Α. Η σημασία και ο ρόλος της Α΄
Οικουμενικής Συνόδου
Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος (325 μ.Χ.) αποτελεί για την
Εκκλησία ένα ακλόνητο δογματικό οχυρό. Ο βασικός της σκοπός ήταν η ξεκάθαρη
διατύπωση της αλήθειας και η καταδίκη της αίρεσης του Αρειανισμού. Οι Πατέρες
της Συνόδου δεν λειτούργησαν ως διπλωμάτες ή διαχειριστές, αλλά ως
θεματοφύλακες της αποκάλυψης. Η συνοδικότητα τότε δεν ήταν μια τυπική
διαδικασία, αλλά η φωνή της συνείδησης της Εκκλησίας υπό την καθοδήγηση του
Αγίου Πνεύματος. Οι αποφάσεις της ήταν καθαρές και δεσμευτικές, λειτουργώντας
ως πυξίδα σωτηρίας, αφού η Εκκλησία οφείλει να διατηρεί σαφή όρια για να μην
αλλοιώνεται το μήνυμά της και να μην μετατρέπεται σε έναν κοσμικό οργανισμό.
Β. Η Σύνοδος της Κρήτης: Μια διαφορετική
Σύνοδος
Σε αντίθεση με το πατερικό πρότυπο, η Σύνοδος της
Κρήτης (2016) επικρίθηκε έντονα για τον τρόπο που λειτούργησε. Αντί για την
καθαρή δογματική οριοθέτηση, η Σύνοδος αυτή έδωσε προτεραιότητα στη διαδικασία
και τη σκοπιμότητα. Ειδικότερα, στο κείμενο για τις σχέσεις με τον υπόλοιπο
χριστιανικό κόσμο, η αναγνώριση άλλων χριστιανικών κοινοτήτων ως «Εκκλησιών»
θεωρήθηκε από τους επικριτές ως υποχώρηση από την παραδοσιακή διδασκαλία, η
οποία θεωρεί την Ορθόδοξη Εκκλησία ως τη μία και μοναδική οδό. Επιπλέον, η διαδικασία
της Συνόδου χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως γραφειοκρατική, κλειστή και
ελεγχόμενη, θυμίζοντας περισσότερο έναν διεθνή οργανισμό παρά μια εκκλησιαστική
σύναξη που εμπνέεται από μαρτυρικό πνεύμα.
Γ. Η Σύνοδος της Κρήτης και το
Δοξαστικό των Πατέρων
|
«Τῶν
ἁγίων Πατέρων ὁ
χορός, ἐκ τῶν
τῆς οἰκουμένης
περάτων συνδραμών, Πατρός, καὶ Υἱοῦ,
καὶ Πνεύματος ἁγίου,
μίαν οὐσίαν ἐδογμάτισε
καὶ φύσιν, καὶ
τὸ μυστήριον τῆς
θεολογίας, τρανῶς παρέδωκε τῇ
Ἐκκλησίᾳ·
οὓς εὐφημοῦντες
ἐν πίστει, μακαρίσωμεν λέγοντες· Ὦ
θεηγόρος παρεμβολή, θεοφόροι ὁπλῖται,
παρατάξεως Κυρίου, ἀστέρες
πολυφωτοι τοῦ νοητοῦ
στερεώματος, τῆς μυστικῆς
Σιών οἱ ἀκαθαίρετοι
πύργοι, τὰ μυρίπνοα ἄνθη
τοῦ Παραδείσου, τὰ
χρυσόστομα στόματα τοῦ Λόγου,
Νικαέων τὸ καύχημα, οἰκουμένης
ἀγλάϊσμα, ἐκτενῶς
πρεσβεύσατε, ὑπὲρ τῶν
ψυχῶν ἡμῶν.»
|
Το Δοξαστικό της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου αναφέρεται
στους Πατέρες που συγκεντρώθηκαν «εκ των της οικουμένης περάτων» (από κάθε άκρη
της γης). Αυτό υποδηλώνει ότι η Σύνοδος δεν ήταν ένα τυπικό συνέδριο, αλλά η
φωνή όλης της Εκκλησίας. Η Σύνοδος της Κρήτης παρουσιάζει ένα κρίσιμο έλλειμμα
συμμετοχής. Η απουσία τεσσάρων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών (Ρωσίας, Αντιοχείας,
Γεωργίας και Βουλγαρίας) δεν αποτελεί μια απλή διοικητική λεπτομέρεια. Σύμφωνα
με το πατερικό πρότυπο, εφόσον λείπει το ένα τρίτο της Ορθοδοξίας, το μέρος δεν
μπορεί να μιλά εξ ονόματος του όλου. Έτσι, ο οικουμενικός χαρακτήρας της
Συνόδου κρίνεται ελλιπής και η Σύνοδος πλησιάζει περισσότερο σε μια τοπική
σύναξη παρά σε μια «Αγία και Μεγάλη» Σύνοδο.
Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος λειτούργησε με στόχο να
«δογματίσει» (να ορίσει με απόλυτη ακρίβεια την πίστη) και να καταδικάσει την
αίρεση του Αρειανισμού. Η Σύνοδος της Κρήτης επέλεξε μια γλώσσα ασαφή και
διπλωματική, ιδιαίτερα στα κείμενα που αφορούν τις σχέσεις της Ορθοδοξίας με
τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο. Αυτή η επιλογή επιτρέπει πολλαπλές και συχνά
αντιφατικές ερμηνείες. Η άρνηση να
τεθούν σαφή δογματικά όρια δεν αποτελεί μετριοπάθεια, αλλά εκκλησιολογική αδυναμία,
καθώς η Εκκλησία οφείλει να προβάλλει την Αλήθεια χωρίς αλλοιώσεις .
Στο Δοξαστικό, οι Πατέρες περιγράφονται ως «θεηγόροι
οπλίτες» (στρατιώτες του Χριστού) που συγκροτούν μια «θεία παρεμβολή»
(στρατιωτική παράταξη) κατά της αίρεσης. Αυτή η εικόνα αναδεικνύει το μαρτυρικό
φρόνημα και τη διαφάνεια.
Η διαδικασία της Κρήτης περιγράφεται ως μια κλειστή,
ελεγχόμενη και γραφειοκρατική διαδικασία. Οι αποφάσεις φαίνεται να προέκυψαν
μέσα από συμβιβασμούς σε κλειστές αίθουσες, γεγονός που θυμίζει περισσότερο
διεθνείς πολιτικούς οργανισμούς παρά την αγωνιστική και μαρτυρική παράδοση της
Εκκλησίας.
Το Δοξαστικό κλείνει με μια δέηση προς τους Πατέρες
να πρεσβεύουν για τις ψυχές των πιστών. Αυτή η μεσιτεία προϋποθέτει ότι οι
Πατέρες είναι «ακαθαίρετοι πύργοι» της πίστης, ενωμένοι με το Σώμα του Χριστού.
Μια Σύνοδος που ξεκίνησε με αποχωρήσεις και
συνεχίστηκε με έντονες εσωτερικές επιφυλάξεις δεν μπορεί να εκφράσει την
ενότητα που απαιτείται για να θεωρηθεί φορέας της ίδιας μεσιτικής χάρης. Εφόσον
η Σύνοδος της Κρήτης υπήρξε διχαστική, δεν μπορεί να αξιώσει την ίδια
εκκλησιολογική υπόσταση με τη Νίκαια.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου