Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

ΣΤ-ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ -ΤΟ ΚΕΙΜEΝΟ ΤΗΣ ΡΑΒΕΝΝΑΣ

ΣΤ-ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΡΑΒΕΝΝΑΣ

Έρευνα: πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.

Εισαγωγικά.

Το Κείμενο του Μπαλαμάντ (1993) επιχείρησε να επαναπροσδιορίσει τις σχέσεις Ανατολής και Δύσης, θεμελιώνοντας μια νέα οικουμενιστική προσέγγιση ενότητας στηριγμένη στην αποδοχή της υφιστάμενης εκκλησιαστικής πραγματικότητας. Αυτή η προοπτική πυροδότησε τη σφοδρή αντίδραση της αντι-οικουμενιστικής πτέρυγας, καθώς η Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους το απέρριψε κατηγορηματικά με ιστορική ανακοίνωση, ενώ σημαντικές Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, όπως της Ελλάδος και της Γεωργίας, αρνήθηκαν να το επικυρώσουν συνοδικά. Το αδιέξοδο αυτό οδήγησε σε ναυάγιο με την ατυχή έκβαση της Η΄ Γενικής Συνέλευσης της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής στο Emmitsburg της Βαλτιμόρης των ΗΠΑ (9–19 Ιουλίου 2000). Καίτοι ο διάλογος βρισκόταν επί μία εξαετία σε τελματώδη κατάσταση, με την επανέναρξή του στο Βελιγράδι το 2006 εισήλθε σε μια νέα φάση.

Η  συνάντηση του Βελιγραδίου (2006) (Θ συνέλευση Μικτής Θεολογικής Επιτροπής)

Η Θ΄ Γενική Συνέλευση της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής πραγματοποιήθηκε από τις 18 έως τις 25 Σεπτεμβρίου 2006 στο Βελιγράδι της Σερβίας, αποτελούμενη συνολικά από 60 μέλη (30 Ορθόδοξα και 30 Ρωμαιοκαθολικά). Τις εργασίες διεύθυναν ως συμπρόεδροι ο Καρδινάλιος Walter Kasper και ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας), με γραμματείς τον Μητροπολίτη Σασίμων Γεννάδιο και τον π. Ελευθέριο Fortino. Στη συνάντηση συμμετείχαν αντιπρόεδροι από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων, Μόσχας, Σερβίας, Ρουμανίας, Γεωργίας, καθώς και από τις Εκκλησίες Κύπρου, Ελλάδος, Πολωνίας, Αλβανίας, Τσεχίας-Σλοβακίας και Φινλανδίας (απουσίαζε το Πατριαρχείο Βουλγαρίας), ενώ από τη ρωμαιοκαθολική πλευρά απουσίασαν δύο μέλη.

Μετά την παρουσίαση του προηγούμενου έργου της Επιτροπής (1980-2000), στο επίκεντρο τέθηκε η συζήτηση του κειμένου που είχε καταρτιστεί στη Μόσχα το 1990 με τίτλο «Εκκλησιολογικές και κανονικές συνέπειες της μυστηριακής φύσης της Εκκλησίας: Συνοδικότητα και αυθεντία στην Εκκλησία». Το κείμενο αυτό εξέταζε τη συνοδικότητα και την αυθεντία σε τρία επίπεδα (τοπικό, επαρχιακό, παγκόσμιο) ως συνέχεια των κειμένων του Μονάχου (1982), του Bari (1987) και του Νέου Βάλαμο (1988). Αν και κατά τη συνάντηση δεν κατέστη δυνατό να εγκριθεί ένα τελικό, κοινώς αποδεκτό κείμενο, η γόνιμη ζύμωση και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν οδήγησαν στη σύσταση μικτής επιτροπής για την αναθεώρησή του. Η διαδικασία αυτή έθεσε τις βάσεις ώστε το κείμενο να παρουσιαστεί αρτιότερο και να τύχει κοινής αποδοχής στην επόμενη Γενική Συνέλευση του 2007.

Η συνάντηση της Ραβέννας (2007)

Η Ι΄ Γενική Συνέλευση της Μικτής Θεολογικής Επιτροπής πραγματοποιήθηκε στη Ραβέννα της Ιταλίας από τις 8 έως τις 14 Οκτωβρίου 2007. Το κεντρικό θέμα της συνάντησης αυτής ήταν η συζήτηση του αναθεωρημένου κειμένου που είχε προκύψει από τις παρατηρήσεις και τα σχόλια πάνω στο αρχικό κείμενο της Μόσχας (1990) κατά τη διάρκεια της προηγούμενης συνάντησης στο Βελιγράδι το 2006.

Κατά την πρώτη ημέρα της συνάντησης, όταν η διορθόδοξη επιτροπή συνεδρίασε χωριστά για να συντονίσει το έργο της, προέκυψε σοβαρή εσωτερική κρίση. Οι εκπρόσωποι του Πατριαρχείου Μόσχας αποχώρησαν διαμαρτυρόμενοι για την παρουσία αντιπροσώπων της Εκκλησίας της Εσθονίας, την οποία το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε ανακηρύξει «αυτόνομη», αλλά η Μόσχα δεν την αναγνώριζε ως τέτοια. Παρά την απουσία της ρωσικής αντιπροσωπείας, οι εργασίες και οι συζητήσεις συνεχίστηκαν κανονικά. Το αποτέλεσμα ήταν η ομόφωνη έγκριση ενός κοινού κειμένου με τίτλο: «Εκκλησιολογικαί και κανονικαί συνέπειαι της μυστηριακής φύσεως της Εκκλησίας. Εκκλησιαστική κοινωνία, συνοδικότης και αυθεντία» (γνωστό ως «Κείμενο της Ραβέννας»). Αυτό το κείμενο είναι το τελευταίο πριν την Σύνοδο της Κρήτης (2016). Το κείμενο αυτό αποτελεί εκκλησιολογική συνέχεια των προηγούμενων κοινών κειμένων του Μονάχου (1982), του Bari (1987) και του Νέου Βάλαμο (1988)


Οι συμμετέχοντες

Από το Οικουμενικό Πατριαρχείο

  • Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας): Ορθόδοξος συμπρόεδρος της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής και κύριος εισηγητής.
  • Μητροπολίτης Σασίμων Γεννάδιος (Λιμνούριος): Συνγραμματέας (Co-secretary) της Επιτροπής από την ορθόδοξη πλευρά.
  • Συμμετείχαν επιπλέον κληρικοί και πανεπιστημιακοί σύμβουλοι υπό τη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Θρόνου.

Από την Εκκλησία της Ελλάδος

  • Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος (Σαββάτος): Μέλος της αντιπροσωπείας, θεολόγος και πανεπιστημιακός, ο οποίος μετέχει σταθερά στις διορθόδοξες και διμερείς θεολογικές επιτροπές.
  • Σημείωση: Στις συνελεύσεις της Μικτής Επιτροπής, η Εκκλησία της Ελλάδος και οι άλλες κατά τόπους Αυτοκέφαλες Εκκλησίες εκπροσωπούνταν από ορισμένους συνοδικούς ιεράρχες και καθηγητές Πανεπιστημίου, των οποίων τα πλήρη ονομαστικά μητρώα τηρούνται στα αρχεία της Γραμματείας του Θεολογικού Διαλόγου στο Φανάρι και στο Ποντιφικό Συμβούλιο για την Προώθηση της Χριστιανικής Ενότητας στο Βατικανό.

 

 

ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΡΑΒΕΝΝΑΣ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

 

ΑΡΘΡΟ 39

ΚΕΙΜΕΝΟ:

«Αντίθετα προς τας τοπικάς και περιφερειακάς συνόδους, μία Οικουμενική Σύνοδος δεν αποτελεί θεσμόν, ού οποίου η συχνότης δύναται να καθορισθή υπό των κανόνων· είναι μάλλον ένα γεγονός, ένας καιρός εμπνευόμενος υπό του Αγίου Πνεύματος, το οποίον οδηγεί την Εκκλησίαν, ώστε να γεννήση εν αυτή τους θεσμούς, ούς αύτη χρήζει και οι οποίοι ανταποκρίνονται εις την φύσιν αυτής. Αύτη η αρμονία μεταξύ της Εκκλησίας και των συνόδων είναι τοσούτω βαθεία, ώστε, ακόμη και μετά το σχίσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσεως, το οποίον κατέστησεν αδύνατην την σύγκλησιν Οικουμενικών Συνόδων κατά την αυστηράν έννοιαν του όρου, αμφότεραι αι Εκκλησίαι συνέχισαν να συγκαλώσι συνόδους ότε ανέκυπτον σοβαροί κίνδυνοι. Αι σύνοδοι αύται συνήγαγον τους επισκόπους των τοπικών Εκκλησιών εις κοινωνίαν μετά του Θρόνου της Ρώμης ή, καθώς εννοείται διαφορετικώς, μετά του Θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως, αντιστοίχως. Εν τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, μερικαί εκ τούτων των συνόδων, αι οποίαι συνεκλήθησαν εν τη Δύσει, εθεωρήθησαν ως οικουμενικαί. Η κατάστασις αύτη, η οποία υπεχρέωσεν αμφοτέρας τας πλευράς της Χριστιανοσύνης να συγκαλώσι συνόδους ιδίας εκάστης, ευνόησεν τας διχονοίας αίτινες συνετέλεσαν εις την αλληλοαπομάκρυνσιν. Αι μέθοδοι, αίτινες θα επιτρέψουν την αποκατάστασιν της οικουμενικής συναίνεσεως, οφείλουν να αναζητηθώσι.»

 

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ: Το άρθρο αυτό είναι επικίνδυνο διότι εξισώνει τις συνόδους που συγκλήθηκαν από τη Ρώμη μετά το σχίσμα με τις Οικουμενικές Συνόδους της αδιαιρέτου Εκκλησίας. Οι συνόδοι της Ρώμης μετά το 1054 δεν ήταν οικουμενικές διότι οι Ορθόδοξοι δεν συμμετείχαν σε αυτές και οι αποφάσεις τους περιείχαν αιρέσεις όπως το Φιλιόκβε και την παπική αλάθητο. Το κείμενο παρουσιάζει το σχίσμα σαν να ήταν ένα απλό διοικητικό πρόβλημα και όχι ως αποκοπή από την αλήθεια της πίστεως. Η φράση ότι και οι δύο πλευρές συνέχισαν να συγκαλούν συνόδους υπονοεί ότι και οι δύο είχαν εξίσου νόμιμο δικαίωμα, ενώ στην πραγματικότητα οι συνόδοι της Ρώμης ήταν τοπικές συνόδοι αιρετικών που δεν είχαν καμία σχέση με την οικουμενικότητα. Αυτή η εξίσωση ανοίγει τον δρόμο για να αναγνωριστούν οι παπικές συνόδοι ως έγκυρες, πράγμα που θα σήμαινε αποδοχή των αιρέσεων.

 

ΑΡΘΡΟ 40

ΚΕΙΜΕΝΟ: «Κατά την πρώτην χιλιετίαν, η οικουμενική κοινωνία των Εκκλησιών εν τη συνήθει ροή των πραγμάτων διετηρείτο διά των αδελφικών σχέσεων μεταξύ των επισκόπων. Αι σχέσεις αύται, μεταξύ των επισκόπων αυτών, μεταξύ των επισκόπων και των αντιστοίχων πρώτων αυτών, και επίσης μεταξύ των πρώτων αυτών κατά τον κανονικόν τάξιν, τον μαρτυρούμενον υπό της αρχαίας Εκκλησίας, ετρέφοντο και εστερεούντο την εκκλησιαστικήν κοινωνίαν. Η ιστορία καταγράφει τας διαβουλεύσεις, επιστολάς και εφέσεις προς τας μεγάλας έδρας, ιδίως προς την έδραν της Ρώμης, αίτινες εκφράζουν ζωηρώς την αλληλεγγύην, την οποίαν δημιουργεί η κοινωνία. Κανονικαί διατάξεις, όπως η συμπερίληψις των ονομάτων των επισκόπων των κυριωτέρων έδρων εις τα δίπτυχα και η κοινοποίησις της ομολογίας της πίστεως προς τους άλλους πατριάρχας επί τη ευκαιρία των εκλογών, αποτελούν συγκεκριμένας εκφράσεις της κοινωνίας.»

 

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ: Το άρθρο αυτό παρουσιάζει την επικοινωνία με τη Ρώμη σαν να ήταν κάτι το καθοριστικό για την ενότητα της Εκκλησίας, ενώ στην πραγματικότητα η Ρώμη ήταν μία από τις πέντε έδρες και όχι η κεφαλή όλης της Εκκλησίας. Η αναφορά στα δίπτυχα και στις επιστολές παρουσιάζεται σαν απόδειξη ειδικής σχέσης, ενώ αυτές οι πρακτικές ήταν απλές εκδηλώσεις αδελφικής αγάπης μεταξύ ίσων και όχι υποταγής. Το κείμενο αποσιωπά ότι οι Ορθόδοξοι πατριάρχες δεν αναγνώριζαν καμία δικαιοδοσία του Πάπα πάνω τους και ότι η επικοινωνία γινόταν μεταξύ ισότιμων αδελφών. Η επιλεκτική χρήση της ιστορίας εξυπηρετεί τον σκοπό να παρουσιαστεί η Ρώμη ως κέντρο ενότητας, κάτι που δεν ισχύει.

 

ΑΡΘΡΟ 41

ΚΕΙΜΕΝΟ:

 «Αμφότεραι αι πλευραί συμφωνούσιν ότι ούτος ο κανονικός τάξις ανεγνωρίζετο υπό πάντων εν τη εποχή της αδιαιρέτου Εκκλησίας. Περαιτέρω, συμφωνούσιν ότι η Ρώμη, ως η Εκκλησία η οποία προεδρεύει εν τη αγάπη κατά την φράσιν του Αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας, κατείχε την πρώτην θέσιν εν τω τάξει, και ότι ο επίσκοπος Ρώμης ήτο ο πρώτος μεταξύ των πατριαρχών. Διαφωνούσιν όμως ως προς την ερμηνείαν των ιστορικών τεκμηρίων εκ της εποχής ταύτης αναφορικώς προς τα προνόμια του επισκόπου Ρώμης ως πρώτου, ζήτημα το οποίον εννοείτο ήδη διαφορετικώς εν τη πρώτη χιλιετία.»

 

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ: Το άρθρο αυτό είναι το σοβαρότερο και πιο επικίνδυνο ολοκλήρου του κειμένου. Το ότι οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι συμφώνησαν ότι ο επίσκοπος Ρώμης ήταν ο πρώτος μεταξύ των πατριαρχών αποτελεί τεράστια υποχώρηση. Στην Ορθόδοξη παράδοση το πρωτείο της Ρώμης ήταν πρωτείο τιμής και όχι δικαιοδοσίας. Ο Άγιος Ιγνάτιος Αντιοχείας όταν έλεγε ότι η Ρώμη προεδρεύει εν αγάπη δεν εννοούσε καμία εξουσία επί των άλλων, αλλά απλώς εξύμνησε την αγάπη της ρωμαϊκής Εκκλησίας. Το κείμενο αφήνει να εννοηθεί ότι υπήρχε κάποιο είδος πρωτείου που δεν έχει διευκρινιστεί, και έτσι ανοίγει τον δρόμο για να ερμηνευθεί αργότερα ως παπική κυριαρχία. Η φράση ότι υπήρχαν διαφορετικές ερμηνείες ήδη από την πρώτη χιλιετία υπονοεί ότι και οι δύο ερμηνείες είχαν ισότιμη νομιμότητα, ενώ στην πραγματικότητα η ορθόδοξη ερμηνεία ήταν η μόνη ορθή και η παπική ερμηνεία ήταν η αρχή της αποστασίας. Η αποδοχή αυτού του άρθρου σημαίνει ότι η Ορθόδοξη πλευρά παραδέχεται κάποιο είδος πρωτείου του Πάπα, πράγμα που οδηγεί αναπόφευκτα στη συγχώνευση.

ΑΡΘΡΟ 42

ΚΕΙΜΕΝΟ:

«Η συνοδικότης εν τω οικουμενικώ επιπέδω, ασκουμένη εν ταις οικουμενικαίς συνόδοις, συνεπάγεται ενεργόν ρόλον του επισκόπου Ρώμης, ως πρώτου των επισκόπων των μεγάλων έδρων, εν τη συναινέσει των συναχθέντων επισκόπων. Αν και ο επίσκοπος Ρώμης δεν συνεκάλεσε τας οικουμενικάς συνόδους των πρώτων αιώνων και ουδέποτε προεδρεύσεν αυτών προσωπικώς, ούτως όμως ενεπλάκη στενώς εις την διαδικασίαν λήψεως αποφάσεων υπό των συνόδων.»

 

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ: Το άρθρο αυτό είναι προβληματικό διότι παρουσιάζει τον επίσκοπο Ρώμης να έχει ενεργό ρόλο στις Οικουμενικές Συνόδους, ενώ στην πραγματικότητα ο Πάπας δεν συγκάλεσε τις πρώτες Οικουμενικές Συνόδους, ούτε προήδρευσε σε αυτές. Οι Αυτοκράτορες συνεκάλεσαν τις συνόδους και οι Πατριάρχες προήδρευαν. Η συμμετοχή της Ρώμης ήταν μέσω των λεγάτων της και όχι μέσω του ίδιου του Πάπα. Το κείμενο παρουσιάζει μια παραποιημένη εικόνα της ιστορίας για να δικαιολογήσει τον παπικό ρόλο. Η φράση ότι «ενεπλάκη στενώς στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων» είναι αόριστη και μπορεί να ερμηνευθεί ως δικαίωμα μονομερούς απόρριψης ή εγκρίσεως, κάτι που δεν υπήρχε στην πρώτη χιλιετία. Αυτή η παραποίηση της ιστορίας εξυπηρετεί τον σκοπό να νομιμοποιηθεί η παπική παρέμβαση στις αποφάσεις της Εκκλησίας.

 

 

 

ΑΡΘΡΟ 43

ΚΕΙΜΕΝΟ: «Το πρωτείον και η συνοδικότης είναι αλληλένδετα. Διά τούτο το πρωτείον εν τω διαφόρω επιπέδω της ζωής της Εκκλησίας, τοπικώ, περιφερειακώ και οικουμενικώ, οφείλει πάντοτε να εξετάζεται εν τω πλαισίω της συνοδικότητος, και η συνοδικότης ομοίως εν τω πλαισίω του πρωτείου. Ως προς το πρωτείον εν τω διαφόρω επιπέδω, επιθυμούμεν να διακηρύξωμεν τα ακόλουθα σημεία: Πρώτον, το πρωτείον εν πάσι τοις επιπέδοις αποτελεί πρακτικήν εδραιωμένην εις την κανονικήν παράδοσιν της Εκκλησίας. Δεύτερον, ενώ το γεγονός του πρωτείου εν τω οικουμενικώ επιπέδω γίνεται αποδεκτόν υπό Ανατολής και Δύσεως, υπάρχουν διαφοραί κατανοήσεως αναφορικώς προς τον τρόπον καθόν ασκείται, και επίσης αναφορικώς προς τας εκ των Γραφών και θεολογικάς βάσεις αυτού.»

 

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ: Το άρθρο αυτό είναι επικίνδυνο διότι θεωρεί το πρωτείο και τη συνοδικότητα ως αλληλένδετα σε όλα τα επίπεδα, συμπεριλαμβανομένου του οικουμενικού. Αυτό σημαίνει ότι αναγνωρίζεται κάποιο πρωτείο σε οικουμενικό επίπεδο, δηλαδή κάποιος που θα είναι πάνω από όλους τους επισκόπους. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχει κανένα πρόσωπο πάνω από την Οικουμενική Σύνοδο. Η ανώτατη εξουσία ανήκει στη Σύνοδο και όχι σε κάποιον πρώτο. Η παραδοχή ότι υπάρχει πρωτείο σε οικουμενικό επίπεδο ανοίγει τον δρόμο για να γίνει ο Πάπας κεφαλή όλης της Εκκλησίας. Επίσης η φράση ότι υπάρχουν διαφορές κατανόησης ως προς τον τρόπο άσκησης σημαίνει ότι το κείμενο αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να ασκηθεί με τρόπο που να ικανοποιεί τις παπικές αξιώσεις. Αυτό είναι απαράδεκτο διότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να δεχθεί καμία μορφή παπικής κυριαρχίας.

 

ΑΡΘΡΟ 44

ΚΕΙΜΕΝΟ:

«Εν τη ιστορία της Ανατολής και της Δύσεως, τουλάχιστον μέχρι του ενάτου αιώνος, αναγνωρίζετο σειρά προνομίων, πάντοτε εν τω πλαισίω της συνοδικότητος, κατά τας συνθήκας των καιρών, διά τον πρώτον ή την κεφαλήν εν εκάστω των καθιερωμένων εκκλησιαστικών επιπέδων: τοπικώς, διά τον επίσκοπον ως πρώτον της επισκοπής του προς τους πρεσβυτέρους και τον λαόν· περιφερειακώς, διά τον πρώτον εκάστης μητροπόλεως προς τους επισκόπους της επαρχίας αυτού, και διά τον πρώτον εκάστου των πέντε πατριαρχών, προς τους μητροπολίτας εκάστης περιφερείας· και οικουμενικώς, διά τον επίσκοπον Ρώμης ως πρώτον μεταξύ των πατριαρχών. Αύτη η διάκρισις των επιπέδων δεν μειοί την μυστηριακήν ισότητα εκάστου επισκόπου ή την καθολικότητα εκάστης τοπικής Εκκλησίας.»

 

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ: Το άρθρο αυτό παρουσιάζει μια αναλογία μεταξύ του επισκόπου που είναι πρώτος στην επισκοπή του, του μητροπολίτη που είναι πρώτος στην επαρχία του, του πατριάρχη που είναι πρώτος στο πατριαρχείο του, και του Πάπα που είναι πρώτος σε οικουμενικό επίπεδο. Αυτή η αναλογία είναι παραπλανητική διότι εξισώνει πράγματα που δεν είναι ίδια. Ο επίσκοπος στην επισκοπή του έχει πλήρη εξουσία, ο μητροπολίτης στην επαρχία του έχει συγκεκριμένα καθήκοντα, ο πατριάρχης στο πατριαρχείο του έχει κανονική δικαιοδοσία, αλλά κανένας από αυτούς δεν είναι κεφαλή όλης της Εκκλησίας. Η εξίσωση αυτών των επιπέδων με τον Πάπα σε οικουμενικό επίπεδο σημαίνει ότι ο Πάπας θα πρέπει να έχει ανάλογη εξουσία σε παγκόσμιο επίπεδο, κάτι που συνιστά παπική κυριαρχία. Η φράση ότι δεν μειώνεται η μυστηριακή ισότητα των επισκόπων είναι απλώς ένα καλλωπιστικό επίθεμα για να καλύψει την ουσία, η οποία είναι η αναγνώριση παπικής εξουσίας επί όλης της Εκκλησίας.

 

ΑΡΘΡΟ 45

ΚΕΙΜΕΝΟ:

«Εναπολείπεται να μελετηθή εις βάθος το ζήτημα του ρόλου του επισκόπου Ρώμης εν τη κοινωνία πασών των Εκκλησιών. Τίς είναι η ειδική λειτουργία του επισκόπου της πρώτης έδρας εν μια εκκλησιολογία της κοινωνίας και υπό το πρίσμα των όσων είπομεν περί συνοδικότητος και εξουσίας εν τω παρόντι κειμένω; Πώς οφείλει να νοηθή και να βιωθή η διδασκαλία της πρώτης και δευτέρας Βατικανείου Συνόδου περί του οικουμενικού πρωτείου υπό το φως της εκκλησιαστικής πρακτικής της πρώτης χιλιετίας; Ταύτα είναι κρίσιμα ερωτήματα διά τον διάλογον ημών και διά τας ελπίδας ημών να αποκαταστήσωμεν την πλήρη κοινωνίαν μεταξύ ημών.»

 

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ: Το άρθρο αυτό είναι προβληματικό διότι θέτει ως θέμα μελλοντικής συζήτησης τον ρόλο του Πάπα σε μια εκκλησιολογία κοινωνίας, πράγμα που σημαίνει ότι το κείμενο της Ραβέννας δεν απέρριψε το παπικό πρωτείο, αλλά το άφησε ανοιχτό για μελλοντική αποδοχή. Η αναφορά στις Βατικάνειες Συνόδους είναι επικίνδυνη διότι αυτές οι συνόδοι καθόρισαν το παπικό πρωτείο ως δικαιοδοσία και την παπική αλάθητο, οι οποίες είναι αιρέσεις. Το να συζητείται πώς θα ενσωματωθούν οι αποφάσεις αυτών των συνόδων στην εκκλησιαστική ζωή σημαίνει ότι η Ορθόδοξη πλευρά είναι διατεθειμένη να συζητήσει την αποδοχή αιρετικών αποφάσεων. Η φράση περί αποκατάστασης της πλήρους κοινωνίας υπονοεί ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι πλήρης χωρίς τη Ρώμη, κάτι που αντιβαίνει στην ορθόδοξη διδασκαλία ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η πλήρης και ακέραιη Εκκλησία του Χριστού και δεν χρειάζεται καμία προσθήκη.

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ [1]

ΚΕΙΜΕΝΟ:

«Τα Ορθόδοξα μέλη ησθάνθησαν σημαντικόν να τονίσωσιν ότι η χρήσις των όρων και εκφράσεων η Εκκλησία, η ανά τον κόσμον Εκκλησία, η αδιαίρετος Εκκλησία και το Σώμα Χριστού εν τω παρόντι εγγράφω και εν παρομοίοις εγγράφοις εκπονηθείσιν υπό της Μικτής Επιτροπής κατ ουδένα τρόπον δεν υπονομεύει την αυτοαντίληψιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως της μιας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας, περί της οποίας ομιλεί το Σύμβολον της Πίστεως της Νικαίας. Εκ Καθολικής επόψεως ισχύει η αυτή αυτοεπίγνωσις: η μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία υφίσταται εν τη Καθολική Εκκλησία, κατά το Lumen Gentium 8· τούτο δεν αποκλείει την αναγνώρισιν ότι στοιχεία της αληθούς Εκκλησίας είναι παρόντα εκτός της Καθολικής κοινωνίας.»

 

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ: Αυτή η υποσημείωση είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο ολοκλήρου του κειμένου. Το ότι οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι δέχθηκαν να υπογράψουν ένα κείμενο όπου οι όροι Εκκλησία και Σώμα Χριστού χρησιμοποιούνται και για τη ρωμαιοκαθολική κοινότητα σημαίνει ότι δεν διαφύλαξαν την ορθόδοξη εκκλησιολογία. Η φράση ότι η χρήση αυτών των όρων δεν υπονομεύει την αυτοαντίληψη της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι απλώς μια δικαιολογία για να καλυφθεί η υποχώρηση. Στην πραγματικότητα, όταν το κείμενο μιλά για την Εκκλησία στον ενικό και αναφέρεται και στις δύο πλευρές, δημιουργεί την εντύπωση ότι και οι δύο είναι Εκκλησίες με την πλήρη έννοια του όρου. Η αναφορά στο Lumen Gentium 8, το οποίο διδάσκει ότι η αληθινή Εκκλησία υφίσταται μόνο στη ρωμαιοκαθολική κοινωνία, ενώ αναγνωρίζει κάποια στοιχεία έξω από αυτήν, είναι αιρετική διδασκαλία που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από τους Ορθοδόξους. Η υποσημείωση αυτή στην ουσία αποδέχεται ότι υπάρχουν δύο τρόποι να ομιλεί κανείς για την Εκκλησία, ο ορθόδοξος και ο παπικός, και ότι και οι δύο είναι έγκυροι, πράγμα που συνιστά σύγχυση και αποδοχή της πλάνης.

 

ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Τα προβληματικά άρθρα του κειμένου της Ραβέννας αποτελούν σοβαρούς κινδύνους για την Ορθόδοξη πίστη διότι ανοίγουν τον δρόμο για την αναγνώριση παπικού πρωτείου, για την αποδοχή της ρωμαιοκαθολικής κοινότητας ως Εκκλησίας, για την παραποίηση της ιστορίας των Οικουμενικών Συνόδων και για την προώθηση μιας ψευδούς ενότητας που δεν βασίζεται στην αλήθεια. Το κείμενο δεν αναφέρεται στις αιρέσεις των Ρωμαιοκαθολικών, δεν ζητά την αποκήρυξή τους και παρουσιάζει τον διάλογο ως μέσο ένωσης χωρίς να διευκρινίζει ότι η ένωση προϋποθέτει την επιστροφή στην ορθή πίστη. Γι αυτό το κείμενο πρέπει να απορριφθεί από κάθε ορθόδοξο χριστιανό που θέλει να παραμείνει πιστός στην αγία παράδοση των αποστόλων και των πατέρων.

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ  ΤΗΣ ΡΑΒΕΝΝΑΣ ΚΑΙ Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Η εκκλησιαστική παράδοση αντιμετωπίζει τους διαλόγους όχι ως διπλωματικές συνομιλίες, αλλά ως ομολογιακή μαρτυρία. Επομένως, επιτρέπονται και ενθαρρύνονται αποκλειστικά χωρίς δογματικές εκπτώσεις και με απώτερο στόχο την επιστροφή των ετεροδόξων στην πατρική κληρονομιά της Μίας Εκκλησίας.

Η Σύνοδος της Κρήτης που έγινε τον Ιούνιο του 2016 σχετίζεται άμεσα με το κείμενο της Ραβέννας του 2007 διότι συνέχισε και ενίσχυσε την ίδια οικουμενιστική γραμμή που άνοιξε το κείμενο της Ραβέννας. Το κείμενο της Ραβέννας είχε θέσει ως ανοιχτό ζήτημα το πρωτείο του επισκόπου Ρώμης και είχε αφήσει να εννοηθεί ότι υπάρχει κάποιο είδος πρωτείου σε οικουμενικό επίπεδο, ενώ η Σύνοδος της Κρήτης μέσα από τα κείμενά της για τις σχέσεις με τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο υιοθέτησε παρόμοια λογική αναγνώρισης των ετεροδόξων ως εκκλησιών με ιστορική ύπαρξη, κάτι που θυμίζει την υποσημείωση της Ραβέννας όπου οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι δέχθηκαν να χρησιμοποιούνται οι όροι Εκκλησία και Σώμα Χριστού και για τη ρωμαιοκαθολική κοινότητα. Επίσης λίγους μήνες μετά τη Σύνοδο της Κρήτης, τον Σεπτέμβριο του 2016, η Μικτή Διεθνής Επιτροπή Θεολογικού Διαλόγου ενέκρινε στο Κιέτι της Ιταλίας νέο κείμενο με τίτλο «Συνοδικότητα και πρωτείο κατά την πρώτη χιλιετία: στην πορεία προς κοινή κατανόηση, στην υπηρεσία της ενότητας της Εκκλησίας», το οποίο αποτελεί άμεση συνέχεια του κειμένου της Ραβέννας και ασχολείται με το ίδιο θέμα του πρωτείου σε σχέση με τη συνοδικότητα. Η Σύνοδος της Κρήτης προετοίμασε το έδαφος για αυτή τη συνέχεια, αφού στα κείμενά της δεν απέρριψε την οικουμενιστική κατεύθυνση της Ραβέννας αλλά την ενσωμάτωσε στην πανορθόδοξη συζήτηση. Αυτή η σύνδεση προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις από το Πατριαρχείο Μόσχας και άλλες Εκκλησίες που δεν συμμετείχαν στη Σύνοδο ή αρνήθηκαν να την αναγνωρίσουν, μεταξύ άλλων και διότι θεώρησαν ότι η Σύνοδος της Κρήτης υιοθέτησε την προβληματική γραμμή της Ραβέννας ως προς το πρωτείο και τις σχέσεις με τους αιρετικούς. Συνοπτικά η Σύνοδος της Κρήτης λειτούργησε ως γέφυρα που μετέφερε την οικουμενιστική θεολογία της Ραβέννας στο επίπεδο της πανορθόδοξης συνοδικής έκφρασης και άνοιξε τον δρόμο για περαιτέρω υποχωρήσεις στο θέμα του παπικού πρωτείου.


Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026

Ε- ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΜΠΑΛΑΜΑΝΤ (Β) -ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ



Έρευνα: πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Η Στάση της Εκκλησίας της Ελλάδας

Η Εκκλησία της Ελλάδας δεν πήγε καθόλου στη συνάντηση του Μπαλαμάντ. Ήταν μία από τις έξι Ορθόδοξες Εκκλησίες που απουσίαζαν. Η απουσία της δεν ήταν τυχαία. Είχε ήδη δηλώσει ότι δεν μπορεί να συμμετάσχει σε διάλογο αν η Ρωμαιοκαθολική πλευρά δεν απορρίψει πρώτα οριστικά και ξεκάθαρα την Ουνία. Στην επιστολή που έστειλε προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη στις 8 Δεκεμβρίου 1994 η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδας εξέφρασε την απόλυτη απόρριψή της στο κείμενο. Η Σύνοδος τόνισε ότι το κείμενο του Μπαλαμάντ υπονομεύει όσα είχαν συμφωνηθεί στο Φράιζινγκ το 1990, όπου η Ουνία είχε καταδικαστεί ξεκάθαρα. Στο Μπαλαμάντ αντίθετα το πνεύμα άλλαξε και η Ουνία παρουσιάστηκε με θετικό τρόπο. Μέσα από συγκεκριμένες παραγράφους του κειμένου οι Ουνιτικές εκκλησίες νομιμοποιούνται όχι μόνο ως προς την ύπαρξή τους αλλά και ως προς τη δράση τους. Η Σύνοδος κατηγόρησε τους Ορθόδοξους αντιπροσώπους που υπέγραψαν ότι ξέχασαν τα βάσανα που προκάλεσαν οι Ουνίτες στους Ορθόδοξους κατά τη διάρκεια της ιστορίας. Τους κατηγόρησε ότι δέχτηκαν τους Ουνίτες ως ίσους συνομιλητές και ότι παραιτήθηκαν από την πεποίθηση ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Η Σύνοδος προειδοποίησε ότι το κείμενο οδηγεί σε επικίνδυνες εκκλησιολογικές συνέπειες γιατί στην ουσία προτείνει άμεση κοινωνία μεταξύ Ορθόδοξων και Ρωμαιοκαθολικών κάτι που θα σταματούσε τον ίδιο τον θεολογικό διάλογο. Τελικά το συμπέρασμα της Εκκλησίας της Ελλάδας ήταν ότι το κείμενο είναι απαράδεκτο για κάθε Ορθόδοξο. Είναι ξένο προς την Ορθόδοξη Παράδοση και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις αποφάσεις των Πανορθοδόξων Συνόδων που είχαν ορίσει τα όρια του διαλόγου.

Η Κριτική του Πατέρα Θεόδωρου Ζήση

Ο πατέρας Θεόδωρος Ζήσης σε βιβλίο του για την Ουνία άσκησε έντονη κριτική στο κείμενο. Κατ' αρχάς είπε ότι το Μπαλαμάντ αναιρεί όσα είχαν συμφωνηθεί στη Βιέννη και στο Φράιζινγκ. Παρόλο που η Ουνία απορρίπτεται στα λόγια ως μέθοδος ένωσης στην πράξη το κείμενο την αθωώνει και τη δικαιώνει. Αντί να την αντιμετωπίζει ως εκκλησιολογική ανωμαλία την επαινεί για την πιστότητά της στη Ρώμη. Ενώ είχε συμφωνηθεί ότι ο διάλογος δεν θα προχωρούσε χωρίς να λυθεί πρώτα το πρόβλημα της Ουνίας το κείμενο καλεί τους Ουνίτες να συμμετάσχουν ως ίσοι. Ταυτόχρονα αφήνει αιχμές κατά των Ορθόδοξων λέγοντας ότι αυτοί παρεμποδίζουν την ενότητα. Ο πατέρας Ζήσης είδε μεγάλες εκκλησιολογικές υποχωρήσεις. Η απαγόρευση του αναβαπτισμού εξισώνει δογματικά τις δύο Εκκλησίες. Θεωρεί ότι και οι δύο έχουν γνήσια πίστη μυστήρια και αποστολική διαδοχή. Αυτό ακυρώνει την παράδοση αιώνων που θεωρεί τους Ρωμαιοκαθολικούς αιρετικούς. Η αποδοχή του όρου αδελφές εκκλησίες είναι η μεγαλύτερη παραχώρηση. Η Ορθόδοξη Εκκλησία παύει να θεωρείται η Μία Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και υποβιβάζεται σε απλό τμήμα της Εκκλησίας του Χριστού όπως λέει η προτεσταντική θεωρία των κλάδων. Ο πατέρας Ζήσης μίλησε και για διγλωσσία. Είναι απαράδεκτο να αποδέχεσαι τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ως αδελφή και ταυτόχρονα να τη θεωρείς αιρετική και σχισματική. Η Εκκλησία εκφράζεται μέσα στη Θεία Ευχαριστία. Όσοι δεν μνημονεύονται δεν είναι μέλη της. Συνεπώς δεν μπορεί να υπάρχει ελαστικότητα. Ο μόνος δρόμος για ένωση είναι να λυθεί η αιτία της ακοινωνησίας. Επίσης επέκρινε την ορολογία. Αντί για Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία που ήταν ο καθιερωμένος όρος στον διάλογο το κείμενο λέει Καθολική Εκκλησία. Επίσης οι Ουνίτες ονομάζονται Ανατολικές Καθολικές Εκκλησίες κάτι που προσβάλλει την ιστορική μνήμη της Ορθοδοξίας. Για όλους αυτούς τους λόγους ο πατέρας Ζήσης θεωρεί το κείμενο απαράδεκτο και λέει ότι πρέπει να προβληματιστούν οι Ορθόδοξες Εκκλησίες αν ο διάλογος είναι τελικά χρήσιμος ή επιζήμιος.

Η Κριτική του Καθηγητή Ηλία Πατσαβού

Ο καθηγητής Κανονικού Δικαίου Ηλίας Πατσαβός από τη Βοστώνη δημοσίευσε τον Μάιο του 1994 άρθρο στο περιοδικό Eastern Churches Journal με σκληρή κριτική. Είπε ότι για πρώτη φορά στην ιστορία το κείμενο αναγνωρίζει ότι Ορθόδοξοι και Ρωμαιοκαθολικοί μαζί αποτελούν τη Μία Αγία Εκκλησία. Με αυτόν τον τρόπο οι Ορθόδοξοι εγκαταλείπουν την ορθόδοξη εκκλησιολογία και δέχονται την προτεσταντική θεωρία των κλάδων. Ο Πατσαβός τόνισε ότι στην Ορθόδοξη παράδοση αδελφές εκκλησίες λέγονται μόνο οι Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες μεταξύ τους και όχι οι ετερόδοξες. Η αποδοχή του όρου στο Μπαλαμάντ είναι μόνο λεκτική και δεν έχει θεολογικό βάθος. Αν η Ορθόδοξη Εκκλησία δεχτεί τη Ρωμαιοκαθολική ως αδελφή τότε αναγκάζεται να αναγνωρίσει ως αδελφές και τις Ουνιτικές Εκκλησίες που είναι σε κοινωνία με τη Ρώμη. Οπότε αναρωτιέται ποιος είναι ο λόγος να λέει το κείμενο ότι καταδικάζει την Ουνία όταν στην ουσία την αναγνωρίζει. Ο Πατσαβός είπε ότι το κείμενο δίνει στους Ουνίτες τη λανθασμένη εντύπωση ότι έχουν ορθή εκκλησιολογία και έτσι εμποδίζεται ο υγιής προβληματισμός μέσα στις Ουνιτικές Εκκλησίες. Σχετικά με την Αγία Γραφή ο Πατσαβός απέρριψε την ερμηνεία που δίνει το κείμενο στο χωρίο Ιωάννη 17:21 όπου ο Χριστός λέει ίνα πάντες εν ώσιν. Το Μπαλαμάντ ερμηνεύει το χωρίο ως προσευχή για την ένωση των εκκλησιών. Ο Πατσαβός λέει ότι ο Χριστός δεν προσεύχεται για την ένωση εκκλησιών αλλά για την ολοκλήρωση των διδασκαλιών Του μέσα από τη θέα του Ακτίστου Φωτός. Χαρακτήρισε ανιστόρητη την παράγραφο 10 του κειμένου γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν διαμόρφωσε τη σωτηριολογία της ως αντίδραση στην Ουνία αλλά την είχε ήδη από τον Άγιο Κυπριανό Καρχηδόνας πολύ πριν. Επίσης είπε ότι είναι άτοπο να συνδέεται η απαγόρευση του αναβαπτισμού με την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία ποτέ δεν βαπτίζει κανέναν παρά τη θέλησή του. Ο Πατσαβός φοβήθηκε ότι η προώθηση της ένωσης χωρίς να λυθούν πρώτα οι δογματικές διαφορές όπως το Φιλιόκβε το παπικό πρωτείο το αλάθητο και η κτιστή χάρη κινδυνεύει να τις υποβαθμίσει σε απλά θεολογούμενα. Τέλος τόνισε ότι η απουσία έξι Ορθόδοξων Εκκλησιών από τη συνάντηση είναι πολύ σημαντικό γεγονός και ότι οι αντίρροπες ιστορικές μνήμες κυρίως από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες κάνουν τη συγχώρεση πολύ δύσκολη στην πράξη. Γι' αυτούς τους λόγους θεωρεί τη σκληρή κριτική των Ορθοδόξων κατά του Μπαλαμάντ απόλυτα δίκαιη.

Η Κριτική του Πατέρα Ιωάννη Ρωμανίδη

Ο πατέρας Ιωάννης Ρωμανίδης άσκησε την πιο δριμεία και συστηματική θεολογική κριτική. Θεωρούσε ότι η συμφωνία του Μπαλαμάντ καταστρέφει την Ορθόδοξη θεολογία. Αμβλύνει τις δογματικές διαφορές με τους Ρωμαιοκαθολικούς. Προδίδει την Ορθοδοξία. Και τελικά δικαιώνει την Ουνία αντί να την καταδικάζει. Ο πατέρας Ρωμανίδης θεωρούσε ότι οι Ορθόδοξες Εκκλησίες που απουσίασαν κατανόησαν την πραγματική πολιτική του Βατικανού. Χαρακτήριζε τον διάλογο πόλεμο από τα νώτα με πρόσχημα τον διάλογο της αγάπης. Οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι δέχτηκαν πλήρως τη λατινική θεολογική προπαγάνδα που απλώς φόρεσε ένα ορθόδοξο κάλυμμα. Θεωρούσε παγίδα την αναγνώριση των ορθόδοξων μυστηρίων από τη Β' Βατικανή Σύνοδο. Με βάση αυτή την αναγνώριση το Μπαλαμάντ οδηγεί στην απόρριψη της ορθόδοξης εκκλησιολογίας και στην αποδοχή της ρωμαιοκαθολικής. Εντόπισε δύο λανθασμένες βάσεις στο κείμενο. Πρώτον την παρερμηνεία της ιστορίας του Σχίσματος. Δεύτερον την παρερμηνεία της Αρχιερατικής Προσευχής του Χριστού στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη. Διευκρίνισε ότι στο ίνα ώσιν εν ο Χριστός δεν προσεύχεται για τη δήθεν ένωση διαιρεμένων εκκλησιών. Προσεύχεται για την ενότητα των μαθητών Του μέσω της θέας του ακτίστου φωτός και της Δόξας Του κατά την ημέρα της Πεντηκοστής. Αυτή είναι η Δόξα του Αναστημένου Χριστού και των πιστών. Ο πατέρας Ρωμανίδης διατύπωσε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία που ζει μέσα στο φως της αποκάλυψης της ίδιας της Αλήθειας που είναι ο Χριστός είναι αδύνατον να αναγνωρίσει ως αδελφή της μια άλλη εκκλησία που δεν ζει τη θέωση. Αφού στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δεν υπάρχει η θέωση κατέληξε ότι οι Ρωμαιοκαθολικοί δεν έχουν πραγματική αποστολική διαδοχή ούτε έγκυρα μυστήρια. Ανέλυσε το εκκλησιολογικό παράδοξο της Ουνίας. Από τη στιγμή που οι Ορθόδοξοι υπογράψαντες αναγνώρισαν τα μυστήρια των Ρωμαιοκαθολικών κάτι που σημαίνει μυστηριακή κοινωνία ο λόγος ύπαρξης της Ουνίας έπαυσε. Άρα οι Ουνιτικές Εκκλησίες θα έπρεπε κανονικά να αφομοιωθούν πλήρως από την Ορθόδοξη Εκκλησία.

Τα Κοινά Σημεία της Κριτικής

Όλοι οι κριτικοί συμφωνούν σε βασικά ζητήματα. Καταγγέλλουν ότι το κείμενο εγκαταλείπει την ορθόδοξη εκκλησιολογία και δέχεται την προτεσταντική θεωρία των κλάδων. Θεωρούν απαράδεκτο τον όρο αδελφές εκκλησίες γιατί στην Ορθόδοξη παράδοση αυτός ο όρος αναφέρεται μόνο στις Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες. Η αποδοχή του οδηγεί σε παραίτηση από τη μοναδικότητα της Ορθοδοξίας και σε αναγκαστική αναγνώριση των Ουνιτικών Εκκλησιών ως αδελφών. Όλοι διαφωνούν με την απαγόρευση του αναβαπτισμού γιατί εξισώνει δογματικά Ορθόδοξους και Ρωμαιοκαθολικούς και αχρηστεύει την πατερική παράδοση. Όλοι θεωρούν ότι το κείμενο νομιμοποιεί την Ουνία αντί να την καταδικάζει. Όλοι συμφωνούν ότι η ερμηνεία του χωρίου Ιωάννη 17:21 είναι λανθασμένη και ότι αναφέρεται στην ενότητα μέσω της θέας του ακτίστου φωτός και όχι στην ένωση εκκλησιών. Όλοι διαπιστώνουν ότι το κείμενο αμνηστεύει και αποσιωπά θεμελιώδεις δογματικές διαφορές όπως το Φιλιόκβε το παπικό πρωτείο και το αλάθητο. Όλοι προειδοποιούν για τον κίνδυνο άμεσης μυστηριακής κοινωνίας που θα ακύρωνε τον ίδιο τον διάλογο. Και όλοι καταλήγουν ότι το κείμενο του Μπαλαμάντ είναι απαράδεκτο για την Ορθόδοξη Πίστη και την Ιερά Παράδοση.

Το κείμενο του Μπάλαμαντ και η Σύνοδος της Κρήτης

Το κείμενο του Μπαλαμάντ (1993) δεν ήταν απλώς ένα απομονωμένο λάθος, αλλά το προοίμιο και το θεμέλιο της Συνόδου της Κρήτης (2016), η οποία μετέτρεψε σε επίσημη διδασκαλία όσα το Μπαλαμάντ είχε προτείνει ως «σκέψεις»: η Σύνοδος της Κρήτης αποδέχθηκε την εκκλησιολογία των «αδελφών Εκκλησιών», αναγνώρισε έγκυρα μυστήρια στους Παπικούς και στους Προτεστάντες, νομιμοποίησε την Ουνία ως «δικαίωμα ύπαρξης» και απέρριψε την παραδοσιακή εκκλησιολογία της «επιστροφής», ακριβώς όπως έπραξε το Μπαλαμάντ· έτσι, ό,τι το Μπαλαμάντ είχε γράψει ως «συμφωνία εμπειρογνωμόνων» στον Λίβανο, η Σύνοδος της Κρήτης το ανύψωσε σε «πανορθόδοξη απόφαση», ολοκληρώνοντας τη μετάλλαξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας από Σώμα Χριστού σε «σύνδεσμο αδελφών Εκκλησιών» και καθιστώντας τον οικουμενιστικό συγκρητισμό επίσημη πολιτική της Εκκλησίας.


Ε-ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΜΠΑΛΑΜΑΝΤ (Α)



Επιμέλεια έρευνας: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Τι είναι το κείμενο του Μπάλαμαντ

Το καλοκαίρι του 1993, στο μοναστήρι του Μπαλαμάντ στον Λίβανο, υπεγράφη από αντιπροσώπους εννέα Ορθοδόξων Εκκλησιών (μεταξύ των οποίων το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το Πατριαρχείο Αντιοχείας, η Εκκλησία της Ρωσίας κ.ά.) ένα κείμενο με τίτλο «Ουνιτισμός, μέθοδος ένωσης στο παρελθόν και η παρούσα αναζήτηση πλήρους κοινωνίας». Αυτό το κείμενο, γνωστό ως «Συμφωνία του Μπαλαμάντ» ή «Κείμενο του Μπαλαμάντ», αποτελεί ένα από τα πιο επικίνδυνα και προβληματικά κείμενα της σύγχρονης εκκλησιαστικής ιστορίας.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία και τα πρακτικά της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας (η οποία συνήλθε στην Ιερά Μονή Θεοτόκου Μπαλαμαντ στον Λίβανο, από 17 έως 24 Ιουνίου 1993) στον θεολογικό διάλογο συμμετείχαν:

1. Η Εκκλησία της Ελλάδος

ΔΕΝ συμμετείχε καθόλου στην εν λόγω συνάντηση. Η Εκκλησία της Ελλάδος (όπως και τα Πατριαρχεία Ιεροσολύμων, Σερβίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας κ.ά.) απείχε από την Ολομέλεια του Μπάλαμαντ.

2. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο συμμετείχε ενεργά και μάλιστα η ορθόδοξη ηγεσία της αντιπροσωπείας προερχόταν από αυτό:

  • Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός (ως Ορθόδοξος Συμπρόεδρος της Μικτής Επιτροπής).
  • Μητροπολίτης Ιταλίας Σπυρίδων (ως Ορθόδοξος Γραμματέας της Επιτροπής).

Πηγές - Βιβλιογραφία

  1. Επίσημα Ανακοινωθέντα & Κείμενα Διαλόγου: Joint International Commission for the Theological Dialogue between the Roman Catholic Church and the Orthodox Church, Πρακτικά Ζ´ Ολομέλειας (Μπάλαμαντ Λιβάνου, Ιούνιος 1993) – The Balamand Document: Uniatism, Method of Union of the Past, and the Present Search for Full Communion.
  2. Ιστορικές και Κανονικές Μελέτες:
    • Καθηγητής Π. Χρήστου / Θεολογικά περιοδικά και αρχεία Οικουμενικού Πατριαρχείου σχετικά με τις αντιπροσωπείες των Ορθοδόξων Εκκλησιών στις Ολομέλειες της Μικτής Επιτροπής.
    • The Balamand Union: A Victory of Vatican Diplomacy (Αρχεία τεκμηρίωσης, καταγραφή παρόντων/απόντων αυτοκεφάλων εκκλησιών, όπου αναφέρεται ρητά η απουσία της Εκκλησίας της Ελλάδος και η συμμετοχή του Οικ. Πατριαρχείου διά των Στυλιανού Αυστραλίας και Σπυρίδωνος Ιταλίας).

 

 

Τα προβληματικά άρθρα του κειμένου του Μπάλαμαντ

ΑΡΘΡΟ 1: Οι «Αδελφές Εκκλησίες»

Τι λέει το κείμενο (παρ. 13):

 

«Εκατέρωθεν αναγνωρίζεται, ότι όσα ενεπιστεύθη ο Χριστός εις την Εκκλησίαν Του — ομολογία της αποστολικής πίστεως, μετοχή εις τα αυτά μυστήρια, προ παντός εις την μίαν ιερωσύνην την τελούσαν την μίαν θυσίαν του Χριστού, αποστολική διαδοχή των επισκόπων — δεν δύνανται να θεωρηθούν ως αποκλειστική ιδιοκτησία μιας των ημετέρων Εκκλησιών... Αυτός είναι ο λόγος, δια τον οποίον η Καθολική Εκκλησία και η Ορθόδοξος Εκκλησία αναγνωρίζουν εαυτάς αμοιβαίως ως αδελφάς Εκκλησίας».

 

Σχόλια: Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο ολόκληρου του κειμένου. Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Δεν υπάρχουν «δύο αδελφές Εκκλησίες» — η μία Ορθόδοξη και η άλλη παπική. Ο Παπισμός είναι σχίσμα και αίρεση. Όταν το κείμενο του Μπαλαμάντ μιλά για «αμοιβαία αναγνώριση ως αδελφές Εκκλησίες», στην ουσία λέει ότι και οι δύο είναι εξίσου Εκκλησίες του Χριστού. Αυτό είναι άρνηση της ορθόδοξης εκκλησιολογίας. Η Εκκλησία του Χριστού είναι ΜΙΑ. Όποιος είναι έξω από αυτήν, δεν είναι «αδελφή Εκκλησία», αλλά σχίσμα.

 

ΑΡΘΡΟ 2: Έγκυρα μυστήρια και ιερωσύνη στους Παπικούς

Τι λέει το κείμενο (παρ. 13, όπως παραπάνω): Αναγνωρίζει στους Παπικούς «την μίαν ιερωσύνην», «τα αυτά μυστήρια» και «αποστολική διαδοχή».

Σχόλια: Η Ορθόδοξη Εκκλησία, από αιώνες, διδάσκει ότι έξω από αυτήν δεν υπάρχει μυστήριο, δεν υπάρχει ιερωσύνη, δεν υπάρχει σωτηρία. Οι Άγιοι Πατέρες (όπως ο Άγιος Κυπριανός, ο Άγιος Φώτιος, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς) ήταν σαφείς: έξω από την Εκκλησία δεν υπάρχει ούτε βάπτισμα, ούτε θυσία, ούτε ιερωσύνη. Το Μπαλαμάντ, όμως, λέει το αντίθετο: ότι οι Παπικοί έχουν «τα ίδια μυστήρια» και «την ίδια ιερωσύνη». Αυτό σημαίνει ότι αποδεχόμαστε ότι ο Παπισμός είναι Εκκλησία με όλα τα μέσα σωτηρίας — κάτι που αντίκειται στην ορθόδοξη πίστη.

 

ΑΡΘΡΟ 3: Απόρριψη του αναβαπτισμού

Τι λέει το κείμενο (παρ. 13):

«Είναι σαφές, ότι εντός του πλαισίου τούτου αποκλείεται πας αναβαπτισμός».

Σχόλια: Αυτό σημαίνει ότι όποιος Παπικός θέλει να γίνει Ορθόδοξος, δεν χρειάζεται να βαπτιστεί. Αρκεί μια απλή «χρίση» ή «προσχώρηση». Αλλά η Ορθόδοξη Εκκλησία, με βάση τους ιερούς Κανόνες, αναβαπτίζει τους αιρετικούς και σχισματικούς. Οι Παπικοί είναι αιρετικοί (λόγω του filioque, της παπικής εξουσίας, του πurgatorio κ.λπ.). Το Μπαλαμάντ λέει: «Μην τους ξαναβαπτίζετε». Αυτό είναι προδοσία της παραδόσεώς μας. Ο Άγιος Μάρκος ο Εφέσου, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και τόσοι άλλοι Πατέρες θα στρέφονταν στον τάφο τους αν άκουγαν τέτοια πράγματα.


ΑΡΘΡΟ 4: Η «εκκλησιολογία της επιστροφής» είναι «παρωχημένη»

Τι λέει το κείμενο (παρ. 5 και 12): Απορρίπτει την «παρωχημένη εκκλησιολογία της επιστροφής» , δηλαδή την ιδέα ότι οι Παπικοί πρέπει να επιστρέψουν στην Ορθόδοξη Εκκλησία για να σωθούν.

Σχόλια: Αυτό είναι το πιο προκλητικό σημείο. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, από την ίδρυσή της, πιστεύει ότι η σωτηρία βρίσκεται μόνο μέσα στην Εκκλησία. Όποιος είναι έξω από αυτήν, πρέπει να επιστρέψει. Το Μπαλαμάντ, όμως, λέει ότι αυτή η σκέψη είναι «παρωχημένη». Δηλαδή, δεν χρειάζεται κανείς να «επιστρέψει» στην Ορθοδοξία. Μπορεί να μείνει Παπικός και να θεωρείται εξίσου σωσμένος! Αυτό δεν είναι απλώς οικουμενισμός — είναι συγκρητισμός. Αρνείται την αποκλειστικότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας ως αρτού σωτηρίας.

 

ΑΡΘΡΟ 5: Το «δικαίωμα ύπαρξης» των Ουνιτών

Τι λέει το κείμενο (παρ. 14, 15):

«Οι Ανατολικές Καθολικές Εκκλησίες, ως μέρος της Καθολικής Κοινωνίας, έχουν το δικαίωμα να υπάρχουν και να δρουν ανταποκρινόμενες στις πνευματικές ανάγκες των πιστών τους».

 

 

Σχόλια: Οι Ουνίτες (Ανατολικοί Καθολικοί) είναι το πιο επικίνδυνο όπλο του Παπισμού εναντίον της Ορθοδοξίας. Προσποιούνται ότι είναι «Ορθόδοξοι» αλλά υπακούουν στον Πάπα. Το Μπαλαμάντ όχι μόνο δεν τους καταδικάζει, αλλά τους αναγνωρίζει δικαίωμα να υπάρχουν! Αυτό σημαίνει ότι αποδεχόμαστε την Ουνία ως νόμιμο φαινόμενο. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, όμως, πάντα θεωρούσε την Ουνία ως απάτη και προδοσία. Το Μπαλαμάντ την νομιμοποιεί.


ΑΡΘΡΟ 6: Απαγόρευση προσηλυτισμού

Τι λέει το κείμενο (παρ. 10, 12): Καταδικάζει κάθε μορφή «προσηλυτισμού» μεταξύ Ορθοδόξων και Παπικών. Λέει ότι η ιεραποστολική δραστηριότητα για «επιστροφή» των άλλων στην δική σου Εκκλησία είναι «προσηλυτισμός» και πρέπει να σταματήσει.

Σχόλια: Ο Χριστός είπε: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» (Ματθ. 28,19). Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει χρέος να κηρύττει την αλήθεια σε όλους, συμπεριλαμβανομένων των Παπικών. Το Μπαλαμάντ λέει: «Μην κηρύττετε στους Παπικούς, μην προσπαθείτε να τους φέρετε στην Ορθοδοξία». Αυτό είναι άρνηση της ιεραποστολής. Αν δεν κηρύξουμε στους αιρετικούς, τότε ποιους θα κηρύξουμε; Στους ειδωλολάτρες; Και αυτοί, με την λογική του Μπαλαμάντ, θα μπορούσαν να είναι «αδελφές Εκκλησίες»!

 

ΑΡΘΡΟ 7: Οι δύο Εκκλησίες ως «δύο πνεύμονες»

Τι λέει (έμμεσα, μέσω της εκκλησιολογίας του): Η όλη φιλοσοφία του Μπαλαμάντ βασίζεται στην ιδέα ότι Ορθοδοξία και Παπισμός είναι «δύο πνεύμονες» του ίδιου Σώματος του Χριστού — ιδέα που είχε προωθήσει ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄ και υιοθέτησε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος.

Σχόλια: Το Σώμα του Χριστού δεν έχει δύο πνεύμονες που αναπνέουν διαφορετικές αιρέσεις. Το Σώμα του Χριστού είναι ΕΝ. Ο Παπισμός αρνείται την αλήθεια (π.χ. filioque, αλάθητο του Πάπα, πurgatorio, κ.λπ.). Δεν μπορεί να είναι «πνεύμονας» του Χριστού. Αυτή η θεωρία είναι η γνωστή «θεωρία των κλάδων» (Branch Theory), που λέει ότι οι διαφορετικές «Εκκλησίες» είναι κλάδοι του ίδιου δέντρου. Αυτή η θεωρία είναι αίρεση και έχει καταδικαστεί από την Ορθόδοξη Εκκλησία.

 

Η αποκήρυξη της Ουνίας μόνο ως «μεθόδου» και όχι ως «εκκλησιολογικής αίρεσης» (Παράγραφοι 1 & 2).

 

«Η Ουνία ως μέθοδος, όπου εφηρμόσθη... απερρίφθη ως μέθοδος αναζήτησης της ενότητας...»

 

ΣΧΟΛΙΟ. Το κείμενο καταδικάζει την Ουνία μόνο τεχνικά (ως μέθοδο του παρελθόντος), αφήνοντας στο απυρόβλητο την ουσία της. Δεν χαρακτηρίζεται ως αίρεση ή πλάνη η ίδια η δομή της Ουνίας, ενώ η ύπαρξη των Ουνιτών γίνεται αποδεκτή στο παρόν.

  Ο περιορισμός του «προσηλυτισμού» και η αμοιβαία αποδοχή (Παράγραφοι 12 & 15):

«...στην αναζήτηση της επανασύστασης της ενότητας δεν τίθεται θέμα μεταστροφής (conversion) προσώπων από τη μία Εκκλησία στην άλλη προκειμένου να εξασφαλίσουν τη σωτηρία τους».

 

 

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2026

Δ-ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΟΥΝΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΥΣ ΔΙΑΛΟΓΟΥΣ




Έρευνα: πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Εισαγωγικά

Πριν προχωρήσουμε στη  παρουσίαση του κειμένου του Μπαλαμάντ δημοσιεύουμε το παρακάτω σημείωμα για την Ουνία, επειδή το θέμα έχει σχέση με το κείμενο του Μπαλαμάντ.

--------------------------------------------------------------------

Στη Βιέννη και στο Freising του Μονάχου (1990) αποφασίστηκε η καταδίκη της Ουνίας. Οι αποφάσεις αυτές εξέφραζαν τις πανορθόδοξες διαπιστώσεις ότι η Ουνία και ο θεολογικός διάλογος είναι έννοιες ασυμβίβαστες.

Συγκεκριμένα:

  1. Και οι δύο πλευρές (Ορθόδοξοι και Καθολικοί) συμφώνησαν στο Freising να απορρίψουν την Ουνία ως μέθοδο για την επίτευξη της ενότητας, κρίνοντάς την αντίθετη με την κοινή εκκλησιαστική παράδοση.
  2. Η δήλωση του Freising όρισε την Ορθόδοξη Εκκλησία ως αδελφή εκκλησία που παρέχει η ίδια τα μέσα σωτηρίας, καθιστώντας την προσπάθεια απόσπασης πιστών από αυτήν θεολογικά απαράδεκτη.
  3. Η υποεπιτροπή στη Βιέννη (Ιανουάριος 1990) και η ολομέλεια στο Freising (Ιούνιος 1990) συγκλήθηκαν εσπευσμένα για να αντιμετωπίσουν τις εκρηκτικές εντάσεις που δημιουργήθηκαν στην Ουκρανία και τη Ρουμανία με την επαναλειτουργία των Ελληνοκαθολικών (Ουνιτικών) κοινοτήτων.

4.      Παρά την καταδίκη της μεθόδου, η δήλωση υπογράμμισε ότι η θρησκευτική ελευθερία των πιστών πρέπει να γίνει απόλυτα σεβαστή, πράγμα που σήμαινε ότι οι υπάρχουσες Ουνιτικές Εκκλησίες θα συνέχιζαν να υφίστανται.

 

Οι συμμετέχοντες

Οικουμενικό Πατριαρχείο & Ορθόδοξη Ηγεσία Επιτροπής

  • Μητροπολίτης / Αρχιεπίσκοπος Στυλιανός (Χαρκιανάκης): Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας, ο οποίος υπήρξε ο επίσημος Ορθόδοξος Συμπρόεδρος ολόκληρης της Διεθνούς Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου και διηύθυνε τις εργασίες σε Βιέννη και Freising.
  • Μητροπολίτης Σπυρίδων (Παπαγεωργίου): (τότε Μητροπολίτης Ιταλίας, αργότερα Αμερικής), ο οποίος διετέλεσε Συν-γραμματέας της Ορθόδοξης αντιπροσωπείας. Εκπρόσωποι & Σύμβουλοι από την Εκκλησία της Ελλάδος / Ελλαδικό Χώρο

Στις συζητήσεις αυτές, η Εκκλησία της Ελλάδος και τα ελληνικά πανεπιστήμια συμμετείχαν ενεργά μέσω επισήμων συνοδικών μελών και ειδικών θεολόγων-συμβούλων:

  • Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας): Κορυφαίος ορθόδοξος θεολόγος και ιεράρχης του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με καταλυτική συμβολή και παρουσία στα κείμενα και τις διαπραγματεύσεις της περιόδου.
  • Καθηγητής π. Θεόδωρος Ζήσης: Διακεκριμένος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο οποίος συμμετείχε ενεργά ως ειδικός σύμβουλος και εισηγητής, ασκώντας μάλιστα έντονη κριτική και παρεμβάσεις κατά τη διάρκεια της συνόδου στο Freising σχετικά με τους κινδύνους του ουνιτισμού.

Η αντίδραση της Ρώμης στην απόφαση του Freising

Η καταδίκη της Ουνίας στο Freising προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στο Βατικανό και στις τοπικές Ουνιτικές εκκλησίες, οι οποίες θεώρησαν ότι απειλείται η ιστορική τους νομιμότητα:

  • Άρνηση αποδοχής της καταδίκης: Ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β' και το Βατικανό αρνήθηκαν να αποδεχθούν την απόφαση του Freising ως πράξη κατάργησης ή περιθωριοποίησης των Ανατολικών Καθολικών Εκκλησιών, συνεχίζοντας να παρέχουν αμέριστη και ανυποχώρητη στήριξη σε αυτές.
  • Έκδοση Παπικών Εγγράφων: Η Ρωμαϊκή Έδρα προχώρησε στην έκδοση επίσημων κειμένων για να εξισορροπήσει τις αποφάσεις του Freising:
    1. Η Επιστολή του Πάπα προς τους Επισκόπους της Ευρώπης (31 Μαΐου 1991): Ο Πάπας υπερασπίστηκε σθεναρά τη νομιμότητα και το δικαίωμα ύπαρξης των Ελληνοκαθολικών με βάση τη θρησκευτική ελευθερία, τονίζοντας ότι πρέπει να συμμετέχουν ισότιμα στον οικουμενικό διάλογο και δεν μπορούν να θυσιαστούν.
    2. Οι κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής "Pro Russia" (1 Ιουνίου 1992): Ένα κείμενο που αποσκοπούσε στην προστασία και τον συντονισμό της καθολικής ποιμαντικής και ιεραποστολικής δραστηριότητας στις πρώην σοβιετικές χώρες, αποκρούοντας τις ορθόδοξες κατηγορίες περί επιθετικού προσηλυτισμού.

Οι ενέργειες της Ρώμης οδήγησαν σε αυτό που η ορθόδοξη πλευρά χαρακτήρισε ως διπλωματική ανατροπή στη Συνέλευση του Balamand (1993).

(περισσότερα στο κείμενο του Mπαλαμάντ)

 

Η στάση των Ορθοδόξων και της Εκκλησίας της Ελλάδος μετά το Freising

 Η αναβίωση και η δράση της Ουνίας κρίθηκε από τις Ορθόδοξες Εκκλησίες ότι υπονομεύει τον διάλογο με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Παρά την καταδίκη της Ουνίας στη συνάντηση του Freising (1990) και τις διαπιστώσεις των Προκαθημένων στο Φανάρι (1992) περί αδιεξόδου, το Βατικανό συνέχισε να την υποστηρίζει, με αποκορύφωμα τη Σύνοδο του Balamand (1993), όπου τα πορίσματα του Freising αγνοήθηκαν.

  • Η στάση της Εκκλησίας της Ελλάδος:
    • Αντέδρασε έντονα από το 1989 (διαμαρτυρία Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ για βιαιοπραγίες Ουνιτών στην Ουκρανία).
    • Ζήτησε αρχικά την προσωρινή και εν συνεχεία την οριστική διακοπή/αναστολή του διαλόγου λόγω της συνεχιζόμενης δράσης των Ουνιτών και της αγνόησης των αποφάσεων του Freising.
    • Αρνήθηκε να συμμετάσχει στη Σύνοδο του Balamand, αποστέλλοντας σχετικό Συνοδικό Γράμμα στον Οικουμενικό Πατριάρχη και εκπρόσωπο (Μητροπολίτη Περιστερίου Χρυσόστομο) στη Ρόδο, προκειμένου να ενημερώσει τις υπόλοιπες ορθόδοξες αντιπροσωπείες για την απόφασή της να απέχει.

(Περισσότερα στο link https://www.oodegr.com/oode/oikoymen/ounia_newt_exel_1.htm)




Γ-ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ.ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΒΑΛΑΑΜ (1988)

Γ-ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΒΑΛΑΑΜ (1988)

Το έγγραφο της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ Ρωμαιοκαθολικής και Ορθόδοξης Εκκλησίας, που εγκρίθηκε στη μονή Uusi Valamo της Φινλανδίας στις 26 Ιουνίου 1988, με τίτλο «Το Μυστήριο της Ιερωσύνης στη Μυστηριακή Δομή της Εκκλησίας», αποτελεί ένα από τα πλέον επικίνδυνα κείμενα του σύγχρονου οικουμενισμού. Παρουσιάζεται ως «θεολογικός διάλογος», ενώ στην πραγματικότητα συνιστά μια συστηματική υπονόμευση της ορθοδόξου εκκλησιολογίας και μια προσπάθεια ισοπέδωσης της αιρετικής παπικής «Εκκλησίας» με την Αγία Ορθόδοξη Εκκλησία.

 

Ολόκληρο το κείμενο στο link: https://www.christianunity.va/content/unitacristiani/it/dialoghi/sezione-orientale/chiese-ortodosse-di-tradizione-bizantina/commissione-mista-internazionale-per-il-dialogo-teologico-tra-la/documenti-di-dialogo/1988-documento-di-valamo---il-sacramento-dellordine-nella-strutt/testo-in-inglese.html

 

 

 

 

ΚΡΙΤΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

Παρακάτω εντοπίζουμε και σχολιάζουμε τα πλέον προβληματικά σημεία του εγγράφου, από αυστηρά ορθόδοξη σκοπιά.

 

1. Η ΑΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΜΟΝΑΔΙΚΟΤΗΤΑΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Προβληματικό άρθρο: §1, §5, καθ' όλο το κείμενο

ΑΡΘΡΟ 2- Οι Εκκλησίες μας επιβεβαιώνουν ότι η διακονία επικαιροποιεί εντός της Εκκλησίας την ίδια τη διακονία του Χριστού. Στα κείμενα της Καινής Διαθήκης, ο Χριστός είναι Απόστολος, Προφήτης, Ποιμένας, Δούλος, Διάκονος, Διδάσκαλος, Ιερέας, Επίσκοπος. Η κοινή μας παράδοση αναγνωρίζει τον στενό σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ του έργου του Χριστού και εκείνου του Αγίου Πνεύματος.

 

Το έγγραφο ξεκινά με την αναφορά σε «τις Εκκλησίες μας» (§1: «in our Churches»), θεμελιώνοντας εξαρχής μια ψευδή ισοδυναμία μεταξύ της Ορθόδοξης Εκκλησίας και της παπικής κοινότητας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι μία εκ των πολλών «Εκκλησιών» — είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, όπως ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως. Η παπική κοινότητα, μετά το Σχίσμα του 1054 και την εισαγωγή αιρετικών δογμάτων (Filioque, παπικό αλάθητο, ασυγχώρητος πυρός καθαρτήριος, κλπ.), βρίσκεται εκτός της Εκκλησίας.

Το έγγραφο αποσιωπά πλήρως αυτή την πραγματικότητα. Δεν υπάρχει πουθενά η ομολογία ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μόνη αληθής Εκκλησία του Χριστού. Αντίθετα, η ορολογία «οι Εκκλησίες μας» (§1, §5, §24, κλπ.) νομιμοποιεί την παπική αίρεση ως «Εκκλησία», συγχέοντας την αλήθεια με το ψεύδος.

Κριτική: Αυτή η γλώσσα δεν είναι απλώς διπλωματική ευγένεια — είναι θεολογική προδοσία. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, στο Συνέδριο της Φλωρεντίας, αρνήθηκε να υπογράψει οποιοδήποτε κείμενο που θα ισοπέδωνε την Ορθοδοξία με τον παπισμό. Το έγγραφο Valamo κάνει ακριβώς αυτό που ο Άγιος Μάρκος απέρριψε.

 

2. Η ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΩΝ ΠΑΠΙΚΩΝ «ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ» ΩΣ ΕΓΚΥΡΩΝ

Προβληματικό άρθρο: §1, §5, §17-18, §27-30, §44-50

Το έγγραφο αναφέρεται σε «κοινή παράδοση» (§2, §6), σε «κοινή διδασκαλία» (§30) και σε «αποστολική διαδοχή» που υποτίθεται ότι υπάρχει και στις δύο κοινότητες. Στο §27 αναφέρεται ότι «η επισκοπική χειροτονία εκφράζει την κοινωνία των Εκκλησιών», ενώ στο §30 ομιλεί για «κοινή διδασκαλία και πρακτική» σχετικά με τη χειροτονία.

Αυτό συνιστά έμμεση αναγνώριση των παπικών χειροτονιών και μυστηρίων ως έγκυρων. Ωστόσο, σύμφωνα με τους Αγίους Πατέρες και την αδιαίρετη παράδοση της Εκκλησίας, εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχει μυστήριο. Ο Άγιος Κυπριανός Καρχηδόνος διδάσκει σαφώς: «Δεν μπορεί να υπάρξει θυσία έξω από την Εκκλησία» (Epistula 63). Ο Άγιος Αυγουστίνος ομολογεί ότι οι αιρετικοί δεν έχουν έγκυρα μυστήρια (Contra Cresconium, II, 7). Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τονίζει ότι η χάρις των μυστηρίων ρέει μόνο εντός της αληθούς Εκκλησίας.

Η αναγνώριση της «αποστολικής διαδοχής» στους παπικούς επισκόπους (§44-50) είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη. Η αποστολική διαδοχή δεν είναι μηχανιστική μεταβίβαση εξουσιών — είναι διαδοχή στην ορθή πίστη, στην κοινωνία με τους Αγίους Αποστόλους. Όποιος κηρύττει αίρεση, όπως το Filioque ή το παπικό αλάθητο, έχει αποκοπεί από την αποστολική διαδοχή, ανεξαρτήτως της μηχανιστικής «αδιακοπής» των χειροτονιών.

Κριτική: Το έγγραφο Valamo υιοθετεί μια «μηχανιστική» αντίληψη της αποστολικής διαδοχής, αγνοώντας ότι η διαδοχή είναι πρωτίστως διαδοχή στην ορθή πίστη. Ένας επίσκοπος που κηρύττει αίρεση δεν είναι διάδοχος των Αποστόλων — είναι ψευδεπίσκοπος.

 

3. Η ΑΠΟΣΙΩΠΗΣΗ ΤΩΝ ΔΟΓΜΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Προβληματικό άρθρο: Καθ' όλο το κείμενο, ιδίως §6-7, §55

Το έγγραφο αναφέρεται στο Άγιο Πνεύμα (§6-7) χωρίς να αναφέρει το Filioque, τη μεγαλύτερη δογματική διαφορά μεταξύ Ορθοδοξίας και παπισμού. Ομιλεί για «κοινή παράδοση» (§2) χωρίς να αναφέρει τις αιρετικές καινοτομίες του παπισμού. Στο §55 αναφέρεται ότι «το ζήτημα της πρωτοκαθεδρίας του επισκόπου Ρώμης αποτελεί σοβαρή απόκλιση μεταξύ μας και θα συζητηθεί στο μέλλον» — σαν να πρόκειται για ένα δευτερεύον ζήτημα που μπορεί να αναβληθεί!

Αυτή η τακτική της «αποσιώπησης των δογματικών διαφορών» είναι το κλασικό μέσο του οικουμενισμού. Αντί να αντιμετωπίσει τις αιρέσεις του παπισμού, το έγγραφο τις αποκρύπτει κάτω από ένα πέπλο «κοινών στοιχείων». Ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, στον διάλογό του με τους Λατίνους, δεν απέφυγε ποτέ να ονομάσει το Filioque αίρεση. Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός στο Συνέδριο της Φλωρεντίας αρνήθηκε να υπογράψει οποιοδήποτε κείμενο που δεν θα καταδίκαζε ρητά το Filioque.

Κριτική: Η αποσιώπηση των αιρέσεων δεν είναι ειρήνη — είναι συνενοχή. Ένας Ορθόδοξος θεολόγος που υπογράφει κείμενο που αποκρύπτει το Filioque ή το παπικό αλάθητο δεν διαφυλάσσει την ενότητα της Εκκλησίας — την προδίδει.

 

4. Η «ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ» ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Προβληματικό άρθρο: §22, §24-26, §36

Το έγγραφο ορίζει την Εκκλησία ως «συμβολή πίστεως και μυστηρίων» (§1), ως «κοινότητα της Νέας Διαθήκης» (§4), ως «σώμα του Χριστού» (§5). Αυτές οι περιγραφές, αν και ορθές καθ' εαυτές, χρησιμοποιούνται για να υποστηρίξουν μια «συμβολική» αντίληψη της Εκκλησίας: η Εκκλησία δεν είναι πλέον η συγκεκριμένη, ιστορική, γεωγραφικά προσδιορισμένη Ορθόδοξη Εκκλησία, αλλά ένα αφηρημένο «μυστήριο» που υποτίθεται ότι εκτείνεται και πέρα από τα όρια της Ορθοδοξίας.

Στο §36, η Θεία Ευχαριστία παρουσιάζεται ως «πραγματοποίηση της ενότητας της χριστιανικής κοινότητας» που «εκφράζει επίσης την ενότητα όλων των Εκκλησιών που την τελούν αληθώς». Αυτή η διατύπωση αφήνει να εννοηθεί ότι και οι παπικοί «εορτάζουν αληθώς» την Ευχαριστία — κάτι που αρνείται η Ορθόδοξη παράδοση.

Κριτική: Η Εκκλησία δεν είναι ένα αφηρημένο «μυστήριο» — είναι η συγκεκριμένη κοινωνία των Ορθοδόξων, που συγκεντρώνεται γύρω από τον Ορθόδοξο επίσκοπο και τελεί τα Ορθόδοξα μυστήρια. Η «συμβολική» εκκλησιολογία του Valamo ανοίγει την πόρτα στην αναγνώριση κάθε αιρετικής ομάδας ως «Εκκλησίας».

 

5. Η ΠΡΩΤΟΚΑΘΕΔΡΙΑ ΤΗΣ ΡΩΜΗΣ ΩΣ «ΖΗΤΗΜΑ ΠΡΟΣ ΣΥΖΗΤΗΣΗ»

Προβληματικό άρθρο: §55

Το τελευταίο άρθρο του εγγράφου αναφέρεται στο ζήτημα της πρωτοκαθεδρίας του επισκόπου Ρώμης ως «σοβαρή απόκλιση μεταξύ μας, η οποία θα συζητηθεί στο μέλλον». Αυτή η διατύπωση είναι εξωφρενική από ορθόδοξη σκοπιά. Η πρωτοκαθεδρία του Πάπα δεν είναι ένα «ζήτημα προς συζήτηση» — είναι η ρίζα του Σχίσματος και η πηγή αμέτρητων αιρέσεων.

Ο Άγιος Φώτιος ο Μέγας, ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, οι Αγιορείτες Πατέρες του 19ου αιώνα — όλοι καταδίκασαν την παπική πρωτοκαθεδρία ως αίρεση και ως υπεροψία. Το να παρουσιάζεται αυτό ως «ζήτημα προς διερεύνηση» σημαίνει ότι η Ορθόδοξη πλευρά έχει ήδη αποδεχθεί ότι υπάρχει πεδίο διαλόγου επ' αυτού — δηλαδή ότι η Ορθοδοξία μπορεί να συμβιβαστεί με την παπική υπεροχή.

Κριτική: Η πρωτοκαθεδρία του Πάπα δεν είναι διαπραγματεύσιμη. Είναι αίρεση, και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί. Το έγγραφο Valamo, με τη διατύπωση αυτή, προετοιμάζει το έδαφος για μελλοντική αποδοχή της παπικής πρωτοκαθεδρίας από την Ορθόδοξη πλευρά — κάτι που θα συνιστούσε ολοκληρωτική προδοσία της πίστεως.

 

6. Η ΕΛΛΕΙΨΗ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ

Προβληματικό άρθρο: Καθ' όλο το κείμενο

Το πλέον ανησυχητικό χαρακτηριστικό του εγγράφου είναι η πλήρης απουσία οποιασδήποτε καταδίκης των παπικών αιρέσεων. Δεν υπάρχει αναφορά στο Filioque, στο παπικό αλάθητο, στον πυρ καθαρτήριο, στην ασυλία του Πάπα, στην υπεροχή του επί των Οικουμενικών Συνόδων. Δεν υπάρχει καμία αναφορά στο Σχίσμα του 1054, στις σφαγές των Ορθοδόξων από τους Σταυροφόρους, στις αναγκαστικές ενώσεις της Φλωρεντίας και του Λυόν.

Αυτή η «επιλεκτική αμνησία» δεν είναι τυχαία. Είναι η στρατηγική του οικουμενισμού: αντί να αντιμετωπίσει τις αιρέσεις, τις αποσιωπά. Αντί να καλέσει τους αιρετικούς σε μετάνοια, τους αναγνωρίζει ως «αδελφούς». Αντί να υπερασπιστεί την αλήθεια, την θυσιάζει στο βωμό της «ενότητας».

Κριτική: Η αληθινή ενότητα της Εκκλησίας δεν επιτυγχάνεται με την αποσιώπηση της αλήθειας, αλλά με την ομολογία της. Ο Κύριος είπε: «γώ εμι δς κα λήθεια κα ζωή» (Ιωάν. 14:6). Χωρίς την αλήθεια δεν υπάρχει ενότητα — υπάρχει μόνο συγχώνευση στο ψεύδος.

 

7. Η «ΣΥΜΒΙΒΑΣΤΙΚΗ» ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ Η ΥΠΟΝΟΜΕΥΣΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ

Προβληματικό άρθρο: §2, §5, §13-14, §46-48

Το έγγραφο χρησιμοποιεί μια γλώσσα που φαινομενικά είναι ορθόδοξη, αλλά στην ουσία υπονομεύει την ορθόδοξη ταυτότητα. Ομιλεί για «κοινή παράδοση» (§2), για «Εκκλησίες» που μοιράζονται την ίδια πίστη (§46), για «αποστολική διαδοχή» που υποτίθεται ότι ενώνει Ορθοδόξους και παπικούς (§48).

Αυτή η γλώσσα είναι παραπλανητική. Η Ορθόδοξη Εκκλησία και η παπική κοινότητα δεν μοιράζονται την ίδια παράδοση — η μία διαφυλάσσει την αποστολική παράδοση, η άλλη την έχει διαστρεβλώσει με αιρέσεις. Η «αποστολική διαδοχή» δεν είναι μια γραμμή που συνδέει δύο διαφορετικούς κλάδους — είναι η ζωντανή κοινωνία με τους Αποστόλους μέσω της ορθής πίστεως, που υπάρχει μόνο στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Κριτική: Η γλώσσα του Valamo είναι η γλώσσα της «θεολογίας των δύο πνευμόνων» — μιας θεολογίας που επιχειρεί να παρουσιάσει τον παπισμό και την Ορθοδοξία ως δύο εκφράσεις της ίδιας Εκκλησίας. Αυτό είναι αίρεση. Η Εκκλησία είναι Μία, και αυτή η Μία Εκκλησία είναι η Ορθόδοξη.

 

8. Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ «ΚΟΙΝΗΣ ΘΕΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ»

Προβληματικό άρθρο: §34-36

Τα άρθρα 34-36 παρουσιάζουν τη Θεία Ευχαριστία ως «πραγματοποίηση της ενότητας της χριστιανικής κοινότητας» και υπονοούν ότι και οι δύο «Εκκλησίες» τελούν έγκυρα το μυστήριο. Αυτό είναι απαράδεκτο. Η Θεία Ευχαριστία τελείται μόνο εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας, υπό Ορθόδοξο επίσκοπο, με Ορθόδοξη πίστη.

Ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος διδάσκει: «Όπου ο επίσκοπος φαίνεται, εκεί και το πλήθος έστω, καθώς όπου Χριστός Ιησούς, εκεί και η καθολική Εκκλησία» (Προς Σμυρναίους, 8). Ο επίσκοπος που δεν είναι εν κοινωνία με την Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι επίσκοπος του Χριστού — είναι ψευδεπίσκοπος. Η Ευχαριστία που τελείται υπό τέτοιον επίσκοπο δεν είναι «Θεία Ευχαριστία» — είναι συνάθροιση αιρετικών.

Κριτική: Η αναγνώριση των παπικών «μυστηρίων» ως έγκυρων οδηγεί αναπόφευκτα στην κοινωνία με αιρετικούς — κάτι που καταδικάζεται από τους Αγίους Αποστόλους, τους Οικουμενικούς Συνόδους και την αδιαίρετη παράδοση της Εκκλησίας.

 

Επίλογος

Το έγγραφο του Valamo (1988) δεν είναι ένα αθώο θεολογικό κείμενο — είναι ένα εργαλείο του οικουμενισμού για την υπονόμευση της Ορθόδοξης Εκκλησιολογίας. Με την ισοπέδωση της Ορθοδοξίας με τον παπισμό, με την αναγνώριση παπικών μυστηρίων, με την αποσιώπηση των αιρέσεων και με την παρουσίαση της παπικής πρωτοκαθεδρίας ως «ζητήματος προς συζήτηση», το έγγραφο προετοιμάζει το έδαφος για μια μελλοντική «ένωση» που δεν θα είναι ένωση στην αλήθεια, αλλά συγχώνευση στο ψεύδος.

Οι Ορθόδοξοι πιστοί οφείλουν να απορρίψουν τέτοια κείμενα και να παραμείνουν πιστοί στην αδιαίρετη παράδοση της Εκκλησίας. Η ενότητα της Εκκλησίας δεν επιτυγχάνεται με διαλόγους που αποσιωπούν την αλήθεια, αλλά με την ομολογία της Ορθόδοξης πίστεως «εις τον αιώνα του αιώνος».

Οι συμμετέχοντες.

Η πλήρης λίστα των συμμετεχόντων (και των δύο πλευρών) δημοσιεύεται στην ιταλική έκδοση του εγγράφου του Valamo στον επίσημο ιστότοπο του Pontificio Consiglio per l'Unità dei Cristiani:
1988 Documento di Valamo — Partecipanti

Επιπλέον, το ανακοινωθέν της 5ης συνόδου (αγγλική έκδοση) επιβεβαιώνει ότι παρευρέθησαν 22 ορθόδοξα μέλη από 14 ορθόδοξες Εκκλησίες, υπό τη συμπροεδρία του Αρχιεπισκόπου Στυλιανού και του Καρδιναλίου Johannes Willebrands

Οικουμενικό Πατριαρχείο :
Αρχιεπίσκοπος Αυστραλίας Στυλιανός (συμπρόεδρος της επιτροπής)
Ι. Ζηζιούλας, Μητροπολίτης Περγάμου/

Εκκλησία της Ελλάδος :
Μητροπολίτης Περιστερίου Χρυσόστομος,

Θ. Ζήσης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης


Η ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΒΑΛΑΑΜ

Από τη στιγμή που η Σύνοδος της Κρήτης δεν αποκήρυξε ή δεν ακύρωσε επίσημα τα κείμενα των διμερών θεολογικών διαλόγων, όπως το Νέο Βαλαάμ, αλλά αντίθετα επικύρωσε θεσμικά τη συνέχισή τους, άφησε ανοιχτή την κερκόπορτα της έμμεσης αποδοχής τους. Στη θεολογική και κανονική παράδοση της Εκκλησίας, η απουσία μιας ρητής συνοδικής καταδίκης αποκλινουσών διατυπώσεων, συνδυασμένα με την επιβράβευση του φορέα που τις παρήγαγε, δεν συνιστά απλή παράλειψη, αλλά εγείρει σοβαρά εκκλησιολογικά ζητήματα. Η θεσμική νομιμοποίηση της Μικτής Διεθνούς Επιτροπής Διαλόγου καθιστά αδύνατη την αποσύνδεση του φορέα από τα κείμενά του, ενώ η σιωπή απέναντι σε θεωρίες περί «κοινής ρίζας» και αποστολικής διαδοχής ετεροδόξων υπερβαίνει τα όρια της ποιμαντικής οικονομίας. Έτσι, το κενό της πατερικής ακρίβειας και η έλλειψη σαφών ορίων ερμηνεύονται από τους υποστηρικτές των διαλόγων ως σιωπηρή συγκατάθεση. Κατά συνέπεια, η σιωπή αυτή λειτουργεί ως δίαυλος μέσω του οποίου η θεολογική ασάφεια διεισδύει στο σώμα της Εκκλησίας, μετατρέποντας τη σταδιακή ανοχή σε de facto εκκλησιολογική αναγνώριση και διαβρώνοντας την παραδοσιακή ορθόδοξη αυτοσυνειδησία.