Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

ΟΣΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ : ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΙΕΡΑΝ ΣΥΝΟΔΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΟ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ (ΕΝΑ ΠΡΟΦΗΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ)

Βασικά Σημεία του Υπομνήματος του Οσίου Ιουστίνου Ποπόβιτς

Το υπόμνημα γράφτηκε τον Απρίλιο του 1977, μετά τη «Πρώτη Προσυνοδική Διάσκεψη» στη Γενεύη (21-28 Νοεμβρίου 1976).   που ξεκίνησε την προετοιμασία για μια «Οικουμενική» Σύνοδο. Η Σύνοδος της Κρήτης (2016) ήταν η τελική πραγματοποίηση αυτού του εγχειρήματος, μετά από 40 χρόνια προετοιμασιών.

Ο όσιος Ιουστίνος απευθύνεται στην Ιερά Σύνοδο της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, εκφράζοντας τις ανησυχίες του ως μέλος της Εκκλησίας.

2. Κριτική στη Μεθοδολογία της Προετοιμασίας

 Η Διάσκεψη της Γενεύης απέρριψε τον παλαιό «Κατάλογο της Ρόδου» (1961) και δημιούργησε νέο, συντομεύοντας τη διαδικασία.Ο μητροπολίτης Χαλκηδόνος Μελίτωνας και το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως επέμεναν στη γρήγορη σύγκληση μιας «βραχείας» Συνόδου με «περιορισμένα θέματα».

3. Ιστορική Αναδρομή

  • 1923: Ο πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης συγκάλεσε το «Πανορθόδοξο Συνέδριο» στην Κωνσταντινούπολη — ο Ποπόβιτς τον χαρακτηρίζει «υψήφρονα μοντερνιστή και σχισματοποιό».
  • 1961-1976: Οι Διασκέψεις της Ρόδου, του Βελιγραδίου και της Γενεύης συνέχισαν την προετοιμασία, με συνεχείς αλλαγές θεμάτων και μεθοδολογίας.

4. Θεολογική Κριτική

Οι Οικουμενικές Σύνοδοι της παράδοσης δεν «επενόησαν» τεχνητά θέματα — αντιμετώπισαν συγκεκριμένα δογματικά προβλήματα που έθεταν αιρέσεις και σχίσματα.

Οι Αγίες Σύνοδοι είχαν πάντα χριστολογικό, σωτηριολογικό και εκκλησιολογικό χαρακτήρα. Το κεντρικό τους θέμα ήταν πάντα «ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός και η εν Αυτώ σωτηρία μας».

 Οι σύγχρονοι «κατάλογοι θεμάτων» είναι «σχολαστικο-προτεσταντικοί» και «αναιμικά ουμανιστικά θεωρήματα», ξένα προς την ορθόδοξη πατερική εμπειρία.

5. Κριτική της «Αντιπροσώπευσης»

 Οι αντιπροσωπείες της Κων/πολης  αποτελούνται κυρίως από «τιτουλάριους μητροπολίτες» χωρίς ποίμνιο — όχι από πραγματικούς ποιμένες.Οι αντιπρόσωποί της από τη Σοβιετική Ένωση δεν εκφράζουν το πνεύμα των εκατομμυρίων μαρτύρων της Ρωσικής Εκκλησίας, αλλά προτιμούν «τα του Καίσαρος έναντι των του Θεού».

Η   Ορθόδοξη Εκκλησία είναι επισκοπική — ο επίσκοπος με το πλήρωμα των πιστών εκφράζει την Εκκλησία. Η σημερινή «αντιπροσώπευση» παραβιάζει αυτή την παράδοση.

6. Το Ζήτημα της Ελευθερίας

Οι Εκκλησίες υπό αθεϊστικά καθεστώτα (Σοβιετική Ένωση κ.ά.) δεν μπορούν να συμμετάσχουν ελεύθερα. Η φωνή των νεομαρτύρων και του πιστού λαού αποκλείεται — όπως αποκλείστηκε και ο Σολζενίτσιν από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών στο Ναϊρόμπι.

7. Η Σύγχρονη Κρίση

Ο Ποπόβιτς επισημαίνει ότι δεν υπάρχει σοβαρό, πραγματικό και ανεπίδεκτο αναβολής θέμα που να δικαιολογεί Οικουμενική Σύνοδο. Σε εποχή που «ο Σατανάς ζητεί ουχί μόνον το σώμα, αλλά και την ψυχήν του ανθρώπου», οι μαθητές του Χριστού ασχολούνται με τα ίδια προβλήματα που θέτουν «οι σύγχρονοι αντιχριστιανικές ιδεολογίες».

Κριτική στον οικουμενισμό

Ο Όσιος Ιουστίνος θεωρούσε ότι το κεντρικό θέμα που έπρεπε να συζητηθεί σε μια αληθινή Οικουμενική Σύνοδο ήταν το ζήτημα του οικουμενισμού, τον οποίο χαρακτήριζε ως αίρεση. Έγραφε:

«Η ερώτηση η οποία πρέπει και μπορεί να συζητηθεί σήμερα σε μια όντως Οικουμενική Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, είναι η ερώτηση του οικουμενισμού. Η ερώτηση αυτή θα ήταν, στην πραγματικότητα, το εκκλησιολογικό πρόβλημα, δηλαδή το πρόβλημα της Εκκλησίας ως ενός και μοναδικού θεανθρώπινου οργανισμού, ο οποίος μέσω του σύγχρονου οικουμενιστικού συγκρητισμού βρίσκεται υπό αμφισβήτηση.»

Κατήγγειλε τον «γυμνό ηθικό μινιμαλισμό και τον ανθρωπιστικό ειρηνισμό του σύγχρονου οικουμενισμού».

 

8. Η Συγκεκριμένη Αίτηση

Ο Όσιος  ζητά από την Εκκλησία της Σερβίας: «Ὅπως ἡ Ἐκκλησία τῆς Σερβίας ἀπόσχῃ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν προπαρασκευὴν μιᾶς κατ’ ὄνομα «Οἰκουμενικῆς» Συνόδου, ὅλως δὲ ἰδιαιτέρως τῆς ἐν αὐτῇ συμμετοχῆς, ἐὰν τελικῶς συνέλθη αὕτη».

9. Προβλεπόμενα Αποτελέσματα

Αν συγκληθεί μια τέτοια Σύνοδος με τον περιγραφόμενο τρόπο, το μόνο αποτέλεσμα θα είναι: Σχίσματα, αιρέσεις, απώλεια πολλών ψυχών Αντί για θεραπεία, θα ανοίξει νέες πληγές στο σώμα της Εκκλησίας.

10. Τα μεγάλα σχίσματα  της Σερβικής Εκκλησίας

Ο Ποπόβιτς αναφέρεται στα δύο μεγάλα σχίσματα που ταλανίζουν την Εκκλησία της Σερβίας:

  • Το μακεδονικό σχίσμα στη Νότια Σερβία
  • Το σχίσμα στην Αμερική μεταξύ των Σέρβων της Διασποράς
-----------------------------------------------------
  • Το μακεδονικό σχίσμα στη Νότια Σερβία

·         Το Μακεδονικό Ορθόδοξο Εκκλησιαστικό Ζήτημα ξεκίνησε το 1967, όταν η Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία (MOC) αποσχίστηκε μονομερώς από τη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία (SOC), αυτοανακηρύσσοντας τον εαυτό της αυτοκέφαλη. Η Σύνοδος της Σερβικής Εκκλησίας το 1967 χαρακτήρισε την ιεραρχία της MOC ότι «αυθαιρέτως και ακανονίστως απεσπάσθη εκ της Μητρός Εκκλησίας προς ίδρυσιν σχισματικής οργανώσεως» και διέκοψε την κανονική κοινωνία μαζί της.  Το σχίσμα αυτό διατηρήθηκε για πάνω από 50 χρόνια και θεραπεύτηκε μόλις το 2022, όταν η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνώρισε την αυτοκεφαλία της Μακεδονικής Εκκλησίας-Αρχιεπισκοπής Οχρίδας (MOC-OA).

 2. Το σχίσμα στην Αμερική μεταξύ των Σέρβων της Διασποράς

·         Αυτό το σχίσμα προκλήθηκε από την αναδιοργάνωση της Σερβικής Εκκλησίας στη διασπορά το 1963. Η Ιερά Σύνοδος στο Βελιγράδι αποφάσισε να διαιρέσει την ενιαία Επισκοπή ΗΠΑ-Καναδά σε τρεις ξεχωριστές επισκοπές.  Ο τότε επίσκοπος Διονύσιος (Μιλιβόγιεβιτς), επικεφαλής της Αμερικανο-Καναδικής Επισκοπής, διαφώνησε και απείθησε σε αυτή την απόφαση. Αυτό οδήγησε σε μια τραγική διάσπαση που κράτησε σχεδόν 30 χρόνια.  Οι υποστηρικτές του Διονυσίου υποστήριζαν ότι η Ιερά Σύνοδος στο Βελιγράδι είχε πιεστεί από την Κομμουνιστική κυβέρνηση της Γιουγκοσλαβίας (μέσω της Επιτροπής Θρησκευτικών Υποθέσεων) και ότι η Εκκλησία στη Γιουγκοσλαβία δεν λειτουργούσε ελεύθερα.  Η διχασμένη κοινότητα δημιούργησε την «Ελεύθερη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία» (Free Serbian Orthodox Church). Η ρήξη άρχισε να θεραπεύεται το 1991-1992 και ολοκληρώθηκε με πλήρη διοικητική επανένωση το 2009, με τη δημιουργία της Μητρόπολης της Νέας Γκράκανιτσας στο πλαίσιο της ενιαίας Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας.

·         Ο όσιος  τα παραθέτει για να δείξει ότι η Σερβική Εκκλησία ήδη αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα ενότητας το 1977. Η συμμετοχή σε μια προβληματική «Οικουμενική» Σύνοδο, κατά την άποψή του, δεν θα βοηθούσε στην επίλυση αυτών των σχισμάτων, αλλά θα δημιουργούσε νέες πληγές σε ένα ήδη τραυματισμένο εκκλησιαστικό σώμα.

Οι προφητικές προειδοποιήσεις του Οσίου Ιουστίνου Ποπόβιτς

Ο Όσιος  προέβλεπε με ακρίβεια τα προβλήματα που θα αντιμετώπιζε η Σύνοδος. Το 1977 είχε προειδοποιήσει για σχίσματα, αιρέσεις, απώλεια ψυχών και νέες πληγές. Το 2016 στην Κρήτη, η Σύνοδος δεν ήταν πραγματικά πανορθόδοξη, καθώς απουσίαζαν τέσσερις Εκκλησίες: η Αντιόχεια, η Γεωργία, η Βουλγαρία και η Ρωσία. Η Σύνοδος δεν αντιμετώπισε το ζήτημα του οικουμενισμού. Προκλήθηκε βαθύτατος διχασμός στο πλήρωμα της Εκκλησίας και αμφισβητήθηκε η νομιμότητα της Συνόδου. Το σχίσμα Μόσχας-Κωνσταντινουπόλεως ενισχύθηκε, οδηγώντας στο μεγάλο σχίσμα του 2018.

Ο Όσιος  κατηγορούσε τη διαδικασία προετοιμασίας ως τεχνητή δημιουργία θεμάτων αντί για αντιμετώπιση αιρέσεων, δανεισμένη από το Βατικανό, αφού η μεθοδολογία του Βατικανού Β' αποτέλεσε πρότυπο, και ως ανθρωπιστικό θεματολόγιο ξένο προς την πατερική παράδοση. Η Σύνοδος της Κρήτης επιβεβαίωσε αυτές τις κριτικές, καθώς τα θέματα ήταν κυρίως κοινωνικά και διοικητικά, χωρίς ουσιαστική αντιμετώπιση δογματικών προκλήσεων.

Είχε επισημάνει ότι οι αντιπροσωπείες δεν εκφράζουν το πλήρωμα της Εκκλησίας. Στην Κρήτη, η απουσία τεσσάρων Εκκλησιών, που αντιστοιχούσαν σχεδόν στο ένα τρίτο του ορθόδοξου κόσμου, και η παρουσία «παρατηρητών» αιρετικών ομολογιών επιβεβαίωσαν αυτή την κριτική.

Το υπόμνημα του Ποπόβιτς δεν είναι απλώς ένα ιστορικό κείμενο του 1977. Είναι μια προφητική καταγγελία του εγχειρήματος που κατέληξε στη Σύνοδο της Κρήτης.

 

 

 ---------------------------------------------------------

 

ΟΣΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ : ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΙΕΡΑΝ ΣΥΝΟΔΟΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΣΕΡΒΙΑΣ

Πανιερώτατε [1],

Προσφάτως ἐπραγματοποιήθη ἐν Σαμπεζύ τῆς Γενεύης ἡ «Πρώτη Προσυνοδική Διάσκεψις» (21-28 Νοεμβρίου 1976). Λαβὼν εἰς χεῖρας καὶ μελετήσας τὰ Πρακτικὰ καὶ τὰς Ἀποφάσεις τῆς Διασκέψεως ταύτης, αἰσθάνομαι τὴν εὐαγγελικὴν ἀνάγκην, ὅπως, κατὰ τὴν συνείδησίν μου, ὡς μέλος τῆς Ἁγίας καὶ Καθολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καίτοι ὁ ἐλάχιστος ἐκ τῶν λειτουργῶν Αὐτῆς, ἀπευθυνθῶ διὰ τοῦ παρόντος ἱκετευτικοῦ ὑπομνήματός μου πρὸς τὴν Ὑμετέραν Πανιερότητα καὶ δι’ Ὑμῶν πρὸς τὴν Ἱεράν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ὀρθοδόξου Σερβικῆς Ἐκκλησίας, ἀναφέρων τὰς διαπιστώσεις καὶ παρατηρήσεις μου ὡς πρὸς τὴν προετοιμασίαν τῆς ἐν λόγῳ μελλούσης Συνόδου. Παρακαλῶ τὴν Ὑμετέραν Πανιερότητα καὶ τοὺς λοιποὺς Πανιερωτάτους Ἀρχιερεῖς, ὅπως μετ’ εὐαγγελικῆς ἀγάπης καὶ προσοχῆς ἀκούσητε τὴν φωνὴν ταύτην μιᾶς ὀρθοδόξου συνειδήσεως, τοσούτω μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἡ φωνὴ αὕτη, δόξα τῷ Θεῷ, σήμερον οὐδόλως εἶναι μία, οὔτε ἀπομονωμένη εἰς τὸν ὀρθόδοξον κόσμον, προκειμένου περὶ τῆς ἐν λόγῳ μελλούσης Συνόδου.

Ἐκ τῶν Πρακτικῶν καὶ τῶν Ἀποφάσεων αὐτῆς τῆς νῦν ὀνομαζομένης «Πρώτης Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως», λαβούσης χώραν, – ἀγνοῶ διὰ ποιὸν λόγον – ἐν Γενεύῃ, ὅπου μόλις ὀλίγαι ἑκατοντάδες ὀρθοδόξων ὑπάρχουν, φαίνεται ὅτι αὕτη ἔχει ἀποφασίσει καὶ ἑτοιμάσει ἕνα καινούργιο κατάλογον τῶν θεμάτων διὰ τὴν μέλλουσαν «Μεγάλην Σύνοδον» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἡ ἐν λόγῳ πρόσφατος Διάσκεψις δὲν ὑπῆρξε πλέον μία ἐκ τῶν λεγομένων «Πανορθοδόξων Διασκέψεων», ὅπως ἦσαν αἱ Διασκέψεις τῆς Ρόδου καὶ αἱ μετ’ αὐτάς, οὔτε πάλιν ὑπῆρξεν ἡ οὕτω καλουμένη «Προσύνοδος», διὰ τὴν ὁποίαν μέχρι πρὸ τινὸς εἰργάζοντο, ἀλλ’ ἦτο ἡ «Πρώτη Προσυνοδική Διάσκεψις», εἰσερχομένη πλέον εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀμέσου προετοιμασίας τῆς πραγματοποιήσεως τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου.

Ἡ Διάσκεψις αὕτη δὲν εἰργάσθη πλέον βάσει τοῦ προτέρου “Καταλόγου θεμάτων”, ὁρισθέντος εἰς τὴν Α΄ Πανορθόδοξον Διάσκεψιν τῆς Ρόδου τὸ 1961, καὶ παραμείναντος ὑπὑπεξεργασίαν μέχρι καὶ τοἔτους 1971, ἀλλά προέβη εἰς «ἀναθεώρησιν» ἐκείνου καὶ καθώρισε νέον, ἰδικόν της, «Κατάλογον θεμάτων» διὰ τὴν Σύνοδον. Ἐν τούτοις, φαίνεται ὅτι οὔτε αὐτός εἶναι ὁ τελικὸς κατάλογος, ἀλλ’ ἐνδέχεται μάλλον νὰ ὑποστῇ καὶ αὐτός ἀλλαγὴν τινα ἢ νὰ συμπληρωθῇ.

Ἡ Διάσκεψις ἔχει περαιτέρω ἀναθεωρήσει καὶ τὴν ἕως προσφάτως τηρουμένην «μεθοδολογίαν» ἐπεξεργασίας καὶ τελικῆς προετοιμασίας θεμάτων διὰ τὴν Σύνοδον, συντομεύσασα τὴν ὅλην «διαδικασίαν», λόγῳ τῆς καταφανοῦς σπουδῆς καὶ βίας ὡρισμένων πρὸς σύγκλησιν τῆς Συνόδου ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Διότι, κατὰ τὴν κατηγορηματικὴν τοῦ προεδρεύοντος εἰς τὴν Διάσκεψιν ταύτην μητροπολίτου Χαλκηδόνος Μελίτωνος, τὸ Πατριαρχεῖον Κωνσταντινουυπόλεως καἄλλοι ἐπείγονται, ἵνα «τὸ ταχύτερον συγκληθῇ» καὶ πραγματοποιηθἡ μέλλουσα Σύνοδος.

Ἡ Σύνοδος, λέγεται, πρέπει νὰ εἶναι «βραχείας διαρκείας», νὰ ἀπασχοληθῇ «μὲ περιορισμένον ἀριθμὸν θεμάτων», καὶ ἀκόμη, κατὰ τοὺς λόγους τοῦ Μελίτωνος, «ἡ Σύνοδος πρέπει νἐγκύψῃ εἰς φλέγοντα προβλήματα παρακωλύοντα τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν συνειρμοῦ τοῦ συστήματος τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν ὡς μιᾶς ἑνιαίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας…» (Πρακτικά, σ. 55).

Ταῦτα πάντα θέτουν ἐνώπιον ἡμῶν τὸ ἐρώτημα : Τί πρέπει νὰ σημαίνουν ὅλα αὐτά; Πρὸς τί δὲ αἐσπευσμέναι αὗται ἐνέργειαι; Καὶ ποὁδηγοῦν αὐταί;

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ τῆς προετοιμασίας καὶ τῆς συγκροτήσεως νέας «Οἰκουμενικῆς Συνόδου» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας οὔτε νέον οὔτε πρόσφατον εἶναι κατὰ τὸν παρόντα ἡμέτερον αἰῶνα τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ θέμα ἀνεκινήθη ἤδη ἐπὶ πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Μελετίου Μεταξάκη – γνωστοῦ ὡς ὑψηλόφρονος “μοντερνιστοῦ” καὶ μεταρρυθμιστοῦ, ἐξ οὗ καὶ σχισματοποιοἐν τὈρθοδοξί – καὶ δὴ εἰς τὸ ὑπ’ αὐτοῦ συγκληθὲν ἐν Κωνσταντινουπόλει κατὰ τὸ ἔτος 1923 οὕτω καλούμενον “Πανορθόδοξον Συνέδριον”…

Μετὰ τὸν Β’ Παγκόσμιον πόλεμον ἦλθεν εἷς τὸ προσκήνιον ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ἀθηναγόρας καὶ συνεκάλεσε τὰς ἐν Ρόδῳ «Πανορθοδόξους Διασκέψεις». Ἡ πρώτη ἐξ αὐτῶν, ἡ ὁποία ἔγινε τῷ 1961, ἀνεκίνησε καὶ πάλιν τὸ θέμα τῆς προετοιμασίας τῆς «Πανορθοδόξου Συνόδου», ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν νὰ γίνη προηγουμένως μία «Προσύνοδος», καὶ ἐνέκρινε τὸν ὑπὸ τῆς ἀντιπροσωπείας τῆς Κωνσταντινούπολεως ὑποβληθέντα τότε ἕτοιμον «Κατάλογον θεμάτων» διὰ τὴν Προσύνοδον.

Εἶναι ὁ γνωστὸς «Κατάλογος θεμάτων τῆς Ρόδου» : ὀκτὼ μεγάλα κεφάλαια, περιέχοντα τεσσαράκοντα περίπου κύρια θέματα καὶ διπλάσιον ἀριθμὸν παραγράφων καὶ ὑποπαραγράφων. Μετὰ τὰς ἐφεξῆς Διασκέψεις τῆς Ρόδου, τὴν Β’ (1963) καὶ τὴν Γ’ (1964), ἠκολούθησεν ἡ «Διάσκεψις τοῦ Βελιγραδίου» τῷ 1966.

Αὕτη κατ’ ἀρχὰς μὲν ἐπωνομάσθη «Τετάρτη Πανορθόδοξος Διάσκεψις», ὕστερον δὲ ὑπεβιβάσθη ἐκ μέρους τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως εἰς τὸ ἐπίπεδον «Διορθοδόξου Ἐπιτροπῆς», διὰ νὰ καταλάβῃ ἀντ’ αὐτῆς τὴν θέσιν καὶ τὴν ὀνομασίαν τῆς «Τετάρτης Πανορθοδόξου Διασκέψεως» ἡ ἑπομένη διάσκεψις, λαβοῦσα χώραν ἐπὶ τοῦ «ἐδάφους» τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως (εἰς τὸ «ὀρθόδοξον Κέντρον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου» ἐν Σαμπεζύ τῆς Γενεύης) τὸ ἔτος 1968. Εἰς αὐτὴν τὴν Δ’ Διάσκεψιν τῆς Γενεύης ἔσπευσαν οἱ ὀργανωταὶ αὐτῆς, μᾶλλον ὡς ἐξ ἀνυπομονησίας, ὅπως συντομεύσουν τὴν πρὸς Οἰκουμενικὴν Σύνοδον πορείαν των, διὸ καὶ λαβόντες εἰς χεῖρας τὸν ὑπέρογκον καὶ ἀσυνάρτητον Κατάλογον τῆς Ρόδου (κατασκεύασμα, σημειωθήτω πάλιν, αὐτῶν τῶν ἰδίων, οὐχὶ ἑτέρου τινός), ἐπέλεξαν καὶ ἐχώρισαν ἐξ αὐτοῦ «τὰ πρῶτα ἕξ θέματα» πρὸς συντομωτέραν ἐπεξεργασίαν, ὥρισαν δὲ ἐν ταύτῳ καὶ νέαν «διαδικασίαν» ἐργασίας καὶ προετοιμασίας.

Εὐκαιρίας δοθείσης, ἐσχηματίσθη τότε καὶ ἕν νέον σῶμα, ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἡ Διορθόδοξος Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπή». Αὕτη θὰ ἐφρόντιζε περὶ τοῦ «συντονισμοῦ» τῆς ἐπεξεργασίας τῶν θεμάτων.

Ταυτοχρόνως συνεστήθη καὶ ἡ «Γραμματεία ἐπὶ τῆς προπαρασκευῆς τῆς Συνόδου», δηλαδὴ διωρίσθη εἰς τὴν πραγματικότητα ὑπὸ τῆς Συνόδου τῆς Κωνσταντινούπολεως εἷς ἐπίσκοπος τοῦ κλίματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ὡς γραμματεύς, ἔχων ἕδραν τὸ εἰρημένον Κέντρον ἐν Σαμπεζύ Γενεύης, ἐνῶ ἀπερρίφθησαν αἱ προτάσεις περὶ ἐντάξεως καὶ συμμετοχῆς καὶ ἄλλων ὀρθοδόξων μελῶν, προερχομένων ἐκ τῶν ὑπολοίπων ὁμοδόξων Ἐκκλησιῶν, εἰς τὴν ἐν λόγῳ «Γραμματείαν». Ἡ «Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπὴ» καὶ ἡ Γραμματεία ἐπραγμάτωσαν τὴν συνεδρίαν των, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Κωνσταντινούπολεως, εἰς τὸ αὐτὸ κέντρον τῆς Γενεύης, κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1971.

Εἰς τὴν συνεδρίαν αὐτὴν ἐθεωρήθησαν ἀπὸ κοινοῦ αἱ ὑποβληθεῖσαι ἕτοιμαι εἰσηγήσεις ἐπὶ τῶν μνημονευθέντων ἕξ θεμάτων, «ἐνηρμονίσθησαν» καὶ «ἐνεκρίθησαν» πρὸς δημοσίευσιν εἰς περισσοτέρας γλώσσας. Δημοσιευθεῖσαι δέ, συνήντησαν – ὡς καὶ ὅλη γενικῶς ἡ μέχρι τότε ἐργασία ἐπὶ τῆς προετοιμασίας τῆς Συνόδου καὶ τῶν θεμάτων αὐτῆς – αὐστηρὰν μέν, ἀλλ’ ὀρθὴν κριτικὴν ἐκ μέρους τῶν ὀρθοδόξων θεολόγων.

Αἱ γενόμεναι κριτικαὶ αὗται τῶν ὀρθοδόξων θεολόγων (εἰς τὰς ὁποίας ἀνήκει καὶ τὸ σχετικὸν Ὑπόμνημά μου, ἀπευθυνθὲν ὑπ’ ἐμοῦ, ἀρχὰς Μαΐου 1971, διὰ τῆς Ὑμετέρας Πανιερότητος πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας, ἐπιδοκιμασθὲν καὶ ὑποστηριχθὲν ὑφ’ Ὑμῶν, κατόπιν δὲ καὶ ὑπὸ ἀρκούντως ἀξιολόγου ἀριθμοῦ ἐπιφανῶν ὀρθοδόξων θεολόγων, οὕτως ὥστε νὰ δημοσιευθῇ τοῦτο εἰς περισσοτέρας γλώσσας καὶ χώρας τοῦ ὀρθοδόξου κόσμου) φαίνεται ὅτι ἐπέδρασαν, ὥστε ἡ ἀπόφασις τῆς προμνηστευθείσης Προπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Γραμματείας περὶ τῆς ταχείας συγκλήσεως τῆς «Πρώτης Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως» κατὰ τὸ ἔτος 1972 εἰς τὴν Γενεύην, πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Καταλόγου τῆς Ρόδου, νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ ἐντὸς τῆς τακτῆς προθεσμίας, ἂλλ’ ἀρκούντως καθυστερημένως, καὶ μάλιστα μόλις προσφάτως.

Καὶ ἰδού, αὕτη ἡ «Πρώτη Προσυνοδική Διάσκεψις» ἐπραγματοποιήθη, λοιπὸν, μόλις τὸν Νοέμβριον 1976 (ἐπὶ τοῦ «ἐδάφους» καὶ πάλιν τῆς Κωνσταντινούπολεως, εἰς τὴν Γενεύην, ὅπου οἱ Ὀρθόδοξοι πιστοὶ εἶναι ἐλάχιστοι). Ὅπως δὲ φαίνεται ἐκ τῶν νεωστὶ δημοσιευθέντων (κείμενον πολυγραφημένον) Πρακτικῶν καὶ Ἀποφάσεων τῆς Διασκέψεως, τὰς ὁποίας, καθὼς εἶπον, ἐμελέτησα, αὕτη «ἀναθεώρησε» τὸν Κατάλογον τῆς Ρόδου κατὰ τὸν ἀκόλουθον τρόπον : αἱ συμμετασχοῦσαι ἀντιπροσωπεῖαι ἐψήφισαν διὰ τῶν ἐπιτροπῶν των δέκα μόνον θέματα διὰ τὴν μέλλουσαν Σύνοδον (εἰς τὰ ὁποῖα συμπεριελήφθησαν μόνον τρία ἐξ ἐκείνων τῶν προηγουμένων ἕξ θεμάτων!), ἐνῶ ἄλλα τριάκοντα περίπου θέματα, μὴ ψηφισθέντα ὁμοφώνως, «παραπέμπονται εἰς ἰδιαιτέραν μελέτην τῶν ἐπὶ μέρους Ἐκκλησιῶν» ὡς «προβληματολογία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας» (κατ’ οὐσίαν, ὅμως, ἐντελῶς ξένην πρὸς τὴν Ὀρθοδοξίαν), οὕτως ὥστε καὶ τὰ θέματα ταῦτα δύνανται «νὰ τύχωσι μελλοντικῆς διορθοδόξου ἐξετάσεως» καὶ νὰ ἐνταχθοῦν ἴσως εἰς τὸν νέον τοῦτον Κατάλογον (Πρακτικά, σσ. 186-188 ).

Ἡ Διάσκεψις αὕτη, ὡς εἴπομεν ἤδη, ἤλλαξεν ἐπίσης τὴν «διαδικασίαν» καὶ τὴν «μεθοδολογίαν» τῆς ἐπεξεργασίας τῶν θεμάτων – καὶ ἄρα καὶ τῆς προπαρασκευῆς τῆς Συνόδου, ὡς πρὸς τὴν ὁποίαν, ἐπαναλαμβάνω, ἀγωνίζονται οἱ ἐν Κωνσταντινούπολει καὶ ἀλλαχοῦ ὀργανωταὶ της, ὅπως συγκληθῇ «τὸ ταχύτερον δυνατὸν» καὶ γίνη «βραχείας διαρκείας».

Ἐξ ὅλων, ὅμως, αὐτῶν φαίνεται σαφῶς εἰς ἕκαστον νηφάλιον ὀρθόδοξον Χριστιανόν, μάλιστα δὲ εἰς τὸν ὀρθόδοξον θεολόγον, ὅτι ἡ Πρώτη Προσυνοδική Διάσκεψις οὐδὲν τὸ πραγματικῶς νέον καὶ οὐσιαστικὸν ἔχει πράξει ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά συνεχίζει μόνον τὴν δημαγωγίαν τῶν πρὸ αὐτῆς διασκέψεων, παρασύρουσα καὶ αὐτή πολλὰς ὀρθοδόξους ψυχὰς καὶ συνειδήσεις εἰς νέους λαβυρίνθους φιλοδοξιῶν ὡρισμένων ἀνθρώπων, πρὸς χάριν τῶν ὁποίων φιλοδοξιῶν καὶ ἑτοιμάζεται κυρίως, ὡς φαίνεται, ἤδη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1923 Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, τῆς πρός αὐτὴν πορείας σήμερον ἐπιταχυνομένης καὶ συντομευομένης.

Ὅλη αὐτή ἡ μέχρι τοῦδε παρουσιαζομένη «προβληματικὴ» καὶ «προβληματολογία» περὶ τὰ «θέματα» τῆς μελλούσης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ἀστάθεια καὶ τὸ εὐμετάβλητον τῶν τρόπων τῆς ἐξευρέσεως, τῆς διατυπώσεως καὶ τῆς τεχνητῆς «καταλογογραφήσεως» αὐτῶν, ἔπειτα δέ, ὡς ἐκ τούτου, αἱ ἀλλεπάλληλοι ἀλλαγαὶ καὶ «ἀναθεωρήσεις», ὅλα αὐτά, διὰ μίαν εἰλικρινή ὀρθόδοξον συνείδησιν, δεικνύουν καὶ ἀποδεικνύουν ἕν μόνο πράγμα : τὸ ὅτι κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμὴν δὲν ὑπάρχει σοβαρόν, πραγματικὸν καἀνεπίδεκτον ἀναβολῆς θέμα, τὁποῖον θἤξιζε νἀποτελέσῃ λόγον συγκλήσεως μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Ὀρθοδοξου Ἐκκλησίας.

Ἐὰν, ὅμως, πράγματι ὑπάρχη θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἤξιζε νὰ ἀποτελέσῃ λόγον συγκλήσεως καὶ συνελεύσεως μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, τότε εἶναι φανερόν, ὅτι τὴν ὕπαρξιν ἑνὸς τοιούτου θέματος δὲν ἔχουν συνειδητοποιήσει οἱ μέχρι τοῦ νῦν πρωτοπόροι, εἰσηγηταί, ὀργανωταὶ καὶ ρυθμισταὶ τῶν ἐν λόγῳ «διασκέψεων», οἱ καὶ συντάκται τῶν προγενεστέρων καὶ τῶν νεωτάτων «καταλόγων θεμάτων» αὐτῶν.

Διότι, ἂν τὸ πράγμα δὲν ἔχῃ οὕτω, πῶς ἐξηγεῖται τότε ἡ ὑπὸ τοῦ Συνεδρίου τῆς Κωνσταντινούπολεως τοῦ ἔτους 1923, διὰ μέσου τῆς Διασκέψεως τῆς Ρόδου τοῦ 1961 καὶ ἕως καὶ τῆς τελευταίας Διασκέψεως τῆς Γενεύης τοῦ 1976 συνεχὴς ἀλλαγὴ τοῦ “θεματολογίου” καὶ τῆς “προβληματολογίας” τῆς μελλούσης νὰ συνέλθῃ Συνόδου; Πῶς ἐξηγεῖται, συγκεκριμένως, ἡ συνεχὴς μεταβολὴ τοῦ ἀριθμοῦ, τῆς κατατάξεως καὶ τοῦ περιεχομένου τῶν ἐν τῷ Καταλόγῳ θεμάτων, καθὼς καὶ ἡ ἀναθεώρησις καὶ ἀλλαγὴ τῶν κριτηρίων κατὰ τὴν ἐξεύρεσιν καὶ τὴν ἐπιλογὴν τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ καταστοῦν ἀντικείμενον ἀπασχολήσεως ἑνὸς τόσον μεγάλου καὶ τόσον μοναδικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος, ὅπως ἦτο καὶ εἶναι καὶ πρέπει νὰ εἶναι ἑκάστη Ἁγία καὶ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας;

Εἰς τὴν πραγματικότητα ἀποκαλύπτεται καἐκδηλοῦται διὰ πάντων τούτων, ὄχι ἁπλῶς ἔλλειψις συνεπείας καὶ σταθερότητος, ἀλλά καἔκδηλος ἀνικανότης καἡ παχυλὴ περὶ τὴν Ὀρθοδοξίαν ἄγνοια ἐκείνων, οὁποῖοι τώρα, εἰς τόσον ἐμπερίστατον κατάστασιν, θέλουν ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον νἐπιβάλουν εἰς τὰς Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας μίαν ἰδικήν των «σύνοδον». Φανεροῦνται, ἄλλοις λόγοις, ἄγνοια καἀνικανότης αὐτῶν νὰ αἰσθανθοῦν καὶ νὰ κατανοήσουν, τί ἐσήμαινε καὶ τί ὄντως σημαίνει μία ἀληθινὴ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος διὰ τὴν ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν καὶ διὰ τὸ ταύτης χριστεπώνυμον πλήρωμα τῶν πιστῶν.

Διότι, ἐὰν ἠσθάνοντο καὶ κατενόουν τοῦτο, θὰ ἐγνώριζον τότε πρὸ πάντων ὅτι εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ εἰς τὴν ζωὴν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας οὐδέποτε καὶ οὐδεμία Σύνοδος – πόσο δὲ μᾶλλον τοιοῦτον πνευματικόν, χαρισματικόν, πεντηκοστιανόν γεγονός, ὅπως εἶναι ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας – ἐξεύρισκε καἐπενόει τεχνητῶς τὰ θέματα, διὰ νὰ συνέλθῃ καὶ συνεδριάσῃ, καὅτι οὐδέποτε συνεκρότησε τὰς ἐκ τῶν προτέρων ἐπιβεβλημένας πλείστας ὅσας «διασκέψεις», «συνέδρια», «προσυνόδους» καὶ παρομοίας πρὸς αὐτὰς τεχνητὰς συνελεύσεις, ξένας ἐντελῶς καἀγνώστους εἰς τὴν ὀρθόδοξον συνοδικὴν παράδοσιν. (Διότι, αἱ «διασκέψεις», τὰ «συνέδρια» καὶ τὰ τοιαῦτα εἶναι μᾶλλον ἁπλαί ἀπομιμήσεις τῶν συνελεύσεων τῶν δυτικῶν ὀργανώσεων, ἀπομεμακρυσμένων τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοἢ καὶ ξένων πρὸς αὐτήν).

Τυγχάνει ἀναμφισβήτητον ἱστορικὸν γεγονός ὅτι αἍγιαι καὶ θεοσύλλεκτοι Σύνοδοι τῶν Ἁγίων καὶ θεοφωτίστων Πατέρων εἶχον πάντοτε ἐνώπιον των ἕν συγκεκριμένον πρόβλημα, τὸ πολὺ δὲ δύο ἢ τρία προβλήματα, τεθειμένα ἐνώπιον τῆς Ἐκκλησίας ἐκ μέρους τῶν μεγάλων αἱρέσεων καὶ σχισμάτων καὶ γενικῶς ἐκείνων, οὁποῖοι διέστρεφον τὴν ὀρθὴν πίστιν, ἔσχιζον καὶ διέσπων τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας καἔθετον εἰς κίνδυνον τὴν σωτηρίαν τῶν πιστῶν, τὴν σωτηρίαν τοῦ εὐσεβοῦς καὶ περιουσίου λαοῦ τοῦ Θεοῦ καὁλοκλήρου τῆς κτίσεως.

Διὰ τοῦτο, αἍγιαι Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι, ὅπως ὅλοι γνωρίζομεν, εἶχον πάντοτε χριστολογικόν, σωτηριολογικόν, ἐκκλησιολογικόν χαρακτήρα, τὸ δὲ γεγονὸς τοῦτο σημαίνει ὅτι τὸ κεντρικὸν των θέμα καὶ τὸ κύριον εὐαγγέλιόν των ἦτο πάντοτε : ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστὸς καἐν αὐτῷ σωτηρία μας, ἐν αὐτῷ θέωσίς μας.

Ναί, μάλιστα : Αὐτὸς – ὁ Μονογενὴς καὶ Ὁμοούσιος τῷ Θεῷ Πατρί Υἱὸς Ἀγαπητός, ὁ σαρκωθείς καὶ ἐνανθρωπήσας δι’ ἡμᾶς καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν, Αὐτὸς – ὅλος ἐν τῷ σώματι τῆς Ἐκκλησίας, Αὐτὸς – ἡ αἰωνία θεία Κεφαλὴ τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, Αὐτὸς – ὅλος παρὼν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ Αὐτοῦ διὰ τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ διὰ τῆς ὀρθῆς = ὀρθοδόξου εἰς Αὐτὸν πίστεως : Αὐτός, καὶ μετ’ Αὐτοῦ ὅλον τὸ θεανθρώπινον ἔργον Αὐτοῦ, ἡ θεία Θεανθρωπίνη Οἰκονομία Αὐτοῦ, ἡ θεανθρωπίνη Ἐκκλησία Αὐτοῦ, διὰ τὴν σωτηρίαν καὶ θέωσιν τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου.

Αὐτή εἶναι ἡ ἀληθῶς ὀρθόδοξος, ἀποστολικο-πατερική θεματολογία, ἡ μόνιμος ἀνὰ τοὺς αἰῶνας θεματολογία τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, θεματολογία, ἰσχύουσα δι’ ὅλας τὰς ἐποχὰς καὶ δι’ ὅλους τοὺς καιροὺς καὶ χρόνους – τοὺς παρελθόντας, τοὺς παρόντας καὶ τοὺς μέλλοντας.

Αὕτη, καὶ μόνον αὕτη, δύναται νὰ ἀποτελέσῃ καὶ τὸ θέμα τῆς ἐνδεχομένης μελλούσης Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καὶ ὄχι οἱ σχολαστικο-προτεσταντικοί «κατάλογοι θεμάτων», οὁποῖοι οὐδεμίαν οὐσιαστικὴν σχέσιν ἔχουν μὲ τὴν ἐμπειρίαν καὶ τὴν πνευματικὴν ζωὴν τῆς ἀποστολικο-πατερικῆς Ὀρθοδοξίας διὰ μέσου τῶν αἰώνων, ἀλλ’ εἶναι ἁπλῶς ἀναιμικὰ οὑμανιστικὰ θεωρήματα. Ἡ θεανθρωπίνη καὶ ἀθάνατος καθολικότης καὶ συνοδικότης (sobornost) τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ ὅλων τῶν Οἰκουμενικῶν της Συνόδων ἔγκειται εἰς τὸ καθολικὸν παμ-περιεκτικόν Πρόσωπον τοῦ Θεανθρώπου καὶ Σωτῆρος Χριστοῦ. Ἑδραζομένη ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ κεντρικοῦ, καθολικοῦ, ὀρθοδοξοσυνοδικοῦ πραγματικοῦ θέματος, ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ μοναδικοῦ θεααθρωπίνου μυστηρίου, ἐπ’ αὐτῆς τῆς θεανθρωπίνης πραγματικότητος, ἐπὶ τῆς ὁποίας θεμελιοῦνται καὶ ἵστανται πᾶσαι αἱ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοί της καὶ πᾶσαι αἱ ἱστορικαὶ πραγματικότητές της, ἡ Ὀρθόδοξος Καθολικὴ Ἐκκλησία πρέπει ἄρα καὶ σήμερον ἐπ’ αὐτοῦ ἀκριβῶς τοῦ μοναδικοῦ θέματος νὰ παρέχῃ τὴν μαρτυρίαν της ἐνώπιον τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, καὶ ὄχι νὰ ἐνασχολῆται περὶ τὸ σχολαστικο-προτεσταντικόν ἀνθρωπιστικὸν θεματολόγιον, περὶ τοὁποίου κόπτονται αἐκκλησιαστικαὶ «ἀντιπροσωπεῖαι» καὶ οἱ «ἀντιπρόσωποι» τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἢ τῆς Μόσχας, οἱ ὁποῖοι ἐμφανίζονται κατὰ τὴν πικρὰν ταύτην καὶ κρίσιμον στιγμὴν «ὡς ἀρχηγοὶ καὶ ἐκπρόσωποι» τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τὸν κόσμον.

Εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς προσφάτου «Προσυνοδικῆς Διασκέψεως» τῆς Γενεύης, καθὼς καὶ εἰς προηγουμένας παρομοίας περιπτώσεις, φαίνεται καθαρῶς ὅτι αἱ «ἐκκλησιαστικαἀντιπροσωπεῖαι» τῆς Κωνσταντινούπολεως καὶ τῆς Μόσχας δὲν διαφέρουν οὐσιαστικῶς ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὴν προβληματολογίαν καὶ τὰ θέματα, τὁποῖα προτείνουν ὡς λόγον συγκλήσεως τῆς μελλούσης Συνόδου. Ἀμφότεραι ἔχουν τὰ αὐτὰ περίπου θέματα, τὴν αὐτὴν σχεδὸν γλῶσσαν, τὴν αὐτὴν νοοτροπίαν, τὰς αὐτὰς φιλοδοξίας. Ἀλλά, τοῦτο οὔτε τυχαῖον εἶναι, οὔτε ἀπροσδόκητον. Διότι, ποῖον ἀκριβῶς «ἀντιπροσπεύουν» αἱ «ἀντιπροσωπεῖαι» αὗται εἰς τὴν Γενεύην καὶ ἀλλαχοῦ; Ποίας Ἐκκλησίας καὶ ποῖον λαὸν τοῦ Θεοῦ ἐκπροσωποῦν καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτήν;

Ἡ ἐμφανιζομένη εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πλειονότης σχεδὸν τῆς Ἱεραρχίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἡ τόσον ἐπιμόνως ἐπιβάλλουσα ἑαυτήν εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς πανορθοδόξους συνελεύσεις, ἀποτελεῖται κυρίως ἐκ τιτουλαρίων μητροπολιτῶν καὶ βοηθῶν ἐπισκόπων, ἄρα ἐκ ποιμένων ἄνευ ποιμνίου καὶ συνεπῶς ἄνευ τῆς συγκεκριμένης ποιμαντικῆς εὐθύνης ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ θεόθεν ἐμπιστευθέντος εἰς αὐτοὺς ποιμνίου.

Ὅθεν διερωτᾶται τις : ποῖον ἀντιπροσωπεύει καὶ ποῖον θὰ ἀντιπροσωπεύῃ εἰς τὴν μέλλουσαν νὰ συγκληθῇ Σύνοδον; Μεταξὺ τῶν ἐπισήμων ἐκπροσώπων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως δὲν ἐμφανίζονται, εἰ μὴ λίαν σπανίως οἱ Ἱεράρχαι τῶν ἑλληνικῶν νήσων, ὅπου ὑπάρχει ζωντανὸν ὀρθόδοξον ποίμνιον˙ ἀπουσιάζουν, μάλιστα, κατὰ κανόνα σχεδόν, καὶ οἱ Ἕλληνες ἢ μὴ ἱεράρχαι τῶν ἐπισκοπῶν Εὐρώπης καὶ Ἀμερικῆς καὶ ἀκόμη πολλῷ μᾶλλον εἶναι αἰσθητή ἡ ἀπουσία τῶν λοιπῶν ὀρθοδόξων ἐπισκόπων τοῦ ἐξωτερικοῦ – Ρώσσων, Ἀμερικανῶν, Ἰαπώνων, Μαύρων καὶ οὕτω καθ’ ἕξης – οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὄπισθεν ἑαυτῶν πολυάριθμον ὀρθόδοξον ποίμνιον καὶ δεδοκιμασμένους κληρικοὺς καὶ θεολόγους. Ἀπὸ τῆς ἄλλης πάλιν πλευρᾶς, αἰ νῦν ἀντιπροσωπεῖαι τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας ἐκπροσωποῦν καὶ παρουσιάζουν ὄντως τὴν ἁγίαν μαρτυρικὴν μεγάλην Ἐκκλησίαν τῆς Ρωσίας καὶ τὰ ἐν αὐτῇ, μόνον εἷἰς τὸν Θεὸν γνωστά, ἑκατομμύρια ἐνδόξων μαρτύρων καὶ ὁμολογητῶν τῆς πίστεως; Ἐκ τῶν ὅσων δηλοῦν καὶ ὑπερασπίζουν οἱ “ἀντιπρόσωποι” τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, ὁσάκις ἐξέρχονται ἐκ τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως εἰς τὸν ὑπόλοιπον κόσμον, γίνεται φανερόν ὅτι οὗτοι δὲν εἶναι φορεῖς καὶ ἑρμηνευταὶ τοῦ ἀληθοῦς πνεύματος καὶ στάσεως ὁλοκλήρου τῆς Ρωσσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τοῦ πιστοῦ ὀρθοδόξου ποιμνίου της. Διότι, συνήθως προτιμοῦν τὰ τοῦ Καίσαρος ἔναντι τῶν τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ – ὡς γνωρίζομεν οἱ ὀρθόδοξοι – τὸ Εὐαγγέλιον καὶ ἡ ἐντολή τοῦ Κυρίου ἔχουν ὡς ἑξῆς : «Πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἀνθρώποις» (Πράξ. 5, 29).

Καὶ ἐπὶ πλέον, εἶναι ἄραγε καθόλου ὀρθὴ καὶ ὀρθόδοξος αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ «ἀντιπροσώπευσις» καὶ «παρουσία» τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, ὅπως συνέβαινε μέχρι τοῦδε εἰς τὰς Πανορθοδόξους Διασκέψεις τῆς Ρόδου καὶ τῆς Γενεύης; Οἱ Κωνσταντινουπολῖται εἰσηγηταὶ καὶ πρωταγωνισταὶ τῆς τοιαύτης ἀρχῆς τῆς “ἐκπροσπήσεως” τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἰς τὰς Συνόδους, καὶ ὄχι μόνον αὐτοί, ἀλλά καὶ ὅλοι οἱ ἀποδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν θεωρίαν τῶν εἰσηγητῶν της, εἶναι σύμφωνος πρὸς “τὸ σύστημα τῶν Αὐτοκεφάλων καὶ Αὐτονόμων” τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἔχουν, φαίνεται, λησμονήσει ὅτι αὕτη εἰς τὴν πραγματικότητα εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν συνοδικὴν παράδοσιν τῆς Ὀρθοδοξίας. Τὴν ἐν λόγῳ ἀρχὴν ἔχουν, δυστυχῶς, ἀσπασθῆ καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι ὀρθόδοξοι ἀντιπροσωπεῖαι, ἀφοῦ σιωπηρῶς ἢ κατόπιν ἁπλῶν, γυμναῖς ταῖς λέξεσιν, διαμαρτυριῶν ἀπεδέχθησαν τοιούτου εἴδους «ἀντιπροσπέυσιν» ζωντανῶν, μὰ καὶ πολυπληθῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν, ἐκ τῶν ὁποίων, ὅμως, εἰς τὰς περισσοτέρας περιπτώσεις δὲν ἔρχονται ὡς ἀντιπρόσωποι οἱ πραγματικοὶ ποιμένες καὶ Ἐπίσκοποι, καὶ τοιουτοτρόπως ἡ φωνὴ καὶ ἡ συνείδησίς των, ἡ μαρτυρία τῆς πίστεως των καὶ ἡ ἐμπειρία τοῦ μαρτυρίου των, δὲν δύνανται νὰ ἀκουσθοῦν καὶ νὰ εἰσακουσθοῦν, λόγῳ ἀκριβῶς τοῦ τοιούτου εἴδους τῆς «ἀντιπροσπεύσεως» καὶ τῆς τοιαύτης συνθέσεως τῶν «ἀντιπροσπειῶν».

Ἐλησμονήθη, φαίνεται, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, κατὰ τὴν φύσιν της καὶ κατὰ τὴν ἀναλλοίωτον ἐκκλησιολογικοδογματικήν ὑπόστασιν καὶ δομὴν της, εἶναι ἐπισκοπικὴ καὶ ἐπισκοποκεντρική, ἀποτελοῦσα τοιουποτρόπως πραγματικότητα χριστολογικήν. Διότι : Ἐπίσκοπος μετὰ τοῦ περὶ αὐτὸν πληρώματος τῶν πιστῶν εἶναι ἔκφρασις καὶ φανέρωσις τῆς Ἐκκλησίας ὡς Σώματος τοῦ Χριστοῦ, πράγμα, τὸ ὁποῖον φανεροῦται τὰ μάλιστα εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν. Καὶ ἐπίσης : Ἡ Ἐκκλησία εἶναι Ἀποστολική, Καθολικὴ καὶ Συνοδικὴ μόνον διὰ τῶν Ἐπισκόπων της ὡς κεφαλῶν ἢ προϊσταμένων τῶν πραγματικῶν ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων, τῶν ἐπισκοπῶν. Τὰ δὲ ἱστορικῶς διαμορφωθέντα καὶ διὰ τοῦτο μεταβαλλόμενα καὶ τρεπτά σχήματα καὶ «συστήματα» τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὀργανώσεως τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας : τὸ μητροπολιτικόν, τὸ ἀρχιεπισκοπικόν, τὸ πατριαρχικόν, τὸ πενταρχικόν, τὸ αὐτοκέφαλον, τὸ αὐτόνομον καὶ τἆλλα, καθ’ ὅσον ὑπῆρξαν καὶ καθ’ ὅσον θὰ ὑπάρξουν, δὲν ἔχουν καὶ δὲν δύνανται νὰ ἔχουν ὁριστικὴν καὶ ἀποφασιστικὴν σημασίαν εἰς τὸ συνοδικὸν σύστημα τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Ἐπὶ πλέον δέ, ταῦτα δύνανται ἐνίοτε νὰ καταντήσουν καὶ ἐμπόδιον εἰς τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν καὶ ἔκφρασιν τῆς καθολικότητος ἑκάστης Ἐκκλησίας καὶ τῆς συνοδικότητος ὅλων τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐμπόδιον δὲ γίνονται, ὅταν δι’ ἑαυτῶν συγκαλύπτουν, παραγκωνίζουν, ἀπωθοῦν εἰς δευτέραν μοίραν ἢ ἀκόμη καὶ ὑποκαθιστοῦν τὸν ἐπισκοπικὸν χαρακτήρα τῆς δομῆς καὶ τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Ἐκκλησιῶν. Καὶ ἀναμφιβόλως, εἰς τοῦτο ἀκριβῶς ἔγκειται μία τῶν βασικῶν διαφορῶν μεταξὺ τῆς ὀρθοδόξου καὶ τῆς παπικῆς ἐκκλησιολογίας

…Εἶναι ἆρά γε ὅλαι αἱ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι σήμερον εἰς θέσιν νὰ παρευρεθοῦν ἐλευθέρως καὶ ἀνεμποδίστως εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Σύνοδον καί πράγματι, παροῦσαι, νὰ συμμετάσχουν ἀκολούθως εἰς αὐτήν, χωρὶς νὰ ἐμποδίζωνται ἢ νὰ πιέζωνται ὑπὸ τινος; Καὶ εἶναι οἱ ἀντιπρόσωποι πολλῶν ἐξ αὐτῶν, ἰδίως δὲ τῶν ὑπὸ τὰ θεομάχα καθεστῶτα Ἐκκλησιῶν, ὄντως ἐλεύθεροι νὰ ἐκθέσουν καὶ νὰ ὑπερασπίσουν τὴν ὀρθόδοξον στάσιν; Εἶναι εἰς θέσιν μία Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ἀρνεῖται τοὺς μάρτυράς της, νὰ γίνῃ πιστὸς μάρτυς τοῦ σταυροῦ τοῦ Γολγοθᾶ καὶ ἔμπιστος φορεὺς τοῦ πνεύματος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς καθολικῆς καὶ συνοδικῆς συνειδήσεώς της;

Πρὸ τῆς συνελεύσεως Οἰκουμενικῆς Συνόδου πρέπει νὰ διερωτηθῶμεν : θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ λαλήσῃ εἰς αὐτὴν καὶ νὰ εἰσακουσθῇ ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεως ἑκατομμυρίων νεομαρτύρων, λευκανθέντων διὰ τοῦ αἵματος τοῦ Ἀρνίου;

Ἡ ἱστορικὴ πεῖρα καὶ μακραίων πρᾶξις τῆς Ἐκκλησίας μαρτυρεῖ εἰς ἡμᾶς τὸ ἑξῆς : ὁσάκις ἡ Ἐκκλησία ἦτο ἐπὶ τοῦ σταυροῦ, ἐκαλεῖτο ἕκαστον μέλος της νὰ μαρτυρήσῃ – καὶ μέχρις αἵματος, ἐφ’ ὅσον ἐχρειάζετο – τὴν ὅλην καὶ καθολικὴν Ἀλήθειάν της, καὶ οὐχὶ νὰ συζητῇ μερικὰ ἐπινοηθέντα θέματα, ἢ νὰ λύῃ ψευδεῖ τῷ τρόπῳ τὰ οὐσιαστικὰ προβλήματα, ἢ νὰ θέλῃ εἰς καταστάσεις θολὰς καὶ διὰ τοὺς ἄλλους δεσμευτικὰς νὰ ἐπιτύχῃ τὴν πραγματοποίησιν τῶν φιλοδοξιῶν του.

Ἴσως πρέπει νὰ ὑπενθυμίσωμεν σήμερον καὶ νὰ κατανοήσωμεν, σὺν τοῖς ἄλλοις, τὸ ἑξῆς γεγονὸς : κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν διωγμῶν τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἐγίνοντο Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι, χωρὶς βεβαίως νὰ σημαίνῃ τοῦτο ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ δὲν ἐλειτούργει τότε καὶ δὲν ἀνέπνεε συνοδικῶς. Τοὐναντίον, ἡ περίοδος ἐκείνη τῆς ζωῆς καὶ τῆς δράσεώς της ἦτο ἡ πλέον καρποφόρος καὶ δυναμική. Ὅτε δέ, κατόπιν τούτου, ἐπηκολούθησεν ἡ ἄλλη περίοδος καὶ συνῆλθεν ἡ Πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος, τότε ἠδυνήθησαν νὰ προσέλθουν καὶ νὰ παραστοῦν εἰς αὐτὴν καὶ οἱ μάρτυρες ἐπίσκοποι, φέροντες τὰ ἀκόμη νωπὰ τραύματα, τὰ στίγματα καὶ τοὺς μώλωπας τῶν διωγμῶν καὶ τῶν φυλακῶν, δεδοκιμασμένοι ἐν τῷ πυρὶ τοῦ μαρτυρίου, καὶ ἐκεῖ, ἐνώπιον τῆς Συνόδου τῶν ἀδελφῶν καὶ συλλειτουργῶν των καὶ ἐνώπιον ὅλης τῆς οἰκουμένης, νὰ δώσουν ἐλευθέρως τὴν μαρτυρίαν των περὶ τοῦ Χριστοῦ, ὁμολογοῦντες Αὐτὸν ὡς Θεὸν καὶ Κύριον καὶ Σωτήρα τοῦ κόσμου καὶ τῶν ἀνθρώπων.

Θὰ καταστῇ δυνατὴ καὶ τώρα, κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμὴν τῆς ἱστορίας, ἡ παρουσία καὶ ἡ ἐκδήλωσις τοῦ αὐτοῦ μαρτυρικοῦ πνεύματος εἰς τὴν ἑτοιμαζομένην Σύνοδον; Θὰ δυνηθοῦν δηλαδὴ καὶ οἱ παρόμοιοι πρὸς ἐκείνους μαρτυρικοὶ Ἐπίσκοποι τῆς ἐποχῆς μας νὰ καρπωθοῦν ἐλευθέραν συμμετοχὴν καὶ ἐλεύθερον λόγον εἰς τὴν Σύνοδον, ὥστε νὰ σκέπτηται αὕτη καὶ νὰ φρονῇ ὄντως ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ νὰ ὁμιλῇ καὶ νὰ ἀποφασίζῃ τῷ ὄντι κατὰ Θεὸν καὶ οὐχὶ κατὰ ἄνθρωπον; Ἡ μήπως θὰ «ἀντιπροσωπευθοῦν» ἁπλῶς ὑπὸ διωρισμένων «ἀντιπροσπειῶν» καὶ τὸν κύριον λόγον θὰ ἔχουν ἀκριβῶς οἱ μὴ ἐλεύθεροι ἀπὸ τὰς ἐπιδράσεις τοῦ κόσμου καὶ τοῦ αἰῶνος τούτου;…

Ἂς μνημονεύσωμεν σχετικῶς καὶ τοὺς Ἐπισκόπους ἐκείνους ἐκ Ρωσίας ἐξ ἄλλων ἀθεϊστικοκρατουμένων χωρῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης ἢ δὲν θὰ ἔχουν τὴν δυνατότητα ἐλευθέρως νὰ συμμετέχουν, νὰ ὁμιλοῦν καὶ νὰ ἀποφασίζουν εἰς τὴν Σύνοδον, ἢ δὲν θὰ δυνηθοῦν κἄν νὰ ἐξέλθουν ἐκ τῆς χώρας των καὶ νὰ παραστοῦν εἰς τὴν Σύνοδον. Τί δὲ πρέπει νὰ εἴπωμεν περὶ δυνατότητος νὰ προετοιμασθοῦν καταλλήλως, ὑπὸ ἀνωμάλους συνθήκας, τόσον αὐτοί, ὅσον καὶ αἱ Ἐπισκοπαὶ καὶ Ἐκκλησίαι των, δι’ ἕν τόσο μέγα καὶ σπουδαῖον γεγονὸς, ὅπως εἶναι ἡ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος;

Δὲν εἶναι, λοιπὸν, ὅλα αὐτὰ ἐπαρκής ἀπόδειξις καὶ τεκμήριον ὅτι εἰς τήν ἑτοιμαζομένην Σύνοδον δὲν θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ὁμιλήσῃ καὶ νὰ ἐκδηλωθῇ ἡ ἐκκλησιαστικὴ συνείδησις τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος (ἐφ’ ὅσον καὶ αὐτὸς ὁ λαὸς καὶ οἱ πραγματικοὶ ποιμένες του «ἀντιπροσωπεύονται» ὑπὸ ἄλλων), ἀλλ’ ὅτι θὰ ἐμποδισθῇ τὸ πλήρωμα καὶ θὰ ἀποκλεισθῇ, ὅπως ἀπεκλείσθη καὶ ἀπηγορεύθη, κατὰ τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου τῶν Ἐκκλησιῶν ἐν Ναϊρόμπυ, ἡ παρουσία καὶ ἡ μαρτυρία ἑνὸς ἐξαιρέτου φορέως καὶ μάρτυρος αὐτῆς τῆς συνειδήσεως του (ἐννοῶ τὸν Σολζενίτσιν);

Ἐνταῦθα ἀφήνω κατὰ μέρος καὶ ἕν ἄλλο ἐρώτημα, τὸ ἐρώτημα δηλαδή, πόσον εἶναι καθόλου ὀρθὸν καὶ εὐαγγελικόν, καθ’ ἣν στιγμὴν αἴρεται ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς καὶ ἡ εἰς Αὐτὸν πίστις ἐπὶ σταυρόν, μεγαλύτερον καὶ φοβερώτερον ὅλων τῶν προηγουμένων εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἐκκλησίας, οἱ μαθηταὶ Του νὰ συνέρχωνται εἰς «Συνόδους», διὰ νὰ λύσουν τό πρόβλημα «τὶς αὐτῶν δοκεῖ εἶναι μείζων» καὶ πρῶτος (Λουκ. κβ’ 24)˙ καθ’ ἣν στιγμὴν ζητεῖ ὁ Σατανᾶς, οὐχὶ μόνον τὸ σῶμα, ἀλλά καὶ τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κόσμου, καὶ ἀπειλεῖ τὸν ἄνθρωπον καὶ τὴν ἀνθρωπότητα ὅλην ἡ αὐτοκαταστροφή, οἱ μαθηταὶ τοῦ Χριστοῦ νὰ μεριμνοῦν περὶ τῶν αὐτῶν προβλημάτων, – καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, – περὁποίων μεριμνοῦν αἱ σύγχρονοι ἀντιχριστιανικαἰδεολογίαι, αἱ πωλοῦσαι τὸν Ἄρτον τῆς ζωῆς ἀντὶ πινακίου φακῆς!

Ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου πάντα τὰ προαναφερθέντα δεδομένα καὶ συνειδητοποιῶν καὶ συναισθανόμενος μετ’ ὀδύνης ψυχικῆς ὅλα τὰ ἀνωτέρω προβλήματα, κυρίως ὅμως τὴν σύγχρονον κατάστασιν εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν γενικῶς καὶ εἰς τὴν Σερβικὴν Ἐκκλησίαν εἰδικῶς (ὁμοίως πρὸς τὰς ἄλλας ἐμπερίστατον καὶ χειμαζομένην, ὁμοίως ἔχουσαν πολλὰς ἀδυναμίας καὶ πνευματικὰς πληγάς, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ δύο μέγισται καὶ μέχρι στιγμῆς ἀθεράπευτοι εἶναι τὰ δύο μεγάλα σχίσματα : τὸ μακεδονικὸν σχίσμα ἐν Νοτίῳ Σερβίᾳ καὶ τἄλλο ἐν Ἀμερικῇ, μεταξὺ τῶν Σέρβων τῆς Διασπορὰς) πρὸς τούτοις δὲ ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου τὴν κατάστασιν εἰς τὸν κόσμον ἐν γένει, ἡ όποία κατάστασις εἰς οὐδὲν οὐσιαστικὸν ἔχει ἀλλάξει ἀπὸ τοῦ χρόνου τοῦ πρώτου ἐκείνου ὑπομνήματός μου πρὸς τὴν Ἁγίαν Σύνοδον τῆς Ἱεραρχίας (κατὰ Μάιον τοῦ ἔτους 1971), ἀπευθύνομαι καὶ πάλιν, κατὰ τὴν ὑπαγόρευσιν τῆς συνειδήσεώς μου, διὰ ταύτης τῆς παρακλήσεώς μου καὶ τῆς υἱϊκῆς ἐν προσευχῇ κραυγῆς μου, πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς μαρτυρικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἡμῶν (τῆς Σερβίας) :

ὅπως Ἐκκλησία τῆς Σερβίας ἀπόσχῃ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν προπαρασκευὴν μιᾶς κατ’ ὄνομα «Οἰκουμενικῆς» Συνόδου, ὅλως δἰδιαιτέρως τῆς ἐν αὐτῇ συμμετοχῆς, ἐὰν τελικῶς συνέλθη αὕτη.

Διότι, ἐὰν «προπαρασκευασθῇ» κατὰ τὸν περιγραφέντα τρόπον καὶ συνέλθῃ αὔριον ἢ μεθαύριον, ὅ μὴ γένοιτο, μία τοιαύτη Σύνοδος, ἕν μόνον ἀποτέλεσμα δυνάμεθα νἀναμένωμεν ἐξ αὐτῆς : σχίσματα, ἢ καὶ αἱρέσεις, καὁπωσδήποτε ἀπώλειαν πολλῶν, δυσαριθμήτων ψυχῶν. Θεωρουμένη δὲ ἐκ τῆς ἱστορικῆς ἀποστολικο-πατερικῆς πείρας τῆς Ἐκκλησίας, ἡ τοιαύτη Σύνοδος, ἀντὶ θεραπείας τῶν ἤδη ὑφισταμένων δεινῶν, θἀνοίξῃ καὶ νέας πληγὰς καὶ τραύματα ἐπὶ τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, δημιουργοῦσα εἰς αὐτὴν νέα προβλήματα καὶ νέας ταλαιπωρίας.

Ἐξαιτούμενος τὰς ἀποστολικὰς εὐχὰς τῶν Πατέρων τῆς Ἁγίας Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας, διατελῶ

ὁ ἀνάξιος ἀρχιμανδρίτης

ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ

πνευματικὸς τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Τσέλιε

Ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Τσέλιε

Κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν παραμονῶν τῆς ἑορτῆς τοῦ άγίου Γεωργίου 1977


[1] Σχ. βλ. ἐφημερίς «Ὀρθόδοξος Τύπος» φ. 303 καί 304 (1978) καί περιοδικό «Θεοδρομία» ΙΗ΄ 1-2 (Ἰανουάριος – Ἰούνιος 2016) 20-32.


Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ «ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ» — ΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΓΝΩΜΑΤΕΥΣΙΣ ΚΑΙ ΜΑΡΤΥΡΙΑ (του Οσίου Ιουστίνου Πόποβιτς)




Εισαγωγικά

Το κείμενο  γράφτηκε κατόπιν αιτήματος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Σερβίας για το αν μπορεί η Ορθόδοξη Εκκλησία να συμμετάσχει σε «οικουμενικές ακολουθίες» που διοργάνωναν οι ρωμαιοκαθολικοί της Γιουγκοσλαβίας στα πλαίσια της «εβδομάδος εν τη ενότητι». Δημοσιεύτηκε με εισαγωγικό σημείωμα του τότε ιερομονάχου Ειρηναίου Μπούλοβιτς στο περιοδικό Κοινωνία 18 (1975), σελ. 95–101, σε μετάφραση από τα σερβικά της Μαρίνας Σκλήρη.

Το ίδιο κείμενο δημοσιεύτηκε επίσης στον Ορθόδοξο Τύπο, αρ. 235/1 Ιουνίου 1975, και στο Ορθόδοξος Ένστασις και Μαρτυρία, αρ. 18–21/Ιανουάριος–Δεκέμβριος 1990, σελ. 166–173.

π.Δ.Α

 


Πανιερώτατοι Πατέρες,

Την στάσιν της έναντι των αιρετικών — και αιρετικοί είναι όλοι οι μη Ορθόδοξοι — η Εκκλησία του Χριστού έχει καθορίσει άπαξ δια παντός, δια των Αγίων Αποστόλων και των αγίων Πατέρων, δηλαδή δια της αγίας Θεανθρωπίνης Παραδόσεως, της μοναδικής και αναλλοιώτου.

Συμφώνως προς αυτήν την στάσιν, εις τους Ορθοδόξους είναι απηγορευμένη κάθε συμπροσευχή και κάθε λατρευτική επικοινωνία μετά αιρετικών. Διότι «τις μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος; τις δε συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαρ; η τις μερίς πιστώ μετά απίστου;» (Β΄ Κορινθ. 6, 14-15). Ο 45ος κανών των Αγίων Αποστόλων ορίζει: "Επίσκοπος η πρεσβύτερος…, αιρετικοίς συνευξάμενος μόνον, αφοριζέσθω· ει δε επέτρεψεν αυτοίς, ως κληρικοίς ενεργήσαί τι, καθαιρείσθω". Αυτός ο ιερός Κανών των αγίων Αποστόλων δεν προσδιορίζει ποία ακριβώς προσευχή η ακολουθία απαγορεύεται, αλλά απαγορεύει κάθε κοινήν μεθ' αιρετικών προσευχήν, έστω και την κατ' ιδίαν ("συνευξάμενος"). Εις δε τας οικουμενιστικάς κοινάς προσευχάς μήπως δεν γίνωνται και αδρότερα και ευρύτερα τούτων; Ο 32ος κανών της εν Λαοδικεία Συνόδου ορίζει: «Ότι ου δεί αιρετικών ευλογίας λαμβάνειν, αίτινές εισιν αλογίαι μάλλον η ευλογίαι». Μήπως όμως δεν συμβαίνει εις τας κοινάς οικουμενιστικάς συναντήσεις και συμπροσευχάς να ευλογούν αιρετικοί ρωμαιοκαθολικοί επίσκοποι και ιερείς, προτεστάνται πάστορες, ακόμη δε και γυναίκες; (!).

Αυτοί και όλοι οι άλλοι σχετικοί κανόνες των αγίων Αποστόλων και των αγίων Πατέρων ίσχυον όχι μόνον κατά την παλαιάν εποχήν, αλλ' εξακολουθούν να είναι εν απολύτω ισχύϊ και σήμερον, δι' όλους ημάς τους συγχρόνους ορθοδόξους Χριστιανούς. Ισχύουν αναμφιβόλως και δια την θέσιν μας έναντι των ρωμαιοκαθολικών και προτεσταντών. Διότι ο μεν ρωμαιοκαθολικισμός είναι πολλαπλή αίρεσις, περί δε του προτεσταντισμού τι να είπωμεν; Καλλίτερον να μη ομιλώμεν. Ήδη ο Άγιος Σάββας εις την εποχήν του, επτάμισυ αιώνας πριν, δεν ωνόμαζεν άραγε τον ρωμαιοκαθολικισμόν «λατινικήν αίρεσιν»; Και πόσα από τότε νέα δόγματα δεν επενόησεν ο πάπας και «αλαθήτως» εδογμάτισε! Δεν χωρεί αμφιβολία, ότι δια του δόγματος περί του αλαθήτου του πάπα, ο ρωμαιοκαθολικισμός κατέστη παναίρεσις.

Και η πολύ επαινουμένη Β΄ Βατικάνειος Σύνοδος ουδέν ήλλαξεν ούτε όσον αφορά εις την τερατώδη ταύτην αίρεσιν, αλλά, τουναντίον, επεκύρωσεν αυτήν.

Ένεκα τούτου, αν είμεθα Ορθόδοξοι και θέλωμεν να παραμείνωμεν Ορθόδοξοι, τότε οφείλομεν και ημείς να τηρήσωμεν την στάσιν του Αγίου Σάββα, του Αγίου Μάρκου Εφέσου, του Αγίου Κοσμά Αιτωλού, του Αγίου Ιωάννου Κροστάνδης και των λοιπών Αγίων Ομολογητών και Μαρτύρων και Νεομαρτύρων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, έναντι των ρωμαιοκαθολικών και των προτεσταντών, εκ των οποίων ούτε οι μεν, ούτε οι δε, δεν πιστεύουν ορθοδόξως εις τα δύο βασικά δόγματα του Χριστιανισμού: εις την Αγίαν Τριάδα και εις την Εκκλησίαν.


Πανιερώτατε και Άγιοι Συνοδικοί Πατέρες,

Έως πότε θα εξευτελίζωμεν δουλικώς την Αγίαν μας Ορθόδοξον Αγιοπατερικήν και Αγιοσαββιτικήν Εκκλησίαν δια της οικτρώς και φρικωδώς αντιαγιοπαραδοσιακής στάσεώς μας έναντι του Οικουμενισμού και του λεγομένου Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών; Εντροπή καταλαμβάνει πάντα ειλικρινή Ορθόδοξον, ανατραφέντα υπό την καθοδήγησιν των Αγίων Πατέρων, όταν αναγιγνώσκη, ότι οι Ορθόδοξοι Σύνεδροι της 5ης Πανορθοδόξου Διασκέψεως της Γενεύης (8-16 Ιουνίου 1968) σχετικώς προς την συμμετοχήν των Ορθοδόξων εις το έργον του «Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών», έλαβον τότε την απόφασιν «όπως εκφρασθή η κοινή επίγνωσις της Ορθοδόξου Εκκλησίας ότι αύτη αποτελεί οργανικόν μέρος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών».

Αυτή η απόφασις είναι κατά την ανορθοδοξίαν και αντιορθοδοξίαν της αποκαλυπτικώς φρικαλέα. Ήτο άραγε απαραίτητον η Ορθόδοξος Εκκλησία, αυτό το πανάχραντον Θεανθρώπινον σώμα και οργανισμός του Θεανθρώπου Χριστού να ταπεινωθεί τόσον τερατωδώς, ώστε οι αντιπρόσωποί της θεολογοι, ακόμα δε και Ιεράρχαι, μεταξύ των οποίων και Σέρβοι, να επιζητούν την «οργανικήν» μετοχήν και συμπερίληψιν εις το Παγκόσμιον Συμβούλιον των Εκκλησιών, το οποίον, κατ' αυτόν τον τρόπον γίνεται εις νέος εκκλησιαστικός «οργανισμός», μία «νέα Εκκλησία» υπεράνω των Εκκλησιών, της οποίας οι Ορθόδοξοι και μη Ορθόδοξοι εκκλησίαι αποτελούν μόνο «μέλη» («οργανικώς μεταξύ των συνδεδεμένα»!) ; Αλοίμονον, ανήκουστος προδοσία!

Απορρίπτομεν την ορθόδοξον θεανθρωπίνην πίστιν, αυτόν τον οργανικόν δεσμόν μετά του Θεανθρώπου Κυρίου Ιησού και του παναχράντου Του Σώματος – της Ορθοδόξου Εκκλησίας των αγίων Αποστόλων και Πατέρων και Οικουμενικών Συνόδων – και θέλομεν να γίνωμεν «οργανικά μέλη» του αιρετικού, ουμανιστικού, ανθρωποπαγούς και ανθρωπολατρικού συλλόγου, ο οποίος αποτελείται από 263 αιρέσεις, η δε κάθε μία από αυτάς πνευματικός θάνατος!

Ως Ορθόδοξοι, είμεθα «μέλη Χριστού». «Άρα ουν τα μέλη του Χριστού, ποιήσω πόρνης μέλη; Μη γένοιτο!» (Α΄ Κορινθ. 6, 15). Και ημείς τούτο πράττομεν δια της «οργανικής» συνδέσεώς μας μετά του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, το οποίον ουδέν άλλο είναι ειμή αναβίωσις της αθέου ανθρωπολατρείας – ειδωλολατρείας.

Είναι πλέον έσχατος καιρός, Πανιερώτατοι Πατέρες, όπως η Ορθόδοξος Αγιοπατερική και Αγιοσαββίτικη Εκκλησία μας, η Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και των Αγίων Πατέρων, των αγίων Ομολογητών, Μαρτύρων και Νεομαρτύρων, παύση να αναμιγνύεται εκκλησιαστικώς, ιεραρχικώς και λατρευτικώς μετά του ούτω καλουμένου Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών και όπως αρνηθεί δια παντός την οιανδήποτε συμμετοχήν εις τας κοινάς προσευχάς και την λατρείαν (η οποία λατρεία εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν είναι όλη οργανικώς συνδεδεμένη εις μίαν ολότητα και συγκεφαλαιούται εις την θείαν Ευχαριστίαν), και γενικώς την συμμετοχήν εις οιανδήποτε εκκλησιαστικήν πράξιν, η οποία ως τοιαύτη, φέρει εν εαυτή και εκφράζει τον μοναδικόν και ανεπανάληπτον χαρακτήρα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, της πάντοτε Μιας και Μοναδικής.

Μη σμίγουσα εκκλησιαστικώς μετά των αιρετικών, είτε αν είναι αυτοί συγκεντρωμένοι πέριξ της Γενεύης, είτε πέριξ της Ρώμης, η Ορθόδοξος ημών Εκκλησία, κατά πάντα πιστή προς τους αγίους Αποστόλους και τους αγίους Πατέρας, δεν θα αρνηθή δια τούτο την Χριστιανικήν της αποστολήν και το ευαγγελικόν της χρέος: όπως ενώπιον του συγχρόνου κόσμου, όσον του μη ορθοδόξου, τόσον και του απίστου, ταπεινώς αλλά ευθαρσώς μαρτυρή περί της Αληθείας, της Παναληθείας, περί του ζώντος και αληθινού Θεανθρώπου και περί της πανσωστικής και παμμεταμορφωτικής δυνάμεως της Ορθοδοξίας. Οδηγουμένη υπό του Χριστού η Εκκλησία μας, δια του αγιοπατερικού πνεύματος και χαρακτήρος των θεολόγων της, πάντοτε θα είναι «έτοιμη προς απολογίαν παντί τω αιτούντι ημάς λόγον περί της εν ημίν ελπίδος» (Α΄ Πέτρ. 3, 15). Και η Ελπίς ημών νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων και εις όλην την αιωνιότητα είναι μία και μοναδική: Ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός εν τω Θεανθρωπίνω του σώματι, η Εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και των Αγίων Πατέρων. Οι Ορθόδοξοι θεολόγοι οφείλουν να συμμετέχουν όχι εις «οικουμενικάς κοινάς προσευχάς», αλλ' εις θεολογικούς διαλόγους εν τη Αληθεία και περί της Αληθείας, όπως δια μέσου των αιώνων έπραττον οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας. Η Αλήθεια της Ορθοδοξίας και της Ορθοπιστίας είναι «μερίς» μόνον των σωζομένων» (πρβλ 7ος κανών Β΄ Οικουμ. Συνόδου).

Παναληθές είναι το Ευαγγέλιον του αγίου Αποστόλου: «σωτηρία εν αγιασμώ και πίστει αληθείας» (Β΄ Θες. 2,13). Η θεανθρωπίνη πίστις είναι η πίστις της Αληθείας. Η Ουσία αυτής της πίστεως είναι η Αλήθεια, είναι η μόνη Παναλήθεια, δηλαδή ο Θεάνθρωπος Χριστός. Η δε θεανθρωπίνη αγάπη είναι «η αγάπη της Αληθείας» (Β΄Θες. 2,10). Η ουσία αυτής της αγάπης είναι η Παναλήθεια, δηλ. ο Θεάνθρωπο Χριστός. Και αυτή η Πίστις και αυτή η Αγάπη είναι η καρδία και η συνείδησις της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Πάντα ταύτα διεφυλάχθησαν αλώβητα μόνον εν τη αγιοπατερική Ορθοδοξία, περί της οποίας οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί είναι κεκλημένοι να μαρτυρούν αφόβως ενώπιον της Δύσεως και της ψευδοπίστεώς της και της ψευδοαγάπης της.


Ιερά Μονή Τσελιέ 13/26 Νοεμβρίου 1974

Συνιστά εαυτόν ταις αγίαις αποστολικαίς προσευχαίς

της Υμετέρας Πανιερότητος και των αγίων Πατέρων

της Ιεράς Συνόδου Αρχιερέων, ο ανάξιος

Αρχιμανδρίτης Ιουστίνος (Πόποβιτς)


 


ΟΙ ΔΙΩΓΜΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ


 

Εισαγωγή

Ο Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς (1894-1979) υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές της σύγχρονης Ορθόδοξης Θεολογίας. Η ζωή του υπήρξε μια διαρκής μαρτυρία — όχι μόνο ενάντια στο αθεϊστικό κομμουνιστικό καθεστώς της Γιουγκοσλαβίας, αλλά και ενάντια στις συμβιβαστικές τάσεις που εισέβαλαν στην ίδια τη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία. Το μαρτύριό του είχε διπλή διάσταση: πολιτική και εκκλησιαστική. Και οι δύο όψεις του διωγμού συνδέονταν άρρηκτα με την ασυμβίβαστη πίστη του στον Θεάνθρωπο Χριστό.

 

Ο Πολιτικός Διωγμός από το Κομμουνιστικό Καθεστώς

Η Εκδίωξη από το Πανεπιστήμιο (1945)

Με την εγκαθίδρυση της κομμουνιστικής εξουσίας στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο το 1945, άρχισαν οι μαζικοί διωγμοί κατά της Εκκλησίας. Ο Ιουστίνος Πόποβιτς, ως άνθρωπος της Εκκλησίας με εκφρασμένες αντικομμουνιστικές θέσεις, εκδιώχθηκε από τη θέση του καθηγητή Δογματικής στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου, μαζί με 200 ακόμη καθηγητές.

Σύλληψη και Καταδίκη σε Θάνατο (1946)

Ο πατήρ Ιουστίνος κατέφυγε στην Ιερά Μονή Σούκοβο του Πίροτ στη νότια Σερβία, όπου το 1946 συνελήφθη και φυλακίστηκε. Αργότερα δικάστηκε και καταδικάστηκε σε θάνατο ως «εχθρός του λαού». Σώθηκε την τελευταία στιγμή χάρις στην παρέμβαση του Πατριάρχη Γαβριήλ, ο οποίος μόλις είχε επιστρέψει από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς και απαίτησε την αποφυλάκισή του.

Τριακονταετής Εγκλεισμός στη Μονή Τσέλιε

Από το 1946 μέχρι τον θάνατό του το 1979 — επί 33 ολόκληρα χρόνια — ο Ιουστίνος έζησε ουσιαστικά έγκλειστος στη μικρή γυναικεία Μονή των Αρχαγγέλων στο Τσέλιε του Βάλιεβο. Διωγμένος από παντού, χωρίς σύνταξη και στερημένος από τα ανθρώπινα, θρησκευτικά και πολιτικά του δικαιώματα, βρήκε εκεί καταφύγιο ως πνευματικός της μονής.

Η μονή Τσέλιε ως πνευματικό κέντρο της Ορθοδοξίας

________________________________________

Η αναζήτηση καταφυγίου

Στην ιερά μονή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ Τσέλιγιε, ο καταδιωγμένος π. Ιουστίνος στερήθηκε την ανθρώπινη βοήθεια και παρηγοριά, τόσο σε θρησκευτικό επίπεδο — με τη στέρηση των πιστών — όσο και σε πολιτικό, καθώς το κρατικό δίκαιο δεν του παρείχε πόρους διαβίωσης. Έτσι αναζητούσε τόπο διαμονής σε μοναστήρι. Στις μονές που απευθύνθηκε (Κάλενιτς, Όβτσαρ, Σούκοβο, Ραβάνιτσα) καμία αδελφότητα δεν τον δέχθηκε. Όμως η ελπίδα του ψαλμικού χωρίου τού έδινε δύναμη στην πορεία του: «Πολλαὶ αἱ θλίψεις τῶν δικαίων, καὶ ἐκ πασῶν αὐτῶν ῥύσεται αὐτοὺς ὁ Κύριος».

Την εποχή εκείνη η Σερβική Εκκλησία διέθετε αρκετά αρχαία μοναστήρια, τα οποία ασκούσαν μεγάλη επιρροή στον τοπικό λαό. Αυτό οδήγησε τους κομμουνιστές να μετατρέψουν πολλά εξ αυτών σε μουσεία χωρίς μοναχούς, για να αποτρέψουν τη δράση τους. Υπήρχαν όμως μικρότερα μοναστήρια με περιορισμένη επιρροή μόνο στις γύρω επαρχίες, με αποτέλεσμα να θεωρούνται από τις εξουσιαστικές αρχές ακίνδυνα. Ένα τέτοιο κοινόβιο έμελλε να φιλοξενήσει τον π. Ιουστίνο.

Η άφιξη στο Τσέλιγιε

Μία μοναχή, η μητέρα Σάρα, βρισκόταν αρχικά στη μονή Λιουμπόστινια. Μαζί με μερικές αδελφές, το 1947 εγκαταστάθηκε στη μονή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, γνωστή ως Τσέλιγιε (Κελλιά — Ćelije), κοντά στο Βάλιεβο (δυτική Σερβία). Ένα χρόνο αργότερα, τον Μάιο του 1948, στον μικρό ναό του αγίου Σάββα στο Βελιγράδι, η μητέρα Σάρα συνάντησε τον π. Ιουστίνο. Γνωρίζοντας την ακεραιότητά του, του πρότεινε να έρθει στο μοναστήρι του Τσέλιγιε. Ο ίδιος δέχθηκε την πρόσκλησή της και έμεινε εκεί μέχρι το τέλος της επίγειας ζωής του.

Με ομόφωνη απόφαση της γυναικείας αδελφότητας, έγινε ο πνευματικός πατέρας τους, καθώς και των πιστών προσκυνητών της μονής. Καθιερώθηκε η καθημερινή τέλεση των ακολουθιών του νυχθημέρου και της θείας Λειτουργίας, σύμφωνα με το μοναστηριακό τυπικό. Κατέστη ένας φωτεινός διδάσκαλος των απλών Σέρβων, μορφωμένων και μη, όπως και καθηγητών από τον χώρο της θεολογίας, της ιστορίας, της φιλοσοφίας και άλλων επιστημών. Με μία εύστοχη έκφραση αποτέλεσε «την κεκρυμμένην συνείδησιν της Εκκλησίας της Σερβίας, αλλά και της μαρτυρικής Ορθοδοξίας εν γένει»

Η ρήξη με τη μητέρα Σάρα

Αργότερα όμως η ενότητα της αδελφότητας κλονίστηκε. Οι διαφορετικές αντιλήψεις και οι συνεχείς διαφωνίες για ζητήματα περί μοναστικής υπακοής και εργασιών της μονής με τον π. Ιουστίνο οδήγησαν, το 1958, τη γερόντισσα Σάρα στο να εγκαταλείψει το Τσέλιγιε και, μαζί με τη μισή αδελφότητα, να κατευθυνθεί στο μοναστήρι Κόποριν.

Μετά από αυτό το τραγικό συμβάν, οι εναπομείνασες μοναχές έπρεπε να εκλέξουν νέα ηγουμένη. Αρχικά εξέλεξαν τη μοναχή Ιουστίνα, ενώ αργότερα, ύστερα από πρότασή της, εκλέχθηκε η μοναχή Γλυκερία. Νεαρή τότε η μητέρα Γλυκερία, με απόλυτη εμπιστοσύνη στο πρόσωπο και στην πνευματική πείρα του π. Ιουστίνου, αναδείχθηκε ικανή στη διοίκηση της μονής, με αποτέλεσμα να εξελιχθεί πνευματικά και κτιριακά.

Ο Διωγμός από την Ιερά Σύνοδο της Σερβικής Εκκλησίας

Η Απομόνωση κατά τις Συνοδικές Συνεδριάσεις

Ο πολιτικός διωγμός από το κομμουνιστικό καθεστώς είχε μια ιδιαίτερα σκληρή διάσταση που συνδεόταν άμεσα με την Ιερά Σύνοδο της Σερβικής Εκκλησίας. Ιδιαίτερα όταν συνεδρίαζε η Ιερά Σύνοδος στο Βελιγράδι, του απαγορευόταν οποιαδήποτε έξοδος από τη μονή επί μήνες, από τον φόβο των αρχών ότι θα ερχόταν σε επαφή με τους Επισκόπους και θα τους επηρέαζε.

Αυτή η απαγόρευση είχε διπλή σημασία: από τη μία, το κομμουνιστικό καθεστώς φοβόταν την πνευματική επιρροή του Ιουστίνου, ο οποίος ήταν ήδη αναγνωρισμένος ως «κεκρυμμένη συνείδησις της Σερβικής Εκκλησίας». Από την άλλη, η απομόνωση αυτή είχε ως αποτέλεσμα ο Ιουστίνος να αποκλείεται από τις κρίσιμες αποφάσεις της Εκκλησίας, ιδιαίτερα σε ζητήματα που αφορούσαν τη στάση της απέναντι στον οικουμενισμό και τον Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών.

Η Αντιπαράθεση για τον Οικουμενισμό

Ο Ιουστίνος Πόποβιτς υπήρξε σφοδρός επικριτής του οικουμενισμού, όταν αυτός έτεινε να σχετικοποιεί την Αλήθεια του Θεού. Θεωρούσε τον οικουμενισμό «κοινόν όνομα δια τους ψευδοχριστιανισμούς, δια τας ψευδοεκκλησίας της Δυτικής Ευρώπης», και τον χαρακτήριζε «παναίρεσιν».

Αυτή η στάση του τον έφερε σε σύγκρουση με την Ιερά Σύνοδο της Σερβικής Εκκλησίας, η οποία είχε αποφασίσει τη συμμετοχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών. Ο Ιουστίνος έστειλε σειρά επιστολών προς τη Σύνοδο, στις οποίες εξέφραζε την έντονη διαφωνία του:

  • Επιστολή της 27ης Ιανουαρίου 1971: Απάντηση σε ανώνυμη κάρτα, όπου κατηγορούσε τους Επισκόπους ότι κηρύσσουν «οικουμενισμόν του προτεσταντικού συγκρητισμού και εκλεκτικισμού βασισμένου επί ενός άκαρπου ευρωπαϊκού ουμανισμού και μανιώδους ευρωπαϊκού ανθρωποκεντρισμού».
  • Επιστολή της 26ης Νοεμβρίου 1974 («Υπόμνημα»): Σε αυτό το ιστορικό κείμενο, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Κοινωνία (1975), ο Ιουστίνος χαρακτήρισε το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών ως «αιρετική, ουμανιστική, ανθρωποποιημένη, ανθρωπολατρική ένωση», και τη συμμετοχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας σε αυτό ως «αποκαλυπτικά φρικιαστική εν τη ανορθοδοξία και αντιορθοδοξία της» και «μονστρώδη ατιμία και πρωτοφανή προδοσία».
  • Επιστολή της 7ης Μαΐου 1977: Αφορούσε τη σύγκληση της Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, στην οποία ο Ιουστίνος εξέφρασε τις ενστάσεις του για τις «νεοπαπικές» τάσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Πατριαρχείου Μόσχας.

Η Στάση της Ιεράς Συνόδου απέναντι στον Ιουστίνο

Η Ιερά Σύνοδος της Σερβικής Εκκλησίας δεν αποδέχτηκε τις επιστολές του Ιουστίνου. Αντιθέτως, η συμμετοχή της Εκκλησίας στον οικουμενικό διάλογο συνεχίστηκε. Ο Ιουστίνος, ως απλός αρχιμανδρίτης και όχι επίσκοπος, δεν είχε δικαίωμα ψήφου στις Συνοδικές αποφάσεις. Η απομόνωσή του από το καθεστώς, ιδιαίτερα κατά τις περιόδους των Συνοδικών συνεδριάσεων, είχε ως αποτέλεσμα να μην μπορεί να παρέμβει αυτοπροσώπως και να υπερασπιστεί τις θέσεις του ενώπιον των Επισκόπων.

