Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

-Αποτίμηση της Συνόδου της Κρήτης από την Εκκλησία της Ελλάδος (Φθινόπωρο 2016):





Η  έκτακτη σύγκληση της Ιεραρχίας τον Νοέμβριο του 2016 χαρακτηρίστηκε από έντονο παρασκήνιο, διπλωματικούς ελιγμούς και πιέσεις από το Φανάρι, με αποτέλεσμα την έκδοση ενός ανακριβούς ανακοινωθέντος που παρουσίαζε μια ιδανική εικόνα «σύμπνοιας», ενώ στην πραγματικότητα δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ ψηφοφορία για την έγκριση των αποφάσεων της Κρήτης.

Τα γεγονότα:

  1.  Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος απείλησε ρητά με διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας (ακοινωνησία) τους Μητροπολίτες Πειραιώς Σεραφείμ και Καλαβρύτων Αμβρόσιο εάν δεν σταματούσαν να επικρίνουν τη Σύνοδο.
  2. Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος επέβαλε χαμηλούς τόνους και πλήρη μυστικότητα για τις έντονες διαφωνίες εντός της Ιεραρχίας, θεωρώντας ότι οι αποφάσεις της Κρήτης είναι πλέον μη ανατρέψιμες.
  3. Οι Μητροπολίτες Κυθήρων και Καλαβρύτων αποκάλυψαν ότι η Ιεραρχία δεν ψήφισε ποτέ για την έγκριση των αποφάσεων, αλλά το θέμα παραπέμφθηκε στη Δ.Ι.Σ. και ουσιαστικά στις «ελληνικές καλένδες».
  4. Την ίδια περίοδο, η Μόσχα πέτυχε μια πανορθόδοξη «επίδειξη ενότητας» στα γενέθλια του Πατριάρχη Κυρίλλου, με τον ίδιο να υπεραμύνεται της αποχής του από την Κρήτη λόγω έλλειψης καθολικής συναίνεσης.

ΑΝΑΛΥΤΙΚΟΤΕΡΑ

Οι απειλές του Πατριάρχη Βαρθολομαίου διατυπώθηκαν με ιδιαίτερα αυστηρό ύφος σε επίσημη επιστολή που απέστειλε στις 18 Νοεμβρίου 2016 προς τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμο, λίγο πριν από την έκτακτη σύγκληση της Ιεραρχίας για την αποτίμηση της Συνόδου της Κρήτης.

Η επιχειρηματολογία και οι κυρώσεις με τις οποίες απείλησε ο Πατριάρχης συνοψίζονται στα εξής:

  • Η απειλή της ακοινωνησίας (διακοπή κοινωνίας): Η πλέον σοβαρή απειλή του Πατριάρχη ήταν η διακοπή της εκκλησιαστικής και μυστηριακής κοινωνίας με όσους επέμεναν να αμφισβητούν τις αποφάσεις της Κρήτης. Στην επιστολή του ξεκαθάρισε ρητά πως: «Εάν δεν ανανήψωσιν και δεν έλθουν εις εαυτούς το Οικουμενικόν Πατριαρχείον θέλει αντιμετωπίσει το δημιουργούμενον πρόβλημα δια της διακοπής της εκκλησιαστικής και μυστηριακής κοινωνίας μετ’ αυτών».
  • Στοχοποίηση συγκεκριμένων προσώπων: Ο Πατριάρχης κατηγόρησε ονομαστικά τους Μητροπολίτες Καλαβρύτων Αμβρόσιο και Πειραιώς Σεραφείμ, καθώς και τον Πρωτοπρεσβύτερο Θεόδωρο Ζήση. Τους απέδωσε την κατηγορία ότι ενισχύουν μια ομάδα που καλεί τον πιστό λαό και άλλους Προκαθημένους σε «ανταρσίαν και αμφισβήτησιν» των συνοδικών αποφάσεων.
  • Απαίτηση για πειθαρχικά μέτρα: Κάλεσε τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο να παρέμβει άμεσα, να λάβει «τα προσήκοντα μέτρα» και να προβεί στις απαραίτητες συστάσεις προς τους διαφωνούντες, ώστε να παύσουν να ενεργούν «αντιεκκλησιαστικώς και αντικανονικώς». Η απαίτηση αυτή συνοδευόταν από την προειδοποίηση επιβολής των προβλεπόμενων από τους ιερούς κανόνες κυρώσεων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.
  • Εκκλησιολογική θεμελίωση των απειλών: Προκειμένου να δικαιολογήσει το δικαίωμά του να απειλεί με τέτοιες κυρώσεις, ο Βαρθολομαίος αυτοανακηρύχθηκε στην επιστολή ως «φύλαξ του Δόγματος και της κανονικής εν τη κατά Ανατολάς Εκκλησία τάξεως». Αυτή η αναφορά προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, καθώς χαρακτηρίστηκε από επικριτές ως ξένη προς την ορθόδοξη παράδοση και εγγύτερη προς τις μοναρχικές/παπικές αντιλήψεις περί αυθεντικής ερμηνείας και παγκόσμιας δικαιοδοσίας.

Αποδέχτηκε η Εκκλησία της Ελλάδος την Σύνοδο της Κρήτης;

Η απάντηση στο ερώτημα αν η Εκκλησία της Ελλάδος αποδέχθηκε τελικά τη Σύνοδο της Κρήτης είναι διπλή, καθώς υπάρχει χάσμα ανάμεσα στην επίσημη/τεχνική εικόνα και στην πραγματική συνοδική διαδικασία που ακολουθήθηκε:

1. Η επίσημη θέση (Στα χαρτιά)

Στο επίσημο Δελτίο Τύπου της έκτακτης Ιεραρχίας (24 Νοεμβρίου 2016), η οποία συγκλήθηκε ειδικά για την αποτίμηση της Συνόδου της Κρήτης, αναφέρθηκε ότι η Ιεραρχία ενέκρινε τις προτάσεις της εισηγήσεως του Μητροπολίτη Σερρών Θεολόγου. Η εισήγηση αυτή πρότεινε να ανατεθεί στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο (Δ.Ι.Σ.) η σε βάθος μελέτη των κειμένων της Κρήτης (των θετικών και των επιφυλακτικών) και η έκδοση μιας εγκυκλίου προς ενημέρωση του λαού.

2. Η πραγματικότητα (Στην πράξη)

Στην πραγματικότητα, δεν διεξήχθη ποτέ καμία ψηφοφορία (ούτε γραπτή, ούτε προφορική, ούτε δια βοής ή ανατάσεως χειρών) στην Ιεραρχία για την επίσημη έγκριση των αποφάσεων της Κρήτης.

Όπως αποκάλυψαν οι Μητροπολίτες Κυθήρων Σεραφείμ και Καλαβρύτων Αμβρόσιος, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος έκλεισε τη συζήτηση δηλώνοντας ρητά: «δεν παίρνουμε καμία απόφαση».  Η παραπομπή του θέματος στη Δ.Ι.Σ. για τη σύνταξη μιας μελλοντικής εγκυκλίου λειτούργησε ως διπλωματικός ελιγμός που μετέφερε το ζήτημα στις «ελληνικές καλένδες», καθώς η εγκύκλιος και η επίσημη ενημέρωση του λαού ουσιαστικά πάγωσαν.

