Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου
Η βάση της απαγορευτικής κατεύθυνσης εντοπίζεται στη
διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος στην Α' Προς Κορινθίους
Επιστολή ορίζει ρητά: «αἱ
γυναῖκες ὑμῶν ἐν
ταῖς ἐκκλησίαις
σιγάτωσαν» (14, 34). Σύμφωνα με αυτή τη σχολή σκέψης, η οποία επικυρώθηκε από
τον 70ό Κανόνα της ΣΤ' Οικουμενικής Συνόδου, η γυναίκα οφείλει να τηρεί
σιωπή εντός του ναού.
Οι υποστηρικτές αυτής της θέσης, βασιζόμενοι και σε
ερμηνείες του Ιερού Χρυσοστόμου, υποστηρίζουν ότι: Το ψάλλειν δεν
είναι απλή μουσική, αλλά «εκφωνούμενη θεολογία» και δημόσιο κήρυγμα. Εφόσον
απαγορεύεται στη γυναίκα το διδάσκειν (το λαλείν), αυτόματα αποκλείεται
και από το αναλόγιο, καθώς ο ψάλτης εκπροσωπεί τον λαό και κατηχεί το σώμα της
Εκκλησίας.
Ωστόσο, μια προσεκτική μελέτη των επιστολών του Αποστόλου
Παύλου αποκαλύπτει μια πιο ισορροπημένη στάση: Στην ίδια επιστολή (Α΄ Κορ. 11,
5), ο Παύλος δίνει οδηγίες για το πώς πρέπει να είναι ενδεδυμένη η γυναίκα όταν
«προσεύχεται ἢ
προφητεύει». Αυτό αποδεικνύει ότι αποδεχόταν το
προφητικό χάρισμα της γυναίκας κατά τη διάρκεια της σύναξης. Η «σιωπή» που
επιβάλλει φαίνεται να αφορά την αποφυγή της αταξίας, των δημόσιων διαπληκτισμών
και της άσκησης εξουσίας (διδασκαλία από θέση αυθεντίας) και όχι την πνευματική
υμνολογία ή την προσευχή.
Η ιστορική
έρευνα και η εκκλησιαστική πράξη αναδεικνύουν μια πιο σύνθετη εικόνα. Ήδη από
την πρωτοχριστιανική εποχή, υπήρχε το τάγμα των Διακονισσών, ενώ στην
Παλαιά Διαθήκη αναφέρονται προφήτιδες (όπως η Μαριάμ ή η Δεββώρα) που ηγούνταν
υμνολογικών χορών.
Οι Προφήτιδες στην Αγία Γραφή (Παλαιά και
Καινή Διαθήκη) ήταν γυναίκες που κατείχαν το χάρισμα της προφητείας, δηλαδή την
ικανότητα να γίνονται «στόμα του Θεού», μεταφέροντας το θείο θέλημα στον λαό,
προλέγοντας το μέλλον ή καθοδηγώντας το έθνος σε κρίσιμες στιγμές. Η ύπαρξή
τους αποτελεί το ισχυρότερο επιχείρημα όσων υποστηρίζουν ότι ο περιορισμός του
«λαλείν» δεν αφορά την πνευματική αξία της γυναίκας, αλλά την εκκλησιαστική
τάξη.
Στην προχριστιανική εποχή, η προφήτιδα δεν ήταν
απλώς μια θρησκευτική προσωπικότητα, αλλά συχνά μια ηγέτιδα με πολιτική και
κοινωνική ισχύ.
- Μαριάμ
(Αδελφή του Μωυσή): Η πρώτη που ονομάζεται ρητά
«προφήτις». Μετά τη διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας, ηγήθηκε των γυναικών με
τύμπανα και χορό, ψάλλοντας τον επινίκιο ύμνο («Ἄσωμεν τῷ Κυρίῳ...»).
- Δεββώρα:
Μια από τις πιο δυναμικές μορφές. Ήταν ταυτόχρονα Προφήτις και Κριτής
του Ισραήλ. Δίκαζε τον λαό και καθοδήγησε τον στρατηγό Βαράκ στη μάχη,
αποδεικνύοντας ότι ο Θεός μπορούσε να αναθέσει ηγετικό ρόλο σε γυναίκα.
- Ολδά:
Στα χρόνια του βασιλιά Ιωσία, οι ιερείς κατέφυγαν σε αυτήν για να
ερμηνεύσει το βιβλίο του Νόμου που βρέθηκε στον Ναό. Η δική της αυθεντία
επικύρωσε την πνευματική μεταρρύθμιση του βασιλείου.
2. Οι Προφήτιδες στην Καινή Διαθήκη
Με την έλευση του Χριστού, το χάρισμα της προφητείας
συνεχίζει να εκδηλώνεται στις γυναίκες, προαναγγέλλοντας την «έκχυση του
Πνεύματος» που υποσχέθηκε ο Θεός («...καὶ
προφητεύσουσιν οἱ
υἱοὶ
ὑμῶν
καὶ αἱ
θυγατέρες ὑμῶν»).
- Άννα
η Προφήτις: Η ηλικιωμένη γυναίκα που
υποδέχθηκε τον Χριστό στον Ναό κατά την Υπαπαντή. Αναγνώρισε τον Μεσσία
και «ελάλει περί αυτού» σε όλους όσοι περίμεναν τη λύτρωση.
- Οι
τέσσερις θυγατέρες του Φιλίππου: Στις Πράξεις
των Αποστόλων αναφέρεται ότι ο διάκονος Φίλιππος είχε τέσσερις
θυγατέρες παρθένες που προφήτευαν. Αυτό δείχνει ότι στην πρώτη Εκκλησία η
γυναικεία προφητεία ήταν αποδεκτή και ενταγμένη στη ζωή της κοινότητας.
Το ερώτημα που τίθεται είναι: Αφού υπήρχαν προφήτιδες, γιατί ο
Παύλος επιβάλλει σιωπή;
Η πατερική ερμηνεία (π.χ. Ωριγένης, Χρυσόστομος)
κάνει έναν σαφή διαχωρισμό: Η προφητεία είναι χάρισμα (δωρεά του Αγίου
Πνεύματος) που δίνεται και στα δύο φύλα. Οι Πατέρες υποστηρίζουν ότι οι
προφήτιδες της Γραφής δεν «δημηγορούσαν» (δεν έβγαζαν λόγους) μπροστά σε άνδρες
στην Εκκλησία, αλλά ασκούσαν το χάρισμά τους κατ' ιδίαν ή σε γυναικείες
συνάξεις.
Οι προφήτιδες ήταν οι ζωντανές αποδείξεις ότι
η γυναίκα είναι ικανή να δεχθεί την ύψιστη θεία αποκάλυψη. Στην ιστορία της
ψαλτικής, οι προφήτιδες (όπως η Μαριάμ) θεωρούνται οι «πρόγονοι» των ψαλτριών,
καθώς η προφητεία στην αρχαιότητα συχνά εκφερόταν με έμμετρο, μουσικό τρόπο.
Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα κατηγορία αναδεικνύεται
από το Τυπικό της Μονής Παντοκράτορος (12ος αι.) που είναι οι Γραπτές. Ο όρος
υποδηλώνει ότι ήταν επίσημα εγγεγραμμένες στους καταλόγους του κατώτερου
κλήρου. Ήταν έμμισθες υπάλληλοι της Εκκλησίας, γεγονός που αποδεικνύει τον
επαγγελματισμό της γυναικείας ψαλτικής τέχνης. Συμμετείχαν σε εξειδικευμένες
τελετές, όπως η Ακολουθία της Πρεσβείας, και η θέση τους θεωρούνταν ισότιμη με
αυτή των διακονισσών.
Στο Τυπικό των Ιεροσολύμων συναντάμε την τάξη
των Μυροφόρων, ένας όρος με έντονο συμβολισμό που παραπέμπει στις
πρώτες γυναίκες μάρτυρες της Ανάστασης. Η δράση τους επικεντρωνόταν στον
Πανάγιο Τάφο. Η συμμετοχή τους στην ψαλμωδία του συγκεκριμένου ιερού χώρου
αναδείκνυε τη σύνδεση της γυναικείας φωνής με τη χαρμόσυνη αγγελία της
Ανάστασης, ενισχύοντας τη θεολογική διάσταση του ρόλου τους.
Η σύγχρονη ερμηνεία της Εκκλησίας διαφοροποιεί το
«λαλείν» από το «ψάλλειν»:
- Το
«Λαλείν»: Ερμηνεύεται ως η αυθαίρετη δημόσια
ομιλία ή η αναταραχή που προκαλούσαν κάποιες γυναίκες στις πρώτες
συνάξεις, και όχι η οργανωμένη υμνολογία.
- Το
«Ψάλλειν»: Θεωρείται προσευχή. Η συμμετοχή
των γυναικών στα γυναικεία μοναστήρια, όπου ψάλλουν όλες τις ακολουθίες
επί αιώνες, αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει δογματικό κώλυμα, αλλά ζήτημα
«ευταξίας» ανάλογα με την εποχή.
Ενώ οι κανόνες παραμένουν ως ιστορική και πνευματική
παρακαταθήκη για τη διατήρηση του μέτρου, η ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας
αναγνωρίζει ότι η δοξολογία του Θεού δεν περιορίζεται από το φύλο, αρκεί να
γίνεται «ευσχημόνως και κατά τάξιν».
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου