Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου
Οι απόψεις του Π.Τρεμπέλα για το ΨΑΛΛΕΙΝ των γυναικών.
Την αξιόλογη μελέτη για το θέμα μπορούν να την βρούν οι ενδιαφερόμενοι στην ηλεκτρονική διεύνθυνση.https://analogion.gr/logos/canons/80-gunaika-psalmwdia.Για την μελέτη αυτή σημειώνουμε τα εξής:
Α.Ο Π. Τρεμπέλας (που ομολογουμένως ήταν μεγάλος σύγχρονος Θεολόγος) υποστηρίζει ότι η «εκκλησιαστική αρχαιότητα» δεν γνώρισε ποτέ τη γυναίκα στον άμβωνα ή στο χορό. Ωστόσο, η ιστορική έρευνα δείχνει ότι η πρώιμη Εκκλησία ήταν πολύ πιο συμπεριληπτική. Η ύπαρξη του βαθμού των διακονισσών στην αρχαία Εκκλησία συνεπαγόταν ενεργό ρόλο στη λατρεία, ενώ η παράδοση των μονών αποτελεί την ισχυρότερη απόδειξη: στα γυναικεία μοναστήρια, οι γυναίκες επιτελούσαν —και επιτελούν— το σύνολο των λατρευτικών καθηκόντων, συμπεριλαμβανομένης της ανάγνωσης και της ψαλμωδίας. Η διάκριση που κάνει ο συγγραφέας μεταξύ «ενορίας» και «μονής» είναι λειτουργικά αυθαίρετη, καθώς η οντολογία της προσευχής παραμένει η ίδια.
Β.Ο ισχυρισμός ότι η γυναίκα-ψάλτρια γίνεται «στόχος βλεμμάτων», διαταράσσοντας την κατάνυξη, εστιάζει υπερβολικά στην εξωτερική εμφάνιση και υποτιμά την πνευματική ωριμότητα του πληρώματος της Εκκλησίας. Αν η παρουσία μιας γυναίκας στο αναλόγιο θεωρείται «σκάνδαλο», τότε το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στην ψάλλουσα γυναίκα, αλλά στον τρόπο που το εκκλησίασμα αντιλαμβάνεται το πρόσωπο. Στην Ορθόδοξη θεολογία, άνδρας και γυναίκα είναι ισότιμα μέλη του Σώματος του Χριστού, καθώς, κατά τον Απόστολο Παύλο, «οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ».
Γ.Ο φόβος ότι η γυναικεία φωνή θα μετατρέψει την Εκκλησία σε θέατρο ή μελόδραμα είναι αβάσιμος. Η ποιότητα της ψαλμωδίας εξαρτάται από το ήθος και τη μουσική παιδεία του εκτελεστή και όχι από το φύλο του. Μια γυναίκα που γνωρίζει τη βυζαντινή σημειογραφία και το ύφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας μπορεί να αποδώσει τους ύμνους με την ίδια —ή και μεγαλύτερη— κατάνυξη από έναν άνδρα. Η «θεατρικότητα» είναι ένας κίνδυνος που αφορά εξίσου τους άνδρες ψάλτες που επιδιώκουν την επίδειξη.
Δ. Ενώ η συμμετοχή του λαού («απλή ψαλμωδία») είναι επιθυμητή, η Βυζαντινή Μουσική παραμένει μια υψηλή τέχνη που απαιτεί εξειδίκευση. Ο αποκλεισμός των γυναικών στερεί από την Εκκλησία το ταλέντο του μισού πληθυσμού της. Σε μια εποχή που οι ενορίες αντιμετωπίζουν σοβαρή έλλειψη στελεχωμένων αναλογίων, η αξιοποίηση των γυναικών που σπουδάζουν τη μουσική μας παράδοση δεν αποτελεί «καινοτομία», αλλά επιτακτική ανάγκη επιβίωσης και μαρτυρίας.
Ε.Παρά την ανάγκη για θεσμική τάξη, η ίδια η ζωή της Εκκλησίας συχνά προπορεύεται των επίσημων συνοδικών αποφάσεων. Η καθιέρωση γυναικείων χορών σε πολλές ενορίες σήμερα δεν οδήγησε στην αναρχία, αλλά σε μια πλουσιότερη και πιο ζωντανή λατρευτική ζωή. Η επίσημη διοίκηση καλείται πλέον να αναγνωρίσει και να κατευθύνει αυτή την πραγματικότητα, αντί να προσπαθεί να την καταστείλει.
