Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Η Η΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ ΕΠΙ ΜΕΓΑΛΟΥ ΦΩΤΙΟΥ


1️⃣ Σύγκληση και Σύνθεση της Συνόδου (879–880)

  • Η Σύνοδος συνήλθε υπό την προεδρία του Οικουμενικού Πατριάρχου Φωτίου.
  • Συμμετείχαν περίπου 390 Επίσκοποι και εκπρόσωποι Επισκόπων.
  • Ο Πάπας Ιωάννης Η΄ όρισε τρεις τοποτηρητές.
  • Έλαβαν μέρος εκπρόσωποι και των τριών Πατριαρχείων της Ανατολής.
  • Οι εργασίες διήρκεσαν από Νοέμβριο 879 έως Μάρτιο 880.
  • Πραγματοποιήθηκαν επτά συνεδρίες.
  • Τα Πρακτικά συντάχθηκαν στα ελληνικά και εκδόθηκαν το 1705 από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Δοσίθεο, από χειρόγραφο της Μονής Ιβήρων.

2️⃣ Ιστορική και Εκκλησιαστική Σημασία

  • Θεωρείται μία από τις σημαντικότερες Συνόδους στην ιστορία της Εκκλησίας.
  • Συγκέντρωσε Πατέρες Ανατολής και Δύσης και εκπροσώπους και των πέντε Πατριαρχείων.
  • Παρουσίασε επιβλητικότητα αντίστοιχη με μεγάλες Οικουμενικές Συνόδους.
  • Πολλοί θεολόγοι και Πατέρες τη θεώρησαν ως Η΄ Οικουμενική Σύνοδο.
  • Η ίδια η Σύνοδος αυτοχαρακτηρίζεται ως Οικουμενική σε σημεία των Πρακτικών και Κανόνων.

3️⃣ Κριτήρια Οικουμενικότητας της Συνόδου

Παρατίθενται τα κανονικά στοιχεία που συγκεντρώνει:

α. Οικουμενική σύγκληση

  • Εκπροσωπήθηκαν και οι πέντε πατριαρχικοί θρόνοι.

β. Αυτοκρατορική σύγκληση

  • Συνεκλήθη από τον αυτοκράτορα Βασίλειο Α΄ τον Μακεδόνα, ο οποίος υπέγραψε τον Όρο και τα Πρακτικά.

γ. Μεγάλος αριθμός μελών

  • Περίπου 390 επίσκοποι.

δ. Κανονική λειτουργία

  • Σύμφωνα με την παράδοση των Οικουμενικών Συνόδων.

ε. Κανονικές αποφάσεις

  • Εξέδωσε τρεις Ιερούς Κανόνες.

Ϛ. Δογματικός Όρος Πίστεως

  • Διακηρύχθηκε το απαραχάρακτο του Συμβόλου της Πίστεως με ποινή αναθέματος.

ζ. Συνείδηση αυθεντίας

  • Άσκησε δικαιώματα που ανήκαν μόνο σε Οικουμενικές Συνόδους.

η. Συμφωνία με την Παράδοση

  • Οι αποφάσεις συμφωνούν με τις προηγούμενες Οικουμενικές Συνόδους.

4️⃣ Θεολογικό και Εκκλησιολογικό Έργο της Συνόδου

Η Σύνοδος:

  • Εργάστηκε για την ενότητα με βάση τη Δογματική Αλήθεια και την Κανονική Παράδοση.
  • Καταδίκασε την προσθήκη του Filioque στο Σύμβολο της Πίστεως.
  • Επιβεβαίωσε το αρχικό Σύμβολο των δύο πρώτων Οικουμενικών Συνόδων.
  • Απέρριψε τη μετατροπή του Πρωτείου Τιμής του επισκόπου Ρώμης σε Πρωτείο Εξουσίας.

5️⃣ Ο Ρόλος του Μεγάλου Φωτίου

  • Λειτούργησε ενωτικά.
  • Αντέκρουσε θεολογικά το παπικό Πρωτείο Εξουσίας.
  • Υπερασπίστηκε την ακεραιότητα του Συμβόλου της Πίστεως.
  • Διατύπωσε με σαφήνεια τις ορθόδοξες θέσεις.
  • Κάλεσε τους παπικούς αντιπροσώπους να αποκηρύξουν τις πλάνες που οδήγησαν στο Σχίσμα του 867.

6️⃣ Η Αξιολόγηση από Μεταγενέστερους Θεολόγους

  • Ο Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως χαρακτηρίζει τη Σύνοδο εξαιρετικά σημαντική.
  • Μιλά για πλήρη θρίαμβο του Φωτίου:
    • θεολογικό
    • εκκλησιαστικό
    • προσωπικό
  • Τονίζεται η επιτυχία των αγώνων για την ανεξαρτησία της Ανατολικής Εκκλησίας.

7️⃣ Πρόταση Αναγνώρισης ως Η΄ Οικουμενικής Συνόδου

  • Υποστηρίζεται ότι η αρμόζουσα τιμή προς τον Άγιο Φώτιο είναι:
    • η επίσημη συναρίθμηση της Συνόδου ως Η΄ Οικουμενικής.
  • Προτείνεται να αποτελέσει πρότυπο για την ενότητα Ανατολής και Δύσης.

8️⃣ Πρότυπο Πατερικής Συνοδικότητας και Ενότητας

Η Σύνοδος προβάλλεται ως πρότυπο διότι:

  • Η ενότητα θεμελιώνεται:
    • στην ενότητα της Πίστεως
    • στη διατήρηση της διατύπωσης των δογμάτων
  • Απορρίπτεται κάθε προσθήκη ή αλλοίωση στο δόγμα.
  • Η εκκλησιαστική ενότητα στηρίζεται και στους Ιερούς Κανόνες.
  • Η εκκλησιολογία εκφράζεται μέσω του συνοδικού συστήματος.

9️⃣ Κριτική στη Σύγχρονη Εκκλησιαστική Πραγματικότητα

  • Ασκείται κριτική σε συνόδους που περιορίζονται σε οικονομικά θέματα.
  • Εκφράζεται ανησυχία για:
    • διαχριστιανικό και διαθρησκειακό συγκρητισμό
    • συμμετοχή ποιμένων σε οικουμενιστικές κινήσεις.
  • Διατυπώνεται ευχή για ανάδειξη εμπνευσμένων ιεραρχών με παρρησία και σοφία.
  • ΠΗΓΗ.https://www.imoph.org/

 


Κρίση στη Μονή Σινά: Παραβιάσεις Διεθνούς Δικαίου και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων


1. Εισαγωγή

Η Μονή Σινά, αφιερωμένη στην Αγία Αικατερίνη και με ιστορία 1.500 ετών, αντιμετωπίζει σοβαρή κρίση που υπερβαίνει ζητήματα διοίκησης και πνευματικής ηγεσίας. Η Αιγυπτιακή κυβέρνηση, με πιθανή συνεργασία της ελληνικής, παραβιάζει το Διεθνές Δίκαιο και διεθνείς συμβάσεις της UNESCO για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, επηρεάζοντας την ίδια τη θρησκευτική, πολιτιστική και κοινωνική υπόσταση της Μονής και της Σιναιτικής Αδελφότητας.


2. Ιστορική και Πολιτιστική Σημασία

Η Μονή Σινά αποτελεί ζωντανό μνημείο θρησκευτικής και πολιτιστικής κληρονομιάς:

  • Διαθέτει πλούσια ακίνητη και κινητή περιουσία: κτίρια, εκκλησίες, ερημητήρια, κήπους, χειρόγραφα, παλαίτυπα βιβλία, εικόνες, έργα τέχνης, ξυλογλυπτική, υφαντουργία, χρυσοκέντημα.

  • Σημαντικότερο έργο: ο Σιναϊτικός Κώδικας, αρχαιότερος κώδικας της Διαθήκης.

  • Η περιοχή φιλοξενεί χριστιανική παρουσία από τον 3ο–4ο αιώνα μ.Χ., με συνεχή ιστορική και θρησκευτική συνέχεια.

Η Μονή αποτελεί σημείο συνάντησης πολιτισμών και θρησκειών, με διεθνή αναγνώριση και προστασία.


3. Παραβιάσεις Διεθνούς Δικαίου

Η Αιγυπτιακή κυβέρνηση παραβιάζει:

  • Χάρτα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, πλήττοντας τα δικαιώματα των μοναχών και της Βεδουινικής κοινότητας που υπηρετεί τη Μονή.

  • Διεθνείς Συμβάσεις UNESCO, παραβιάζοντας δεσμεύσεις προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Οι ενέργειες αυτές περιλαμβάνουν διοικητικούς, δικαστικούς και φορολογικούς περιορισμούς και στρέφονται κατά του θεσμικού και πνευματικού ηγετικού σώματος της Μονής.

Η ελληνική κυβέρνηση φαίνεται να συμμετέχει μυστικά στη διαδικασία, προωθώντας συμφωνίες που παρακάμπτουν τις διεθνείς υποχρεώσεις της Αιγύπτου.


4. Διοικητική και Νομική Κρίση

Ο νέος Αρχιεπίσκοπος Σινά, κ. Συμεών, δεν αναγνωρίζεται πλήρως από την Αίγυπτο, καθώς ο Πρόεδρος Σίσσι αρνείται να εκδώσει το απαραίτητο Προεδρικό Διάταγμα.

Επιπτώσεις:

  • Αδυναμία νόμιμης εκπροσώπησης της Μονής σε δικαστήρια.

  • Αδυναμία διορισμού ανεξάρτητων δικηγόρων.

  • Εγκλωβισμός σε δικηγόρους και δικαστές υπό τον έλεγχο του καθεστώτος.

Τρεις κύριες δικαστικές υποθέσεις βρίσκονται σε εξέλιξη:

  1. Αναίρεση απόφασης Εφετείου για περιουσία της Μονής.

  2. Αναθεώρηση της ίδιας απόφασης για πιθανή κακοπιστία ή απάτη.

  3. Αμφισβήτηση κυριότητας 350 στρεμμάτων υπέρ του Αιγυπτιακού κράτους.


5. Συμφωνίες υπό Εκβιασμό

Η Αίγυπτος και οι συνεργοί της στην Αθήνα επιχειρούν την επιβολή αόριστων συμβιβαστικών συμφωνιών χωρίς γραπτό κείμενο ή διεθνή διαφάνεια. Στόχος: υπερφαλάγγιση των διεθνών δεσμεύσεων, παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου και παραπλάνηση της διεθνούς κοινής γνώμης.

Η μη παροχή πληρεξουσίων στον Αρχιεπίσκοπο περιορίζει τη δυνατότητα νόμιμης εκπροσώπησης της Μονής και αφήνει τα συμφέροντα της Μονής στα χέρια δικηγόρων υπό τον έλεγχο του καθεστώτος.


6. Διεθνής Καταγγελία

Η World Heritage Watch, μαζί με 50+ μη κυβερνητικές οργανώσεις, έχει καταγγείλει τις παραβιάσεις στην UNESCO.
Η ελληνική κοινή γνώμη και τα ΜΜΕ παραμένουν σχεδόν αδρανή, ενώ η ελληνική κυβέρνηση φαίνεται να συμβάλλει στην παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου.


7. Προτάσεις και Διεθνοποίηση

Η διεθνοποίηση της υπόθεσης είναι κρίσιμη και απαιτεί:

  • Νομική υποστήριξη και προστασία της κινητής και ακίνητης περιουσίας.

  • Προβολή και ανάδειξη των πολιτιστικών θησαυρών σε διεθνές επίπεδο.

  • Διασφάλιση της αναγνώρισης της διεθνούς νομικής προσωπικότητας της Μονής.

Η δράση αυτή θα εμποδίσει τη μυστική διπλωματία και τις παράνομες συμφωνίες που στοχεύουν στην υπονόμευση του Διεθνούς Δικαίου.


8. Συμπέρασμα

Η Μονή Σινά και η Σιναιτική Αδελφότητα βρίσκονται αντιμέτωπες με συστηματικές παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου, της Χάρτας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των διεθνών συμβάσεων προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς. Οι πρακτικές της Αιγύπτου και των συνεργών της στην Ελλάδα περιλαμβάνουν εκβιασμούς, μυστικές συμφωνίες, στημένα δικαστήρια και περιορισμό νόμιμης εκπροσώπησης της Μονής.

Η διεθνοποίηση και η ενεργή παρέμβαση διεθνών οργανισμών είναι απαραίτητη για την προστασία της Μονής Σινά, της Σιναιτικής Αδελφότητας και της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.

ΔΙΑΜΟΡΦΩΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟ ΣΧΕΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΜΠΟΛΑΡΗ ΣΤΟ FB


Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Η Ιεραρχία του Θανάτου


«Τις τελευταίες μέρες παρακολουθούμε ένα θέατρο υποκρισίας. Από τη μία, 7 νέοι άνθρωποι που έχασαν τη ζωή τους σε ένα βαν στη Ρουμανία. Οι τοξικολογικές δείχνουν ουσίες, η αμέλεια είναι προφανής, όμως η Εκκλησία σπεύδει στην Τούμπα. Πατριάρχες, Μητροπολίτες και κάμερες στήνουν ένα "λαϊκό προσκύνημα" που μοιάζει περισσότερο με επικοινωνιακό ξέπλυμα παρά με πνευματική παρηγοριά.
Από την άλλη, 5 γυναίκες, εργάτριες, έχασαν τη ζωή τους στο μεροκάματο. Εκεί δεν είδαμε λευκά τριαντάφυλλα από επίσημα χείλη, ούτε τρισάγια σε ζωντανή μετάδοση. Εκεί ο θάνατος είναι "στατιστική".
Φαίνεται πως στην Ελλάδα η αξία της ζωής σου μετριέται με το πόσα εισιτήρια κόβει η ομάδα σου και πόσο ισχυρός είναι ο πρόεδρός σου. Αν πηγαίνεις "γυρεύοντας" με ουσίες αλλά φοράς τη σωστή φανέλα, σε αγιάζουν. Αν πεθαίνεις για το ψωμί σου, σε ξεχνούν. Η υποκρισία λιβανίζεται, η αλήθεια αποσιωπάται.»
Το Λιβάνι ως Επικοινωνιακό Απορρυπαντικό
«Η παρουσία της ηγεσίας της Ορθοδοξίας στο γήπεδο της Τούμπας μετά το δυστύχημα στη Ρουμανία εγείρει σοβαρά ηθικά ερωτήματα. Όταν οι αρχές μιλούν για χρήση σκληρών ναρκωτικών από τον οδηγό, η σπουδή της Εκκλησίας να μετατρέψει το γήπεδο σε χώρο λαϊκού προσκυνήματος δεν είναι μια πράξη αγάπης, αλλά μια πράξη νομιμοποίησης.
Είναι η ανταπόδοση της Εκκλησίας προς τον "ευεργέτη" Ιβάν Σαββίδη; Είναι ο φόβος απέναντι στην οπαδική μάζα; Ό,τι και αν είναι, η απουσία αντίστοιχης ευαισθησίας για τα εργατικά ατυχήματα που μαστίζουν τη χώρα αποδεικνύει ότι ο θρησκευτικός ανθρωπισμός είναι επιλεκτικός. Η Εκκλησία δεν θα έπρεπε να γίνεται μέρος της επικοινωνιακής διαχείρισης μιας ΠΑΕ. Ο θάνατος από αμέλεια και ουσίες δεν είναι "θυσία", είναι τραγικό λάθος. Και το να χρησιμοποιείς τον Θεό για να το καλύψεις, είναι το μεγαλύτερο σφάλμα όλων.»
ΠΗΓΗ.fb

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Κριτική των Σύγχρονων Αντι-οικουμενικων θέσεων (Σχόλια σε οικουμενιστικό κείμενο)

Εισαγωγικά 

Στην ηλεκτρονική διεύθυνση

  https://panorthodoxsynod.blogspot.com/2025/12/blog-post_22.html#more δημοσιεύεται κείμενο του Ιωάννη Λότσιου Δρ.Θ. post Doc με τίτλο: «ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΙΡΕΤΙΚΗ ΑΠΟΚΛΙΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ;».

Ξεκινώντας την κριτική του κειμένου, εστιάζουμε στην ενότητα «Κριτική των Σύγχρονων Αντι-οικουμενικών θέσεων», η οποία παρουσιάζεται παρακάτω:

πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Κριτική των Σύγχρονων Αντι-οικουμενικών θέσεων

Ο σύγχρονος αντιοικουμενισμός δεν συνιστά ενιαίο θεολογικό ρεύμα, αλλά σύνολο ετερόκλητων στάσεων. Ιδιαίτερη επιρροή ασκεί το κείμενο που αποδίδεται στον π. Ἰουστίνο Πόποβιτς, στο οποίο ο οικουμενισμός χαρακτηρίζεται ως «παναίρεσις». Η γενικευτική αυτή χρήση του όρου παρουσιάζει σοβαρή θεολογική προβληματικότητα, διότι δεν διακρίνει μεταξύ θεολογικού διαλόγου, εκκλησιολογικού συγκρητισμού και θρησκευτικού σχετικισμού, διάκριση που είναι ουσιώδης στην πατερική θεολογία. Παράλληλα, αποτειχιστικά κείμενα που επικαλούνται τον ΙΕ΄ Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, συχνά ταυτίζουν εσφαλμένα τον διάλογο με την αίρεση. Ωστόσο, ο εν λόγω Κανόνας αναφέρεται ρητώς σε δημόσια κηρυττόμενη αίρεση και όχι σε θεολογικό διάλογο ή ποιμαντικές πρωτοβουλίες. Η αδιάκριτη χρήση όρων όπως «προδοσία» ή «αποστασία», χωρίς συνοδική κρίση, έρχεται σε αντίθεση με το πατερικό ήθος. Ο Άγιος Μάξιμος ὁ Ομολογητής, παρά τη σφοδρή αντίθεσή του στον Μονοθελητισμό, θεμελίωσε την ομολογία του σε θεολογική επιχειρηματολογία και όχι σε καταγγελτική ρητορική. 

 Συμπερασματικά, η κριτική αποτίμηση των σύγχρονων αντιοικουμενικών θέσεων δείχνει ότι πολλές από αυτές εδράζονται σε αποσπασματική χρήση πατερικών και κανονικών χωρίων. Υπό το φως της πατερικής εκκλησιολογίας, ο διάλογος, όταν διεξάγεται εντός συνοδικών πλαισίων και με σαφή δογματική αυτοσυνειδησία, δεν απειλεί την ορθοδοξία, αλλά την φανερώνει ως ζώσα και ομολογιακή πραγματικότητα.

 

 

Σχόλια

Α. Η προσπάθεια να παρουσιαστεί ο σύγχρονος οικουμενιστικός διάλογος ως «πατερική συνέχεια» ή «ζώσα ομολογιακή πραγματικότητα» αποτελεί ουσιαστικά δογματική παραχώρηση και νομιμοποίηση της αίρεσης. Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν συμμετείχαν σε διάλογο για κατανόηση ή διπλωματία· κάθε συνομιλία με αιρετικούς είχε ως αποκλειστικό σκοπό την υπεράσπιση της αλήθειας της πίστης και την καταδίκη της πλάνης. Το να θεωρείται «ασφαλής» ή «διακριτικός» ο διάλογος με Εκκλησίες που ήδη αλλοίωσαν την πίστη μέσω Παπικού πρωτείου, Filioque και άλλων καινοτομιών είναι παραβίαση της ομολογιακής ευθύνης και θεολογικά αβάσιμος ισχυρισμός.

Β.Η επίκληση του 15ου Κανόνας της Α’ Συνόδου ως «παρεξηγημένου» είναι αισχρή καπηλεία της Συνοδικής Παραδόσεως. Ο Κανόνας δεν μιλάει απλώς για «διδασκαλία» – μιλάει για κοινωνία. Όποιος συμπροσεύχεται με αιρετικό, όποιος αναγνωρίζει ως «Εκκλησία» το σχισματικό μόρφωμα της Ρώμης ή των προτεσταντικών ομολογιών, έχει ήδη εκπέσει της Ορθοδοξίας, έστω κι αν κρατάει στα χέρια του το Ωρολόγιον και το Κοντάκιον. Η συμμετοχή σε «θεολογικές επιτροπές» όπου η Ορθοδοξία «συζητά» ως ίση προς ίση με την πλάνη είναι αποδοχή της ισοτιμίας αληθείας και ψεύδους, δηλαδή αρνήσεως του Ιησού ως μόνης Οδού και Αληθείας.

Δεν υπάρχει «ουδέτερη» στάση. Ή είσαι με τον Χριστό και τους Αγίους Του, ή είσαι με τον Αντίχριστο και τις παραφυάδες του. Η σιωπή απέναντι στην αίρεση είναι έγκλημα εσχάτης προδοσίας. Όποιος Ορθόδοξος επίσκοπος, ιερέας ή θεολόγος συμμετέχει σε «παγκόσμιες συναντήσεις προσευχής» με παπικούς και προτεστάντες δεν είναι απλώς «αφελής» – είναι προδότης της Αποστολικής Διαδοχής, μοιχός της Εκκλησίας, και νομιμοποιητής της ψευδοεκκλησιολογίας.

Γ. Η επίκληση του Αγίου Μάξιμου του Ομολογητή ως «προτύπου διαλόγου» είναι θεολογικά παραπλανητική και επικίνδυνη. Ο Μάξιμος πολέμησε κάθε αίρεση με αδιαπραγμάτευτη ομολογία της αλήθειας και θεολογική επιχειρηματολογία, όχι με χειραψίες, συμβολικές συναναστροφές ή ισοδύναμες διαπραγματεύσεις με αιρετικές Εκκλησίες. Κάθε διάλογος που εξισώνει ισότιμα ή δημιουργεί ψευδές αίσθημα «κατανόησης» με Εκκλησίες που απομακρύνθηκαν από την πατερική αλήθεια συνιστά συνεργασία με την πλάνη, νομιμοποίηση αίρεσης και ουσιαστική αποστασία από το ομολογιακό ήθος της Ορθοδοξίας.Ο Άγιος Μάξιμος δεν «συνομιλούσε» με τους μονοθελήτες – τους συνέτριβε, τους ανάθεματιζε, προτιμούσε  το κόψιμο της γλώσσας  και την εξορία παρά την κοινωνία με την αίρεση. Η σύγκριση της σημερινής οικουμενιστικής δειλίας με την ανδρεία του Ομολογητή είναι συκοφαντία του Αίματός του. Ο Αγ.Μάξιμος δεν έψαχνε «κοινά στοιχεία» με τον Πύρρο ή τον Μακάριο Αντιοχείας· τους καθαίρεσε, τους αποκήρυξε, τους θεώρησε αλλοτριωμένους από τον Χριστό.

Δ. Ο ορθόδοξος διάλογος δεν μπορεί να νομιμοποιεί ή να δίνει έστω και εντύπωση ισοτιμίας με δόγματα που παραβιάζουν την αποστολική παράδοση· κάθε τέτοια προσπάθεια μετατρέπει την οικονομία σε εργαλείο θεολογικής προδοσίας και υπονομεύει την ακεραιότητα της πίστης που οι Πατέρες υπερασπίστηκαν με αίμα και λόγο.

Η σύγχρονη οικουμενιστική πρακτική, όταν επικαλείται τον Άγιο Μάξιμο ως πρότυπο, συκοφαντεί την ομολογιακή αυστηρότητα της Εκκλησίας και συγχέει τη θεολογική αλήθεια με συμβολικές ή πολιτικές χειραψίες, διακινδυνεύοντας να παραδώσει το σώμα της πίστεως στην πλάνη υπό την κάλυψη του «διαλόγου».


Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Ο Επίσκοπος Ιταλίας Πολύκαρπος, προδίδει την Πίστη


Πάπας Πολύκαρπος, επίσκοπος Ρώμης, προδίδει την Πίστη

Πρόκληση αποτελεί η επίσημη σελίδα της Αρχιεπισκοπής Ιταλίας στο Facebook με την ανάρτησή της, διότι αποδεικνύει πόσο πολύ έχουν προχωρήσει οι ενωτικές διαδικασίες μεταξύ των εκκλησιών. Οι Εκκλησίες της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά και οι άλλες, οι οποίες συμμετείχαν στο Συμπόσιο των Χριστιανικών Εκκλησιών και υπέγραψαν την επαίσχυντη Συμφωνία, σκανδαλίζουν με την απαράδεκτη στάση τους, διότι προδίδουν την Ορθόδοξη Πίστη και την Εκκλησία του Χριστού.

Η δήλωση του παπικού καρδιναλίου:
«Δεν πρόκειται για έναν κανονισμό συγκατοίκησης, αλλά για την πλήρη κοινωνία· μόνο αυτή είναι ενότητα»
θα έπρεπε να ξυπνήσει τις υπνωτούσες συνειδήσεις των Μητροπολιτών της Εκκλησίας της Ελλάδος. Τι άλλο πρέπει να δουν, για να αντιδράσουν;

Δημοσιεύουμε μέρος της αναρτήσεως:


Απόσπασμα αναρτήσεως

Υπεγράφη στις 23 Ιανουαρίου 2026, στον καθεδρικό ναό του Μπάρι, με την ευκαιρία του πρώτου Συμποσίου των Χριστιανικών Εκκλησιών, το πρώτο Οικουμενικό Σύμφωνο μεταξύ των Χριστιανικών Εκκλησιών στην Ιταλία.

Το κείμενο, με τίτλο «Σύμφωνο για μία κοινή πορεία μαρτυρίας», αποτελείται από έξι άρθρα και αντιπροσωπεύει έναν θεμελιώδη σταθμό για τον αποκαλούμενο «ιταλικό διάλογο».

Μεταξύ των υπογραφόντων συγκαταλέγονται:

  1. Ο καρδινάλιος Ματτέο Μαρία Τσούππι, Αρχιεπίσκοπος Μπολόνιας και πρόεδρος της Ιταλικής Επισκοπικής Συνόδου (CEI).
  2. Ο Μητροπολίτης Πολύκαρπος για τη Σεβασμία Ορθόδοξη Αρχιεπισκοπή Ιταλίας (Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως).
  3. Ο Μητροπολίτης Σιλουανός για την Ορθόδοξη Ρουμανική Επισκοπή.
  4. Ο Ντανιέλε Γκαρρόνε, πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ευαγγελικών Εκκλησιών στην Ιταλία.
  5. Εκπρόσωποι της Ευαγγελικής Λουθηρανικής Εκκλησίας, της Ορθόδοξης Βουλγαρικής Εκκλησίας, της Βαλδεσιανής Εκκλησίας, της Ευαγγελικής Βαπτιστικής Χριστιανικής Ένωσης, καθώς και εκπρόσωπος του Πατριαρχείου Μόσχας στην Ιταλία.

Συνολικά δεκαοκτώ υπογραφές, οι οποίες μαρτυρούν ευρεία οικουμενική συμμετοχή.

Οι Εκκλησίες που υπέγραψαν υπογραμμίζουν ότι η σημασία του Συμφώνου δεν έγκειται σε μία απλή τυπική πράξη, αλλά αναδύεται από μία κοινή, ώριμη και βαθιά πορεία, η οποία έχει τραφεί από τη συνάντηση, τον διάλογο και τη διάκριση, τόσο σε εθνικό όσο και σε τοπικό επίπεδο.


Τα έξι άρθρα του Συμφώνου

  1. Ενότητα και συμφιλίωση.
    Οι διαιρέσεις μεταξύ των Εκκλησιών αναγνωρίζονται ως πληγές στο Σώμα του Χριστού και σημεία της αμαρτίας. Γίνεται επίκληση της χάριτος για συγχώρηση και αμοιβαία συμφιλίωση.
  2. Επιλογή του διαλόγου ακόμη και στις συγκρούσεις.
    Ο διάλογος αποτελεί οδό που πρέπει να ακολουθείται με σταθερότητα, ακόμη και μπροστά σε διαφωνίες ή πιέσεις που ενδέχεται να προκαλέσουν ρήξεις.
  3. Κοινές δράσεις για δικαιοσύνη και αλληλεγγύη.
  4. Ενιαία και δημόσια μαρτυρία.
  5. Σταθερός αδελφικός διάλογος.
    Προβλέπονται τακτικές συναντήσεις προσευχής, διάκρισης και συγκεκριμένης συνεργασίας. Κάθε Εκκλησία θα προωθήσει πρωτοβουλίες για την αμοιβαία γνωριμία και εκτίμηση μεταξύ των πιστών των διαφόρων ομολογιών.
  6. Τελική επίκληση.
    Το Σύμφωνο παραδίδεται στο έλεος του Θεού, ώστε να το ευλογήσει και να το καταστήσει καρποφόρο. Επικαλείται το Άγιο Πνεύμα για την ανακαίνιση των καρδιών και την πορεία προς την πλήρη ενότητα.

Στην παρέμβασή του, ο καρδινάλιος Τζούππι υπογράμμισε:
«Δεν πρόκειται για έναν κανονισμό συγκατοίκησης, αλλά για την πλήρη κοινωνία· μόνο αυτή είναι ενότητα».

Επεσήμανε επίσης ότι μία σοβαρή οικουμενική πορεία μπορεί να καταστεί ζύμη κοινωνικής συνοχής και ειρήνης.

Το Σύμφωνο αυτό αντιπροσωπεύει ένα ιστορικό γεγονός άνευ προηγουμένου και θέτει τα θεμέλια για ένα μέλλον συνεργασίας, σεβασμού και κοινής χριστιανικής μαρτυρίας στο πλαίσιο της σύγχρονης ιταλικής κοινωνίας.

(ΠΗΓΗ.ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ)

Θεολογικός σχολιασμός

Το λεγόμενο «Οικουμενικό Σύμφωνο για μία κοινή πορεία μαρτυρίας», το οποίο υπεγράφη στο Μπάρι με τη συμμετοχή Ορθοδόξων Ιεραρχών, συνιστά  άλλον ένα σοβαρό εκκλησιολογικό εκτροχιασμό.

Το περιεχόμενό του, σε συνδυασμό με τις δηλώσεις Ρωμαιοκαθολικών αξιωματούχων περί «πλήρους κοινωνίας», αποκαλύπτει μία αντίληψη περί ενότητας ξένη και ασύμβατη προς την Ορθόδοξη Παράδοση.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία ομολογεί ότι είναι Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική. Δεν αποτελεί κλάδο, ούτε τμήμα ενός ευρύτερου χριστιανικού σώματος. Ο Άγιος Κυπριανός Καρχηδόνος είναι απολύτως σαφής: «Ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας σωτηρία οὐκ ἔστιν».
Η ενότητα της Εκκλησίας δεν κατακερματίζεται ούτε τραυματίζεται· παραμένει αδιαίρετη. Όσοι αποκόπτονται από την ορθή πίστη, αποκόπτονται από την Εκκλησία, δεν παραμένουν εντός αυτής ως “πληγωμένα μέλη”.

Η παρουσίαση των διαιρέσεων ως «πληγών στο Σώμα του Χριστού» και ως αποτέλεσμα αμοιβαίας ενοχής όλων των «Εκκλησιών» αποτελεί καθαρή εκκλησιολογική πλάνη. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός διδάσκει ρητά ότι οι Λατίνοι δεν είναι σχισματικοί απλώς, αλλά αιρετικοί, και γι’ αυτό δεν υπάρχει κοινωνία μαζί τους χωρίς προηγούμενη αποκήρυξη των πλανών τους. Η αλήθεια της πίστεως δεν αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης ούτε συμψηφισμού.

Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η δήλωση περί επιδιώξεως «πλήρους κοινωνίας». Στην Ορθόδοξη θεολογία, πλήρης κοινωνία σημαίνει κοινωνία πίστεως και μυστηρίων, κοινό Ποτήριο και κοινή Εκκλησία. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τονίζει ότι «οὐδὲν οὕτως ὀργίζει τὸν Θεὸν ὡς ἡ τῆς πίστεως διαφθορά». Δεν υφίσταται «πλήρης κοινωνία» χωρίς πλήρη ταυτότητα πίστεως. Κάθε άλλη χρήση του όρου αποτελεί θεολογική απάτη.

Η προώθηση «κοινής μαρτυρίας» και «ενιαίας δημόσιας παρουσίας» χωρίς προηγούμενη ομολογία της μίας αληθινής πίστεως αναιρεί τον ίδιο τον χαρακτήρα της μαρτυρίας. Η Εκκλησία μαρτυρεί την Αλήθεια, δεν τη συγκαλύπτει. Ο Απόστολος Παύλος προειδοποιεί: «Εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ’ ὃ εὐηγγελισάμεθα, ἀνάθεμα ἔστω» (Γαλ. 1,8). Η συμπαράταξη με αιρέσεις στο όνομα μιας γενικής “χριστιανικής ενότητας” οδηγεί αναπόφευκτα σε ψευδομαρτυρία.

Η υπογραφή Ορθοδόξων Ιεραρχών σε τέτοια κείμενα προσκρούει ευθέως στην κανονική Παράδοση της Εκκλησίας. Ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου επαινεί εκείνους που διακόπτουν την εκκλησιαστική κοινωνία με Επισκόπους οι οποίοι «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ» κηρύττουν πλάνη, ακριβώς για να προστατευθεί το πλήρωμα από τη σύγχυση. Όταν οι ποιμένες υπογράφουν κείμενα που θολώνουν τα όρια της Εκκλησίας, η ευθύνη τους δεν είναι απλώς ποιμαντική, αλλά δογματική.

Τέλος, η επίκληση του Αγίου Πνεύματος για την ευλογία ενός Συμφώνου που αποσιωπά την αλήθεια της πίστεως και εξισώνει την Εκκλησία με τις αιρέσεις συνιστά σοβαρή θεολογική αστοχία. Το Άγιο Πνεύμα είναι το Πνεύμα της Αληθείας και «ὅπου ἡ Ἐκκλησία, ἐκεῖ καὶ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ», όπως διδάσκει ο Άγιος Ειρηναίος Λυώνος. Δεν ευλογεί κατασκευασμένες ενότητες ούτε οδούς που παρακάμπτουν την Ορθόδοξη Ομολογία.

π.Δ.Α

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Οι τέσσερις μορφές φαρισαϊσμού και υποκρισίας


Η παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου μας διδάσκει ότι η υποκρισία και ο φαρισαϊσμός είναι ύπουλες αμαρτίες, που μπορούν να μολύνουν ακόμα και τις πιο ιερές στιγμές της ζωής μας. Η ουσία τους βρίσκεται στην αυτοδικαίωση, στην περιφρόνηση των άλλων και στην ψευδή υπερηφάνεια: «Ο Θεός, ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων».


1. Φαρισαϊσμός της αυτοδικαίωσης

Είναι η στάση των χλιαρών χριστιανών που νομίζουν ότι είναι καλύτεροι από τους άλλους. Λένε: «Εγώ δεν είμαι σαν τους Φαρισαίους, είμαι τίμιος και αγαπώ τον κόσμο». Στην ουσία όμως επαναλαμβάνουν τη συμπεριφορά του Φαρισαίου, θεωρώντας τον εαυτό τους ανώτερο και απομακρυνόμενοι από την αληθινή μετάνοια.


2. Φαρισαϊσμός της διάσπασης και των φατριών

Αφορά όσους δημιουργούν ομάδες, αδελφότητες ή θρησκευτικά σχήματα και περιφρονούν όσους δεν ανήκουν σε αυτά. Η πρακτική αυτή οδηγεί σε διχασμό, προσωπολατρία και κακολογία των άλλων. Ο Απόστολος Παύλος το καταδικάζει: «Εγώ είμαι του Απολλώ, εγώ του Κηφά… Μεμέρησται ο Χριστός;»


3. Φαρισαϊσμός της επιδεικτικής ευσέβειας

Συναντάται σε ευσεβείς που εκκλησιάζονται, προσεύχονται και κοινωνούν, αλλά θεωρούν τον εαυτό τους ανώτερο από τους άλλους. Επιδεικνύουν τα πνευματικά τους έργα και κατακρίνουν τους άλλους, μετατρέποντας την πίστη σε μέσο αυτοπροβολής, αντί για ταπεινή σχέση με τον Θεό.


4. Ο Τελωνικός Φαρισαϊσμός, ή αλλιώς ο Συνδυασμένος Φαρισαϊσμός, αποτελεί μια ιδιαίτερα επικίνδυνη μορφή υποκρισίας και πνευματικής διαφθοράς. Σε αυτήν συνυπάρχουν τα αρνητικά στοιχεία του Τελώνου, δηλαδή τα βαριά και φανερά αμαρτήματα, με τα χαρακτηριστικά του Φαρισαίου, όπως η αυτοδικαίωση και η υποκρισία. Το παράδοξο αυτής της κατάστασης είναι ότι ο άνθρωπος διαπράττει σοβαρά αμαρτήματα, αλλά δεν μετανοεί γι’ αυτά· αντίθετα, καυχιέται για τις πράξεις του και ταυτόχρονα κατακρίνει όσους προσπαθούν να ζήσουν σύμφωνα με τις εντολές του Θεού και τις χριστιανικές αρετές. Ο κίνδυνος αυτής της συμπεριφοράς είναι τεράστιος: προκαλεί απόλυτη ηθική διαστροφή, δηλητηριάζει τόσο τον ίδιο τον άνθρωπο όσο και τους γύρω του, και μολύνει την κοινότητα με υποκρισία, αλαζονεία και πνευματική πτώση.



Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Ψυχολογικό Προφίλ του Φαρισαίου και του Τελώνη της παραβολης

Ψυχολογικό​‍​‌‍​‍‌ Προφίλ του Φαρισαίου

 Το ψυχολογικό προφίλ του Φαρισαίου, να το πούμε απλά, σφραγίζεται από υπερηφάνεια και κενοδοξία και ναι, έλλειψη αυτογνωσίας επίσης.

Ζει με την αίσθηση ανωτερότητας, στηρίζεται σε εξωτερικές εντυπώσεις και στην κοινωνική αναγνώριση.

Καυχιέται για τα έργα του και στρέφει το βλέμμα μακριά απ’ τις δικές του αμαρτίες. Η υπερηφάνεια του δημιουργεί απόσταση από τον Θεό και τους άλλους, περιορίζοντας κάθε αυθεντική πνευματικότητα.

Η κενοδοξία φαίνεται όταν η ηθική και η θρησκευτική εμφάνιση γίνονται εργαλεία αυτοεπιβεβαίωσης· οι πνευματικές πράξεις χρησιμοποιούνται για να φαίνεται τέλειος.

 Το αποτέλεσμα; Η εσωτερική του ζωή μένει κενή και τα έργα δεν φέρνουν πραγματική πνευματική μεταμόρφωση.

 Η έλλειψη αυτογνωσίας τον εμποδίζει να δει τις αδυναμίες του. Αντί για ειλικρινή αναστοχασμό, αντιδρά αμυντικά και προσπαθεί να δείχνει ηθικός και δίκαιος στους άλλους — ενώ στην πραγματικότητα η ψυχική του «τυφλότητα» τον απομακρύνει από την αληθινή μετάνοια και τη θεία χάρη. Ο εγωκεντρισμός του φαίνεται στη διαρκή αξιολόγηση των άλλων μόνο με κριτήριο το πώς επηρεάζουν την εικόνα του. Απορρίπτει ή κρίνει για να επιβεβαιώσει την ανωτερότητά του, άρα μειώνεται η ικανότητά του για ενσυναίσθηση και για μια ειλικρινή σχέση με τον Θεό και τους ανθρώπους. Τέλος, η αμυντική ψυχολογία τον σπρώχνει να προβάλλει εικόνα δικαιοσύνης και ηθικής τελειότητας αντί να παραδεχτεί τα λάθη του. Η προσευχή και η νηστεία γίνονται επίδειξη και όχι αυθεντική μετάνοια, κι έτσι επαναλαμβάνεται ένας κύκλος αλαζονείας και ψυχικής απομόνωσης — εμποδίζοντας την πρόσβαση στην εσωτερική ειρήνη και στην αληθινή συγχώρηση του Θεού.

Ψυχολογικό Προφίλ  του Τελώνη

 Αντίθετα, ο Τελώνης παρουσιάζει ένα εντελώς διαφορετικό ψυχολογικό προφίλ, βασισμένο στην ταπεινότητα, τη μεταμέλεια, την ενδοσκόπηση και την ειλικρίνεια. Αναγνωρίζει τις αδυναμίες και τα λάθη του — δεν τα κρύβει. Νιώθει ειλικρινή λύπη για τα παραπτώματα και θέλει να γίνει καλύτερος. Είναι εσωστρεφής και αναστοχαστικός, κοιτάζει μέσα του και αξιολογεί τη συμπεριφορά του με κριτική ματιά, χωρίς να προσποιείται ή να επιδεικνύει ψεύτικη αρετή.

Συναισθηματικά είναι ευαίσθητος· νιώθει λύπη και τύψεις για τα λάθη του, αλλά ταυτόχρονα κατανοεί τις αδυναμίες των άλλων και δεν τους κρίνει σκληρά — δείχνει βαθιά συμπόνοια. Γνωρίζει τα όριά του και δέχεται την ανθρώπινη φύση του, ενώ νοητικά αναλογίζεται τις συνέπειες των πράξεων και μαθαίνει από τα λάθη, προσπαθώντας συνεχώς να βελτιωθεί.

Στις κοινωνικές σχέσεις παραμένει ταπεινός, δεν επιδιώκει να φαίνεται ανώτερος και είναι προσεκτικός στις κρίσεις του, γνωρίζοντας ότι όλοι κάνουν λάθη. Συνολικά, ο Τελώνης είναι μετανοητικός και αυτοκριτικός, με βαθιά συναισθηματική ωριμότητα· παρότι αρχικά θεωρείται αμαρτωλός, η στάση του δείχνει ψυχική δύναμη, ταπεινότητα και συνειδητή πρόθεση αλλαγής — ένα παράδειγμα ενδοσκόπησης, μεταμέλειας και ηθικής ​‍​‌‍​‍‌βελτίωσης.

π.Δ.Α

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Οι Τρεις Ιεράρχες και η θεολογία της παιδείας: από τη γνώση στη σοφία, από το άτομο στο πρόσωπο

Τοὺς τρεῖς μεγίστους φωστῆρας τῆς τρισηλίου Θεότητος, τοὺς τὴν οἰκουμένην ἀκτῖσι δογμάτων θείων πυρσεύσαντας∙ τοὺς μελιρρύτους ποταμοὺς τῆς σοφίας, τούς τὴν κτίσιν πᾶσαν θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας∙ Βασίλειον τὸν μέγαν, καὶ τὸν Θεολόγον Γρηγόριον, σὺν τῷ κλεινῷ Ἰωάννῃ, τῷ τὴν γλώτταν χρυσορρήμονι∙ πάντες οἱ τῶν λόγων αὐτῶν ἐρασταί, συνελθόντες ὕμνοις τιμήσωμεν∙ αὐτοὶ γὰρ τῇ Τριάδι, ὑπὲρ ἡμῶν ἀεὶ πρεσβεύουσιν.

----------------------------------------------------------------------------------

Η εορτή των Τριών Ιεραρχών, όπως τη βιώνει και τη διατυπώνει η Εκκλησία μέσα από την υμνολογία και την πατερική της παράδοση, δεν αποτελεί απλώς μια τιμητική αναφορά σε τρεις εξέχουσες μορφές του χριστιανικού παρελθόντος. Αποτελεί, αντιθέτως, μια συνολική θεολογική πρόταση για την παιδεία, μια πρόταση η οποία διατηρεί ακέραιη την επικαιρότητά της και θέτει κρίσιμα ερωτήματα προς τη σύγχρονη εκπαιδευτική πραγματικότητα, ιδίως στο πανεπιστημιακό της επίπεδο.

Ο ύμνος που τους χαρακτηρίζει ως «τρεῖς μεγίστους φωστῆρας τῆς τρισηλίου Θεότητος» δεν λειτουργεί απλώς ποιητικά ή συμβολικά. Εκφράζει μια βαθιά θεολογική θέση: ότι η γνώση και η παιδεία δεν έχουν αυτοτελή οντολογική βάση, αλλά αντλούν το φως και το νόημά τους από τη σχέση με την Αλήθεια, η οποία στην εκκλησιαστική εμπειρία είναι προσωπική, τριαδική και αποκαλυπτική. Το φως της παιδείας δεν είναι ουδέτερο· είτε φωτίζει είτε παραπλανά, ανάλογα με την πηγή και τον προσανατολισμό του.

Στην πατερική θεολογία των Τριών Ιεραρχών, η γνώση δεν ταυτίζεται με την πληροφορία ούτε με τη συσσώρευση δεδομένων. Η διάκριση ανάμεσα στη διάνοια και τον νου είναι εδώ καθοριστική. Ο νους, ως οφθαλμός της ψυχής, καλείται να θεραπευθεί, να καθαρθεί και να φωτισθεί, ώστε ο άνθρωπος να γνωρίζει όχι απλώς τα όντα, αλλά το νόημα των όντων. Η παιδεία, επομένως, δεν είναι απλώς γνωσιολογική διαδικασία, αλλά βαθύτατα οντολογικό γεγονός: αφορά το ποιος είναι ο άνθρωπος και προς ποια κατεύθυνση κινείται.

Η υμνολογική αναφορά στις «ἀκτῖνες δογμάτων θείων» εισάγει ένα κρίσιμο στοιχείο για την κατανόηση της παιδείας: τον ρόλο της αλήθειας. Για τους Τρεις Ιεράρχες, το δόγμα δεν αποτελεί θεωρητικό κατασκεύασμα ούτε ιδεολογική επιβολή. Είναι ο τρόπος με τον οποίο η Εκκλησία διαφυλάσσει την εμπειρία της σωτηρίας. Η αλήθεια, επομένως, δεν περιορίζει την ελευθερία, αλλά τη θεμελιώνει. Αντίθετα, ο σύγχρονος γνωσιολογικός σχετικισμός, που συχνά προβάλλεται ως προϋπόθεση ακαδημαϊκής ουδετερότητας, οδηγεί τελικώς σε απώλεια προσανατολισμού και σε υπαρξιακή σύγχυση.

Σε αυτό το σημείο, η θεολογία των Τριών Ιεραρχών ασκεί ουσιαστική κριτική στη σύγχρονη πανεπιστημιακή παιδεία, όχι απορρίπτοντάς την, αλλά αποκαλύπτοντας τα όριά της. Όταν η γνώση αποσυνδέεται από το ερώτημα της αλήθειας και του νοήματος, μετατρέπεται σε εργαλείο ισχύος, ανταγωνισμού ή απλής επαγγελματικής χρησιμότητας. Η παιδεία, όμως, κατά το πατερικό πρότυπο, δεν έχει ως τελικό σκοπό την επιτυχία, αλλά τη μεταμόρφωση του προσώπου.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η εικόνα των «μελιρρύτων ποταμών σοφίας». Η σοφία, στους Τρεις Ιεράρχες, δεν είναι προϊόν διανοητικής ευφυΐας, αλλά καρπός ασκητικής ζωής και εκκλησιαστικής εμπειρίας. Η γνώση που δεν συνοδεύεται από ταπείνωση και ήθος οδηγεί στην αλαζονεία και τελικώς στην αποξένωση του ανθρώπου από τον άλλον άνθρωπο. Το πανεπιστήμιο, ως χώρος γνώσης, καλείται εδώ να επανεξετάσει τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνει όχι μόνο ειδικούς, αλλά ανθρώπους με ευθύνη, κρίση και κοινωνική συνείδηση.

Η πατερική παιδεία είναι κατ’ εξοχήν σχέση. Η σοφία ρέει ως ποταμός, δεν αποθηκεύεται ως ιδιωτικό κεφάλαιο. Αυτό έχει άμεσες συνέπειες για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την εκπαιδευτική διαδικασία: όχι ως ανταγωνιστικό πεδίο αξιολόγησης, αλλά ως κοινότητα αναζήτησης της αλήθειας. Στην εποχή της εμπορευματοποίησης της γνώσης και της ακαδημαϊκής αποδοτικότητας, το πατερικό πρότυπο λειτουργεί ως προφητική υπενθύμιση ότι η σοφία δεν μετριέται με δείκτες, αλλά με καρπούς ζωής.

Η φράση «τὴν κτίσιν πᾶσαν θεογνωσίας νάμασι καταρδεύσαντας» ανοίγει μια ακόμη βαθύτερη διάσταση: την κοσμολογική και οικολογική διάσταση της παιδείας. Για τους Τρεις Ιεράρχες, η θεογνωσία δεν αποξενώνει τον άνθρωπο από τον κόσμο, αλλά τον καθιστά ιερέα της κτίσεως. Η γνώση δεν είναι πράξη κυριαρχίας, αλλά πράξη ευχαριστίας. Ο κόσμος δεν είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης, αλλά δώρο προς προσφορά.

Η σύγχρονη οικολογική κρίση αποκαλύπτει με δραματικό τρόπο την αποτυχία μιας παιδείας που αποσυνδέθηκε από τη θεολογία και τη λειτουργική θέαση του κόσμου. Η πατερική θεώρηση των Τριών Ιεραρχών προσφέρει ένα εναλλακτικό παιδευτικό όραμα, στο οποίο η επιστήμη και η τεχνολογία δεν απορρίπτονται, αλλά εντάσσονται σε ένα ευχαριστιακό και υπεύθυνο πλαίσιο σχέσης με την κτίση.

Τέλος, η αναφορά στην αδιάλειπτη πρεσβεία των Τριών Ιεραρχών προς την Αγία Τριάδα φανερώνει τον βαθύτατα εκκλησιολογικό προσανατολισμό της παιδείας. Η γνώση, κατά την πατερική θεολογία, δεν ολοκληρώνεται στην ατομική κατοχή, αλλά στη λειτουργική κοινωνία. Εκεί, ο λόγος μεταμορφώνεται σε δοξολογία και η θεωρία σε ζωή. Η παιδεία βρίσκει την πληρότητά της όχι στην αυτάρκεια του ανθρώπου, αλλά στη σχέση και την κοινωνία.

Η θεολογία των Τριών Ιεραρχών δεν μας καλεί σε μια νοσταλγική επιστροφή στο παρελθόν, αλλά σε έναν ριζικό επαναπροσδιορισμό του παρόντος. Μας καλεί να ξανασκεφτούμε την παιδεία όχι ως μηχανισμό παραγωγής γνώσης, αλλά ως χώρο καλλιέργειας σοφίας· όχι ως ατομικό επίτευγμα, αλλά ως εκκλησιαστικό και κοινωνικό γεγονός· όχι ως εργαλείο ισχύος, αλλά ως δρόμο ελευθερίας και αγάπης.

Σε μια εποχή κρίσης νοήματος, οι Τρεις Ιεράρχες παραμένουν όχι απλώς προστάτες της παιδείας, αλλά κριτήριο παιδείας. Και αυτό το κριτήριο δεν είναι άλλο από το ερώτημα: οδηγεί η γνώση που προσφέρουμε τον άνθρωπο προς την αλήθεια, την κοινωνία και τη ζωή ή τον εγκλωβίζει στην αυτάρκεια και τη χρησιμότητα;

Σύνθεση κειμένων: π.Δ.Α

Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

Οι συνέπειες της εκκλησιαστικής κοινωνίας με ακαθαίρετους αιρετικούς

Η εκκλησιαστική κοινωνία με μη καταδικασμένους αιρετικούς είναι ζήτημα εξαιρετικά λεπτό. Οι Άγιοι Πατέρες υπογραμμίζουν ότι η συμμετοχή σε κοινωνία με ακαθαίρετους αιρετικούς μπορεί να μολύνει τους Ορθοδόξους και να οδηγήσει σε απώλεια της χάρης, απομάκρυνση από τον Θεό και απώλεια βεβαιότητας σωτηρίας. Γι’ αυτό, η εκτίμηση και η προσοχή πρέπει να είναι μεγάλη.


2. Μαρτυρίες Αγίων Πατέρων για τη μολυσματική κοινωνία

  • Ο Μέγας Βασίλειος λέει ότι η κοινωνία με ακαθαίρετους αιρετικούς συνιστά υποκρισία και οδηγεί στην αφαίρεση της παρρησίας από τον Κύριο, στην απώλεια της σωτηρίας και στον χωρισμό από τον Θεό.
  • Ο Ιερός Χρυσόστομος, σύμφωνα με τον Θεόδωρο Στουδίτη, θεωρεί εχθρό του Θεού όχι μόνο τον αιρετικό, αλλά και αυτόν που κοινωνεί μαζί του.
  • Η οσία Μελάνη η Ρωμαία επισημαίνει ότι η μνημόνευση ακατάκριτων αιρετικών αποτελεί παράβαση της πίστης, ενεργοποιώντας την αρχή των «συγκοινωνούντων δοχείων»: η κακοδοξία του αιρετικού μεταδίδεται μέσω της κοινωνίας.

3. Η θεία μετάληψη ως κοινωνία και ένωση

Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός εξηγεί ότι η θεία μετάληψη δεν είναι μόνο λήψη της Θεότητας του Χριστού, αλλά και κοινωνία μεταξύ των μελών της Εκκλησίας. Όλοι γίνονται ένα σώμα Χριστού και ένα αίμα. Για αυτόν τον λόγο, δεν πρέπει να λαμβάνουν μετάληψη από αιρετικούς ούτε να τη δίνουν σε αυτούς, ώστε να μην συμμετέχουν στην κακοδοξία και την καταδίκη τους.


4. Ποιούς  αφορά η απαγόρευση

Η προτροπή «μη λαμβάνετε ούτε να δίνετε μετάληψη σε αιρετικούς» απευθύνεται:

  • Στους Ορθοδόξους που λαμβάνουν μετάληψη από κληρικούς (μοναχούς ή λαϊκούς), ώστε να μη λαμβάνουν από ακαθαίρετους αιρετικούς κληρικούς.
  • Στους Ορθοδόξους κληρικούς, ώστε να μη δίνουν μετάληψη σε ακατάκριτους αιρετικούς μη κληρικούς.

Η αιτία είναι ότι μέσω της κοινωνίας μεταδίδεται η κακοδοξία και η καταδίκη του αιρετικού, χωρίς να απαιτείται η αποδοχή της από τον Ορθόδοξο.


5. Η αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων

Ο Θεόδωρος Στουδίτης εξηγεί ότι όπως η μετάληψη του αγίου Άρτου ενώνει τους Ορθοδόξους σε ένα σώμα, έτσι και η κοινωνία με τον αιρετικό ενώνει όσους συμμετέχουν σε ένα σώμα αντίθετο προς τον Χριστό.
Η μολυσματική επίδραση προέρχεται από την ίδια την εκκλησιαστική κοινωνία, χωρίς να χρειάζεται η αποδοχή της αιρετικής διδασκαλίας.


6. Η μνημόνευση του Αρχιερέως

«Οι Αγιορείτες Πατέρες, στην επιστολή τους προς τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο, μεταξύ άλλων αναφέρουν τα εξής:
«Διότι από παλαιά η ορθόδοξη Εκκλησία του Θεού θεωρούσε τη μνημόνευση του ονόματος του αρχιερέως κατά την αναφορά στο άγιο βήμα ως πλήρη εκκλησιαστική κοινωνία. Διότι έχει γραφεί στην ερμηνεία της θείας λειτουργίας ότι ο λειτουργός μνημονεύει το όνομα του αρχιερέως, “δηλώνοντας τόσο την υποταγή του προς τον ανώτερο, όσο και ότι είναι κοινωνός της πίστεώς του και διάδοχος των θείων μυστηρίων του”.

Και ο μέγας πατέρας μας και ομολογητής Θεόδωρος ο Στουδίτης λέγει τα εξής προς κάποιον σε τιμητική επιστολή του:
“Μου είπες ότι φοβάσαι να πεις στον πρεσβύτερό σου να μη μνημονεύει τον αιρεσιάρχη· και δεν τολμώ προς το παρόν να σου πω περισσότερα επ’ αυτού, παρά μόνο ότι η κοινωνία έχει μολυσμό ακόμη και μόνο από τη μνημόνευσή του· και όποιος τον μνημονεύει δεν θα μπορούσε να είναι ορθόδοξος”.

Αυτά μεν λέγει ο Πατέρας· πριν όμως από αυτό, και ο ίδιος ο Θεός το έχει επισημάνει, λέγοντας:
“Οι ιερείς καταφρόνησαν τον νόμο μου και βεβήλωσαν τα άγιά μου – πώς; – διότι δεν ξεχώριζαν τα βέβηλα από τα άγια, αλλά για αυτούς όλα ήταν κοινά”.

Τι από αυτά είναι πιο φωτεινό και πιο αληθινό;
Αλλά θα το πράξουμε αυτό ως οικονομία; Και πώς μπορεί να γίνει δεκτή ως οικονομία κάτι που βεβηλώνει τα θεία, σύμφωνα με τον λόγο του Θεού, και απομακρύνει από αυτά το Πνεύμα του Θεού, και καθιστά τους πιστούς μετόχους ούτε της άφεσης των αμαρτιών ούτε της υιοθεσίας που απορρέουν από αυτά;»

Παραθέσαμε μεγάλο απόσπασμα αυτής της μαρτυρίας, για να καταδειχθεί στον αναγνώστη ότι οι Αγιορείτες Πατέρες, ερμηνεύοντας τη διδασκαλία και την πράξη της Εκκλησίας ως προς τη μνημόνευση του ονόματος του Αρχιερέως, έχουν αποδεχθεί ότι αυτή συνιστά «πλήρη εκκλησιαστική κοινωνία». Αυτό σημαίνει ότι εκείνος που μνημονεύει βρίσκεται σε πλήρη κοινωνία με εκείνον που μνημονεύεται. Το ότι αυτή η κοινωνία επιτελείται στο πεδίο της πίστεως προκύπτει από ολόκληρο το απόσπασμα των Αγιορειτών που παραθέσαμε.

Κατ’ αρχάς, επικαλούνται την ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας του Θεοδώρου, επισκόπου Ανδίδων, η οποία προφανώς αποτελεί την επίσημη και γενικώς αποδεκτή ερμηνεία μέσα στην Εκκλησία. Και επειδή το απόσπασμα που παρουσιάζουν οι Αγιορείτες είναι σύντομο, παραθέτουμε ολόκληρο το συμφραζόμενό του, για πληρέστερη κατανόηση, από την Patrologia Graeca του Migne και πάντοτε σε συνάφεια με το επιχείρημα των Αγιορειτών:
«Έπειτα η εκφώνηση: “Πρώτα απ’ όλα, μνήσθητι, Κύριε, του αρχιεπισκόπου μας”, με την οποία δηλώνεται η υποταγή προς τον ανώτερο· και ότι, όταν μνημονεύεται ο αρχιερέας αυτός, κοινωνός της πίστεώς του είναι και εκείνος που προσφέρει [τη θυσία], καθώς και διάδοχος της παραδόσεως των μυστηρίων, και όχι κάποιος νεοφανής μύστης ή εφευρέτης των συμβόλων που προσφέρει».

Η φράση του Θεοδώρου: «και ότι, όταν μνημονεύεται ο αρχιερέας αυτός, κοινωνός είναι και εκείνος που προσφέρει της πίστεως», έχει την έννοια ότι η μνημόνευση του Αρχιερέως σημαίνει πως εκείνος που μνημονεύει (δηλαδή «ο προσφέρων» τη θυσία) κοινωνεί, δηλαδή μετέχει, στην πίστη εκείνου που μνημονεύεται. Το να κοινωνεί στην πίστη του σημαίνει ότι προηγουμένως έχει διαφορετική πίστη από εκείνη του μνημονευομένου και ότι η μνημόνευση τον καθιστά κοινωνό της. Διότι, αν η πίστη του μνημονευομένου και του μνημονεύοντος ήταν η ίδια, τότε η μνημόνευση δεν θα τον καθιστούσε κοινωνό, αφού ήδη θα είχε την ίδια πίστη.

Αν ο Θεόδωρος Ανδίδων ήθελε να μιλήσει για μια μνημόνευση με την έννοια της φανέρωσης της ταυτότητας της πίστεως του μνημονευομένου και του μνημονεύοντος, δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει τη λέξη «κοινωνός», αλλά όρους όπως «ομόφρων», «ομόδοξος» ή «σύμφωνος». Δηλαδή, θα έπρεπε να πει: «…και ότι, όταν μνημονεύεται ο αρχιερέας αυτός, είναι ομόφρων ή ομόδοξος ή σύμφωνος και εκείνος που προσφέρει» Οι λέξεις «κοινωνός είναι» σημαίνουν ότι μετέχει στην πίστη.
Και κάτι ακόμη: οι λέξεις «της πίστεως» ανήκουν συντακτικά και νοηματικά στην πρόταση του κειμένου του Θεοδώρου Ανδίδων: «και ότι, όταν μνημονεύεται ο αρχιερέας αυτός, κοινωνός είναι και εκείνος που προσφέρει της πίστεως», και δεν ανήκουν νοηματικά στην επόμενη φράση του κειμένου: «και διάδοχος της παραδόσεως των μυστηρίων». Δηλαδή, δεν είναι σωστό να πούμε ότι η μνημόνευση του Αρχιερέως σημαίνει πως εκείνος που μνημονεύει είναι κοινωνός γενικώς του Αρχιερέως — ενώ εδώ δηλώνεται ρητά ότι είναι κοινωνός της πίστεως.

Και (όσον αφορά τη δεύτερη πρόταση) ότι έχει δεχθεί μέσω αυτού (του Αρχιερέως) τόσο τη χάρη των Μυστηρίων όσο και την πίστη.
Το ορθό είναι το εξής: η μνημόνευση του Αρχιερέως σημαίνει ότι εκείνος που μνημονεύει κοινωνεί, δηλαδή μετέχει, στην πίστη του μνημονευομένου. Αυτήν ακριβώς την ερμηνεία αποδίδουν και οι Αγιορείτες Πατέρες στο σχετικό χωρίο του Θεοδώρου Ανδίδων για την εξήγηση της μνημόνευσης του ονόματος του Αρχιερέως: «και ότι είναι κοινωνός της πίστεώς του και διάδοχος των θείων μυστηρίων». Ο όρος «διάδοχος» αναφέρεται μόνο στα θεία Μυστήρια και όχι στην πίστη, σύμφωνα με το νόημα των κειμένων.

Αυτό επιβεβαιώνεται και από το παράθεμα του οσίου Θεοδώρου του Στουδίτη, το οποίο παρατίθεται από τους Αγιορείτες Πατέρες σε άμεση συνάφεια με τη δική τους ερμηνεία και μάλιστα στην ίδια παράγραφο: «παρά μόνο ότι η κοινωνία έχει μολυσμό ακόμη και μόνο από τη μνημόνευσή του· όποιος τον μνημονεύει δεν θα μπορούσε να είναι ορθόδοξος». Μολύνεται ο ορθόφρων που μνημονεύει τον αιρεσιάρχη και μόνο από αυτήν καθαυτή τη μνημόνευση, με αποτέλεσμα να μην μπορεί πλέον να είναι —δηλαδή να παραμείνει— ορθόδοξος εκείνος που μνημονεύει.

Το ότι η φράση «δεν θα μπορούσε να είναι ορθόδοξος εκείνος που μνημονεύει» έχει την έννοια του «να παραμείνει ορθόδοξος» —και όχι την έννοια της εσωτερικής πεποιθήσεως ή του φρονήματος— προκύπτει και από το γεγονός ότι σε άλλα χειρόγραφα απαντά η διατύπωση: «…και αν ακόμη είναι ορθόδοξος εκείνος που μνημονεύει»», όπως αυτό αναφέρεται και στην κριτική έκδοση του Φατούρου· βλ. την υποσημείωση 387 στο τέλος, ως προς την παραπομπή)· υπάρχουν πολλά αποσπάσματα από τα οποία προκύπτει το ίδιο συμπέρασμα, πάντοτε με την ερμηνευτική αρχή ότι το μέρος ερμηνεύεται από το όλο και όχι το αντίστροφο.

Ενδεικτικά: «Άλλοι ναυάγησαν πλήρως ως προς την πίστη· άλλοι, παρότι δεν βυθίστηκαν στους λογισμούς τους, ωστόσο καταστρέφονται μέσω της κοινωνίας με την αίρεση».
«Εφόσον πάσχουμε μαζί· ακόμη κι αν όχι με στρεβλό φρόνημα, πάντως μολυνόμαστε μέσω της κοινωνίας με την αίρεση».

Εδώ, με τη λέξη «αίρεση» πρέπει να νοηθούν οι αιρετικοί, όπως αυτό προκύπτει από άλλο χωρίο:
«Για να γνωρίζεις ότι πρόκειται για αίρεση, να αποφεύγεις την αίρεση, δηλαδή τους αιρετικούς· να μη βρίσκεσαι σε κοινωνία μαζί τους…».

Επιπλέον, και η παράθεση από τους Αγιορείτες Πατέρες του χωρίου του προφήτη Ιεζεκιήλ προς ενίσχυση των λεγομένων τους συμφωνεί στο ίδιο νόημα. Επαναλαμβάνουμε το χωρίο:
«Οι ιερείς περιφρόνησαν τον νόμο μου και βεβήλωσαν τα άγιά μου – πώς; – επειδή δεν ξεχώριζαν τα βέβηλα από τα άγια, αλλά για αυτούς όλα ήταν κοινά».

Το χωρίο αυτό το εφαρμόζει –και κατά κάποιον τρόπο το ερμηνεύει– ο άγιος Νικηφόρος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, αναφερόμενος στην υπογραφή και στην εκκλησιαστική κοινωνία με τους αιρετικούς Εικονομάχους. Και εκεί, στο ίδιο πλαίσιο, ο Άγιος δηλώνει με απόλυτη σαφήνεια ότι η κοινωνία με αυτούς τους αιρετικούς μολύνει τον Ορθόδοξο. Το ίδιο ακριβώς λέγει και ο όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης.

Είναι, λοιπόν, απολύτως φανερό ότι αυτό που λένε οι Αγιορείτες:
«…η μνημόνευση του ονόματος του αρχιερέως στο ιερό βήμα θεωρήθηκε πλήρης εκκλησιαστική κοινωνία»
η φράση «πλήρης εκκλησιαστική κοινωνία» σημαίνει την τέλεια και ολοκληρωμένη συμμετοχή του μνημονεύοντος στην πίστη του μνημονευομένου. Αυτό συμφωνεί απολύτως με όσα διακηρύσσονται από την Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο:
«…θεωρήσαμε ότι είναι “ξένο προς τους χριστιανούς” να μνημονεύεται το όνομά του (του πλέον αιρετικού Πάπα Βιγίλιου) στα ιερά δίπτυχα, ώστε να μη συμβεί να βρεθούμε έτσι να συμμετέχουμε στην ασέβεια του Νεστορίου και του Θεοδώρου (την οποία υποστήριζε ο Πάπας)».

Το ίδιο συμπέρασμα συμφωνεί και με όσα λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, όπως είδαμε: «για να μη γίνουμε μέτοχοι…» «…να μη γίνουμε μέτοχοι της κακοδοξίας τους και της καταδίκης τους», με τη μόνη διαφορά ότι στο συγκεκριμένο απόσπασμα η συμμετοχή αυτή επέρχεται μέσω της κοινωνίας της θείας Μετάληψης.

Έτσι εξηγείται και το γιατί οι Αγιορείτες Πατέρες αποδίδουν σε αυτόν τον μολυσμό που προέρχεται από τη μνημόνευση αιρετικού —τον οποίο αναφέρουν τόσο ο όσιος Θεόδωρος όσο και ο προφήτης Ιεζεκιήλ και ο άγιος Νικηφόρος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως— την (όχι αυθαίρετη) συνέπεια της απώλειας της άφεσης των αμαρτιών και της υιοθεσίας μας, εφόσον απωθείται το Πνεύμα του Κυρίου· δηλαδή, πρόκειται για κατάκριση. Συνεπώς, η αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων βρίσκεται εδώ σε ισχύ, ακριβώς όπως και στα πρακτικά της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου, όχι ως συμμετοχή στην απώλεια της ιερωσύνης, αλλά ως συμμετοχή στην ασέβεια του αιρετικού και, ως εκ τούτου, και στην καταδίκη του.»

 


7. Επιβεβαίωση από Οικουμενικές Συνόδους και Πατέρες

  • Η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος καταδεικνύει ότι η κοινωνία με αιρετικούς δεν είναι αποδεκτή.
  • Οι Αγιορείτες Πατέρες, μαζί με τον Ιωάννη τον Δαμασκηνό και άλλους Πατέρες, υπογραμμίζουν ότι ο μολυσμός προέρχεται από τη μνημόνευση ή τη θεία μετάληψη.
  • Αυτός ο μολυσμός μεταδίδει την κακοδοξία και την καταδίκη των αιρετικών, χωρίς να σημαίνει απώλεια ιερωσύνης, αλλά συμμετοχή στην ασέβεια.

Με άλλα λόγια, η Εκκλησία διατηρεί την αρχή ότι η κοινωνία με αιρετικούς ενεργεί ως μετάδοση πνευματικής μολύνσεως, επιβεβαιώνοντας πλήρως τη θέση των Αγιορειτών Πατέρων.

Πρέπει όμως να διευκρινισθεί, ότι ναι μεν οι Αγιορείτες Πατέρες ομιλούν για μόλυνση από τη διαμνημόνευση ακαθαιρέτων αιρετικών, αλλά το εφαρμόζουν ως προς τον Πάπα με την εξής έννοια: εάν η  μόλυνση ισχύει από τη διαμνημόνευση ακαθαιρέτων αιρετικών, πόσο περισσότερο από τη διαμνημόνευση του Πάπα. Και τους είμαστε ευγνώμονες διότι με την ευκαιρία αυτή, ως προς τη διαμνημόνευση του Πάπα (που βρίσκεται εκτός Εκκλησίας), συνειρμικά και συνεκδοχικά, μας διελεύκαναν το ζήτημα αυτό (ως προς ακαθαιρέτους). Άλλωστε ήταν επόμενο να επικαλεσθούν επιχειρήματα από την εκκλησιαστική παράδοση, τους ιερούς Κανόνες και τους Αγίους Πατέρες.

Ο όσιος Μελέτιος ο Γαλησιώτης λέει ότι όποιος κοινωνεί με αιρετικούς, ακόμη κι αν δεν είναι καθαιρεμένοι, μοιάζει με αυτούς στην αιρετική τους διδασκαλία και στην κακοδοξία τους. Δηλαδή, συμμετέχει πνευματικά στα ίδια λάθη και την πλάνη τους, σαν να τις αποδέχεται.

Με άλλα λόγια, η κοινωνία με αιρετικούς μολύνει πνευματικά τον πιστό και τον φέρνει σε πνευματική ομοιότητα με την αίρεση που αυτοί ακολουθούν .Και αλλού από τον Όσιο λέγονται:

«Μην υπακούτε σε μοναχούς ή πρεσβυτέρους που λένε πράγματα παράνομα ή κακώς, γιατί κακοπαρακινούν. Μην υπακούτε ούτε σε επισκόπους όταν σας προτρέπουν να πράττετε ή να σκέφτεστε με δόλιο τρόπο.

Η σιωπή μπροστά σε κακοδοξίες σημαίνει συγκατάθεση. Το δείχνει καθαρά και ο Ιωάννης ο Πρόδρομος και οι Μακκαβαίοι, που κινδύνεψαν μέχρι θανάτου και δεν παραβίασαν ούτε τον πιο μικρό νόμο.

Ο αγώνας κατά της αδικίας είναι επαινετός, ενώ η ψυχική βλάβη της ειρήνης με τους κακοφρονούντες δείχνει πόσο επικίνδυνο είναι να συμφωνούμε με τους πλανεμένους, ενωμένοι μαζί τους, ενώ χωριζόμαστε από τον Θεό».

Από τις μαρτυρίες του Οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου και του Μεγάλου Βασιλείου, όπως τις παραθέτει ο όσιος Μελέτιος, φαίνεται καθαρά ότι υπάρχει πνευματικός μολυσμός που μεταδίδεται στον Ορθόδοξο από την εκκλησιαστική κοινωνία με ακατάκριτους αιρετικούς.

Ο Άγιος λέει ότι είναι αδύνατο να βρίσκεται κανείς με τους ευσεβείς – δηλαδή με όσους έχουν ορθόδοξη πίστη – όποιος δεν έχει αποστασιοποιηθεί από τους κακοδόξους. Μόνος όποιος έχει σωστή πίστη και έχει απομακρυνθεί από την αίρεση μπορεί να θεωρείται πραγματικός Χριστιανός και ενωμένος με τον Θεό.

Με άλλα λόγια, η απομάκρυνση από τους αιρετικούς είναι προϋπόθεση για να μετέχει κανείς πλήρως στην κοινότητα των Ορθοδόξων και στην πνευματική ένωση με τον Θεό.

Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέει: «Επομένως, όπως συμβαίνει συχνά με όλο το πλήρωμα των Ορθοδόξων, είναι αδύνατο να βρίσκεται κανείς με τους ευσεβείς όποιος δεν έχει αποστασιοποιηθεί από τους αιρετικούς. Μόνος όποιος έχει απομακρυνθεί από αυτούς μπορεί να θεωρείται πραγματικός Χριστιανός και ενωμένος με τον Θεό μέσα στην ευσεβή πίστη».

Είναι αδύνατο να ζει κανείς με τους ευσεβείς – εδώ εννοείται αυτός που έχει ορθόδοξη πίστη, γιατί ο κακόδοξος από μόνος του δεν μένει με τους ευσεβείς. Το κείμενο αναφέρεται σε πρόσωπο που δεν είχε αποχωριστεί τον Ιωάννη Καλέκα πριν την καταδίκη του από τη σύνοδο (προ του 1347).

Και να θεωρείται Χριστιανός και να είναι ενωμένος με τον Θεό όποιος δεν έχει απομακρυνθεί από αυτούς, δείχνει την αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων. Εδώ πρόκειται για πνευματικό μολυσμό που προέρχεται μόνο από την εκκλησιαστική κοινωνία με υποδίκους αιρετικούς.

 π.Δ.Α

 


8. Συμπέρασμα

  • Η μνημόνευση ακαθαιρέτων αιρετικών σημαίνει πλήρη εκκλησιαστική κοινωνία και μπορεί να μολύνει τον Ορθόδοξο.
  • Η κοινωνία με αυτούς μέσω της Θείας Μετάληψης ή της μνημόνευσης μεταδίδει την κακοδοξία τους.
  • Η θέση αυτή δεν ανήκει μόνο στους Αγιορείτες, αλλά αποτελεί αυθεντική θέση της Εκκλησίας, επιβεβαιωμένη από παράδοση, Πατέρες και Οικουμενικές Συνόδους.