3. Οι λόγοι αυτής της στάσης

Η Εκκλησία της Ελλάδος απέφυγε μια ξεκάθαρη απόφαση λόγω δύο μεγάλων πιέσεων:

  • Οι απειλές του Φαναρίου: Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος είχε στείλει επιστολή (18 Νοεμβρίου 2016) απειλώντας ρητά με διακοπή της μυστηριακής κοινωνίας (ακοινωνησία) με Μητροπολίτες της Ελλάδος (όπως τον Πειραιώς Σεραφείμ και τον Καλαβρύτων Αμβρόσιο) εάν συνέχιζαν την κριτική κατά της Συνόδου.
  • Η αποφυγή εσωτερικού σχίσματος: Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, με βάση τη στρατηγική «Ό γέγονε, γέγονε», προσπάθησε να κρατήσει χαμηλούς τόνους. Ήθελε να αποφύγει μια δημόσια ρήξη με το Φανάρι, αλλά και τη διάσπαση της ίδιας της Ιεραρχίας της Ελλάδος. Πολλοί διαφωνούντες Μητροπολίτες επέλεξαν τη σιωπή ή την αποχή από τη συνεδρίαση για να μη διευκολύνουν τη ρήξη.

Συνεπώς, η Εκκλησία της Ελλάδος δεν απέρριψε τη Σύνοδο για να αποφύγει τη ρήξη με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά δεν την επικύρωσε ποτέ με επίσημη συνοδική ψηφοφορία, επιλέγοντας αντ' αυτού μια οδό «δημιουργικής ασάφειας» και σιωπής δηλαδη της ΕΜΜΕΣΗΣ ΑΠΟΔΟΧΗΣ.

Το κείμενο «Προς τον Λαό».

Το κείμενο «Προς τον Λαό», αποτελεί την επίσημη ενημερωτική εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος σχετικά με τις αποφάσεις της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης (2016).

Το έγγραφο αυτό είναι δομημένο με απόλυτη σαφήνεια σε 10 κεντρικές θέσεις, οι οποίες αναλύουν τα θεολογικά, εκκλησιολογικά και κοινωνικά συμπεράσματα της Συνόδου:

1. Η Μυστηριακή Ενότητα και η Συνοδικότητα

Η πρώτη θέση υπογραμμίζει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία εκφράζει την ενότητα και την καθολικότητά Της μέσω των Ιερών Μυστηρίων. Η συνοδικότητα παρουσιάζεται ως ο απαραίτητος θεσμός που υπηρετεί αυτή την ενότητα, διαπνέοντας την οργάνωση της Εκκλησίας, τον τρόπο λήψης των αποφάσεων και καθορίζοντας την ιστορική της πορεία.

2. Η Αναγνώριση Συνόδων «Καθολικού Κύρους»

Για πρώτη φορά σε επίσημο συνοδικό κείμενο αυτού του επιπέδου, αναγνωρίζονται ως Σύνοδοι «καθολικού κύρους» (δηλαδή με κύρος Οικουμενικών) οι εξής ιστορικές Μεγάλες Σύνοδοι:

  • Η Μεγάλη Σύνοδος επί Μεγάλου Φωτίου (879-880).
  • Οι επί Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά Μεγάλες Σύνοδοι (1341, 1351, 1368).
  • Οι εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλες Σύνοδοι για την αποκήρυξη της ενωτικής Συνόδου της Φλωρεντίας, των προτεσταντικών δοξασιών (1638, 1642, 1672, 1691) και του εθνοφυλετισμού ως εκκλησιολογικής αίρεσης (1872).

3. Η Φύση της Αυτοκεφαλίας

Διευκρινίζεται με δογματική αυστηρότητα ότι οι Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες δεν αποτελούν μια χαλαρή «συνομοσπονδία» ανεξάρτητων Εκκλησιών. Αντίθετα, συναποτελούν και εκφράζουν οργανικά τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

4. Η Ρύθμιση της Ορθόδοξης Διασποράς

Για την αντιμετώπιση των ποιμαντικών προβλημάτων στις χώρες της Διασποράς, αποφασίστηκε η συνέχιση της λειτουργίας των Επισκοπικών Συνελεύσεων. Το σχήμα αυτό κρίθηκε απαραίτητο για τη διασφάλιση της συνοδικότητας, ως προσωρινό στάδιο μέχρι να καταστεί δυνατή η εφαρμογή της πλήρους κανονικής ακρίβειας.

5. Η Ιερότητα της Οικογένειας και του Γάμου

Η οικογένεια ορίζεται ως ο πολύτιμος καρπός της μυστηριακής ενώσεως ανδρός και γυναικός («εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν»). Η εγκύκλιος τονίζει ότι η μυστηριακή αυτή ένωση αποτελεί τη μόνη εγγύηση για τη γέννηση και την ορθή ανατροφή των τέκνων.

6. Το Ασκητικό Ήθος και η Εγκράτεια

Η Ιερά Σύνοδος προβάλλει την αξία της εγκράτειας και της χριστιανικής ασκήσεως. Ξεκαθαρίζεται ότι η άσκηση δεν αποκόπτει τον άνθρωπο από την κοινωνική ζωή, αλλά τον συνδέει με τη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, ενώ τονίζεται ότι το ασκητικό ήθος δεν αφορά μόνο τους μοναχούς, αλλά είναι χαρακτηριστικό κάθε χριστιανού.

7. Καταδίκη των Διωγμών και Ανθρωπιστική Αλληλεγγύη

Εκφράζεται η έντονη αγωνία της Εκκλησίας για τις σύγχρονες γεωπολιτικές κρίσεις. Καταδικάζονται απερίφραστα οι διωγμοί, οι δολοφονίες θρησκευτικών κοινοτήτων, ο βίαιος προσηλυτισμός, η εμπορία προσφύγων και τα βασανιστήρια, με ιδιαίτερη αναφορά στην τραγική κατάσταση των Χριστιανών στη Μέση Ανατολή.

8. Η Ιεραποστολή ως Πρωταρχικό Έργο

Η Ιεραποστολή ορίζεται ως το βασικότερο έργο της Εκκλησίας. Περιγράφεται ως ο διαρκής αγώνας για τη μαρτυρία της πίστεως και το κήρυγμα του Ευαγγελίου, τόσο προς τους πιστούς που ζουν στις εκκοσμικευμένες κοινωνίες όσο και προς εκείνους που δεν έχουν γνωρίσει ακόμα τον Χριστό.

9. Ο Θεολογικός Διάλογος χωρίς Δογματικούς Συμβιβασμούς

Ο διάλογος με τους ετεροδόξους (άλλες χριστιανικές ομολογίες – αιρέσεις) διεξάγεται με σκοπό τη μαρτυρία της αλήθειας και καθιστά γνωστή τη γνησιότητα της Ορθόδοξης Παράδοσης και της πατερικής διδασκαλίας. Δηλώνεται κατηγορηματικά ότι οι διάλογοι αυτοί δεν σημαίνουν και δεν θα σημάνουν ποτέ οποιονδήποτε συμβιβασμό σε ζητήματα πίστεως.

10. Η Μοναδικότητα της Εκκλησίας και η Καταδίκη των Σχισμάτων

Η εγκύκλιος διακηρύσσει ότι η Εκκλησία είναι Μία, η Ορθόδοξη, η οποία αναμένει πάντοτε την επιστροφή των ετεροδόξων μέσω της μετάνοιας. Καταδικάζει τα σχίσματα και τις παρασυναγωγές ως «δυσίατες πνευματικές ασθένειες». Απευθύνεται δε αυστηρή προτροπή στους πιστούς να μην ακολουθούν όσους τους παρακινούν σε απομάκρυνση από την Εκκλησία, επικαλούμενοι φανταστικούς λόγους δογματικής ακριβείας.

 

Τι δείχνει το ίδιο το κείμενο «Προς τον Λαό» (Ποιμαντική Αποδοχή)

Αν απομονώσουμε αποκλειστικά το περιεχόμενο της επίσημης αυτής εγκυκλίου της Ιεράς Συνόδου, το κείμενο δείχνει σαφή διάθεση παρουσίασης και υπεράσπισης της Συνόδου της Κρήτης προς τους πιστούς: Το κείμενο ξεκινά αναφέροντας ότι παρουσιάζει τα συμπεράσματα της Συνόδου και εξαίρει το γεγονός ότι στην Κρήτη αναγνωρίστηκαν για πρώτη φορά ως «καθολικού κύρους» (δηλαδή Οικουμενικές) ιστορικές Σύνοδοι όπως αυτή του Μεγάλου Φωτίου και του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.  Υπεραμύνεται των θεολογικών διαλόγων με τους ετεροδόξους, τονίζοντας ότι αποτελούν χρέος μαρτυρίας της αλήθειας και ξεκαθαρίζοντας ότι «δεν σημαίνουν ούτε και θα σημαίνουν ποτέ οποιονδήποτε συμβιβασμό σε ζητήματα πίστεως».

 Το κείμενο στρέφεται ανοιχτά κατά των εσωτερικών αντιδράσεων, καλώντας τους πιστούς «να μη δίνουν βαρύτητα στα λόγια εκείνων που τους παρακινούν να απομακρυνθούν από Αυτήν [την Εκκλησία]... επικαλούμενοι φανταστικούς λόγους δογματικής ακριβείας», ενώ χαρακτηρίζει τα σχίσματα ως «δυσίατες πνευματικές ασθένειες».

Ορίζει ότι τα κείμενα της Κρήτης αποτελούν πλέον «αντικείμενο εμβαθύνσεως και περαιτέρω μελέτης», όπως συμβαίνει με όλες τις Συνόδους.


2. Τι συνέβη στο παρασκήνιο (Η έλλειψη Συνοδικής Επικύρωσης)

Παρά την έκδοση αυτού του ποιμαντικού κειμένου, οι πηγές αποκαλύπτουν ότι η Εκκλησία της Ελλάδος απέφυγε να επικυρώσει επίσημα και κανονικά τη Σύνοδο της Κρήτης με συνοδική ψηφοφορία.

  • Δεν διεξήχθη ψηφοφορία: Όπως κατήγγειλαν δημόσια οι Μητροπολίτες Κυθήρων Σεραφείμ και Καλαβρύτων Αμβρόσιος, κατά την έκτακτη σύγκληση της Ιεραρχίας τον Νοέμβριο του 2016, δεν τέθηκε ποτέ σε ψηφοφορία (ούτε γραπτή, ούτε προφορική, ούτε δια βοής) η έγκριση των αποφάσεων της Κρήτης.
  • Ο ελιγμός του Αρχιεπισκόπου: Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, ακολουθώντας τη στρατηγική του κατευνασμού προκειμένου να αποφύγει εσωτερικό σχίσμα αλλά και ρήξη με το Φανάρι, έκλεισε τη συνεδρίαση δηλώνοντας: «δεν παίρνουμε καμία απόφαση». Αντ' αυτού, παρέπεμψε όλο το υλικό στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο (Δ.Ι.Σ.) προκειμένου να συνταχθεί απλώς η εγκύκλιος προς τον λαό.
  • Δημιουργική ασάφεια: Η έκδοση του κειμένου «Προς τον Λαό» χρησιμοποιήθηκε ως ένας διπλωματικός ελιγμός. Παρουσίασε μια εικόνα ενότητας προς το εξωτερικό και καθησύχασε το ποίμνιο, αλλά επέτρεψε στην Ιεραρχία της Ελλάδος να μην πάρει επίσημη, δεσμευτική συνοδική απόφαση για την κανονική αποδοχή της Συνόδου της Κρήτης.

Συμπέρασμα

Με βάση το κείμενο «Προς τον Λαό», η Εκκλησία της Ελλάδος αποδέχθηκε ποιμαντικά και παρουσίασε θετικά τη Σύνοδο της Κρήτης στο ποίμνιό της, προειδοποιώντας μάλιστα κατά των σχισμάτων. Ωστόσο, απέφυγε να την επικυρώσει θεσμικά και κανονικά ως Σώμα της Ιεραρχίας, καθώς δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ επίσημη ψηφοφορία έγκρισης των κειμένων της.

 


Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

«Η Αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τω σύγχρονω κόσμω» (Θεολογικός σχολιασμός)



Προβληματικά άρθρα με σχολιασμό

1. Διαχριστιανική συνεργασία & κοινή βάση (Κεφάλαιο Α΄, παράγραφος 4)

Αυτούσιο απόσπασμα κειμένου:

 

«Ἐπ' αὐτῆς τῆς βάσεως εἶναι ἀπαραίτητον νά ἀναπτυχθῇ πρός ὅλας τάς κατευθύνσεις ἡ διαχριστιανική συνεργασία διά τήν προστασίαν τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου, αὐτονοήτως δέ καί τοῦ ἀγαθοῦ τῆς εἰρήνης, οὕτως ὥστε αἱ εἰρηνευτικαί προσπάθειαι ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν Χριστιανῶν νά ἀποκτοῦν μεγαλύτερον βάρος καί δύναμιν. Ὡς προϋπόθεσις μιᾶς εὐρυτέρας ἐν προκειμένῳ συνεργασίας δύναται νά χρησιμεύσῃ ἡ κοινή ἀποδοχή τῆς ὑψίστης ἀξίας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου.»

 

  • Σχολιασμός: Η προτροπή για «διαχριστιανική συνεργασία προς όλες τις κατευθύνσεις» θεωρείται από τους επικριτές ότι αμβλύνει τα όρια μεταξύ της Ορθοδοξίας και των αιρετικών/ετερόδοξων ομολογιών. Υποστηρίζεται ότι η θεμελίωση συνεργασίας πάνω σε μια αόριστη «κοινή αποδοχή της αξίας του ανθρώπου» παράγει ανθρωπιστικό συγκρητισμό και παραμερίζει την ανάγκη για ορθή δογματική πίστη (Ορθοδοξία).

2. Διαθρησκειακή συνεννόηση & «Θεο συνεργοί» (Κεφάλαιο Α΄, παράγραφοι 5 & 6)

Αυτούσιο απόσπασμα κειμένου:

«Αἱ κατά τόπους Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι εἶναι δυνατόν νά συμβάλουν εἰς τήν διαθρησκειακήν συνεννόησιν καί συνεργασίαν διά τήν εἰρηνικήν συνύπαρξιν καί κοινωνικήν συμβίωσιν τῶν λαῶν, χωρίς τοῦτο νά συνεπάγεται οἱονδήποτε θρησκευτικόν συγκρητισμόν. Ἔχομεν τήν πεποίθησιν ὅτι ὡς «Θεοῦ συνεργοί» (Α' Κορ. γ', 9), δυνάμεθα νά προχωρήσωμεν εἰς τήν διακονίαν ταύτην ἀπό κοινοῦ μεθ' ὅλων τῶν ἀνθρώπων καλῆς θελήσεως...»

 

 

  • Σχολιασμός: Αν και εισάγεται η επιφύλαξη «χωρίς να συνεπάγεται συγκρητισμό», η χρήση του παύλειου όρου «Θεού συνεργοί» για κοινή δράση με αλλόθρησκους ή αθέους («μεθ' όλων των ανθρώπων») θεωρείται θεολογικά καταχρηστική. Οι αντι-οικουμενιστές υποστηρίζουν ότι ο όρος αυτός στην Καινή Διαθήκη αφορά αποκλειστικά τα μέλη του Σώματος του Χριστού και όχι μια διαθρησκειακή σύμπραξη.

3. Η έννοια της ειρήνης ως αφηρημένο ανθρωπιστικό αγαθό (Κεφάλαιο Γ΄, παράγραφοι 1 & 4)

«Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καταδικάζει γενικῶς τόν πόλεμον, θεωροῦσα τοῦτον ἀποτέλεσμα τοῦ ἐν τῷ κόσμῳ κακοῦ καί τῆς ἁμαρτίας... Ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ εἶναι μυστικός καρπός τῆς ἐν αὐτῷ ἀνακαινίσεως τῶν πάντων... Παράλληλα, ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖ χρέος της νά ἐνισχύσῃ πᾶν ὅτι συμβάλλει πράγματι εἰς τήν εἰρήνην (Ρωμ. ιδ', 19) καί ἀνοίγει τόν δρόμον πρός τήν δικαιοσύνην, τήν ἀδελφοσύνην, τήν ἀληθῆ ἐλευθερίαν καί τήν ἀμοιβαίαν ἀγάπην μεταξύ ὅλων τῶν τέκνων τοῦ ἑνός οὐρανίου Πατρός, ὡς καί μεταξύ ὅλων τῶν λαῶν, τῶν ἀποτελούντων τήν μίαν ἀνθρωπίνην οἰκογένειαν.»

 

 

  • Σχολιασμός :Η αναφορά σε «μία ανθρώπινη οικογένεια» με «ένα ουράνιο Πατέρα» χωρίς τη σαφή προϋπόθεση της διά του Βαπτίσματος υιοθεσίας εν Χριστώ θεωρείται ότι εισάγει μια οικουμενιστική/παγκοσμιοποιημένη θεολογία. Επίσης, κατακρίνεται η ταύτιση της εσχατολογικής «ειρήνης του Χριστού» με την πολιτική/κοσμική ειρήνη που προωθούν διεθνείς οργανισμοί.

4. Η προσέγγιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κεφάλαιο Ε΄, παράγραφοι 1 & 3)

Αυτούσιο απόσπασμα κειμένου:

«Ἡ Ἐκκλησία διακηρύσσει ὅτι τό ἀνθρώπινον πρόσωπον εἶναι ὑπερωκεάνειον ἀγαθόν... Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπευθύνεται πρός τόν σύγχρονον ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος διεκδικεῖ τά δικαιώματά του, διά νά ὑπομνήσῃ ὅτι τά δικαιώματα ταῦτα ἀποκτοῦν τό πλήρες αὐτῶν νόημα καί τήν ἀληθῆ θεμελίωσιν μόνον ἐν τῇ προοπτικῇ τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας...»

 

 

  • Σχολιασμός: Παραδοσιακοί κύκλοι υποστηρίζουν ότι το κείμενο επιχειρεί να «βαπτίσει» θεολογικά τη νεωτερική ιδεολογία των «Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων». Κατ' αυτούς, η εκλησιαστική παράδοση εστιάζει στην άσκηση, τη μετάνοια, την ταπείνωση και τις εντολές του Θεού (καθήκοντα) και όχι στη δικαιωματική/ατομικιστική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του εκπεσκότος ανθρώπου.

5. Εκκοσμικευμένος λόγος & Οικολογική/Κοινωνική ηθική (Κεφάλαιο ΣΤ΄, παράγραφος 5)

Αυτούσιο απόσπασμα κειμένου:

«Ἡ σημερινή οἰκολογική κρίσις συνδέεται μέ τάς κοινωνικάς, οικονομικάς καί πολιτικάς αἰτίας... Η Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία προτείνει μίαν εγκράτειαν, μίαν ασκητικήν στάσιν απέναντι εις την κτίσιν, η οποία περιλαμβάνει την υπεύθυνον διαχείρισιν των φυσικών πόρων...»

 

 

  • Σχολιασμός: Αν και η ασκητική στάση είναι πατεριακή, η κριτική εστιάζει στο ότι το κείμενο υιοθετεί την ατζέντα και την ορολογία της κοσμικής «οικολογικής ευαισθητοποίησης». Θεωρείται ότι η αμαρτία επαναορίζεται κυρίως ως «οικολογικό έγκλημα» ή «κοινωνική αδικία», υποβαθμίζοντας την πνευματική και σωτηριολογική της διάσταση (απομάκρυνση από τον Θεό).
  • Συνοπτικά

Η Ιερά Κοινότητα Αγίου Όρους, η Εκκλησία της Βουλγαρίας, της Γεωργίας, της Ρωσίας και μεμονωμένοι Ιεράρχες  υποστήριξαν ότι τα παραπάνω άρθρα:

  1. Χρησιμοποιούν αμφίσημη (διφορούμενη) γλώσσα που επιτρέπει οικουμενιστικές ερμηνείες.
  2. Εξισώνουν την Ορθόδοξη Εκκλησία με άλλες ομολογίες ή θρησκείες στο πεδίο της κοινωνικής δράσης.
  3. Υποκαθιστούν τη σωτηριολογία (μετάνοια, θέωση) με μια κοινωνική και ανθρωπιστική ηθική (ειρήνη, οικολογία, ατομικά δικαιώματα).

 


Το κείμενο της Συνόδου της Κρήτης (2016) με τίτλο «Η Ορθόδοξος Διασπορά» (Θεολογικός σχολιασμός)

Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑ:ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ



Έρευνα: πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Το κείμενο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης (2016) με τίτλο «Η Ορθόδοξος Διασπορά» επιχείρησε να αντιμετωπίσει την υφιστάμενη κανονική αταξία στις υπερόριες περιοχές (όπου συνυπάρχουν επίσκοποι διαφορετικών αυτοκέφαλων δικαιοδοσιών στην ίδια πόλη ή περιφέρεια). Ωστόσο, η υιοθέτησή του δέχθηκε έντονη και αυστηρή κανονική κριτική από θεολόγους, μοναχούς, ιεράρχες και τοπικές Εκκλησίες.

1.      Τα Κύρια «Προβληματικά» Σημεία και τα Άρθρα του Κειμένου της Κρήτης

Άρθρον 1.

 

Πάντες οι ορθόδοξοι επίσκοποι κάστης Περιοχής, εκ των υπό της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας καθορισθεισών, οι οποίοι ευρίσκονται εν κανονική κοινωνία μετά πασών των κατά τόπους Ορθοδόξων αυτοκεφάλων Εκκλησιών, συγκροτούν ιδίαν Επισκοπικήν Συνέλευσιν. 

 

Μέλη της Επισκοπικής Συνελεύσεως είναι και όσοι υπερόριοι ορθόδοξοι επίσκοποι ασκούν ποιμαντικήν διακονίαν ενοριών της Περιοχής.

 

Οι εφησυχάζοντες και οι επισκεπτόμενοι την Περιοχήν επίσκοποι, εφ' όσον πληρούν τας προϋποθέσεις της παραγράφου (1), δύνανται να προσκληθούν όπως συμμετάσχουν εις την Συνέλευσιν, αλλά άνευ δικαιώματος ψήφου.

 

Άρθρον 2.

Σκοπός της Επισκοπικής Συνελεύσεως είναι να φανερώνη την ενότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, να προωθή την συνεργασίαν μεταξύ των Εκκλησιών εις πάντας τους τομείς της ποιμαντικής διακονίας και να διατηρή, διαφυλάσση και αναπτύσση τα συμφέροντα των κοινοτήτων, αι οποίαι υπάγονται εις τους ορθοδόξους κανονικούς επισκόπους της Περιοχής. 

 

Άρθρον 3.

Η Επισκοπική Συνέλευσις θα έχη Εκτελεστικήν Επιτροπήν απαρτιζομένην εκ των πρώτων επισκόπων κάστης των κανονικών Εκκλησιών της Περιοχής.

 

Άρθρον 4.

 

1.Η Επισκοπική Συνέλευσις και η Εκτελεστική Επιτροπή αυτής θα έχουν να Πρόεδρον, να ή δύο Αντιπροέδρους, να Γραμματέα και να Ταμία, ως και άλλους υπευθύνους ορισθησομένους υπό της Συνελεύσεως.

 

2.Πρόεδρος είναι ex officio ο πρώτος των επισκόπων του Οικουμενικού Πατριαρχείου και, απόντος τούτου, κατά την τάξιν των Διπτύχων. Ο Πρόεδρος της Επισκοπικής Συνελεύσεως συγκαλεί τας συνεδρίας αυτής, διευθύνει τας εργασίας αυτών και προεξάρχει των συλλειτούργων. Επί των ζητημάτων, τα οποία συνεζητήθησαν εις την συνεδρίαν της Επισκοπικής Συνελεύσεως και επί των οποίων επετεύχθη ομόφωνος απόφασις, ο Πρόεδρος (ή κατ' ανάθεσιν αυτού άλλο μέλος της Επισκοπικής Συνελεύσεως) προβάλλει ενώπιον του κράτους, της κοινωνίας και των άλλων θρησκευτικών οργανισμών την κοινήν θέσιν των Ορθοδόξων Εκκλησιών της περιοχής. 

 

3.Ο ή οι Αντιπρόεδροι ορίζονται ex officio εκ των επισκόπων-μελών των Συνελεύσεων εκ των αμέσως επόμενων Εκκλησιών συμφώνως προς την τάξιν των Διπτύχων των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Ο Γραμματεύς, ο Ταμίας και οι λοιποί υπεύθυνοι εκλέγονται υπό της Συνελεύσεως, δύνανται δε να μη προέρχωνται εκ του βαθμού των επισκόπων.

 

Α. Θεσμοθέτηση των «Επισκοπικών Συνελεύσεων» (Temporary vs Permanent Status)

  • Τι ορίζει το κείμενο (Άρθρα 1, 2 & 3): Το κείμενο αναγνωρίζει ότι, για ιστορικούς και ποιμαντικούς λόγους, δεν είναι εφικτή η άμεση εφαρμογή της κανονικής ακρίβειας —δηλαδή της ύπαρξης ενός και μόνο επισκόπου ανά πόλη ή περιοχή, σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες. Ως εκ τούτου, θεσμοθετεί στις περιοχές της Διασποράς τις Επισκοπικές Συνελεύσεις ως ένα μεταβατικό στάδιο. Σκοπός τους είναι ο συντονισμός του ποιμαντικού, εκπαιδευτικού και φιλανθρωπικού έργου, καθώς και η κοινή εκπροσώπηση των Ορθοδόξων.
  • Η Κριτική: Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι η ρύθμιση αυτή, αντί να θεραπεύει την πληγή, νομιμοποιεί και διαιωνίζει την κανονική εκτροπή της πολυεπισκοπίας στην ίδια γεωγραφική περιφέρεια. Η κατάσταση αυτή θεωρείται ότι παραβιάζει κατάφωρα θεμελιώδεις Ιερούς Κανόνες, όπως ο Η΄ Κανόνας της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, ο οποίος ορίζει κατηγορηματικά: «να μ ν τ πόλει δύο πίσκοποι σιν».

Β. Ο Θεσμικός Ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και το Άρθρο 4

  • Τι ορίζει το κείμενο (Άρθρο 4): Το κείμενο ορίζει ρητά ότι Πρόεδρος των Επισκοπικών Συνελεύσεων είναι ex officio (λόγω θέσης) ο εκάστοτε πρώτος των ιεραρχών του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην αντίστοιχη περιφέρεια της Διασποράς.
  • Η Κριτική και η Σύνδεση με τον 28ο Κανόνα της Χαλκηδόνος: Η πρόεδρευση αυτή ερμηνεύθηκε από ορισμένες τοπικές Εκκλησίες (ιδιαίτερα το Πατριαρχείο Ρωσίας) και αντιοικουμενιστικούς κύκλους ως προσπάθεια επιβολής ενός «Παποκεντρικού» ή «Ηγεμονικού» ρόλου του Οικουμενικού Θρόνου εκτός των ιστορικών του ορίων.

Το ζήτημα αυτό εφάπτεται άμεσα με τη διαμάχη γύρω από την ερμηνεία του 28ου Κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου (Χαλκηδόνα, 451 μ.Χ.) και τη φράση:

«...κα τος ν τος βαρβαρικος πισκόπους τν προειρημένων διοικήσεων χειροτονεσθαι π το προειρημένου γιωτάτου θρόνου τς κατ Κωνσταντινούπολιν γιωτάτης κκλησίας».

    1. Η Ερμηνεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου: Ερμηνεύει τα «βαρβαρικά έθνη» γεωγραφικά και θεολογικά ως ολόκληρη την υφήλιο εκτός των ορίων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και των άλλων Πατριαρχείων, θεμελιώνοντας έτσι μια παγκόσμια ευθύνη και δικαιοδοσία σε κάθε νέα περιοχή της Διασποράς (Αμερική, Αυστραλία, Δυτική Ευρώπη).
    2. Η Αντίθετη Ερμηνεία (Μόσχα, Κανονολόγοι κ.ά.): Υποστηρίζει ότι ο Κανόνας αφορούσε αυστηρά και στενά τους γειτονικούς βαρβάρους του 5ου αιώνα (π.χ. Γότθους) και ότι κάθε Αυτοκέφαλη Εκκλησία διατηρεί το κανονικό δικαίωμα και την ευθύνη να ποιμαίνει τα δικά της μεταναστευτικά τέκνα, απορρίπτοντας κάθε μορφή «ανατολικού παπισμού».

Γ. Κοινή Εκπροσώπηση έναντι των Ετεροδόξων (Άρθρα & Ποιμαντικό Έργο)

  • Τι ορίζει το κείμενο: Ως βασικό έργο των Επισκοπικών Συνελεύσεων ορίζεται η «κοινή κπροσώπησις πάντων τν ρθοδόξων ναντι τν τεροδόξων καί τς λης κοινωνίας τς περιοχς».
  • Η Κριτική: Στο πλαίσιο της αντιοικουμενιστικής κριτικής, η θεσμική αυτή συνεργασία και εκπροσώπηση απέναντι σε ετερόδοξες ομολογίες (Ρωμαιοκαθολικούς, Προτεστάντες) ερμηνεύεται από τους αυστηρούς κύκλους ως έμμεση αναγνώριση εκκλησιαστικότητας σε μη Ορθόδοξες κοινότητες και ως διολίσθηση στον διαχριστιανικό συγκρητισμό.

2. Γενικότερη Εκκλησιολογική και Κανονική Κριτική

  • Εκκλησιολογική Αλλοίωση: Η Συνέλευση Επισκόπων, λειτουργώντας ως διοικητικός και συμβουλευτικός μηχανισμός δυτικού τύπου, κατηγορείται ότι υποκαθιστά την τοπική Σύνοδο, θίγοντας την ορθόδοξη Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία, όπου ο Επίσκοπος αποτελεί την κεφαλή μιας ενιαίας τοπικής Εκκλησίας.
  • Νομιμοποίηση του Εθνοφυλετισμού: Επισημαίνεται ότι η διατήρηση της εξάρτησης των επισκόπων της Διασποράς από τα εθνικά τους κέντρα (Πατριαρχεία Μόσχας, Σερβίας, Ρουμανίας κ.λπ.), αντί της συγκρότησης ενιαίας τοπικής Εκκλησίας ανά χώρα, συνιστά πρακτική αποδοχή του Εθνοφυλετισμού (ο οποίος καταδικάστηκε συνοδικώς το 1872).
  • Έλλειψη Πανορθόδοξης Συναίνεσης: Η αποχή τεσσάρων Πατριαρχείων (Ρωσίας, Αντιοχείας, Βουλγαρίας, Γεωργίας) από τη Σύνοδο της Κρήτης αποδυνάμωσε την καθολική ισχύ των αποφάσεων για τη Διασπορά, αφήνοντας το ζήτημα μετέωρο.

3. Η Θέση των Υποστηρικτών του Κειμένου

Από την πλευρά του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των υποστηρικτών της Συνόδου τονίζεται ότι:

  • Δεν καταργούνται οι Ιερότατοι Κανόνες, αλλά εφαρμόζεται σύνεση και εκκλησιαστική οικονομία προκειμένου να αποτραπεί η απειλή του σχίσματος και της πλήρους αποξένωσης των κοινοτήτων.
  • Οι Επισκοπικές Συνελεύσεις αποτελούν το πρώτο απολύτως αναγκαίο βήμα ώστε οι Ορθόδοξοι της Διασποράς να έρθουν σε επαφή, να συντονιστούν και, μελλοντικά, να οδηγηθούν στην πολυπόθητη κανονική τάξη.

 


“Το Αυτόνομον και ο τρόπος ανακηρύξεως αυτού»



Προβληματικά άρθρα και σχολιασμός

Άρθρο 1

θεσμός το Ατονόμου κφράζει κατά κανονικόν τρόπον τό καθεστώς τς σχετικς μερικς νεξαρτησίας νός συγκεκριμένου κκλησιαστικο τμήματος κ τς κανονικς δικαιοδοσίας τς Aτοκεφάλου κκλησίας, ες τήν ποίαν κανονικς ναφέρεται.

  1. Κατά τήν φαρμογήν το θεσμο τούτου ες τήν κκλησιαστικήν πρξιν διεμορφώθησαν βαθμίδες ξαρτήσεως, φορσαι ες τάς σχέσεις τς Ατονόμου πρός τήν Ατοκέφαλον κκλησίαν, ες τήν ποίαν ατη ναφέρεται.

 

  • Σχολιασμός:

Η χρήση των όρων «σχετική» ή «μερική» ανεξαρτησία εισάγει μια ποσοτική και διοικητική θεώρηση της Εκκλησίας. Στην Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, κάθε τοπική Εκκλησία υπό τον Επίσκοπό της, η οποία τελεί την Θεία Ευχαριστία, αποτελεί την «πλήρη» και «καθολική» Εκκλησία και όχι ένα εξαρτημένο υποσύνολο.

Με τον ορισμό βαθμίδων εξάρτησης, η Εκκλησία κινδυνεύει να μοντελοποιηθεί με βάση κοσμικά ή ρωμαιοκαθολικά διοικητικά πρότυπα (πυραμιδική δομή), μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από το Μυστήριο της Εκκλησίας στη διοικητική εξουσία.

Άρθρο 2 (§ 2.1 – 2.4)

Ἡ κίνησις καί ἡ ὁλοκλήρωσις τῆς διαδικασίας διά τήν ἀπόδοσιν τοῦ Αὐτονόμου εἰς τμῆμα τῆς κανονικῆς δικαιοδοσίας τῆς Aὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας ἀνήκει εἰς τήν κανονικήν ἁρμοδιότητα αὐτῆς, πρός τήν ὁποίαν ἀναφέρεται ἡ ἀνακηρυσσομένη Αὐτόνομος Ἐκκλησία. Oὕτως:

  1. Ἡ ζητοῦσα τήν Αὐτονομίαν αὐτῆς τοπική Ἐκκλησία, ἐάν διαθέτῃ τάς ἀναγκαίας ἐκκλησιαστικάς, κανονικάς καί ποιμαντικάς προϋποθέσεις, ὑποβάλλει τό σχετικόν αἴτημα εἰς τήν πρός ἥν ἔχει τήν ἀναφοράν αὐτῆς Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν, ἐξηγοῦσα καί τούς σοβαρούς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπαγορεύουν τήν ὑποβολήν τοῦ αἰτήματος αὐτῆς.
  2. Ἡ Αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία, δεχομένη τό αἴτημα αὐτῆς, ἀξιολογεῖ ἐν Συνόδῳ τάς προϋποθέσεις καί τούς λόγους τῆς ὑποβολῆς τοῦ αἰτήματος καί ἀποφασίζει διά τήν ἀπόδοσιν ἤ μή τοῦ Αὐτονόμου. Εἰς περίπτωσιν θετικῆς ἀποφάσεως ἐκδίδει τόν σχετικόν Τόμον, ὁ ὁποῖος καθορίζει τά γεωγραφικά ὅρια καί τάς σχέσεις τῆς Αὐτονόμου πρός τήν εἰς ἥν ἀναφέρεται Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν, συμφώνως πρός τά καθιερωμένα κριτήρια τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως.
  3. Ὁ Προκαθήμενος τῆς Aὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας ἀνακοινοῖ πρός τό Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καί τάς ἄλλας Aὐτοκεφάλους Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας τήν ἀνακήρυξιν τῆς Αὐτονόμου Ἐκκλησίας.
  4. Ἡ Αὐτόνομος Ἐκκλησία ἐκφράζεται διά τῆς ἐξ ἧς ἔλαβε τήν αὐτονομίαν αὐτῆς Aὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας εἰς τάς διορθοδόξους, διαχριστιανικάς καί διαθρησκειακάς σχέσεις αὐτῆς.

 

 

  • Κριτικός σχολιασμός.

Παρότι αναγνωρίζεται η αρμοδιότητα της «Μητέρας Εκκλησίας», η διαδικασία παραβλέπει την αναγκαιότητα της εκ των προτέρων συνοδικής πανορθόδοξης συναίνεσης.

Η μονομερής ανακήρυξη Αυτονομίας από μία Αυτοκέφαλη Εκκλησία χωρίς την αποδοχή των λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών έχει αποδειχθεί ιστορικά ότι προκαλεί δικαιοδοσιακές εντάσεις, αμφισβητήσεις και εκκλησιαστικά σχίσματα.

Άρθρο 2, Παράγραφος 2.5

Ἑκάστη Αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία δύναται νά παραχωρῇ αὐτόνομον καθεστώς μόνον ἐντός τῶν ὁρίων τῆς κανονικῆς γεωγραφικῆς περιφερείας αὐτῆς. Εἰς τόν χῶρον τῆς Ὀρθοδόξου Διασπορᾶς δέν ἱδρύονται Αὐτόνομοι Ἐκκλησίαι, εἰ μή μόνον μετά πανoρθόδοξον συναίνεσιν, ἐξασφαλιζομένην ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κατά τά πανορθοδόξως ἰσχύοντα.

 

  • Κριτικός σχολιασμός

Απαγορεύει οριστικά την εκκλησιαστική χειραφέτηση των τοπικών κοινοτήτων εκτός των ιστορικών ορίων. Αντί να ενθαρρύνεται η αυτοοργάνωση και η ωρίμανση των τοπικών Εκκλησιών στη Διασπορά, επιβάλλεται μια διαρκής εξάρτηση από Πατριαρχικά κέντρα που βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, εξυπηρετώντας συχνά εθνοφυλετικές ή γεωπολιτικές σκοπιμότητες.

 

 

Άρθρο 2, Παράγραφος 2.6

Εἰς περιπτώσεις ἀπονομῆς αὐτονόμου καθεστῶτος εἰς τήν ἰδίαν γεωγραφικήν ἐκκλησιαστικήν περιοχήν ὑπό δύο Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, καί, ὡς ἐκ τούτου, ἐγειρομένης ἀμφισβητήσεως ἑκατέρου Αὐτονόμου, αἱ ἐμπλεκόμεναι πλευραί ἀναφέρονται, ὁμοῦ ἤ κεχωρισμένως, εἰς τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην ἵνα οὗτος ἐξεύρῃ τήν κανονικήν λύσιν ἐπί τοῦ θέματος κατά τά πανορθοδόξως ἰσχύοντα.

 

 

  • Κριτικός σχολιασμός

Θεσμοθετείται ο Οικουμενικός Πατριάρχης ως ο μοναδικός ρυθμιστής και κριτής των διαφωνιών, παραμερίζοντας τη συνοδική απόφαση της Πανορθόδοξου Συνόδου.

Η διάταξη αυτή επικρίνεται ότι εισάγει «Πατριαρχικό Συγκεντρωτισμό», ξένο προς το δημοκρατικό και συνοδικό πολίτευμα της Ορθοδοξίας, προσδίδοντας υπερ-δικαιοδοσιακές αρμοδιότητες σε έναν Προκαθήμενο.

Άρθρο 3, Παράγραφος 3.1

Αἱ ἐκ τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ Αὐτονόμου προκύπτουσαι διά τήν Aὐτόνομον Ἐκκλησίαν καί τήν σχέσιν αὐτῆς πρός τήν Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν συνέπειαι εἶναι αἱ κάτωθι:

  1. Ὁ Πρῶτος τῆς Αὐτονόμου Ἐκκλησίας μνημονεύει μόνον τοῦ ὀνόματος τοῦ Προκαθημένου τῆς Aὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας.

 

 

«Ο Πρώτος της Αυτονόμου Εκκλησίας μνημονεύει μόνον του Προκαθημένου της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας, εις την δικαιοδοσίαν της οποίας υπάγεται.»

Κριτικός σχολιασμός: Η λειτουργική μνημόνευση εκφράζει την εκκλησιολογική ταυτότητα. Ο περιορισμός του Πρώτου της Αυτόνομης Εκκλησίας στο να μνημονεύει μόνο τον Προκαθήμενο της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας τον καθιστά έναν απλό διοικητικό αντιπρόσωπο και όχι πραγματικό «Πρώτο» μιας ώριμης τοπικής Εκκλησίας.

Άρθρο 3, Παράγραφος 3.2

«Ο Πρώτος της Αυτονόμου Εκκλησίας δεν αναγράφεται εις τα Ιερά Δίπτυχα.»

Κριτικός σχολιασμός. Τα Δίπτυχα αποτελούν την επίσημη φανέρωση της κοινωνίας των Εκκλησιών. Η μη αναγραφή του Πρώτου στα Δίπτυχα υποδηλώνει μια θεσμική υποτίμηση της Αυτόνομης Εκκλησίας, υποδηλώνοντας ότι στερείται πλήρους εκκλησιαστικής υποστάσεως.

Άρθρο 3.δ

  1. Οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Αὐτονόμου Ἐκκλησίας ἐκλέγονται, καθίστανται καί κρίνονται ὑπό τοῦ ἁρμοδίου ἐκκλησιαστικοῦ ὀργάνου αὐτῆς. Εἰς περίπτωσιν βεβαίας πρός τοῦτο ἀδυναμίας τῆς Αὐτονόμου Ἐκκλησίας, ἐπικουρεῖται αὕτη ὑπό τῆς Aὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας εἰς ἥν ἀναφέρεται.

 

 

(Ορίζονται οι όροι διοικητικής και κανονικής λειτουργίας των οργάνων της Αυτόνομης Εκκλησίας και η σχέση τους με την προϊσταμένη Αυτοκέφαλη Εκκλησία.)

Κριτικός σχολιασμός Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εξασφαλίζουν ότι η Αυτονομία παραμένει υπό τον διαρκή έλεγχο των Πατριαρχικών κέντρων, εμποδίζοντας την πνευματική και διοικητική της εξέλιξη προς το Αυτοκέφαλο.

Συνολικός σχολιασμός

1. Η Αλλοίωση της Συνοδικότητας και ο «Πατριαρχικός Συγκεντρωτισμός»

Το υπό εξέταση κείμενο αναδεικνύει μια κρίσιμη θεολογική και κανονική αντιπαράθεση σχετικά με τη δομή της Ορθόδοξης Εκκλησίας, εστιάζοντας στην ένταση μεταξύ της διοικητικής αυτονομίας των τοπικών Εκκλησιών και του ρόλου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η διαπίστωση ότι, ενώ το Άρθρο 2 ορίζει την ανακήρυξη του Αυτονόμου ως «αποκλειστική αρμοδιότητα της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας», η πρακτική εφαρμογή των διατάξεων υπονομεύει τη συνοδική αρχή. Η επιμονή, για παράδειγμα, στην υποχρεωτική αναφορά στον Οικουμενικό Πατριάρχη για την επίλυση διαφορών (Άρθρο 2.6) εισάγει μια υπερ-τοπική αυθεντία που, κατά τους επικριτές, αγγίζει τα όρια του «Πρωτείου εξουσίας», ξένου προς την παραδοσιακή ορθόδοξη εκκλησιολογία.

Η προβληματική αυτή αποτυπώνεται σε τρεις βασικούς άξονες:

  • Ανακήρυξη Αυτονόμου: Παρά την αναγνώριση της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Μητέρας Εκκλησίας, η διαδικασία αυτή συχνά αγνοεί την αναγκαία πανορθόδοξη συναίνεση, η οποία αποτελεί την ασφαλιστική δικλείδα για την αποφυγή σχισμάτων.
  • Διαχείριση της Διασποράς: Η απαγόρευση ίδρυσης Αυτονόμων Εκκλησιών στις περιοχές της Διασποράς περιορίζει σημαντικά την ιεραποστολική δυναμική και δεν ανταποκρίνεται στις επείγουσες ποιμαντικές ανάγκες των τοπικών κοινοτήτων που αναπτύσσονται εκτός των παραδοσιακών ορίων.
  • Επίλυση Διαφορών: Η θεσμοθέτηση του Οικουμενικού Πατριάρχη ως μοναδικού κριτή για την επίλυση διαφορών θεωρείται ότι υπονομεύει την ισότητα των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών και παραγκωνίζει την αυθεντία που οφείλει να έχει μια Πανορθόδοξη Σύνοδος.

Συνολικά, το κείμενο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο «Πατριαρχικός Συγκεντρωτισμός», όπως διαφαίνεται μέσα από τις συγκεκριμένες διατάξεις, ενέχει τον κίνδυνο αλλοίωσης του συνοδικού συστήματος, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από τη συλλογική ευθύνη των Εκκλησιών σε μια μονομερή διοικητική υπεροχή.

 

2. Η Έννοια της «Μερικής Ανεξαρτησίας»

Ο ορισμός του Αυτονόμου ως «σχετικής ή μερικής ανεξαρτησίας» (Άρθρο 1) είναι θεολογικά ασαφής. Στην Εκκλησία του Χριστού, κάθε τοπική σύναξη γύρω από τον Επίσκοπο είναι η «πλήρης Εκκλησία». Η εισαγωγή βαθμίδων «εξάρτησης» μετατρέπει το εκκλησιαστικό σώμα σε μια διοικητική πυραμίδα, θυμίζοντας περισσότερο κοσμικά κράτη ή το ρωμαιοκαθολικό μοντέλο παρά το σώμα του Χριστού.

 

3. Η Υποβάθμιση του «Πρώτου» της Αυτόνομης Εκκλησίας

Το γεγονός ότι ο Πρώτος της Αυτόνομης Εκκλησίας δεν αναγράφεται στα Δίπτυχα (Άρθρο 3.2) και μνημονεύει μόνο τον Προκαθήμενο της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας (Άρθρο 3.1), υποδηλώνει μια υποτίμηση της τοπικής εκκλησιαστικής οντότητας. Αν μια Εκκλησία είναι ώριμη για Αυτονομία, η λειτουργική της έκφραση θα έπρεπε να αντανακλά αυτή την ωριμότητα και όχι να την καταστέλλει.

 

«Ο θεσμός του Αυτονόμου δεν πρέπει να λειτουργεί ως μέσο ελέγχου και χειραγώγησης τοπικών Εκκλησιών από τα πατριαρχικά κέντρα, αλλά ως στάδιο προς την πλήρη πνευματική καρποφορία.» [1]

 

4. Το Ζήτημα της Διασποράς

Η ρητή απαγόρευση ίδρυσης Αυτονόμων Εκκλησιών στη Διασπορά (Άρθρο 2.5) αποτελεί μια «κανονική αιχμαλωσία» των νέων χωρών. Αντί η Εκκλησία να ευλογεί την αυτοοργάνωση των πιστών σε νέα εδάφη, επιβάλλει μια αιώνια εξάρτηση από «μητέρες» Εκκλησίες που συχνά βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, εξυπηρετώντας εθνικιστικά ή πολιτικά συμφέροντα παρά την πνευματική ανάγκη των πιστών.

Συμπεράσματα

Το κείμενο για το Αυτόνομο, όπως εγκρίθηκε στην Κρήτη, στερείται της «πνοής του Αγίου Πνεύματος» που χαρακτηρίζει τους ιερούς κανόνες. Είναι ένα κείμενο διοικητικής διεκπεραίωσης και ισορροπίας δυνάμεων.

 

1        Εκκλησιολογικός Μινιμαλισμός: Περιορίζει την Εκκλησία σε νομικούς όρους.

2        Γεωπολιτική Σκοπιμότητα: Προστατεύει τα όρια των παλαιφάτων Πατριαρχείων εις βάρος της ιεραποστολής.

3        Θεολογική Ασάφεια: Δεν ορίζει με σαφήνεια τη σχέση Χριστολογίας και Εκκλησιολογίας στον θεσμό του Αυτονόμου.

 

Η «σκληρή» αυτή κριτική καταλήγει στο ότι το κείμενο χρειάζεται ριζική αναθεώρηση, ώστε να υπηρετεί την ενότητα της Εκκλησίας εν ελευθερία και όχι την ενότητα μέσω επιβολής.

 

ΠΗΓΕΣ

1.      Επίσημα Έγγραφα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας (Κρήτη 2016) - Κείμενο: «Η Ορθόδοξος Διασπορά» και «Κανονισμός Λειτουργίας των Επισκοπικών Συνελεύσεων εν τη Ορθοδόξω Διασπορά».

2.      Κριτική επί των κειμένων της Συνόδου της Κρήτης από τον Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεο (Βλάχο).

3.      Αναλύσεις και επίσημες τοποθετήσεις της Θεολογικής-Βιβλικής Επιτροπής και της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Μόσχας (Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας) επί των κειμένων της Συνόδου της Κρήτης και του καθεστώτος της Διασποράς.