Οι απόψεις του Π. Τρεμπέλα, αν και ιστορικά σημαντικές, αντικατοπτρίζουν μια εποχή έντονης εσωστρέφειας και συντηρητισμού. Η σύγχρονη Εκκλησία, χωρίς να προδίδει την παράδοση, οφείλει να αναγνωρίσει ότι η γυναικεία φωνή στη λατρεία δεν είναι «ψιμύθιο» ή «σκάνδαλο», αλλά καθαρή δοξολογία. Η συμμετοχή της γυναίκας στο αναλόγιο αποτελεί τη φυσική εξέλιξη της ισοτιμίας των φύλων εντός της ευχαριστιακής σύναξης
---------------------------------------------------------------------------------
Η διαφορά των ρημάτων λαλείν και προφητεύειν
δίνεται από τον ίδιο τον Απόστολο Παύλο στους στίχους Α΄ Κορ. 14, 2-5.
Το ρήμα «προφητεύω» έχει την έννοια της «εν
Αγίω Πνεύματι» ερμηνείας και παρουσίασης του θελήματος του Θεού, που συμβάλλει
θετικά στην οικοδομή της Εκκλησίας. Ενώ το ρήμα «λαλώ» αναφέρεται σε
ομιλία η οποία γίνεται με την άτακτη επέμβαση ερωτήσεων κατά τη λατρεία ή ακόμη
και φλυαρία, που φανερώνει τη χαμηλή παιδεία και αγωγή των γυναικών. Η αγωγή
των γυναικών εξαρτιόταν άμεσα από τους άνδρες, διότι παντρεύονταν σε νεαρή
ηλικία.
Μια τέτοια άτακτη επέμβαση στην κοινότητα, και
μάλιστα η αδιάκοπη φλυαρία των γυναικών, δεν συμβάλλει στην οικοδομή, αλλά στην
αταξία και ακαταστασία της λατρευτικής εκδήλωσης. Αυτό εξάλλου είναι το
πρόβλημα που απασχολεί ευρύτερα τον Παύλο στο κεφάλαιο 14, γι’ αυτό και
αναγκάζεται να δώσει σειρά συστάσεων για σιωπή (στχ. 28, 29, 30, 32), μεταξύ
των οποίων ανήκει και η σχετική για τις γυναίκες. Δεν πρόκειται δηλαδή για
καταστολή του προφητικού χαρίσματος της γυναίκας, αλλά για αποφυγή της αταξίας
και της φλυαρίας. Παράλληλα, παραπέμπονται οι γυναίκες να πάρουν από τους
άνδρες ειδική ενημέρωση, ώστε να μην εμποδίζεται και υποβαθμίζεται η λειτουργία
της κοινότητας. Μέσα λοιπόν στο ανδροκεντρικό περιβάλλον, ο άνδρας είναι ο
μεγάλος μοχλός για το ανέβασμα της γυναίκας, στον οποίο επιρρίπτεται και η
μεγαλύτερη ευθύνη.
Από όλα αυτά γίνεται φανερό ότι στην κοινότητα της
Κορίνθου μπορεί κανείς να διακρίνει:
- Ομάδα
χαρισματούχων γυναικών: Που ίσως είναι
άγαμες ή έχουν λίγες οικογενειακές υποχρεώσεις, είναι σωστά ενημερωμένες
και εντάσσονται ομαλά στην κοινότητα χωρίς να δημιουργούν αταξία (Α΄ Κορ.
11,5).
- Ομάδες
απλών γυναικών: Που με τη φλυαρία τους και τις
απλοϊκές επεμβάσεις τους παρεμποδίζουν τη λειτουργία της κοινότητας. Αυτές
φαίνεται δεν προλαβαίνουν να ενημερωθούν, ίσως διότι τις παραμελούν οι
άνδρες τους ή γιατί είναι απασχολημένες με οικογενειακές φροντίδες.
Αξίζει εδώ να αναφέρει κανείς τη μεγάλη φροντίδα και
σημασία που έδειχναν οι Πατέρες της Εκκλησίας για την παιδεία των γυναικών.
Όταν ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερμηνεύει τα λόγια του Αποστόλου Παύλου για
την παρθενία, σημειώνει πως ο γάμος δεν είναι κάτι κακό. Το πρόβλημα είναι όταν
οι οικογενειακές υποχρεώσεις γίνονται εμπόδιο στην πνευματική ζωή (τη
«φιλοσοφία»). Αναφέρει μάλιστα πως οι γυναίκες στην πρώτη Εκκλησία:
- Ζούσαν
με υψηλά πνευματικά ιδανικά.
- Ακολουθούσαν
τους Αποστόλους έχοντας ανδρείο και θαρραλέο φρόνημα.
- Δεν
τις απασχολούσαν τα εντυπωσιακά ρούχα και η κοσμική επίδειξη (ο «τύφος»).
- Ο
μοναδικός τους στόχος ήταν να βοηθήσουν στο έργο των Αποστόλων και να
διαδώσουν το Ευαγγέλιο.
Η σιωπή όμως των γυναικών στην εκκλησία, όπως τη
ζητεί ο Απόστολος Παύλος από όλες τις χριστιανικές κοινότητες, ενώ δεν σκοπεύει
να καταστείλει το προφητικό χάρισμα και τη συμμετοχή των γυναικών στη δημόσια
προσευχή, ούτε να επιτρέψει την αταξία και τον υποβιβασμό της εκκλησιαστικής
σύναξης, δεν είναι άσχετη μ’ αυτό που θέλει να τονίσει στην περικοπή Α΄ Κορ.
11, 2-16. Συγκεκριμένα, ότι η αρχή της κοινότητας ανατίθεται σ’ ένα φύλο και
όχι και στα δύο φύλα μαζί, κατά την εικόνα της σχέσης Χριστού και Θεού.
Στο σημείο αυτό μπορεί κανείς να βοηθηθεί από την
ερμηνεία που δίνει ο ιερός Χρυσόστομος στο στχ. Α΄ Τιμ. 2,12: «διδάσκειν δέ
γυναικί οὐκ
ἐπιτρέπω, οὐδέ αὐθεντεῖν τοῦ ἀνδρός».
Αρχικά διερωτάται και ο ίδιος αν μπορεί να δεχτεί αυτό το στίχο ή όχι, γι’ αυτό
βάζει ερωτηματικό στο στίχο και στη συνέχεια απαντά: «ὅταν καί ὁ ἀνήρ εὐλαβής ᾖ καί τήν αὐτήν πίστην κεκτημένος,
καί τῆς
αὐτῆς σοφίας μετέχων»
ισχύει ο στίχος.
«Όταν όμως ο άνδρας είναι άπιστος και βρίσκεται σε
πλάνη, τότε ο Παύλος δεν στερεί από τη γυναίκα την αυθεντία και το δικαίωμα της
διδασκαλίας. Στέλνοντας, λοιπόν, επιστολή στους Κορινθίους λέει: "Και
γυναίκα που έχει άνδρα άπιστο, ας μην τον χωρίζει· γιατί πώς ξέρεις εσύ,
γυναίκα, αν θα σώσεις τον άνδρα σου;". Είναι φανερό, δηλαδή, ότι θα τον
σώσει κατηχώντας τον, διδάσκοντάς τον και οδηγώντας τον προς την πίστη, ακριβώς
όπως έκανε και η Πρίσκιλλα με τον Απολλώ. Από την άλλη πλευρά, όταν ο Παύλος
λέει "δεν επιτρέπω στη γυναίκα να διδάσκει", εννοεί τη διδασκαλία από
το ιερό βήμα (το κήρυγμα στην εκκλησία), τη δημόσια ομιλία και όσα αφορούν το
λειτούργημα της ιερωσύνης. Όμως, το να συμβουλεύει και να παροτρύνει κανείς
κατ’ ιδίαν (σε προσωπικό επίπεδο), δεν το εμπόδισε. Γιατί, αν το είχε
απαγορεύσει αυτό, δεν θα επανούσε τη γυναίκα που το έκανε.» (Ι. Χρυσοστόμου,
Λόγοι, PG 51, 192).
Στον Περί ιερωσύνης λόγο Β', ο ιερός
Χρυσόστομος κάνει την εξής παρατήρηση: «Όταν παραστεί ανάγκη διοικήσεως της
εκκλησίας και ανάθεσης για την επιμέλεια τόσων ψυχών, όλον ανεξαιρέτως το
γυναικείο φύλο πρέπει να υποχωρεί για τη
σπουδαιότητα του πράγματος, αλλά και η πλειονότητα των ανδρών, από τους οποίους
μόνο οι αξιότεροι να αναλαμβάνουν».
Διερωτάται όμως στο υπόμνημά του στην Προς
Ρωμαίους επιστολή (PG 60, 669), πώς είναι δυνατόν να μην επιτρέπεται στις
γυναίκες η διδασκαλία, όταν μία Πρίσκιλλα κατηχεί τον Απολλώ ή όταν άλλες
γυναίκες εμφανίζονται «ἀποστόλων καὶ εὐαγγελιστῶν ἀναδεξάμεναι δρόμους»;
Ο ίδιος πάλι απαντά ότι δεν ενθαρρύνονται οι γυναίκες να αναλάβουν το δημόσιο
βήμα για να φιλοτιμούνται οι άνδρες. Πιστεύει επίσης ότι η προαγωγή της
γυναίκας στο δημόσιο βήμα σημαίνει την αναξιότητα του άνδρα, ο οποίος «πανταχοῦ τῶν πρωτείων ἀξιοῖ τυγχάνειν»
(Υπόμνημα στην προς Εφεσίους, PG 62).
Ερμηνεία
του ΟΡΟΥ «ΨΑΛΛΕΙΝ».
1. Η Φύση του «Ψάλλειν»
Σε αντίθεση με το «λαλείν» που ο Απόστολος Παύλος
περιορίζει για να αποφευχθεί η αταξία, το ψάλλειν (η συμμετοχή στην
υμνολογία) θεωρείται μια μορφή συλλογικής προσευχής. Στην πρώτη
Εκκλησία, όλο το σώμα των πιστών (άνδρες και γυναίκες) συμμετείχε ενεργά στους
ύμνους. Το ψάλλειν δεν θεωρείται «άσκηση αυθεντίας» πάνω στον άνδρα, αλλά
δοξολογία προς τον Θεό. Επομένως, δεν εμπίπτει στους περιορισμούς περί σιωπής
που αφορούν τη διδασκαλία ή τις δημόσιες παρεμβάσεις.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, παρόλο που είναι
αυστηρός στην τήρηση της τάξης μέσα στον ναό, αναγνωρίζει τη δύναμη της
ψαλμωδίας: Στην υμνολογία, η φωνή της γυναίκας ενώνεται με τη φωνή της
κοινότητας. Ο Χρυσόστομος τονίζει συχνά ότι στην εκκλησία «μία είναι η φωνή»,
υποδηλώνοντας την ενότητα του σώματος του Χριστού.
Το ψάλσιμο βοηθά τη γυναίκα (όπως και τον άνδρα) να
αποβάλει τον «κοσμικό τύφο» (τη ματαιοδοξία) και να επικεντρωθεί στη
«φιλοσοφία», δηλαδή την πνευματική ζωή.
3. Το Ψάλλειν ως «Προφητικό» Χάρισμα
Πολλοί ερμηνευτές συνδέουν το ψάλλειν με το προφητεύειν.
Στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, υπάρχουν παραδείγματα γυναικών που
«προφήτευαν» ψάλλοντας (π.χ. η Μαριάμ, αδελφή του Μωυσή, ή η Θεοτόκος με την
Ωδή της). Όταν μια γυναίκα ψάλλει με ευλάβεια, συμμετέχει στο χάρισμα της
Εκκλησίας να ομολογεί την αλήθεια του Θεού μέσω της μουσικής.
Η ιστορική
έρευνα και η εκκλησιαστική πράξη αναδεικνύουν μια πιο σύνθετη εικόνα. Ήδη από
την πρωτοχριστιανική εποχή, υπήρχε το τάγμα των Διακονισσών, ενώ στην
Παλαιά Διαθήκη αναφέρονται προφήτιδες (όπως η Μαριάμ ή η Δεββώρα) που ηγούνταν
υμνολογικών χορών.
Οι Προφήτιδες στην Αγία Γραφή (Παλαιά και
Καινή Διαθήκη) ήταν γυναίκες που κατείχαν το χάρισμα της προφητείας, δηλαδή την
ικανότητα να γίνονται «στόμα του Θεού», μεταφέροντας το θείο θέλημα στον λαό,
προλέγοντας το μέλλον ή καθοδηγώντας το έθνος σε κρίσιμες στιγμές. Η ύπαρξή
τους αποτελεί το ισχυρότερο επιχείρημα όσων υποστηρίζουν ότι ο περιορισμός του
«λαλείν» δεν αφορά την πνευματική αξία της γυναίκας, αλλά την εκκλησιαστική
τάξη.
Στην προχριστιανική εποχή, η προφήτιδα δεν ήταν
απλώς μια θρησκευτική προσωπικότητα, αλλά συχνά μια ηγέτιδα με πολιτική και
κοινωνική ισχύ.
- Μαριάμ
(Αδελφή του Μωυσή): Η πρώτη που ονομάζεται ρητά
«προφήτις». Μετά τη διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας, ηγήθηκε των γυναικών με
τύμπανα και χορό, ψάλλοντας τον επινίκιο ύμνο («Ἄσωμεν τῷ Κυρίῳ...»).
- Δεββώρα:
Μια από τις πιο δυναμικές μορφές. Ήταν ταυτόχρονα Προφήτις και Κριτής
του Ισραήλ. Δίκαζε τον λαό και καθοδήγησε τον στρατηγό Βαράκ στη μάχη,
αποδεικνύοντας ότι ο Θεός μπορούσε να αναθέσει ηγετικό ρόλο σε γυναίκα.
- Ολδά:
Στα χρόνια του βασιλιά Ιωσία, οι ιερείς κατέφυγαν σε αυτήν για να
ερμηνεύσει το βιβλίο του Νόμου που βρέθηκε στον Ναό. Η δική της αυθεντία
επικύρωσε την πνευματική μεταρρύθμιση του βασιλείου.
2. Οι Προφήτιδες στην Καινή Διαθήκη
Με την έλευση του Χριστού, το χάρισμα της προφητείας
συνεχίζει να εκδηλώνεται στις γυναίκες, προαναγγέλλοντας την «έκχυση του
Πνεύματος» που υποσχέθηκε ο Θεός («...καὶ
προφητεύσουσιν οἱ
υἱοὶ
ὑμῶν
καὶ αἱ
θυγατέρες ὑμῶν»).
- Άννα
η Προφήτις: Η ηλικιωμένη γυναίκα που
υποδέχθηκε τον Χριστό στον Ναό κατά την Υπαπαντή. Αναγνώρισε τον Μεσσία
και «ελάλει περί αυτού» σε όλους όσοι περίμεναν τη λύτρωση.
- Οι
τέσσερις θυγατέρες του Φιλίππου: Στις Πράξεις
των Αποστόλων αναφέρεται ότι ο διάκονος Φίλιππος είχε τέσσερις
θυγατέρες παρθένες που προφήτευαν. Αυτό δείχνει ότι στην πρώτη Εκκλησία η
γυναικεία προφητεία ήταν αποδεκτή και ενταγμένη στη ζωή της κοινότητας.
Το ερώτημα που τίθεται είναι: Αφού υπήρχαν προφήτιδες, γιατί ο
Παύλος επιβάλλει σιωπή;
Η πατερική ερμηνεία (π.χ. Ωριγένης, Χρυσόστομος)
κάνει έναν σαφή διαχωρισμό: Η προφητεία είναι χάρισμα (δωρεά του Αγίου
Πνεύματος) που δίνεται και στα δύο φύλα. Οι Πατέρες υποστηρίζουν ότι οι
προφήτιδες της Γραφής δεν «δημηγορούσαν» (δεν έβγαζαν λόγους) μπροστά σε άνδρες
στην Εκκλησία, αλλά ασκούσαν το χάρισμά τους κατ' ιδίαν ή σε γυναικείες
συνάξεις.
Οι προφήτιδες ήταν οι ζωντανές αποδείξεις ότι
η γυναίκα είναι ικανή να δεχθεί την ύψιστη θεία αποκάλυψη. Στην ιστορία της
ψαλτικής, οι προφήτιδες (όπως η Μαριάμ) θεωρούνται οι «πρόγονοι» των ψαλτριών,
καθώς η προφητεία στην αρχαιότητα συχνά εκφερόταν με έμμετρο, μουσικό τρόπο. Στην
Αρχαία Εκκλησία οι γυναίκες συμμετείχαν κανονικά στην κοινή ψαλμωδία.Στα
γυναικεία μοναστήρια, το «ψάλλειν» είναι η κύρια ενασχόληση των μοναζουσών,
αποδεικνύοντας ότι το γυναικείο φύλο ουδέποτε αποκλείστηκε από την υμνητική
διακονία της Εκκλησίας.
Οι Βυζαντινοί πίστευαν ότι η ψαλμωδία είναι μίμηση
της αγγελικής υμνολογίας. Καθώς οι άγγελοι δεν έχουν φύλο, το ψάλλειν
θεωρούνταν μια δραστηριότητα που υπερβαίνει τις κοινωνικές διακρίσεις ανδρών
και γυναικών. Όπως σημείωναν πατέρες της Εκκλησίας, η γυναίκα που ψάλλει με
ευλάβεια μεταμορφώνει τον εαυτό της σε «πνευματική λύρα».
Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα κατηγορία αναδεικνύεται
από το Τυπικό της Μονής Παντοκράτορος (12ος αι.) που είναι οι Γραπτές. Ο όρος
υποδηλώνει ότι ήταν επίσημα εγγεγραμμένες στους καταλόγους του κατώτερου
κλήρου. Ήταν έμμισθες υπάλληλοι της Εκκλησίας, γεγονός που αποδεικνύει τον
επαγγελματισμό της γυναικείας ψαλτικής τέχνης. Συμμετείχαν σε εξειδικευμένες
τελετές, όπως η Ακολουθία της Πρεσβείας, και η θέση τους θεωρούνταν ισότιμη με
αυτή των διακονισσών.
Στο Τυπικό των Ιεροσολύμων συναντάμε την τάξη
των Μυροφόρων, ένας όρος με έντονο συμβολισμό που παραπέμπει στις
πρώτες γυναίκες μάρτυρες της Ανάστασης. Η δράση τους επικεντρωνόταν στον
Πανάγιο Τάφο. Η συμμετοχή τους στην ψαλμωδία του συγκεκριμένου ιερού χώρου
αναδείκνυε τη σύνδεση της γυναικείας φωνής με τη χαρμόσυνη αγγελία της
Ανάστασης, ενισχύοντας τη θεολογική διάσταση του ρόλου τους.
Σήμερα η παρουσία γυναικών στα ιερά αναλόγια (ως
ψαλτριών) αποτελεί συνέχεια αυτής της παράδοσης, αρκεί να γίνεται με το
απαραίτητο ήθος και την τάξη που ορίζουν οι κανόνες.
Ενώ η «διδασκαλία από το βήμα» (ιερωσύνη) ανατίθεται
στους άνδρες, το ψάλλειν είναι δικαίωμα και προσφορά κάθε πιστού μέλους.
Για τη γυναίκα, το ψάλλειν είναι ο τρόπος να συμμετέχει ενεργά στη λατρεία, να
εκφράζει το προφητικό της χάρισμα και να οικοδομεί την πνευματική της ζωή χωρίς
να παραβιάζει την εκκλησιαστική τάξη.
-----------------------------------------------
Πρωτογενείς Πηγές (Πατερικά Κείμενα)
- Ιωάννης
Χρυσόστομος:
- Υπόμνημα
εις την Προς Κορινθίους Α΄ Επιστολήν, Ομιλίες
26 και 37. (Migne, Patrologia Graeca, τόμος 61).
- Υπόμνημα
εις την Προς Τιμόθεον Α΄ Επιστολήν, Ομιλία 9.
(Migne, Patrologia Graeca, τόμος 62).
- Υπόμνημα
εις την Προς Ρωμαίους Επιστολήν, Ομιλία 30 (για
την Πρίσκιλλα και τη Φοίβη). (Migne, PG 60).
- Λόγος
εις το «Ασπάσασθε Πρίσκιλλαν και Ακύλαν».
(Migne, PG 51, 187-208).
- Περί
Ιερωσύνης, Λόγος Β΄. (Migne, PG 48).
- Περί
Παρθενίας. (Migne, PG 48, 533-596).
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου