επί ποινή καθαιρέσεως. Η Εκκλησία δεν αναγνωρίζει «ιπτάμενους» ή «ελεύθερους σκοπευτές» ρασοφόρους.

Ένας κληρικός λογίζεται ως «εκκλησιαστικά μετέωρος» αποκλειστικά και μόνο σε δύο αυστηρά προσδιορισμένες περιπτώσεις, τις οποίες η κανονική τάξη αντιμετωπίζει ως θεσμικές εξαιρέσεις και όχι ως κανονικότητα:

  • Μετά τη λήψη απολυτηρίου γράμματος: Όταν τελεί υπό κανονική μετάθεση, ευρισκόμενος σε ένα αυστηρά ενδιάμεσο, μεταβατικό στάδιο από τη στιγμή που αποδεσμεύεται από τον Μητροπολίτη του μέχρι την επίσημη ενσωμάτωσή του από τον νέο. Σε αυτό και μόνο το σύντομο διάστημα, η οργανική του θέση αιωρείται θεσμικά.
  • Σε περίπτωση κανονικού επιτιμίου ή αργίας: Όταν έχει τεθεί σε κατάσταση προσωρινής παύσης της ιεροπραξίας (αργίας) ή τελεί υπό εκκλησιαστική ανάκριση, τελώντας σε μια ιδιότυπη «πνευματική απομόνωση» εν αναμονή της τελεσίδικης καταδικαστικής ή απαλλακτικής απόφασης του Συνοδικού Δικαστηρίου.

Συνεπώς, το να συγχέει κανείς τον σαφή, αυστηρό και νομικά κατοχυρωμένο όρο «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΜΕΤΕΩΡΟΣ» με το φαιδρό ιδεολόγημα και την αντικανονική εφεύρεση της «ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΜΕΤΕΩΡΗΣ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗΣ», δεν αποτελεί απλώς μνημείο έσχατης, ανεπίδεκτης μάθησης αμάθειας. Αποτελεί συνειδητό δόλο, πνευματική απάτη και εσκεμμένη παραπλάνηση των πιστών.

Η επιστράτευση ψευδεπίγραφων όρων για να δικαιολογηθούν κανονικές παρεκτροπές και προσωπικά αδιέξοδα δεν είναι θεολογία·. Ο νοών νοείτω και ο ασχημονών ας αναλάβει τις ευθύνες του.

Β. Ας αφήσει τις φτηνές υπεκφυγές  ο Ι.Π. Δεν ζητήσαμε από τον ίδιο, ως άτομο, να μας πει, αν ατομικά αναγνωρίζει τον Όσιο Ιουστίνο Πόποβιτς ως Άγιο — η προσωπική του γνώμη στερείται εκκλησιαστικής βαρύτητας. Το ερώτημα ήταν σαφέστατο, συγκεκριμένο και περιμένει ακόμα απάντηση: Τον αναγνωρίζει ως Άγιο η Σύνοδος ΓΟΧ του Καλλινίκου, στην οποία ο ίδιος ανήκει και την οποία ανήκει; (Για  άλλους Αγίους δεν ασχολούμαι, ΕΠΕΙΔΉ ΕΙΝΑΙ ΕΚΤΟΣ ΘΕΜΑΤΟΣ).

Γ.   Για  το θέμα της Μυστηριακής Χάριτος  διάβασα ότι  το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής του, ο Χρυσόστομος Καβουρίδης υποστήριζε την πάγια θέση ότι η εισαγωγή του νέου ημερολογίου το 1924 ήταν μεν μια αντικανονική μονομερής ενέργεια (καινοτομία) που έθετε τους Νεοημερολογίτες υπό την κατηγορία των ιερών κανόνων, αλλά δεν στερούσε αυτόματα τα μυστήριά τους από τη Θεία Χάρη. Θεωρούσε ότι τα μυστήρια της Εκκλησίας της Ελλάδος παρέμεναν έγκυρα και είχαν ακόμα αγιαστική χάρη. Δίδασκε ότι η ηγεσία της επίσημης Εκκλησίας είχε καταστεί «δυνάμει» (εν δυνάμει) έκπτωτη της χάριτος λόγω της καινοτομίας, αλλά όχι ακόμη «ενεργεία» (στην πράξη). Για να στερηθούν οριστικά και «ενεργεία» τη Θεία Χάρη τα μυστήρια των Νεοημερολογιτών, πίστευε ακράδαντα ότι απαιτούνταν απαραίτητα η σύγκληση μιας νόμιμης Πανορθόδοξης ή Οικουμενικής Συνόδου που θα τους δίκαζε και θα τους καταδίκαζε επίσημα. Μέχρι τότε, η διακοπή μνημοσύνου από την πλευρά των Παλαιοημερολογιτών γινόταν ως προφύλαξη (βάσει του 15ου κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου) και όχι επειδή η άλλη πλευρά ήταν εντελώς εκτός Εκκλησίας.

Ωστόσο, το 1950, προς το τέλος της ζωής του και υπό την πίεση των εσωτερικών διασπάσεων της παράταξής του —κυρίως λόγω της αυστηρότερης στάσης των «Ματθαιικών» που θεωρούσαν εξαρχής τα μυστήρια των Νεοημερολογιτών άκυρα— ο Χρυσόστομος Καβουρίδης εξέδωσε μια ιστορική εγκύκλιο στην οποία διαφοροποίησε τη στάση του. Στην εγκύκλιο αυτή διακήρυξε ότι η Εκκλησία της Ελλάδος «στερείται της αγιαστικής χάριτος» και πρότεινε τη διενέργεια αναμύρωσης (επαναληπτικού χρίσματος με Άγιο Μύρο) για όσους πιστούς επέστρεφαν από το νέο στο παλαιό ημερολόγιο. Αυτή η μεταγενέστερη διακήρυξη προκάλεσε έντονες θεολογικές αντιδράσεις από την κρατούσα Εκκλησία, ενώ ακόμη και εντός των κόλπων των Παλαιοημερολογιτών αποτελεί μέχρι σήμερα σημείο τριβής, καθώς ορισμένοι υποστηρίζουν ότι έγινε για λόγους σκοπιμότητας προκειμένου να αναχαιτιστεί η διαρροή πιστών και άλλοι τη θεωρούν την τελική δογματική του θέση. Επίσης απότι διαβάζω η αναμύρωση εφαρμόζεται στην Σύνοδο Καλλινίκου.Αυτό σημαίνει ότι ΜΟΝΟ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ  ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ (ΟΧΙ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ) δεν αρκεί.Αυτό γιατί το απωσιωπάτε;

Για περισσότερα  στα εξής κείμενα:

1,Το Διάγγελμα των Τριών Αρχιερέων ΓΟΧ 1935

(https://fdathanasiou-parakatathiki.blogspot.com/2023/05/1935.html)

2.Η Ομολογία-Αποκήρυξη των Αρχιερέων ΓΟΧ του 1935, ο 31ος Αποστολικός Κανόνας και ο 15ος Κανόνας της ΑΒ Συνόδου

 (https://fdathanasiou-parakatathiki.blogspot.com/2023/05/1935-31-15.html)

 

1.      Η Εγκύκλιος του πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου (1950) και η Εγκύκλιος 1974/5-6-1994 της Αυξεντιανής Συνόδου των ΓΟΧ

 (https://fdathanasiou-parakatathiki.blogspot.com/2023/05/1950-19745-6-1994-1974.html)

Επίσης  μπορεί  να μας πεί ο Ι.Π τι σημαίνουν τα γραφόμενα  «Κατ΄ αρχάς δεν υπήρξε διακοπή κοινωνίας το 1924. Ο παλαιοημερολογίτες το 1924, με έλεγχο και με διαμαρτυρίες αντιμετώπισαν τους καινοτόμους. Ιερείς που δεν δέχθηκαν την αλλαγή, ανήκαν στην κρατούσα εκκλησία (δεν υπήρχαν τότε οι Γ.Ο.Χ. με σχηματισμό Συνόδου), λειτουργούσαν κρυφά με το παλαιό ημερολόγιο και γι αυτό τον λόγο διωκόντουσαν κλήρος και λαός.» Δηλαδή  οι παλαιοημερολογίτες ιερείς μνημόνευαν τους επισκόπους της κρατικής Εκκλησίας; Κάτι τέτοιο έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την καταγεγραμμένη ιστορία των ΓΟΧ και τα γεγονότα της περιόδου. Μήπως θα έπρεπε να ξαναδείτε τις πηγές σας πιο προσεκτικά για να δούμε ποιος πρέπει να στρωθεί για διάβασμα;;

Δ. Αναφορικά με το ζήτημα της Ινδονησίας τα ίδια τα δημοσιευμένα κείμενα και άρθρα του Ι.Π  αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα, που τον εκθέτει ανεπανόρθωτα. Η αυτοδιάψευσή του είναι μνημειώδης· τα γραπτά μένουν και τον καταδικάζουν.

Του υπενθυμίζω ότι το διαδίκτυο δεν είναι πεδίο για να συκοφαντεί κανείς —εμμέσως πλην σαφώς— μια ολόκληρη ΜΑΡΤΥΡΙΚΗ ιεραποστολική Εκκλησία, όπως αυτή της Ινδονησίας. Το εκκλησιαστικώς πρέπον και κανονικό θα ήταν να απευθυνθεί αρμοδίως στους ίδιους τους υπευθύνους (στη Σύνοδο Καλλινίκου/GOI) για να λύσει τις απορίες του. Το έπραξε αυτό ο Ι.Π.; Αν ναι, ας μας το αποδείξει τώρα με επίσημα έγγραφα. Αν πάλι επιλέγει να «λύνει» τα εσωτερικά και  προβλήματα της παράταξής  του  μέσω διαδικτυακών ΠΑΡΑΠΛΑΝΗΤΙΚΩΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑΤΩΝ, ειλικρινά λυπάμαι για την  κατάντια.

Ε. Γράφτηκαν και τα εξής: «Επίσης τα της Εκκλησίας μας τα λύνουμε μόνοι μας κλήρος και λαός, δεν έχουμε καμία ανάγκη εξωεκκλησιαστικών προσώπων που δεν έχουν καμία σχέση μαζί μας»

Και τον ερωτώ με τη σειρά μου: Ποια ακριβώς είναι αυτή η «Εκκλησία» που εκπροσωπείτε κ.Ι.Π.; Μια Σύνοδο έχετε –όχι Εκκλησία– την οποία, δυστυχώς, με περίσσιο θράσος στην ομολογία πίστεώς σας, τολμάτε να ταυτίζετε με τη συνέχεια της Μιας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Αυτό δεν είναι απλώς πλάνη· είναι ξεκάθαρη βλασφημία.

 Όταν δημοσιεύετε  κείμενα σε ένα ανοιχτό, δημόσιο ιστολόγιο στο διαδίκτυο, απευθύνεσθε  μόνο στο στενό οπαδικό  σας  ακροατήριο ή στον ευρύτερο εκκλησιαστικό κόσμο; Γνωρίζετε ότι  από τη στιγμή που επιλέγει κάποιος να εκθέτει τις απόψεις του στη δημόσια σφαίρα, αυτές υπόκεινται αυτόματα σε  δημόσιο έλεγχο και  κριτική . Το να απαιτείτε  τώρα να μένουν στο απυρόβλητο τα γραφόμενά σας, επειδή προφανώς αδυνατείτε  να ψελλίσετε  το παραμικρό θεολογικό επιχείρημα για να στηρίξετε τις θέσεις του, δεν προδίδει απλώς πνευματική δειλία· προδίδει πανικό.

Καθίσταται πλέον φανερό  ότι η συζήτηση διολισθαίνει σε έναν ενορχηστρωμένο αντιπερισπασμό. Τόνισα εξάλλου —κατηγορηματικά και πέραν πάσης αμφιβολίας— στις προηγούμενες τοποθετήσεις μου ότι ΔΕΝ ΑΣΧΟΛΟΥΜΑΙ ΜΕ ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ της ημερολογιακής μεταρρύθμισης, αλλά αποκλειστικά και μόνο με το αμιγώς ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ που αυτή σχετίζεται.

Η  αναφορά του σε ιστορικά συμβάντα που ουδέποτε έθιξα, αποτελεί την ακράδαντη απόδειξη της πλήρους ένδειας των επιχειρημάτων του. Πρόκειται για μια φτηνή σοφιστική απόπειρα να μετατοπιστεί το κέντρο βάρους της συζήτησης, προκειμένου να προστατευτεί η προφανής αδυναμία του να απαντήσει ο Ι.Π.επί της ουσίας

π.Δ.Α

Παρασκευή 17 Ιουλίου 2026

ΔΕΥΤΕΡΗ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ»


Με αφορμή το νέο δημοσίευμα του ιστολογίου «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ» υπό τον τίτλο «Οι αντιφάσεις μιας "οφειλομένης απαντήσεως"» (17 Ιουλίου 2026),

( https://entoytwnika1.blogspot.com/2026/07/blog-post_17.htmlκαθίσταται επιβεβλημένη μια δεύτερη απάντηση για την αποκατάσταση της αλήθειας.

Α. Πριν μπούμε στο θέμα, πρέπει να θυμίσουμε στον συντάκτη κ. Ι.Π. το αυτονόητο: το να υπερασπιζόμαστε δημόσια στο διαδίκτυο τις θεολογικές απόψεις που έχουμε δημοσιεύσει είναι  δικαίωμά μας. Δεν απαιτείται καμία «άδεια» ή «πρόσκληση», για να αντικρούσει κανείς την κριτική που δέχεται στο δημόσιο βήμα.

Β. Το κείμενο του κ. Ι.Π. αποτελεί μνημείο επικοινωνιακού εντυπωσιασμού και θρίαμβο του «φαίνεσθαι» έναντι του εκκλησιολογικού «είναι». Με περίτεχνη ρητορική μαεστρία, επιχειρεί να ικανοποιήσει ένα ακροατήριο διψασμένο για «εύκολες και γρήγορες νίκες», στερούμενο όμως παντελώς θεολογικού βάθους. Αφού πρώτα διολίσθησε σε προσωπικές επιθέσεις  κατά του γράφοντος, στη συνέχεια, με έναν λόγο που αγγίζει τα όρια του παραληρήματος, απέφυγε συστηματικά να απαντήσει στα καίρια δογματικά ερωτήματα. Διαστρεβλώνοντας τις θέσεις μας, σπεύδει τώρα να «κλείσει την πόρτα» του διαλόγου, προφανώς, για να αποφύγει την αναπόφευκτη και συντριπτική θεολογική αντιπαράθεση. Πρόκειται για την κλασική τακτική εκείνου που επιδιώκει να έχει τον τελευταίο λόγο «στα χαρτιά», αποφεύγοντας όμως να εκτεθεί σε έναν αληθή, ζωντανό διάλογο επί των Πηγών και των Ιερών Κανόνων.

Γ. Ο κ. Ι.Π. αποκρύπτει τεχνηέντως τις χαοτικές εκκλησιολογικές διαφορές μεταξύ του αντι-οικουμενιστικού αγώνα του Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς (στον οποίο βασίζεται  η στάση του αγωνιστού Ιεράρχου Αρτεμίου) και της ιδιότυπης παλαιοημερολογιτικής διασπάσεως του 1924. Αντ' αυτού, προτιμά να αναλώνεται σε γραφειοκρατικές λεπτομέρειες και προσωπικές αιχμές.

Δ. Τα Αναπάντητα Δογματικά Ερωτήματα

Ο κ. Ι.Π. απέτυχε παταγωδώς να αγγίξει τα συντριπτικά δογματικά και ιστορικά επιχειρήματα που θέσαμε (Σημεία Α, Β, Γ, Δ, Ζ της πρώτης ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ). Συγκεκριμένα, άφησε στο απόλυτο θεολογικό σκοτάδι τα εξής:

  • Γιατί οι Γ.Ο.Χ. αρνούνται να αναγνωρίσουν την αγιότητα του Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς;
  • Πώς εξισώνεται η διακοπή κοινωνίας του 1924 για ένα ημερολογιακό ζήτημα (το οποίο δεν μετέβαλλε το Πασχάλιο, άρα δεν συνιστούσε αίρεση) με την αποτείχιση του Αρτεμίου, η οποία έγινε αποκλειστικά για την παναίρεση του Οικουμενισμού;
  • Πώς συμβιβάζεται η ακραία θέση των Γ.Ο.Χ. ότι οι νεοημερολογίτες στερούνται παντελώς Μυστηριακής Χάριτος, με την ισορροπημένη εκκλησιολογία του Αρτεμίου που δεν προβαίνει σε τέτοιες αυθαίρετες δογματικές γενικεύσεις;
  • Πώς παρακάμπτεται το πρόβλημα της προβληματικής κανονικής προελεύσεως των χειροτονιών των Γ.Ο.Χ. (με τις συνεχείς κρίσεις, καθαιρέσεις και την αναζήτηση χειροτονιών από τη Ρωσική Διασπορά), τη στιγμή που η αρχιερατική χειροτονία του Αρτεμίου υπήρξε απολύτως αδιαμφισβήτητη και οικουμενικά αναγνωρισμένη;

Ε. Αντί να απαντήσει σε αυτά, ο κ. Ι.Π. μεταθέτει το θέμα στο προσωπικό επίπεδο, προσπαθώντας να πλήξει την αξιοπιστία του γράφοντος (π.Δ.Α.). Η αντικειμενική αλήθεια μιας εκκλησιολογικής θέσεως (ότι η Σύνοδος του Αρτεμίου αποτελεί την πλέον συνεπή δογματικά λύση) δεν εξαρτάται από την προσωπική στάση του εισηγητή της. Παραδείγματος χάριν, αν ένας ιατρός που καπνίζει προειδοποιήσει ότι το κάπνισμα βλάπτει την υγεία, η ιατρική αυτή αλήθεια παραμένει 100% έγκυρη, παρά την προσωπική του ασυνέπεια. Η αναφορά μας ότι «ο γράφων δεν ανήκει σε καμία ομάδα νεοαποτειχισμένων για λόγους που δεν είναι του παρόντος» δεν παρέχει στον κ. Ι.Π. το δικαίωμα να ακυρώσει τη θεολογική ανάλυση. Αυτό αποτελεί φθηνή ρητορική υπεκφυγή. Και για να μην ανησυχεί ο Ι.Π ας γνωρίζει  ότι ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΜΕΤΕΩΡΟΣ.

ΣΤ. Το Ζήτημα της  Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ινδονησίας.

Σχετικά με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ινδονησίας (GOI), ο κ. Ι.Π. επιδεικνύει μια εξαιρετικά στεγνή, σχεδόν γραφειοκρατική και «νομικίστικη» αντίληψη περί της Εκκλησίας.

Θεωρεί ότι, επειδή η GOI αναγκάστηκε —υπό το βάρος των απηνών διωγμών του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως— να αναζητήσει κανονική στέγη υπό το ωμοφόριο του Καλλινίκου για να επιβιώσει, αυτό την ταυτίζει αυτόματα με το «γοχικό πνεύμα», τη γοχική θεολογία και τη γοχική ιστορία.

Η εκκλησιολογική πραγματικότητα όμως τον διαψεύδει οικτρά. Η GOI δεν ξεκίνησε από καβγάδες για το ημερολόγιο στην Αθήνα. Δημιουργήθηκε από το μηδέν, χάρη στον τεράστιο αγώνα του πατέρα Δανιήλ Μπαμπάνγκ και των συνεργατών του, που βάπτισαν χιλιάδες πρώην μουσουλμάνους και προτεστάντες. Το να ισχυρίζεται κανείς ότι η GOI είναι Ορθόδοξη, επειδή συνδέεται  με τους Γ.Ο.Χ. της Αθήνας(2023) , και όχι επειδή οι άνθρωποί της έχυσαν αίμα, ιδρώτα και δάκρυα για να χτίσουν αυτή την ολοζώντανη ιεραποστολή, δείχνει μια στενά τυπολατρική νοοτροπία που κολλάει μόνο στα χαρτιά και χάνει την ουσία.Και πρίν το 2023 ανήκε στους ROCOR

Ποτέ δεν είπαμε ότι η Ορθοδοξία αποδεικνύεται με νούμερα και στατιστικές. Αλλά το να συγκρίνει κάποιος  τους νηπιοβαπτισμούς  σε μια Εκκλησία που τη συντηρεί το κράτος, με τις συνειδητές βαπτίσεις ανθρώπων που αποφάσισαν να αλλάξουν πίστη στη μεγαλύτερη μουσουλμανική χώρα του κόσμου, είναι μια φτηνή πονηριά και σοφιστεία  του χειρότερου είδους.

Ζ. Το ερώτημα που επιστρέφεται: Εφόσον υιοθετείτε τη λογική της διαδικτυακής εκκλησιολογικής ανακρίσεως, μπορείτε να μας απαντήσετε ευθέως. Ανήκετε εσείς στη Σύνοδο των Γ.Ο.Χ. υπό τον Καλλίνικο, η οποία αποδέχεται ως κανονικό τον (κατά τα λεγόμενά σας) «Οικουμενιστή» Επίσκοπο Νικοπόλεως Δανιήλ;

Η. Για να αντιληφθούν οι αναγνώστες τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον διάλογο ο κ. Ι.Π., αποκαλύπτουμε ότι αρνήθηκε κατηγορηματικά να δημοσιεύσει στο ιστολόγιό του τα παρακάτω άρθρα-απαντήσεις μας, καθώς αυτά κατέρριπταν πλήρως την επιχειρηματολογία του.

Παραθέτουμε τους συνδέσμους των αποκλεισθέντων άρθρων (ΟΧΙ ΣΧΟΛΙΩΝ) για την αποκατάσταση της αλήθειας

  1. Η Συμμετοχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ινδονησίας στο FUKRI: Μια Απάντηση σε παραπλανητικό δημοσίευμα
  2. Η Στρατηγική Σημασία της Συμμετοχής σε Διαθρησκειακές Εκδηλώσεις για την Ορθόδοξη Ινδονησιακή Εκκλησία (G.O.I)

Η λογοκρισία και η διολίσθηση σε προσωπικές επιθέσεις αποτελούν την έσχατη ομολογία της θεολογικής  ένδειας. Ο διάλογος απαιτεί δογματικό θάρρος, το οποίο δυστυχώς απουσιάζει.

π.Δ.Α


Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

Οφειλόμενη απάντηση στο ιστολόγιο «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ»


Στο ιστολόγιο «ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ» δημοσιεύτηκε άρθρο με τίτλο «Περί Γ.Ο.Χ., αποτειχίσεως και της “μοναδικής οδού”» (https://entoytwnika1.blogspot.com/2026/07/blog-post_16.html), το οποίο σχολιάζει δικό μου κείμενο με τίτλο «Σχόλια σε δημοσίευση για ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ» — δημοσιευμένο στο Facebook, καθώς και στα ιστολόγια «ΨΗΦΙΔΕΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ» 

 (https://fdathanasiou-parakatathiki.blogspot.com/2026/07/blog-post_65.html)

και «ΟΜΟΛΟΓΙΑ» (https://apotixisi.blogspot.com/2026/07/blog-post_15.html).

Επειδή ο αρθρογράφος (κ. Ι.Π.) επιχειρεί να αποδομήσει τις απόψεις μου με τρόπο που κρίνω παραπλανητικό, θεωρώ υποχρέωσή μου να απαντήσω, ώστε να μη δημιουργηθεί σύγχυση στους αναγνώστες.

Το κύριο πρόβλημα του κ. Παπαρήγα εστιάζεται στο γιατί προτείνω την ένταξη των αποτειχισμένων στη Σύνοδο του Επισκόπου Αρτεμίου και όχι στη Σύνοδο των Γ.Ο.Χ. υπό τον Αρχιεπίσκοπο Καλλίνικο, επιστρατεύοντας για τον σκοπό αυτό ΤΕΚΜΗΡΙΩΜΕΝΕΣ απόψεις του γράφοντα  περί της «Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ινδονησίας», τις οποίες αποφεύγει να δημοσιεύσει.

Πριν αναπτύξω τις θέσεις μου, διευκρινίζω δύο πράγματα: Πρώτον, ο γράφων δεν ανήκει σε καμία ομάδα νεοαποτειχισμένων, για λόγους που δεν είναι του παρόντος· Δεύτερον, ο κ. Παπαρήγας βιάστηκε να εξάγει συμπεράσματα, χωρίς να γνωρίζει ποιο ακριβώς είναι το μοντέλο ένταξης που προτείνω.

Ξεχνάει ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΑ ο κ.Ι.Π, ότι η Σύνοδος του μακαριστού επισκόπου  Αρτεμίου αποτελεί συνέχεια της διδασκαλίας του μεγάλου ΑΝΤΙ-ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΗ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ ΜΑΣ Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς  τον οποίον οι Γ.Ο.Χ. δεν αναγνωρίζουν ως Άγιο. Ξεχνά, επίσης, ο Ι.Π. ότι ο Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς αποδόμησε τα προσυνοδικά κείμενα της Συνόδου της Κρήτης ως αιρετικά και ο αντι-οικουμενιστικός του αγώνας είχε ως αποτέλεσμα να αποκλεισθεί στη Μονή Τσέλιε, ο ίδιος δε, αποτειχίστηκε από τους αιρετικούς επισκόπους της Σερβικής Εκκλησίας συμπεριλαμβανομένου και του Πατριάρχη Γερμανού.

Η Ομολογία Πίστεως των Γ.Ο.Χ. δεν έχει καμία σχέση με τη θεολογία της Συνόδου Αρτεμίου· η παρουσίασή τους ως ισοδύναμων εκκλησιολογικών λύσεων συνιστά θεολογικό σφάλμα. Οι βασικές διαφορές ΓΟΧ και Συνόδου Αρτεμίου είναι οι εξής:

Α. Η ιστορική ύπαρξη των Γ.Ο.Χ. στην Ελλάδα ξεκινά το 1924, με κύρια αιτία την αλλαγή του εκκλησιαστικού ημερολογίου (εισαγωγή του Διορθωμένου Ιουλιανού), την οποία θεωρούν πρωταρχική «καινοτομία» πίστεως. Αντιθέτως, η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία δεν άλλαξε ποτέ το ημερολόγιό της· ακολουθεί το Ιουλιανό μέχρι σήμερα. Η ρήξη του Αρτεμίου με τη Σύνοδο του Βελιγραδίου δεν είχε λοιπόν καμία σχέση με το ημερολόγιο, αλλά βασίστηκε σε δογματικές διαφωνίες (συμμετοχή στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, προσεγγίσεις με το Βατικανό) και σε ζητήματα εκκλησιαστικής διοίκησης.(Κοσσυφοπέδιο)

Β. Η πλειοψηφία των παλαιοημερολογητικών παρατάξεων θεωρεί ότι οι επίσημες (νεοημερολογίτικες) Εκκλησίες έχουν απωλέσει τη Θεία Χάρη και ότι τα μυστήριά τους είναι άκυρα ή ελλιπή. Ενδεικτική είναι η πορεία του πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου (Καβουρίδη), ηγετικής μορφής του κινήματος των Γ.Ο.Χ., που σημαδεύτηκε από έντονες μεταβολές και αναθεωρήσεις.

Ο Επίσκοπος Αρτέμιος, αντιθέτως, ξεκίνησε τον αγώνα του με την αυτοσυνειδησία του κανονικού Σέρβου Επισκόπου που διώκεται αναίτια. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, ο ίδιος και οι μοναχοί του απέφυγαν να κηρύξουν τις επίσημες Ορθόδοξες Εκκλησίες «στερημένες Χάριτος». Και αν στη συνέχεια η στάση του σκληρύνθηκε, αυτό οφείλεται στους συνεχιζόμενους διωγμούς και την αλλοίωση της πίστης. Η  αρχική του προσέγγιση δεν ήταν η πλήρης απόρριψη του ορθοδόξου κόσμου, αλλά η κάθαρση της δικής του τοπικής Εκκλησίας.

Γ. Ο Επίσκοπος Αρτέμιος εφάρμοσε το πνεύμα του ΙΕ Κανόνα της Πρωτοδευτέρας και του ΛΑ Αποστολικού. Η  ηγεσία του Πατριαρχείου Σερβίας, υποστήριξε, είχε διολισθήσει στην αίρεση του Οικουμενισμού και του συγκρητισμού (συμμετοχή στο Π.Σ.Ε, συμπροσευχές με ετεροδόξους κ.λπ.). Σύμφωνα με το δεύτερο μέρος του ΙΕ Κανόνα, η διακοπή κοινωνίας ήταν επιβεβλημένη και «άξια επαίνου», καθώς έγινε για δογματικούς λόγους και όχι για προσωπικά κίνητρα. Συνεπώς, η δημιουργία νέας δομής δεν αποτελεί σχίσμα — το οποίο καταδικάζει ο ΛΑ Αποστολικός — αλλά συνέχεια της αυθεντικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, που διαφυλάττει την πίστη.

Οι τρεις Αρχιερείς των Γ.Ο.Χ., στην αποκήρυξή τους, το 1935, δεν επικαλέστηκαν κανέναν συγκεκριμένο ιερό κανόνα, για να δικαιολογήσουν τη διακοπή κοινωνίας. Κι όμως, η Εκκλησία της Ελλάδος εισήγαγε το 1924 το Διορθωμένο Ιουλιανό ημερολόγιο — το οποίο διατηρεί το παραδοσιακό Πασχάλιο — και όχι το Γρηγοριανό. Το Γρηγοριανό είχε καταδικαστεί τον 16ο αιώνα, επειδή άλλαζε τον υπολογισμό του Πάσχα· το Διορθωμένο Ιουλιανό διαφέρει, σαφώ,ς από αυτό (διαφορετικές ημερομηνίες εορτών των αγίων, απουσία παπικών εορτών κ.λπ.). (https://fdathanasiou-parakatathiki.blogspot.com/2023/05/1935-31-15.html)

Για τους Γ.Ο.Χ. το ημερολογιακό ζήτημα αποτελεί πρωτεύον δογματικό ζήτημα και ορόσημο της πτώσης· για τη Σύνοδο Αρτεμίου είναι δευτερεύον μπροστά στον κίνδυνο του δογματικού συγκρητισμού και του Οικουμενισμού. (ο τρόπος με τον οποίο έγινε η ημερολογιακή μεταβολή ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ).

Δ. Οι Γ.Ο.Χ. αντιμετώπισαν σοβαρές εσωτερικές κρίσεις ως προς την κανονικότητα των επισκοπικών τους χειροτονιών, αναζητώντας κατά περιόδους αναγνώριση ή χειροτονίες από εξωτερικές πηγές (όπως η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία της Διασποράς). Ο Επίσκοπος Αρτέμιος, αντιθέτως, διέθετε αδιαμφισβήτητη, έγκυρη και κανονική χειροτονία από την επίσημη Σερβική Εκκλησία (χειροτονήθηκε το 1991)· όταν καθαιρέθηκε, προχώρησε στη χειροτονία δικών του «χωρεπισκόπων», με απόφαση κληρικολαϊκής συνέλευσης, για να εξασφαλίσει τη συνέχεια της κίνησής του.

Ζ. Οι Γ.Ο.Χ. λειτουργούν ως πλήρως παράλληλη και αυτόνομη εκκλησιαστική δομή, με ιεραρχία που αυτοπροσδιορίζεται ως η μόνη αληθινή Εκκλησία στην επικράτεια, όπως γράφεται στην ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΓΟΧ. Η Σύνοδος Αρτεμίου, αντιθέτως, αυτοπροσδιορίζεται από την αρχή ως «Επαρχία εν διωγμώ και εξορία»: αποτειχισμένο τμήμα εντός της ίδιας της Σερβικής Εκκλησίας, σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, με στόχο την αντίσταση εκ των έσω στην αίρεση του Οικουμενισμού και με την ελπίδα ότι η επίσημη Σερβική Εκκλησία θα επιστρέψει κάποτε στην ορθή τροχιά.

Η Εκκλησία της Ινδονησίας: Ορθόδοξη — όχι «Γ.Ο.Χ. Ινδονησίας»

Η αναφορά σε «Γ.Ο.Χ. Ινδονησίας» είναι ανακριβής. Υπάρχει η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ινδονησίας (GOI — Gereja Ortodoks Indonesia), η Ορθοδοξία της οποίας αποδεικνύεται από την πορεία και το έργο της, και όχι από την ένταξή της στη Σύνοδο του Αρχιεπισκόπου Καλλινίκου. Η ταύτισή της με το γοχικό σχήμα αποτελεί ιστορική και εκκλησιολογική ανακρίβεια.

Ο γράφων παρακολουθεί την πορεία της επί δύο δεκαετίες — δεν την «ανακάλυψε» πρόσφατα, όπως έκανε ο κ. Παπαρήγας, βρίσκοντας ευκαιρία να ξεκινήσει  αντιοικουμενιστικό αγώνα. Η αναγνώριση της Ορθοδοξίας της GOI δεν είναι ευκαιριακή ρητορική στρατηγική, αλλά καρπός μακροχρόνιας παρακολούθησης και γνώσης της εκκλησιαστικής πραγματικότητας της περιοχής.

Ο κ. Παπαρήγας, αντί να παρουσιάσει την πλήρη εικόνα, επιλέγει να αποσιωπήσει τα σχετικά μου άρθρα: δεν δημοσιεύει το πρωτογενές υλικό, δεν παραθέτει τις αναλύσεις που έχουν δημοσιευθεί επί σειρά ετών, δεν αναφέρει τη μακροχρόνια παρακολούθηση της GOI. Αρκείται σε συμπεράσματα που κατασκευάζει ερήμην του πραγματικού υλικού. Αυτό δεν είναι επιχειρηματολογία· είναι επιλεκτική παρουσίαση στην υπηρεσία προκαθορισμένης ατζέντας. Αντί να απαντήσει στα επιχειρήματά μου — τα οποία δεν συνάδουν με τη γοχική αφήγηση — προτιμά να τα αποσιωπήσει, σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Έτσι, ο αναγνώστης μένει με την ψευδή εντύπωση ότι η αναγνώριση της GOI είναι κάτι πρόσφατο, ευκαιριακό και συνδεδεμένο με το γοχικό σχήμα, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για Ορθόδοξη Εκκλησία με ανεξάρτητη πορεία, της οποίας η αναγνώριση προηγείται χρόνια της εμπλοκής του κ. Παπαρήγα.

Ας τεθεί, λοιπόν, ένα απλό και μετρήσιμο ερώτημα: πόσους Προτεστάντες και Μωαμεθανούς βάφτισαν Ορθοδόξους τα τελευταία είκοσι χρόνια οι Γ.Ο.Χ. Ελλάδος;

Όταν, λοιπόν, ο κ. Παπαρήγας συγκρίνει τα δύο σχήματα ως ισοδύναμα εκκλησιολογικά, αποσιωπά το θεμελιωδέστερο κριτήριο: το έργο της Εκκλησίας στον κόσμο. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ινδονησίας (GOI) έχει αναδειχθεί σε έναν από τους πιο δυναμικούς πυρήνες Ορθόδοξης ιεραποστολής στη Νοτιοανατολική Ασία, με χιλιάδες βαπτίσεις πρώην Προτεσταντών και Μουσουλμάνων. Ασκεί συστηματική, μαζική ιεραποστολή, επιδεικνύει εξωστρέφεια και η Ορθοδοξία της σφραγίζεται από το ζωντανό της έργο.

Η Ορθοδοξία δεν αποδεικνύεται με θεωρητικές κατηγορίες, εσωστρέφεια και αφηγήσεις δογματικού ελέγχου. Αποδεικνύεται με έργο, με ιεραποστολή και με τη ζωντανή μαρτυρία της Πίστεως στα έθνη. Η Εκκλησία της Ινδονησίας διαθέτει αυτό το έργο.

 

Επίλογος.

Η αντίφαση, τελικά, δεν βρίσκεται στη δική μου θέση· βρίσκεται στην προσπάθεια του κ. Παπαρήγα να εντάξει διαφορετικά, ασύμβατα εκκλησιολογικά και θεολογικά σχήματα σε μια ενιαία «αντιοικουμενιστική» παράταξη, αγνοώντας θεμελιώδεις δογματικές διαφορές και αποσιωπώντας οποιοδήποτε υλικό που δεν εξυπηρετεί την αφήγησή του.

π.Δ.Α.

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

Συνέντευξη του Επισκόπου Ξενοφώντος της επισκοπής Ράσκας και Πριζρένης στην εξορία στην αμερικανοσερβική εφημερίδα «Sloboda» (Μέρος Α΄)



«Όσο πιο βαθιά θάβεται η αλήθεια, τόσο πιο λαμπρή θα αναδύεται»


15 Ιουλίου 2026

Στις γραμμές που ακολουθούν παρουσιάζουμε το πρώτο μέρος της συνέντευξης που παραχώρησε ο Σεβασμιώτατος Επίσκοπος Ράσκας και Πρίζρεν εν εξορία, κ.κ. Ξενοφών, στην αμερικανοσερβική εφημερίδα «Sloboda». Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στις 10 Ιουλίου 2026.

Από τη Συντακτική Ομάδα

Ο φετινός Ιούνιος σηματοδότησε τη 16η επέτειο από την ίδρυση της «Επισκοπής Ράσκας και Πρίζρεν εν εξορία». Η επισκοπή αυτή συγκροτήθηκε από ένα τμήμα της μοναστικής κοινότητας που αποχώρησε από τη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία, ακολουθώντας την οδό της εξορίας μετά τον διωγμό του μακαριστού Επισκόπου Αρτεμίου (Ραντοσάβλιεβιτς) από το Κοσσυφοπέδιο και τα Μετόχια. Σήμερα, η εν εξορία επισκοπή αριθμεί περισσότερες από 40 κατακόμβες (μοναστικούς πυρήνες), περίπου 150 μοναχούς και μοναχές, 15 έγγαμους ιερείς και έναν μεγάλο αριθμό πιστών.

Ο Επίσκοπος της εν εξορία Επισκοπής Ράσκας και Πρίζρεν, κ. Ξενοφών (Τομάσεβιτς), μιλά στη «Sloboda» για τους λόγους ίδρυσης αυτής της εκκλησιαστικής δομής, τη ζωή στις κατακόμβες-μοναστήρια της, καθώς και για τη γενικότερη κατάσταση στη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία, την Ορθοδοξία, τη Σερβία και τη νότια επαρχία της. Δημοσιεύουμε τη συνέντευξη σε δύο μέρη.

Ερώτηση: Πόσο καλά γνωρίζει η κοινή γνώμη σήμερα τα γεγονότα της εκδίωξης του μακαριστού Επισκόπου Αρτεμίου από την έδρα της Επισκοπής Ράσκας, Πρίζρεν, Κοσσυφοπεδίου και Μετοχίων το 2010, και πώς δημιουργήθηκε η εν εξορία Επισκοπή;

Επίσκοπος Ξενοφών: Ακριβώς τον Ιούνιο του τρέχοντος έτους συμπληρώθηκαν δεκαέξι ολόκληρα χρόνια από τότε που ο Επίσκοπος Αρτέμιος, δακρυσμένος, αποχαιρέτησε τον πιστό λαό και τη μοναστική αδελφότητα στην τράπεζα της Μονής Γκρατσάνιτσα, στις 8 Ιουνίου 2010. Τότε, στο συγκινητικό του κήρυγμα, είχε πει πως μια μέρα θα συγκεντρωθούμε ξανά στη Γκρατσάνιτσα για να τον κηδέψουμε στο κοιμητήριο του μοναστηριού, όπως άρμοζε και επιβαλλόταν. Όμως η πρόνοια, το θέλημα και η παραχώρηση του Θεού όρισαν διαφορετικά.

Ούτε η Ιερά Σύνοδος της Σερβικής Εκκλησίας ούτε ο Γέροντάς μας είχαν κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο για τη συνέχεια, όταν διατάχθηκε η εξορία του στη βόρεια Σερβία, στη Μονή Σισάτοβατς. Η εξορία αυτή ήταν άδικη, ανυπόστατη και πραγματοποιήθηκε κατά παράβαση κάθε εκκλησιαστικού κανόνα και του Καταστατικού της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Παύθηκε αντικανονικά από τα καθήκοντά του και απομακρύνθηκε από τη διοίκηση της επισκοπής του. Δεν του επετράπη καν να παραμείνει σε κάποιο από τα μοναστήρια της Επισκοπής Ράσκας και Πρίζρεν, την οποία επί χρόνια καθοδηγούσε.

Για όποιον διέθετε έστω και ελάχιστη κοινή λογική και δεν ήταν συνδεδεμένος με τον Χριστό και την Εκκλησία Του μέσω εφήμερων πολιτικών, εκκλησιαστικών ή οικονομικών συμφερόντων, ήταν σαφές εξαρχής ότι επρόκειτο για έναν διωγμό με βαθιά θρησκευτικά —και όχι μόνο πολιτικά— κίνητρα.

Ο μακαριστός επίσκοπος είχε ξεκάθαρες, τεκμηριωμένες και δυναμικές θέσεις, τις οποίες εφάρμοζε με διορατικότητα και θάρρος από τη στιγμή της ανάρρησής του στον θρόνο της Επισκοπής Ράσκας και Πρίζρεν το 1991, και ιδίως μετά την κατοχή του Κοσσυφοπεδίου και των Μετοχίων το 1999. Ο αγώνας του ενάντια στις αλβανικές θηριωδίες που διαπράττονταν εις βάρος του σερβικού λαού —υπό το απαθές και συγκαταβατικό βλέμμα της διεθνούς κοινότητας και των δυνάμεων του ΟΗΕ, που υποτίθεται ότι βρίσκονταν εκεί για να εφαρμόσουν το νομικά δεσμευτικό Ψήφισμα 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας— υπήρξε μνημειώδης. Το θρησκευτικό και εθνικό του έργο βρισκόταν υπό στενή παρακολούθηση τόσο από εγχώριους όσο και από ξένους παράγοντες. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2010, η τότε πρέσβειρα των ΗΠΑ, Μαίρη Γουόρλικ, είχε επισημάνει στον τότε Πατριάρχη Ειρηναίο την «επιζήμια» δραστηριότητα του Επισκόπου Αρτεμίου. Και ο Πατριάρχης Ειρηναίος έσπευσε να διεκπεραιώσει άμεσα αυτή την αποστολή...

Ερώτηση: Τι συνέβη στη συνέχεια;

Επίσκοπος Ξενοφών: Πέρα από τις προσπάθειες για τη διατήρηση του Κοσσυφοπεδίου και των Μετοχίων εντός της Σερβίας και την επιβίωση του σερβικού λαού, ο Επίσκοπος Αρτέμιος και ο κλήρος του έδωσαν ακόμα μία μεγάλη μάχη: τη μάχη για τη διαφύλαξη της Ορθόδοξης πίστης και των ιερών παραδόσεων από την αίρεση του οικουμενισμού. Μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι ο αγώνας κατά του οικουμενισμού υπήρξε ο κύριος λόγος για τη βάναυση απομάκρυνση του Επισκόπου Αρτεμίου από τον θρόνο του. Στόχος ήταν να τοποθετηθεί στη θέση του ένας πιο «συνεργάσιμος» και «συμβιβαστικός» επίσκοπος, ο οποίος δεν θα αποτελούσε εμπόδιο ούτε στα σχέδια για την ανακήρυξη ενός ανεξάρτητου Κοσσυφοπεδίου (σε εθνικό επίπεδο) ούτε στην εξάπλωση της οικουμενικής αίρεσης (σε πνευματικό επίπεδο).

Ο σερβικός λαός σε μεγάλο βαθμό το αντιλήφθηκε αυτό. Αν δεν συνέβαινε αυτό, η εν εξορία Επισκοπή Ράσκας και Πρίζρεν δεν θα παρουσίαζε αυτή την έντονη λειτουργική και πνευματική ζωή όλα αυτά τα χρόνια, κηρύττοντας ιεραποστολικά το Ευαγγέλιο και τη γνήσια παράδοση του Αγίου Σάββα. Αυτό επιβεβαιώνεται από το πλήθος των πιστών που κατακλύζουν σήμερα τις σαράντα και πλέον κατακόμβες, τα μοναστήρια και τα παρεκκλήσιά μας, όχι μόνο στη Σερβία αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Η αλήθεια δεν κρύβεται ούτε θάβεται. Διότι, όπως έλεγε συχνά ο άγιος Γέροντάς μας: «Όσο πιο βαθιά θάβεται η αλήθεια, τόσο πιο λαμπρή θα αναδυθεί».

Ερώτηση: Δεκαέξι χρόνια μετά, έχουν γίνει πιο ξεκάθαρα τα πολιτικά και εκκλησιαστικά κίνητρα πίσω από τη δίωξη του Επισκόπου Αρτεμίου, όπως αποκαλύφθηκε και από τα έγγραφα των WikiLeaks; Κι αυτό παρά το γεγονός ότι επίσημα τιμωρήθηκε από την Εκκλησία για δήθεν οικονομικές ατασθαλίες, οδηγήθηκε στα πολιτικά δικαστήρια, ενώ ακόμα και μετά τον θάνατό του επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης και πρόστιμα στους συνεργάτες του.

Επίσκοπος Ξενοφών: Από την πρώτη στιγμή αυτής της τραγελαφικής διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου του Βελιγραδίου, απαιτήσαμε η δίκη να είναι ανοιχτή στο κοινό. Πολλοί από εμάς, μοναχοί και πιστοί, δίναμε το παρών σε κάθε ακροαματική διαδικασία. Δεν θέλαμε ο Γέροντάς μας και οι συνεργάτες του να δικαστούν στα κρυφά. Κανένας από όσους παρακολουθούσαν τη διαδικασία δεν μπορούσε να απαλλαγεί από την εντύπωση ότι αυτή η φάρσα είχε στηθεί σε πλήρη συνεργασία του κρατικού καθεστώτος με την εκκλησιαστική ηγεσία —και αναφέρομαι τόσο στο τωρινό καθεστώς όσο και στο προηγούμενο, του Τάντιτς.

Η επιχειρηματολογία τους ήταν πρόχειρη και αστήρικτη, γεμάτη τεράστιες δικονομικές παραβάσεις, τις οποίες είμαι βέβαιος ότι θα μελετήσουν και θα αναδείξουν στο μέλλον οι νομικοί επιστήμονες. Μιλάω για «απάτη» διότι η εικόνα της δίκης ήταν θλιβερή: ανίκανοι δικαστές, σκανδαλώδεις παραλείψεις της αστυνομίας (που έχασε τα κατασχεθέντα αρχεία-πειστήρια, τα οποία δεν βρέθηκαν ποτέ) και μάρτυρες κατηγορίας που δεν μπόρεσαν να εισφέρουν ούτε ένα στοιχειώδες αποδεικτικό στοιχείο για δήθεν κατάχρηση. Ήταν μια προκλητική και ολοφάνερη συμπαιγνία μεταξύ εισαγγελέων και δικαστών.

Ήταν συγκλονιστικό να βλέπει κανείς τον 85χρονο γέροντα, τον πνευματικό μας πατέρα, να απαντά με απόλυτη ηρεμία, ακρίβεια και επιχειρήματα σε κάθε ερώτηση. Θα έχει μεγάλη αξία να δημοσιευθούν κάποτε αυτά τα δικαστικά πρακτικά —αν, βέβαια, δεν «εξαφανιστούν» κι αυτά, όπως εκείνα τα περίφημα αρχεία που χάθηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης.

Με την κοίμηση του Επισκόπου, η δίωξη εναντίον του έπαυσε, προς μεγάλη ανακούφιση εισαγγελέων και δικαστών. Έπρεπε, όμως, οπωσδήποτε να καταδικαστούν οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, ώστε να διατηρηθεί ένα πρόσχημα νομιμότητας στα μάτια της κοινής γνώμης. Ιδιαίτερα ντροπιαστική είναι η καταδίκη της Γιελένα Σουμπάρεβιτς, μιας σπουδαίας Σέρβας και ευσεβούς Ορθόδοξης, η οποία, ως αρχιτέκτονας, εργάστηκε για την αναστήλωση των σερβικών μνημείων στην Επισκοπή Ράσκας και Πρίζρεν. Καταδικάστηκε εντελώς άδικα σε κατ’ οίκον περιορισμό, ποινή την οποία εκτίει ακόμη. Της ευχόμαστε, έχοντας την ελπίδα της στον διωκόμενο Χριστό, να υπομείνει αυτή την αδικία, υπενθυμίζοντας στους διώκτες της ότι κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τη δικαιοσύνη του Θεού και τη δίκαιη κρίση του Αγίου Σάββα.

Ερώτηση: Η περίπτωση του Επισκόπου Αρτεμίου αποτέλεσε την απαρχή μιας σειράς αντικανονικών απομακρύνσεων επισκόπων στη Σερβική Εκκλησία. Η πιο πρόσφατη σημειώθηκε στη φετινή Σύνοδο του Μαΐου, με την καθαίρεση του Μητροπολίτη Ιουστίνου της Επισκοπής Ζίτσης, ο οποίος υπήρξε το πνευματικά πρεσβύτερο τέκνο του Επισκόπου Αρτεμίου. Πώς σχολιάζετε το γεγονός ότι οι κατηγορίες αυτές επικεντρώνονται πάντα σε οικονομικά ζητήματα, παρόλο που στην περίπτωση του Ιουστίνου —όπως και του Αρτεμίου— υπάρχουν σαφείς ενδείξεις πολιτικής δίωξης;

Επίσκοπος Ξενοφών: Ξέρετε, οι ιστορίες για οικονομικές ατασθαλίες και κλοπές εις βάρος των φτωχών είναι οι πιο εύκολες για να «πουληθούν» και να δικαιολογηθούν στον δοκιμαζόμενο και ταλαιπωρημένο λαό μας. Είναι πολύ πιο δύσκολο να στηρίξεις ένα κατηγορητήριο που αφορά ζητήματα πίστης, ιερών κανόνων, δογμάτων και ορθόδοξης αλήθειας. Στα οικονομικά, αντίθετα, μπορείς πάντα να κατασκευάσεις σενάρια και να τα παρουσιάσεις όπως σε βολεύει, ειδικά στη σημερινή εποχή της πληροφοριακής σύγχυσης.

Κάποτε, ένας δυστυχής μητροπολίτης, εκ των διωκτών του Επισκόπου Αρτεμίου, ισχυριζόταν με δάκρυα στα μάτια ότι «ο Αρτέμιος χτίζει βίλες σε όλη τη Σερβία με τα χρήματα των θυμάτων του Κοσσυφοπεδίου». Ορισμένοι από αυτούς τους εκκλησιαστικούς αξιωματούχους —οι οποίοι εδώ και δεκαετίες δεν ποιμαίνουν εν Χριστώ, αλλά υπηρετούν εκείνους από τους οποίους έλαβαν τα αξιώματα και τα προνόμιά τους— έχουν ήδη φύγει από τη ζωή για να κριθούν «εν αληθεία». Παραμένει, ωστόσο, ο Επίσκοπος Μπάτσκας, Ειρηναίος (Μπούλοβιτς), γνωστός για την τάση του να μην αφήνει ποτέ ατιμώρητο όποιον τολμήσει να του εναντιωθεί.

Ωστόσο, δεν θα εξίσωνα σε καμία περίπτωση τη δίωξη και την παύση του Επισκόπου Ιουστίνου της Ζίτσης —αν και σαφώς αντικανονική και πιθανώς βασισμένη σε ψεύδη— με τον ανελέητο διωγμό που υπέστη ο Επίσκοπος Αρτέμιος. Σε αντίθεση με τον Αρτέμιο, ο οποίος ήταν ένας μόνιμος «κολυμβητής κόντρα στο ρεύμα», υπερασπιστής της παρακαταθήκης του Κοσσυφοπεδίου και της Ορθόδοξης αλήθειας, ο Επίσκοπος Ιουστίνος δεν είχε να επιδείξει κάποια ιδιαίτερη αντίσταση απέναντι στους εκκλησιαστικούς νεωτερισμούς και τον οικουμενισμό (πέρα από κάποιες δημόσιες εμφανίσεις συμπαράστασης σε φοιτητές και αγρότες κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων). Αντιθέτως, συμμετείχε κανονικά στην αιρετική «Ληστρική» Σύνοδο της Κρήτης το 2016 ως μέλος της σερβικής αντιπροσωπείας, συνυπέγραψε τις αποφάσεις της, συμμετείχε σε συμπροσευχές και επέτρεψε την απομάκρυνση του πνευματικού του πατέρα, Αρτεμίου, το 2010 χωρίς να αντιδράσει.

Παρ' όλα αυτά, ο Επίσκοπος Μπάτσκας δεν ξέχασε ποτέ ότι ο Ιουστίνος προερχόταν από τη Μονή Τσρνα Ρέκα, το «φυτώριο» του μοναχισμού που αναγέννησε ο Επίσκοπος Αρτέμιος. Αυτό φαίνεται πως ήταν καθοριστικό για τη δίωξή του, καθώς ο ισχυρός άνδρας της Μπάτσκας επιθυμεί να εξαφανίσει κάθε αναφορά και ίχνος του Επισκόπου Αρτεμίου στη Σερβική Εκκλησία. Αν είναι έτσι —και πιστεύω πως είναι— τότε ας ετοιμάζονται και τα υπόλοιπα πνευματικά παιδιά του Αρτεμίου, που σήμερα δηλώνουν υποκριτικά ότι «δεν ακούν τον Αρτέμιο, αλλά την Εκκλησία». Ήρθε, φαίνεται, και η δική τους σειρά.

Ερώτηση: Παρά τις καθαιρέσεις και τους αφορισμούς που επιβλήθηκαν στον Επίσκοπο Αρτέμιο και τους μοναχούς του το 2010, πώς τεκμηριώνετε τη θέση σας ότι η εν εξορία Επισκοπή αποτελεί «το πιο αγνό και υγιές κομμάτι της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας»; Υπάρχει ιστορικό προηγούμενο στην Ορθοδοξία όπου ένα πρόσωπο ή μια μικρή ομάδα κατάφερε να διασώσει και να ενισχύσει την πίστη;

Επίσκοπος Ξενοφών: Οι διωγμοί, οι αφορισμοί και τα αναθέματα που επιβάλλουν οι αιρετικοί στους Ορθοδόξους δεν έχουν καμία ισχύ ούτε πνευματικό αποτέλεσμα ενώπιον του Θεού και της Εκκλησίας Του. Αυτό μας διδάσκει η εκκλησιαστική ιστορία, η οποία είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα.

Ας θυμηθούμε μερικούς μόνο αγίους:

  • Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, από τους μεγαλύτερους Πατέρες της Εκκλησίας, εξορίστηκε δύο φορές και καθαιρέθηκε άδικα από τον θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Κατηγορήθηκε με ραδιουργίες για τη δημιουργία σχίσματος, κάτι που ο ίδιος δεν αποδέχθηκε ποτέ, καλώντας μάλιστα τους πιστούς να μην αναγνωρίσουν την καθαίρεσή του.

  • Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο οποίος υπερασπίστηκε τη δογματική αλήθεια για τις δύο θελήσεις και φύσεις του Χριστού, διώχθηκε και εξορίστηκε από τον αυτοκράτορα και τον πατριάρχη, πεθαίνοντας στην εξορία. Αργότερα, η Έκτη Οικουμενική Σύνοδος δικαίωσε πλήρως τη διδασκαλία του και τον ανακήρυξε άγιο.

  • Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο οποίος εξορίστηκε επανειλημμένα επειδή εναντιώθηκε στις αντικανονικές αποφάσεις του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, αλλά και για τον αγώνα του υπέρ των ιερών εικόνων.

  • Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός (Εφέσου), ο οποίος στάθηκε μόνος του ενάντια στην ψευδοένωση με τους Λατίνους στη Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας.

Υπάρχουν αναρίθμητα τέτοια παραδείγματα, φτάνοντας μέχρι τη σύγχρονη εποχή με τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία της Διασποράς (ROCOR), η οποία ανέδειξε αγίους όταν διέκοψε την κοινωνία με το ελεγχόμενο από το σοβιετικό καθεστώς και οικουμενιστικό Πατριαρχείο Μόσχας.

Για να απαντήσω λοιπόν ευθέως: Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει επιβιώσει ιστορικά χάρη σε μεμονωμένα πρόσωπα που διαφύλαξαν την πίστη. Το δικό μας παράδειγμα δεν είναι πρωτοφανές· ακολουθεί απλώς την οδό των Πατέρων και Ομολογητών της πίστης μας.

Αυτή τη στάση και την αυθεντική πίστη αναγνωρίζει και αγκαλιάζει σήμερα πλήθος πιστών στη Σερβία και σε όλο τον κόσμο, συσπειρωμένο κάτω από το λάβαρο που ύψωσε ο μακαριστός Γέροντάς μας, Επίσκοπος Αρτέμιος. Εμείς, ως πνευματικά του παιδιά, αγωνιζόμαστε να συνεχίσουμε την ομολογία αυτής της Αλήθειας και να υπηρετούμε την Εκκλησία με όλες μας τις δυνάμεις.

Ερώτηση: Το 2010, περισσότερο από το ένα τρίτο των μοναχών αποχώρησε από την Επισκοπή Ράσκας και Πρίζρεν. Ποια είναι η δομή της εν εξορία Επισκοπής σήμερα; Πόσα μοναστήρια-κατακόμβες λειτουργούν στη Σερβία και το εξωτερικό, πόσοι είναι οι μοναχοί και οι ιερείς, και πώς λειτουργεί η διοίκηση, δεδομένου ότι πέρα από εσάς, ως διάδοχο του Αρτεμίου, υπάρχουν άλλοι τρεις βοηθοί επίσκοποι;

Επίσκοπος Ξενοφών: Κατά τη διάρκεια του διωγμού του Επισκόπου Αρτεμίου, πολλά μοναστήρια της περιοχής εκκενώθηκαν από μοναχούς που αρνήθηκαν να συμβιβαστούν με τις αντικανονικές αποφάσεις της Συνόδου. Ο ίδιος ο Επίσκοπος, σχολιάζοντας τις ενέργειες των σφετεριστών της εκκλησιαστικής εξουσίας, είχε πει χαρακτηριστικά: «Ρίξατε ατομική βόμβα στην Επισκοπή Ράσκας και Πρίζρεν!»

Ακολουθήσαμε τον επίσκοπό μας χωρίς κανένα προσχέδιο, οδηγούμενοι μόνο από τη συνείδησή μας που δεν μας επέτρεπε να δεχτούμε την αντικανονική του καθαίρεση και την απαγόρευση να είναι ο πνευματικός μας πατέρας.

Ακόμα και μετά την εξορία του στη Μονή Σισάτοβατς, οι αντικανονικές αποφάσεις εις βάρος του συνεχίστηκαν. Τον Σεπτέμβριο του 2010 του απαγόρευσαν να λειτουργεί, επειδή ο πιστός λαός συνέρρεε μαζικά εκεί όπου βρισκόταν. Βλέποντας ότι οι αντικανονικές διώξεις δεν είχαν τέλος, ο Επίσκοπος επέστρεψε στο Κοσσυφοπέδιο και τέλεσε τη γνωστή Θεία Λειτουργία στη Μονή Ντουμπόκι Πότοκ. Ακολούθησαν τα γεγονότα που όλοι γνωρίζουν: για πρώτη φορά στην ιστορία της Σερβίας, με κοινή επιχείρηση της σερβικής και της αλβανικής αστυνομίας, μοναχοί και επίσκοπος εκδιώχθηκαν βίαια από το μοναστήρι. Από εκείνη την ημέρα, ανήμερα της εορτής του Ταξιάρχη Μιχαήλ το 2010, ξεκίνησε ουσιαστικά η εξορία μας.

Το γεγονός ότι σήμερα έχουν αναπτυχθεί τόσες κατακόμβες και μοναστήρια αποτελεί πραγματικό θαύμα Θεού. Η εν εξορία Επισκοπή μας είναι μια πλήρως λειτουργική εκκλησιαστική δομή, με πλούσιο ιεραποστολικό και εκδοτικό έργο. Αριθμούμε πλέον πάνω από 40 κατακόμβες, περίπου 150 μοναχούς και μοναχές, 15 ιερείς και χιλιάδες πιστούς, με τη θυσία και τη βοήθεια των οποίων —και με τις ευλογίες του Αγίου Σάββα— συνεχίζουμε το έργο μας προς δόξαν Θεού.

Τη συζήτηση διηύθυναν οι: Dobrana Komnenić και Jelena Tasić

Πηγή: Εφημερίδα SLOBODA, τεύχος 2273, 10 Ιουλίου 2026, σελ. 12

ΠΗΓΗ:https://www.eparhija-prizren.org

-----------------------------------------------------------------

Επεξηγήσεις ιστολογίου

Τα έγγραφα των WikiLeaks αναφέρονται σε εκατομμύρια απόρρητα, κρατικά, στρατιωτικά και διπλωματικά έγγραφα, καθώς και σε ιδιωτικές επικοινωνίες, τα οποία έχουν διαρρεύσει και δημοσιευτεί στον ιστότοπο WikiLeaks.

--------------------------------------------------------

Η απομάκρυνση του Μητροπολίτη Ιουστίνου της Επισκοπής Ζίτσης (Žiča) από τη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία αποτελεί μία από τις πιο ηχηρές και αμφιλεγόμενες εκκλησιαστικές κρίσεις των τελευταίων ετών, φέρνοντας στο φως ένα έντονο παρασκήνιο όπου η επίσημη εκκλησιαστική εκδοχή συγκρούεται ανοιχτά με σοβαρές καταγγελίες για πολιτική δίωξη.

Από τη μία πλευρά, η επίσημη κατηγορία της Ιεράς Συνόδου της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (SPC) επικεντρώθηκε σε σοβαρές οικονομικές ατασθαλίες. Η Σύνοδος προχώρησε στην καθαίρεση του Μητροπολίτη επικαλούμενη παραβάσεις στη διαχείριση της επισκοπής του, όπως η υπογραφή επιζήμιων συμβάσεων εκατομμυρίων με εταιρείες και ιδιώτες χωρίς την απαιτούμενη έγκριση, η χορήγηση παράνομων δανείων σε ιδιωτικές επιχειρήσεις στη Σερβία, καθώς και άλλες οικονομικές καταχρήσεις που κρίθηκαν ασυμβίβαστες με τους εκκλησιαστικούς κανόνες.

Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, πολλοί θεολόγοι, αναλυτές, αλλά και μερίδα του κλήρου και των πιστών υποστηρίζουν ότι οι οικονομικές κατηγορίες αποτελούν απλώς το πρόσχημα για την πολιτική εξόντωση ενός «μη συνεργάσιμου» ιεράρχη. Στο επίκεντρο αυτής της κριτικής βρίσκεται η ανοχή και η έμμεση υποστήριξη που παρείχε ο Μητροπολίτης Ιουστίνος σε φοιτητές και πολίτες που διαδήλωναν κατά της σερβικής κυβέρνησης, ιδιαίτερα μετά από κοινωνικές τραγωδίες όπως αυτή στο Νόβι Σαντ. Η ένταση κορυφώθηκε όταν επέτρεψε σε ομάδα διαμαρτυρόμενων φοιτητών να διανυκτερεύσουν στην ιστορική Μονή Στουντένιτσα, η οποία υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, μια κίνηση που προκάλεσε την οργή του Πατριαρχείου καθώς έσπασε την επιβεβλημένη γραμμή «εκκλησιαστικής ενότητας» και υπακοής προς το κρατικό καθεστώς. Παράλληλα, εκκλησιαστικοί κύκλοι δείχνουν ως ενορχηστρωτή της δίωξης τον πανίσχυρο Επίσκοπο Μπάτσκας, Ειρηναίο (Μπούλοβιτς) —στενό σύμμαχο της κρατικής εξουσίας— ο οποίος επιδίωκε να εξαλείψει κάθε εστία ανεξαρτησίας στη Σύνοδο, αλλά και να «τιμωρήσει» τον Ιουστίνο για τις πνευματικές του καταβολές, μιας και υπήρξε πνευματικό παιδί του καθαιρεθέντος Επισκόπου Αρτεμίου.

Η ίδια η διαδικασία της καθαίρεσης χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως μια «δικαστική φάρσα» εξπρές. Λίγο πριν από τη Σύνοδο, παραδόθηκε στον Ιουστίνο ένας ογκώδης φάκελος εκατοντάδων σελίδων με τις κατηγορίες, στον οποίο του δόθηκε προθεσμία μόλις δύο εβδομάδων για να απαντήσει, ενώ παράλληλα του απαγορεύτηκε η επικοινωνία με δικηγόρους ή στενούς συνεργάτες. Στην κρίσιμη ψηφοφορία της Ιεράς Συνόδου των Επισκόπων, 27 ιεράρχες ψήφισαν υπέρ της οριστικής απομάκρυνσής του από τον θρόνο της Ζίτσης, ενώ 6 ιεράρχες μειοψήφησαν και τάχθηκαν κατά της καθαίρεσης. Ανάμεσα σε αυτούς που διαφώνησαν βρίσκονται ισχυρά ονόματα της ιεραρχίας, όπως ο Μητροπολίτης Μαυροβουνίου Ιωαννίκιος, ο Θεοδόσιος, ο Γρηγόριος και ο Μαξίμος, γεγονός που αποτυπώνει ανάγλυφα το βαθύ σχίσμα και τη διαιρεμένη εικόνα στους κόλπους της Σερβικής Εκκλησίας.

Τρίτη 14 Ιουλίου 2026

Σχολια σε δημοσίευση για ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ

 

Στο link https://katakomviki-ecclesia.blogspot.com/2026/07/1000_0625701760.html δημοσιεύτηκε ένα μικρό άρθρο με τίτλο:  «Μόνοι τους παραδέχονται οτι είναι ψευδοαποτειχισμένοι. Περαιτέρω, καίτοι ακυρώνουν τα πιστεύω τους, καίτοι δικαιώνουν τους γοχ». Στις δημοσιευμένες στο άρθρο απόψεις του π.Θ.Ζ σημειώνουμε τα εξής:

Α. Από τη μία ο ο. π.Θ.Ζ λέει: «δεν θα κάνουμε δικούς μας επισκόπους», αλλά από την άλλη εύχεται «να βρεθούν Ορθόδοξοι Επίσκοποι που θα αποτειχιστούν» (ΚΡΑΥΓΑΛΕΑ ΑΝΤΙΦΑΣΗ). Αν συνέβαινε το δεύτερο (να αποτειχιστούν εν ενεργεία επίσκοποι), κατά την οπτική των αποτειχισμένων, δεν θα επρόκειτο για «ίδρυση νέας εκκλησίας» (όπως κατηγορούνται οι Γ.Ο.Χ.), αλλά για την «υγιή μερίδα» της ήδη υπάρχουσας ιεραρχίας που αντιδρά. Ωστόσο, στην πράξη, η διοικητική κατάληξη θα ήταν ακριβώς η ίδια: η δημιουργία μιας ξεχωριστής, μη κοινωνούσας συνόδου.

Β. Η περίπτωση του Αρτεμίου (πρώην Ράσκας και Πριζρένης).

Αφού ο π. Θεόδωρος και οι συν αυτώ ήθελαν επίσκοπο, που να ηγηθεί της αποτείχισης, γιατί δεν αναγνώρισαν τον καθαιρεθέντα από το Πατριαρχείο Σερβίας Μητροπολίτη Αρτέμιο, ο οποίος έπραξε ακριβώς αυτό; Ο π. Θεόδωρος και άλλοι θεολόγοι της αποτείχισης υποστηρίζουν ότι ο Αρτέμιος προχώρησε σε «αντικανονικές χειροτονίες» (χειροτόνησε "χωρεπισκόπους" χωρίς την έγκριση συνόδου), δημιουργώντας de facto δική του παράλληλη ιεραρχία (σχίσμα) στη Σερβία. Η πραγματικότητα όμως είναι άλλη. Η άρνηση να «σκύψουν το κεφάλι» στον Αρτέμιο αποδεικνύει το αδιέξοδο της θεωρίας τους. Φοβούμενοι μην χαρακτηριστούν σχισματικοί από την επίσημη Εκκλησία, απομονώνονται και από εκείνους τους επισκόπους οι οποίοι έκαναν το βήμα, που οι ίδιοι ευαγγελίζονται. ΤΕΛΙΚΑ, ΠΟΙΟΙ ΚΑΝΟΥΝ ΤΟ ΣΧΙΣΜΑ; ΟΙ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΜΕΝΟΙ ή οι ΨΕΥΔΟΕΠΙΣΚΟΠΟΙ;

Γ. Πώς μπορεί να υφίσταται «Εκκλησία» χωρίς Επίσκοπο; Στην Ορθόδοξη Εκκλησιολογία  ο Επίσκοπος είναι η κεφαλή της τοπικής Εκκλησίας («όπου εμφανιστεί ο επίσκοπος, εκεί ας είναι και το πλήθος», Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος). Αν οι αποτειχισμένοι ιερείς  δεν έχουν δικό τους επίσκοπο, για να χειροτονεί νέους ιερείς, η κίνησή τους είναι καταδικασμένη να σβήσει βιολογικά με τον θάνατο των σημερινών ιερέων. Συνεπώς, η θέση τους «είμαστε μέσα στην Εκκλησία, αλλά δεν κοινωνούμε με τους επισκόπους της» φαντάζει εκκλησιολογικά μετέωρη.

Δ. Η ΆΠΟΨΗ  για το αν μια απλή διαμαρτυρία μπορεί να συγκινήσει ή να μεταστρέψει μια ιεραρχία που οι αποτειχισμένοι κατηγορούν για «οικουμενισμό, μασονία, σοδομισμό κ.λπ.» αγγίζει τα όρια του ρεαλισμού: Ιστορικά, καμία διοικούσα Εκκλησία δεν υποχώρησε ή δεν άλλαξε γραμμή, επειδή μια μικρή ομάδα ιερέων και λαϊκών σταμάτησε το μνημόσυνο. Αντίθετα, η επίσημη Εκκλησία συνήθως προχωρά σε καθαιρέσεις, περιθωριοποιώντας τους διαμαρτυρόμενους. Η αίρεση πρέπει να διαγνωστεί και να καταδικαστεί επίσημα από Σύνοδο.

Αν, κατά την οπτική των αποτειχισμένων, η ηγεσία της Εκκλησίας έχει εκπέσει τόσο βαθιά στην αίρεση και την ηθική απαξίωση, η ελπίδα ότι «θα μετανοήσουν, λόγω μιας διαμαρτυρίας», μοιάζει ουτοπική.

Η προσπάθεια του π. Θεοδώρου να ισορροπήσει στη μέση ("και αποτειχισμένοι, και χωρίς δικούς μας επισκόπους, και εντός της Εκκλησίας") στερείται πρακτικής βιωσιμότητας και ιστορικού προηγουμένου που να δικαιώνει την αποτελεσματικότητά της.

Ε. Μια αποτείχιση που παραμένει «μετέωρη» (χωρίς επίσκοπο) έχει ημερομηνία λήξης.

Από καθαρά πρακτική και δομική άποψη, η ένταξη στη Σύνοδο του Αρτεμίου (τη λεγόμενη «Διοίκηση εν Εξορία της Μητροπόλεως Ράσκας και Πριζρένης») θα ήταν η μόνη συνεπής διέξοδος για όποιον θέλει να παραμείνει αποτειχισμένος χωρίς να «επανέλθει» στο Πατριαρχείο, για τους εξής λόγους:

  1. Παρέχει επισκόπους για τη χειροτονία νέων ιερέων, εξασφαλίζοντας ότι τα μυστήρια θα συνεχιστούν και στις επόμενες γενιές.
  2. Τόσο οι Έλληνες αποτειχισμένοι όσο και οι Σέρβοι του Αρτεμίου ξεκίνησαν από την ίδια αφετηρία: την απόρριψη του Οικουμενισμού και των αποφάσεων της Συνόδου της Κρήτης (2016).
  3. Δεν θα ήταν πλέον μεμονωμένες «νησίδες» ιερέων, αλλά μέλη μιας οργανωμένης εκκλησιαστικής δομής.

ΣΤ. Από την πλευρά των αποτειχισμένων  η απάντηση είναι ξεκάθαρη: Το σχίσμα το προκαλούν οι αιρετικοί επίσκοποι. Σύμφωνα με τους Αγίους Πατέρες (όπως ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής ή ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης), όποιος κηρύττει αίρεση «γυμνή τη κεφαλή» (δημόσια και επίσημα) θέτει τον εαυτό του εκτός Εκκλησίας, ακόμη κι αν διατηρεί τον θρόνο του. Ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου  ρητά αναφέρει ότι όσοι διακόπτουν το μνημόσυνο επισκόπου που κηρύττει δημόσια αίρεση προ της συνοδικής διαγνώσεως:

«όχι μόνο δεν υποβάλλονται στην κανονική ποινή... αλλά είναι άξιοι της τιμής που ταιριάζει στους Ορθοδόξους, διότι δεν κατέκριναν επίσκοπο, αλλά ψευδοεπίσκοπο και ψευδοδιδάσκαλο, και δεν διέσπασαν την ενότητα της Εκκλησίας με σχίσμα, αλλά πρόλαβαν να λυτρώσουν την Εκκλησία από σχίσματα και διαιρέσεις».

Οι επίσκοποι που αποδέχονται τον Οικουμενισμό, συμπροσεύχονται με αιρετικούς ή υπέγραψαν τις αποφάσεις της Συνόδου της Κρήτης (2016) έχουν εκπέσει της πίστεως. Συνεπώς, αυτοί είναι που έκοψαν τον εαυτό τους από το Σώμα του Χριστού, άσχετα, αν κρατούν τα διοικητικά ηνία και τα κτίρια. Ο πιστός λαός και οι κληρικοί που αποτειχίζονται, απλώς, περιφρουρούν την Ορθοδοξία.

Ζ. Αν προσεγγίσουμε το ζήτημα με όρους απόλυτης θεολογικής και πρακτικής συνέπειας, γίνεται σαφές ότι η μόνη ρεαλιστική και έντιμη διέξοδος για τους αποτειχισμένους είναι η πλήρης ένταξή τους στη Σύνοδο του Αρτεμίου και των διαδόχων του. Κάθε άλλη ενδιάμεση λύση αποτελεί απλώς μια παράταση της εκκλησιολογικής τους εκκρεμότητας. Αυτή η επιλογή της ένταξης, παρά το αναμφίβολα τεράστιο προσωπικό και κοινωνικό κόστος που συνεπάγεται, προσφέρει τρία καθοριστικά πλεονεκτήματα που θεμελιώνουν τη βιωσιμότητα του αγώνα τους.

1. Εκκλησιολογική Πληρότητα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να υπάρξει ως ένα «ακέφαλο» σώμα πιστών και ιερέων, καθώς η παρουσία του Επισκόπου είναι οργανικό και αναπόσπαστο στοιχείο της εκκλησιαστικής  ζωής. Η ένταξη στη συγκεκριμένη Σύνοδο αποκαθιστά πλήρως την απαραίτητη ιεραρχική δομή (Επίσκοπος - Πρεσβύτεροι - Διάκονοι) και εγγυάται τη συνέχεια της Αποστολικής Διαδοχής, μέσω των μελλοντικών χειροτονιών, αποτρέποντας τον πνευματικό μαρασμό και το βιολογικό αδιέξοδο.

2.  Η επιλογή αυτή βάζει τέλος στην εσωτερική αντίφαση που ταλανίζει την ελλαδική αποτείχιση. Αν κάποιος πιστεύει και κηρύττει πραγματικά ότι οι επίσκοποι της κρατούσας Εκκλησίας είναι «ψευδοεπίσκοποι» λόγω της αποδοχής του Οικουμενισμού, τότε οφείλει, με την ίδια ακριβώς λογική, να θεωρεί άκυρες, ανυπόστατες και στερημένες θείας χάριτος τις καθαιρέσεις που αυτοί επιβάλλουν. Η άρνηση κοινωνίας με τον Αρτέμιο, λόγω των «επίσημων» κυρώσεων εναντίον του, αποτελεί κραυγαλέα ασυνέπεια. Η ένταξη στη Σύνοδό του είναι η μόνη στάση που ευθυγραμμίζει απόλυτα τις πράξεις με τα λόγια.

3.  Αντί για μια άμορφη, απομονωμένη και γεωγραφικά διεσπαρμένη ομάδα ιερέων που μοιραία θα διολισθήσει στην ιδιώτευση, στην απογοήτευση ή, τελικά, στη σιωπηρή συνθηκολόγηση και την επιστροφή, η ένταξη δημιουργεί μια σαφή, συμπαγή και συγκροτημένη εκκλησιαστική δομή. Αυτή η δομή μπορεί να αντέξει στην πίεση του χρόνου, να οργανώσει ενορίες, να κατηχήσει πιστούς και να κληροδοτήσει την αντι-οικουμενιστική μαρτυρία στις επόμενες γενιές.

Η θεωρία της «μέσης οδού» έχει εξαντλήσει τα όριά της. Για όποιον αρνείται τη συμβιβαστική επιστροφή, η συμπόρευση με μια υφιστάμενη, αντι-οικουμενιστική ιεραρχία, όπως αυτή του Αρτεμίου, δεν είναι, απλώς, μια επιλογή, αλλά η μοναδική οδός που διασώζει τη δογματική και εκκλησιολογική συνέπεια στην πράξη.

π.Δ.Α

 


Ποιες Σύνοδοι δεν αναγράφονται στο ΠΗΔΑΛΙΟ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ και γιατί;


Η ΜΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΗΣ Η΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ (879-880) ΣΤΟ ΠΗΔΑΛΙΟ

Η μη αναφορά της Η΄ Οικουμενικής Συνόδου (της Συνόδου του 879–880 επί Μεγάλου Φωτίου) στο «Πηδάλιο» του Οσίου Νικοδήμου αποτελεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ιστορικό και κανονικό ζήτημα, καθώς η παράλειψη αυτή δεν οφείλεται σε άγνοια ή υποτίμηση της Συνόδου από τον Άγιο Νικόδημο —ο οποίος έτρεφε απεριόριστο σεβασμό στον Μέγα Φώτιο— αλλά σε συγκεκριμένους ιστορικούς, εκδοτικούς και τακτικούς λόγους της εποχής του στα τέλη του 18ου αιώνα.

1. Η ΕΠΙΣΗΜΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΑΡΙΘΜΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, στην Ορθόδοξη Ανατολή είχε παγιωθεί η αναφορά σε Επτά Οικουμενικές Συνόδους (με τελευταία τη Ζ΄ εν Νικαία το 787) και, παρόλο που η Σύνοδος του 879–880 είχε όλα τα χαρακτηριστικά και το κύρος μιας Οικουμενικής Συνόδου (συμμετείχαν εκπρόσωποι όλων των Πατριαρχείων και του Πάπα Ιωάννη Η΄, ενώ παράλληλα επικύρωσε τη Ζ΄ Οικουμενική), η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είχε προχωρήσει τότε σε μια επίσημη, πανηγυρική ανακήρυξή της ως «Ογδόης» σε κάποια μεταγενέστερη γενική σύνοδο, με αποτέλεσμα ο Άγιος Νικόδημος, ακολουθώντας την παραδοσιακή δομή των βυζαντινών Νομοκανόνων στους οποίους βασίστηκε, να διατηρήσει την κλασική αρίθμηση των Επτά Οικουμενικών Συνόδων προκειμένου να μην προκαλέσει σύγχυση ή κατηγορίες για καινοτομία.

2. Ο ΦΟΒΟΣ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗΣ ΚΑΙ Η ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ

Η εκτύπωση του «Πηδαλίου» έγινε στη Λειψία της Γερμανίας το 1800, σε μια εποχή που η Ορθόδοξη Εκκλησία βρισκόταν κάτω από τον οθωμανικό ζυγό και δεν διέθετε δικά της ελεύθερα τυπογραφεία για τόσο ογκώδη έργα, γεγονός που σήμαινε ότι η ρητή ανακήρυξη και ανάλυση μιας «Ορθόδοξης Ογδόης Οικουμενικής Συνόδου» —η οποία καταδίκασε το Filioque και ακύρωσε τις αποφάσεις της αντι-Φωτιανής συνόδου του 869–870 (την οποία η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αναγνωρίζει ως δική της Όγδοη)— μέσα σε ένα βιβλίο που τυπωνόταν στην καρδιά της Ευρώπης, θα προκαλούσε θύελλα αντιδράσεων από τη Ρωμαϊκή Κουρία και τις δυτικές αρχές, θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο την έκδοση με κατάσχεση, απαγόρευση κυκλοφορίας ή ακόμα και άρνηση εκτύπωσης.

3. Η ΕΜΜΕΣΗ ΤΑΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ

Ο Άγιος Νικόδημος επέλεξε μια πιο έμμεση αλλά ουσιαστική οδό, καθώς αντί να προκαλέσει με την αρίθμηση «Η΄ Οικουμενική» (κάτι που θα έδινε λαβή στους εχθρούς της Εκκλησίας να μπλοκάρουν το έργο), περιέλαβε κανονικά και ερμήνευσε τους 3 Ιερούς Κανόνες της Συνόδου αυτής (της «εν τω ναώ της Αγίας Σοφίας» συνελθούσης) και της απέδωσε οικουμενικό κύρος με πλάγιο τρόπο, εξαίροντας στις ερμηνείες του το κύρος της και αναφερόμενος στον Μέγα Φώτιο με τους πλέον εγκωμιαστικούς τίτλους, αναγνωρίζοντας έμμεσα ότι οι αποφάσεις της έχουν ισχύ Οικουμενικής Συνόδου, αφού έγιναν δεκτές από ολόκληρη την Εκκλησία σε Ανατολή και Δύση.

4. ΣΥΝΟΨΗ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΟΥ 879-880

Η μη αναφορά της Συνόδου του 879-880 ως «Ογδόης Οικουμενικής» στο Πηδάλιο ήταν μια αναγκαστική ιστορική και εκδοτική παραχώρηση (οικονομία) της εποχής, προκειμένου να κατορθώσει το μνημειώδες αυτό έργο να τυπωθεί στη Δύση και να φτάσει ασφαλές στα χέρια των υπόδουλων Ορθοδόξων, χωρίς ωστόσο να μειώνεται στο ελάχιστο η δογματική και κανονική αξία των αποφάσεων του Μεγάλου Φωτίου.

ΠΟΙΕΣ ΑΛΛΕΣ ΣΥΝΟΔΟΙ ΔΕΝ ΑΝΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ

Για να κατανοήσουμε γιατί λείπουν πολλές σημαντικές Σύνοδοι (όπως π.χ. οι Ησυχαστικές/Παλαμικές Σύνοδοι του 14ου αιώνα ή άλλες τοπικές), πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι το Πηδάλιο δεν είναι ιστορικό βιβλίο ούτε συλλογή θεολογικών αποφάσεων, αλλά το «Νομοκανονικό» βιβλίο της Εκκλησίας, με αποτέλεσμα η επιλογή των περιεχομένων του να γίνει με αυστηρά κριτήρια που αφορούν τη διάκριση μεταξύ «Κανόνων» (που ορίζουν τη διοίκηση και την τάξη) και «Δογμάτων» (που ορίζουν την πίστη), καθώς οι δογματικές αποφάσεις (όπως της Συνόδου του 1341 και 1351 επί Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά για το Άκτιστο Φως) δεν παρήγαγαν κανονικό δίκαιο και συνεπώς δεν είχαν θέση σε έναν πρακτικό οδηγό.

Ο ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΣ ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ Η ΣΥΜΠΥΚΝΩΣΗ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ

Ο Άγιος Νικόδημος συνέταξε το Πηδάλιο ως ένα χρηστικό εγχειρίδιο πρακτικής χρήσης για τους πνευματικούς και τους κληρικούς, αποφεύγοντας να το μετατρέψει σε μια τεράστια και δυσνόητη ιστορική εγκυκλοπαίδεια, βασιζόμενος στην αρχή ότι η κανονική παράδοση της Εκκλησίας έχει αποκρυσταλλωθεί με τους Κανόνες των Οικουμενικών και των σημαντικών Τοπικών Συνόδων της πρώτης χιλιετίας, ενώ οι μεταγενέστερες σύνοδοι απλώς επαναλάμβαναν ή εφάρμοζαν τους ήδη υπάρχοντες κανόνες, επιλέγοντας έτσι τους «κλασικούς» κανόνες που καλύπτουν το 99% των καθημερινών περιπτώσεων.

ΓΙΑΤΙ ΠΕΡΙΕΛΗΦΘΗΣΑΝ ΜΟΝΟ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΕΣ ΤΟΠΙΚΕΣ ΣΥΝΟΔΟΙ

Ο λόγος που συμπεριλήφθηκαν τοπικές σύνοδοι όπως της Καρχηδόνας ή της Γάγγρας είναι επειδή αυτές παρήγαγαν πολύ συγκεκριμένους και πρακτικούς κανόνες (π.χ. για τον γάμο, τους μοναχούς, τις νηστείες) που έλειπαν από τα υπόλοιπα κείμενα, πράγμα που σημαίνει ότι οι Σύνοδοι που λείπουν δεν παραλείφθηκαν επειδή είναι λιγότερο σημαντικές, αλλά επειδή ήταν καθαρά δογματικές, δεν παρήγαγαν νέους κανόνες καθημερινής ζωής και έπρεπε να διατηρηθεί ο χρηστικός χαρακτήρας του βιβλίου ως «Ποινικού Κώδικα» της Εκκλησίας που ρυθμίζει τη ζωή και όχι ως ιστορικού αρχείου θεολογικών συζητήσεων.

π.Δ.Α


Η ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ


Η ορθοδοξία του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη (1749–1809), μιας από τις σπουδαιότερες μορφές του αναγεννητικού κινήματος των Κολλυβάδων, αμφισβητήθηκε έντονα κατά την εποχή του, αλλά και μεταγενέστερα. Οι κατηγορίες εναντίον του προήλθαν κυρίως από δύο πλευρές: από τους αντικολλυβάδες (τους αντιπάλους του κινήματος των Κολλυβάδων στο Άγιον Όρος) και από εκκλησιαστικούς κύκλους που τον κατηγόρησαν για δυτική/καθολική επίδραση λόγω των βιβλίων που μετέφρασε και προσάρμοσε.

Η πρώτη και πιο άμεση αμφισβήτηση προήλθε από τους μοναχούς του Αγίου Όρους που αντιτάχθηκαν στο κίνημα. Εκπρόσωποι αυτής της πλευράς, όπως ο Θεοδώρητος ο εξ Ιωαννίνων (πρώην Προηγούμενος της Μονής Εσφιγμένου), υποστήριζαν την τέλεση των μνημοσύνων την Κυριακή αντί του Σαββάτου. Κατηγόρησαν τον Άγιο Νικόδημο, τον Άγιο Μακάριο Νοταρά και τον Χριστόφορο Παπουλάκο ως «καινοτόμους», «σχισματικούς» και «αιρετικούς» επειδή επέμεναν στην αυστηρή τήρηση της παράδοσης (τέλεση μνημοσύνων μόνο το Σάββατο) και στη συχνή Θεία Μετάληψη. Μάλιστα, το βιβλίο του Αγίου Νικοδήμου «Περί της συνεχούς Μεταλήψεως» προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, με τους αντιπάλους του να τον κατηγορούν ότι υποτιμά το μυστήριο της εξομολόγησης.

Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΓΙΑ «ΛΑΤΙΝΟΦΡΟΝΙΣΜΟ» ΚΑΙ ΔΥΤΙΚΗ ΕΠΙΔΡΑΣΗ

Αυτή ήταν ίσως η πιο σοβαρή θεολογική κατηγορία που εκτοξεύθηκε εναντίον του, καθώς ο Άγιος Νικόδημος χρησιμοποίησε ως βάση για κάποια από τα πιο δημοφιλή έργα του δυτικά πνευματικά συγγράμματα. Τα επίμαχα έργα ήταν ο «Αόρατος Πόλεμος» (βασισμένος στο έργο Combattimento spirituale του Καθολικού ιερέα Lorenzo Scupoli) και τα «Πνευματικά Γυμνάσματα» (βασισμένο στο ομώνυμο έργο του ιδρυτή των Ιησουιτών, Ιγνατίου Λογιόλα).

Οι επικριτές του τον κατηγόρησαν ότι εισήγαγε «δυτική, παπική πνευματικότητα» στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Θεώρησαν ότι η μέθοδος της «φαντασίας» και του διαλογισμού που περιγραφόταν στα Πνευματικά Γυμνάσματα ήταν ξένη προς την ησυχαστική παράδοση της Ορθοδοξίας, η οποία απορρίπτει ρητά τη χρήση της φαντασίας στην προσευχή. Λόγω αυτών των καταγγελιών, ο Άγιος Νικόδημος αντιμετώπισε διώξεις. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, κάτω από την πίεση των αντιπάλων του, εξέτασε τα έργα του και μάλιστα το 1807 ο Άγιος Νικόδημος αναγκάστηκε να γράψει απολογητικά κείμενα και να προχωρήσει σε διορθώσεις για να αποδείξει την ορθόδοξη πίστη του.

Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ «ΠΗΔΑΛΙΟΥ» ΚΑΙ Ο ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΣ

Μια άλλη μεγάλη εστία αμφισβήτησης αφορούσε το «Πηδάλιον» (τη συλλογή των Ιερών Κανόνων της Ορθόδοξης Εκκλησίας), το οποίο συνέταξε ο Άγιος Νικόδημος μαζί με τον μοναχό Αγάπιο. Το χειρόγραφο στάλθηκε στη Λειψία για εκτύπωση, με υπεύθυνο έκδοσης τον μοναχό Θεοδώρητο. Ο Θεοδώρητος, όμως, προχώρησε σε αυθαίρετες αλλαγές και παραποιήσεις, προσθέτοντας δικές του σημειώσεις που εξέφραζαν ακραίες θέσεις, όπως η πλήρης απόρριψη του βαπτίσματος των Καθολικών, σε βαθμό που ερχόταν σε αντίθεση με την επίσημη γραμμή της Εκκλησίας.

Όταν το βιβλίο κυκλοφόρησε παραποιημένο, ο Άγιος Νικόδημος κατηγορήθηκε τόσο από την πλευρά του Πατριαρχείου (για τις ακραίες θέσεις που εμφανίζονταν με το όνομά του) όσο και από τον ίδιο τον Θεοδώρητο, ο οποίος τον κατηγόρησε για «καινοτομίες» όταν ο Άγιος προσπάθησε να αποκαταστήσει το αυθεντικό κείμενο. Παρά τις συκοφαντίες, τις διώξεις και τις προσωρινές καταδίκες που υπέστη όσο ζούσε, η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνώρισε πλήρως το έργο του. Η επίσημη αγιοκατάταξή του έγινε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο το 1955, σφραγίζοντας οριστικά την ορθοδοξία της διδασκαλίας του και αναδεικνύοντάς τον σε έναν από τους μεγαλύτερους Πατέρες της νεότερης Εκκλησίας.

Θεολογία ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση: Η Μέθοδος της «Μεταφοράς» και του «Μπολιάσματος» ιδεών

Η προσαρμογή των δυτικών πνευματικών συγγραμμάτων από τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη αποτελεί ένα μοναδικό κεφάλαιο στη θεολογική γραμματεία. Ο Άγιος Νικόδημος δεν έκανε μια απλή μετάφραση, αλλά μια βαθιά θεολογική «μετακένωση» (φιλτράρισμα), καθαρίζοντας τα κείμενα από τις σχολαστικές και νομικίστικες επιδράσεις της Δύσης και μπολιάζοντάς τα με την ησυχαστική και πατερική παράδοση της Ανατολής. Αυτή η διαδικασία ονομάστηκε από μεταγενέστερους θεολόγους ως «εκκλησιαστικός εγκεντρισμός» ή «εκπατρισμός» των κειμένων, τον οποίο πέτυχε μέσα από πολύ συγκεκριμένους άξονες μετασχηματισμού.

Πρώτον, προχώρησε στην αντικατάσταση της «Φαντασίας» με τη «Νήψη». Στη δυτική πνευματικότητα (ειδικά στα Πνευματικά Γυμνάσματα του Ιγνατίου Λογιόλα), η φαντασία χρησιμοποιείται ως βασικό εργαλείο προσευχής, όπου ο πιστός καλείται να αναπαραστήσει νοητά και με λεπτομέρειες σκηνές από τη ζωή του Χριστού, την Κόλαση ή τον Παράδεισο, διεγείροντας τις αισθήσεις του. Στην ορθόδοξη ησυχαστική παράδοση (όπως εκφράζεται στη Φιλοκαλία), η φαντασία θεωρείται η κύρια «γέφυρα» μέσω της οποίας εισέρχονται οι πειρασμοί και οι πλάνες στον νου. Έτσι, ο Άγιος Νικόδημος αφαίρεσε όλες τις οδηγίες που προέτρεπαν σε πλασματικές νοερές απεικονίσεις. Στη θέση τους, εισήγαγε τη νήψη (πνευματική εγρήγορση), την καθαρά προσευχή (χωρίς σχήματα και εικόνες) και τη μονολόγιστη ευχή («Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με»).

ΑΠΟ ΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΔΙΚΑΙΩΣΗ ΣΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΤΗ ΜΥΣΤΗΡΙΑΚΗ ΖΩΗ

Δεύτερον, ο Άγιος Νικόδημος μετατόπισε τον άξονα από τη νομική δικαίωση στη θεραπεία της ψυχής. Η ρωμαιοκαθολική θεολογία της εποχής έβλεπε τη σωτηρία με έναν αρκετά νομικό τρόπο (ικανοποίηση της θείας δικαιοσύνης, ενοχή, ποινές). Ο Άγιος Νικόδημος μετέφερε το κέντρο βάρους από το δικαστικό/νομικό επίπεδο στο θεραπευτικό. Παρουσίασε τον Χριστό όχι ως έναν οργισμένο κριτή που πρέπει να εξευμενιστεί, αλλά ως τον «Ιατρό των ψυχών». Η πνευματική ζωή στα βιβλία του δεν περιγράφεται ως μια προσπάθεια συλλογής «αξιομισθιών» (όπως ίσχυε στη Δύση), αλλά ως μια πορεία κάθαρσης της καρδιάς από τα πάθη, φωτισμού του νου και, τελικά, θέωσης.

Τρίτον, προχώρησε στην εισαγωγή των Πατερικών Χωρίων και της Φιλοκαλίας. Για να θεμελιώσει τα κείμενα αυτά στην Ορθοδοξία, προχώρησε σε εκτενέστατο σχολιασμό. Εμπλούτισε τα κείμενα με εκατοντάδες υποσημειώσεις, παραπομπές και αναφορές στην Αγία Γραφή και, κυρίως, στους Ανατολικούς Πατέρες της Εκκλησίας (όπως ο Μέγας Βασίλειος, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς). Με αυτόν τον τρόπο, ακόμη και αν η δομή ή η θεματολογία ενός κεφαλαίου παρέμενε δυτική, η ερμηνεία και το πνεύμα του γίνονταν απολύτως πατερικά και ορθόδοξα.

Τέταρτον, οδήγησε τον αναγνώστη από τον «Ατομικισμό» στην Εκκλησιολογία και τα Μυστήρια. Τα δυτικά εγχειρίδια πνευματικής ζωής είχαν συχνά έναν έντονα ατομοκεντρικό χαρακτήρα, εστιάζοντας στην προσωπική σχέση του πιστού με τον Θεό σε σχετική απομόνωση από τη λειτουργική ζωή. Ο Άγιος Νικόδημος συνέδεσε άρρηκτα την εσωτερική πνευματική μάχη με τη Μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Τόνισε ότι ο «αόρατος πόλεμος» δεν κερδίζεται με ατομικές τεχνικές, αλλά μέσα από τη συχνή συμμετοχή στα μυστήρια της Εξομολόγησης και της Θείας Ευχαριστίας.

ΤΟ ΚΙΝΗΤΡΟ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΓΧΕΙΡΗΜΑΤΟΣ

Ο Άγιος Νικόδημος επέλεξε συνειδητά αυτή τη μέθοδο διότι έβλεπε ότι κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας υπήρχε τεράστια έλλειψη εύληπτων, πρακτικών πνευματικών οδηγών για τους ορθόδοξους λαϊκούς που ζούσαν στον κόσμο. Τα κλασικά ασκητικά κείμενα (όπως για παράδειγμα η Κλίμαξ του Αγίου Ιωάννη) ήταν γραμμένα πρωτίστως για μοναχούς και σε ιδιαίτερα δύσκολη γλώσσα για το ευρύ κοινό της εποχής.

Βρίσκοντας στα δυτικά βιβλία μια εξαιρετική, μεθοδική και πρακτική δομή, επέλεξε να «αιχμαλωτίσει» τη μεθοδολογία τους, να την καθαρίσει από τις δογματικές πλάνες και να την προσφέρει στον δοκιμαζόμενο ορθόδοξο λαό ως ένα ισχυρό πνευματικό όπλο. Όπως έγραφε χαρακτηριστικά ο ίδιος, έκανε ό,τι έκαναν οι αρχαίοι Ισραηλίτες, οι οποίοι έπαιρναν τα χρυσά σκεύη των Αιγυπτίων, τα καθάριζαν από τις ξένες προσμίξεις και τα χρησιμοποιούσαν για τη λατρεία του αληθινού Θεού.