Παράλληλα, η Σύνοδος δεν προέβη σε καμία ενέργεια για την άρση του πολιτικού διωγμού του Ιουστίνου. Αν και ο Πατριάρχης Γαβριήλ είχε παρέμβει το 1946 για να σώσει τη ζωή του, η Σερβική Εκκλησία δεν διεκδίκησε επίσημα την ελευθερία κινήσεων του Ιουστίνου ούτε την επαναφορά του στην ακαδημαϊκή και εκκλησιαστική ζωή. Ο Ιουστίνος παρέμεινε έγκλειστος στη Μονή Τσέλιε μέχρι τον θάνατό του, χωρίς ποτέ να αποκατασταθεί.

Η Σιωπηλή Αποδοχή του Διωγμού από την Εκκλησιαστική Ιεραρχία

Η στάση της Σερβικής Εκκλησίας απέναντι στον Ιουστίνο υπήρξε σιωπηλή και αμφίσημη. Από τη μία, οι Επίσκοποι αναγνώριζαν την αγιότητα του βίου και το θεολογικό βάθος του. Από την άλλη, η πολιτική τους γραμμή — που είχε ως στόχο την επιβίωση της Εκκλησίας υπό το κομμουνιστικό καθεστώς — οδήγησε σε μια de facto αποδοχή του περιορισμού του Ιουστίνου. Ο ίδιος ο Ιουστίνος, στην επιστολή του του 1974, κατηγόρησε τη Σύνοδο ότι η στάση της απέναντι στον οικουμενισμό ήταν «ολέθρια και αποτρόπαια εν σχέσει προς την Αγίαν Παράδοσιν, δουλοπρεπώς υποβιβάζουσα την Αγίαν Εκκλησίαν».

 ---------------------------------------------------------------------------------------

Η κομμουνιστική εξουσία δεν άφησε ήσυχο τον π. Ιουστίνο, καθώς τον καλούσε συχνά για ανάκριση. Η κατάσταση οξύνθηκε όταν κυκλοφόρησαν και έγιναν γνωστά στο εξωτερικό τα θεολογικού και φιλοσοφικού περιεχομένου βιβλία του «Φιλοσοφικοί κρημνοί» και «Η τιμή στον άγιο Σάββα ως φιλοσοφία ζωής». Για το πρώτο σύγγραμμα ήθελαν να ανακαλύψουν τον τρόπο της «λαθραίας εξαγωγής» του, επειδή επέκρινε την πολιτική του κομμουνισμού. Εκείνος, με έξυπνο τρόπο, απάντησε απλά: κάποιος φίλος του από τη Γερμανία τον παρακάλεσε να διαβάσει το έργο του και ο π. Ιουστίνος του το έστελνε μέσω γραμμάτων. Ο φίλος του, όταν το διάβασε, το εξέδωσε.

Συνέβαινε συχνά, μετά την ανάκριση, η κράτησή του από το άθεο καθεστώς. Έτσι, οι μοναχές του Τσέλιγιε πήγαιναν έξω από τη φυλακή του Βάλιεβο, εις ένδειξη διαμαρτυρίας, και σιωπηλές επί ώρες στέκονταν μπροστά στη διεύθυνση του κράτους. Το γεγονός αυτό επέφερε την απελευθέρωση του πνευματικού τους, επειδή εφοβούντο την εξέγερση των Σέρβων του Βάλιεβο, οι οποίοι ήταν κυρίως αντικομμουνιστές, όπως και μεγάλος αριθμός Σέρβων απ’ όλα τ’ άλλα μέρη[76].

Τον π. Ιουστίνο τον φοβούνταν επίσης για την επιρροή του στον σερβικό λαό. Το 1950 εκδήμησε ο πατριάρχης Γαβριήλ και, όπως ορίζουν οι κανόνες της Εκκλησίας, έχρηζε σύγκλησης η Σερβική Ιεραρχία, προκειμένου να προβεί στη διαδικασία εκλογής του νέου πατριάρχη. Βέβαιο ήταν ότι η κομμουνιστική εξουσία «συμμετείχε» στη συνεδρία της εκλογής του νέου εκκλησιαστικού ηγέτη. Ο π. Ιουστίνος ενημερώθηκε σχετικά και πήγε στη Σύνοδο. Αμέσως όμως τον πλησίασαν και του είπαν: «Ελάτε, παρακαλώ, στο αυτοκίνητο. Πηγαίνετε πίσω στο Τσέλιγιε»[77]. Η ενέργεια αυτή πιστοποιεί τη βαθιά επιρροή του στους επισκόπους της Σερβικής Εκκλησίας, κάτι που το άθεο καθεστώς δεν επιθυμούσε.

Σε ανάλογα σημαντικά, δυσχερή γεγονότα που προέκυπταν στο Βελιγράδι, απαγόρευαν την έξοδο του π. Ιουστίνου από τη μονή Τσέλιγιε για αρκετούς μήνες. Αυτό όμως δεν εμπόδιζε τις συναναστροφές του με τους προσκυνητές της μονής του, που προσέτρεχαν σε εκείνον, κυρίως τις Κυριακές.

 

Το Πνευματικό Μαρτύριο

Ασκητική Ζωή υπό Διωγμό

Παρά τις απαγορεύσεις, τις εξουθενώσεις, τις φοβέρες και απειλές, ο Ιουστίνος προσευχόταν αδιάκοπα και ζούσε αυστηρή ασκητική ζωή. Τελούσε όλες τις ακολουθίες του ημερονυκτίου ανελλιπώς. Τελούσε καθημερινά τη Θεία Λειτουργία και νήστευε (δεν έτρωγε καθόλου) κάθε Παρασκευή, την πρώτη εβδομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και τη Μεγάλη Εβδομάδα. Μνημόνευε καθημερινά εκατοντάδες ονόματα στη Θεία Λειτουργία.

Συγγραφικό Έργο ως Μαρτυρία

Ο αυστηρός εγκλεισμός δεν στάθηκε εμπόδιο να γίνει γνωστός σε όλο τον κόσμο. Επί 28 χρόνια έγραφε αδιάκοπα τα περισπούδαστα συγγράμματά του. Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει τη Δογματική του σε τρεις τόμους, τους Βίους των Αγίων σε 12 τόμους, την Ερμηνεία της Καινής Διαθήκης σε 7 τόμους, και πλήθος άλλων κειμένων. Τα έργα του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες και τον κατέστησαν έναν από τους τρεις σημαντικότερους Σέρβους θεολόγους που αναγνωρίζονται διεθνώς.

Η Πνευματική Επιρροή πέρα από τα Σύνορα

Χιλιάδες ήταν οι επιστολές που έπαιρνε και επίσης χιλιάδες οι επισκέπτες του, από τη Σερβία και όλο τον κόσμο. Η φήμη του εξαπλώθηκε γρήγορα και πέρασε τα σύνορα της Σερβίας. Τον επισκέπτονταν όχι μονάχα Σέρβοι αλλά και πολλοί Έλληνες, Ρώσοι και άλλοι Ορθόδοξοι. Ακόμη και οι περιορισμοί του καθεστώτος δεν μπόρεσαν να ανακόψουν την πνευματική του επιρροή.

 

Η Αγιοκατάταξη και η Αποκατάσταση

Ο Ιουστίνος απεβίωσε στις 7 Απριλίου 1979 (25 Μαρτίου με το παλαιό ημερολόγιο), ανήμερα της Εορτής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου — την ίδια ημέρα που είχε γεννηθεί. Στις 29 Απριλίου 2010, η Ιερά Σύνοδος της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας τον αγιοκατέταξε, αναγνωρίζοντας έτσι με καθυστέρηση 31 ετών την αγιότητά του. Η ανακομιδή των ιερών λειψάνων του έγινε το 2015.

Η αγιοκατάταξή του από την ίδια τη Σύνοδο που κατά τη διάρκεια της ζωής του δεν είχε αποδεχτεί τις προειδοποιήσεις του για τον οικουμενισμό, αποτελεί μια ιστορική ειρωνεία. Ο Ιουστίνος, που είχε χαρακτηριστεί «κεκρυμμένη συνείδησις της Σερβικής Εκκλησίας», έγινε τελικά επίσημα αναγνωρισμένος Άγιος της Εκκλησίας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Ο Όσιος Ιουστίνος Πόποβιτς — Χαράλαμπος Άνδραλης
    Έκδοση: Πολιτεία (βιβλιοπωλείο)

  2. Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς: Βίος — Έργα — Αγιότητα.ΑΡΧΙΜ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ (ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ) ΑΛΕΞΙΟΥ
    Έκδοση: ΑΠΘ (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), Διδακτορική Διατριβή


Περιοδικά και Άρθρα στα Ελληνικά

  • Περιοδικό «Κοινωνία» (1975): Δημοσίευση του Υπομνήματος του 1974.
  • Περιοδικό «Παρουσία»: Ηλεκτρονική έκδοση της Δογματικής.
  • Περιοδικό «Αλωσις»: Άρθρα για την αγιοκατάταξη και τη θεολογία του.
  • Περιοδικό «Ακτίνες»: Αναφορές στη θεολογία του Βαπτίσματος και τον οικουμενισμό

 


Χρονικό της ανακομιδής των ιερών λειψάνων του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς (φωτο)(12-16.6.2014)



 του Μοναχού Παΐσιου Καρεώτη

Φίλος αγαπητός εκ Σερβίας με προέτρεψε να παρευρεθούμε στην ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς και στην Θεία Λειτουργία της μνήμης του. Μέσα μου υπήρχε υλικό, και έτσι η φωτιά άναψε. Θυμήθηκα τη ζωή και τα του Αγίου, την υπομονή και την σταθερότητά του στην ομολογία του Χριστού, την μαρτυρία του μέσα σε μία γενέα άπιστη και διεστραμμένη.

Με την φωτιά αυτή μέσα μου, παρακίνησα και δύο αδερφούς Αγιορείτας Ιερομονάχους, οι οποίοι και αυτοί άναψαν, ως φιλάγιοι και ευλαβώς έχοντες προς τον Άγιον. Έτσι ξεκινήσαμε, και Τετάρτη πετάξαμε για Βελιγράδι, όπου μας περίμενε ο φίλος εκ Σερβίας για να μας μεταφέρει στο Βάλιεβο. Εκεί μας περίμενε ευγενικώς και ο επίσκοπος Α…, ο νεοεκλεγείς ως Α…, αλλά λόγω μεγάλης καθυστερήσεως του αεροπλάνου, έφυγε, αλλά μας μήνυσε ότι είμαστε φιλοξενούμενοι του Πατριαρχείου, και ότι έδωσε εντολή στην αυριανή Θεία Λειτουργία να λειτουργήσει και ο π. Α… στη Ιερά Μονή Τσέλιε. Θαύμασα, άνωθεν, την φυσική ωραιότητα του Βελιγραδίου, η οποία παραμένει μία βιώσιμη πόλις, πνιγμένη στο πράσινο, και ελπίζω οι ρυθμοί αναπτύξεως να μην την φέρουν προς την ασφυξία του τσιμέντου.

Φθάσαμε στο Βάλιεβο για διανυκτέρευση, και μαζί με μας έφθασαν και περί τις 10 ευλαβέστατες μοναχές από το Μαυροβούνι, με την ηγουμένη Αγγελίνα. Όλοι, φιλοξενούμενοι του αγαπητού φίλου. Μας συγκίνησε η φιλοξενία και η ευλάβεια όλων των μελών της οικογένειας. Εδώ ακούσαμε τα πρώτα απαγορευτικά, ότι ο επίσκοπος Γιέφτιτς ήθελε να είναι παρόντες μόνο οι δικοί του. Εμείς σχολιάσαμε, ότι από την ώρα που είναι Άγιος ο π. Ιουστίνος, ανήκει στην εκκλησία, και δεν είναι ιδιωτική υπόθεση κανενός. Ο τοπικός επίσκοπος έχει τον πρώτο λόγο και όλοι ακολουθούμε. Έτσι δεν δώσαμε σημασία στις αιθέριες απαγορεύσεις.

 

Το πρωί ξεκινήσαμε πολύ νωρίς για το μοναστήρι, το Τσέλιε, που τιμάται στους Αγίους Αρχαγγέλους, το οποίο από άσημο έγινε διάσημο χάρη στον Αγ. Ιουστίνο. Φθάσαμε, και μαζί μας έφθασαν και άλλοι ευλαβείς ρασοφόροι. Πηγαίναμε προς τον τάφο του Αγίου και εκεί ακούσαμε τις πρώτες φωνές διαμαρτυρίας, υπό του επιθυμούντος να έχει ως ιδιοκτησία τον Άγιο, και μακάρι να του έμοιαζε στο ελάχιστο ως “γνήσιος” αυτοτιτλοφορούμενος υιός και διάδοχος. Δεν δώσαμε σημασία και περάσαμε στο ναό για την Θ. Λειτουργία. Εκεί ο επίσκοπος Α… γνώρισε τον π. Α… και περιχαρής του πρότεινε, να λειτουργήσει. Μία πρόσκληση εις διπλούν. Μαινόμενος εισήλθε στο Ιερό ο επίσκοπος Γιέφτιτς, για να εμποδίσει να λειτουργήσει ο π. Α… διότι αυτός δεν τον είχε στο πρόγραμμά του, και δεν τον ενδιέφεραν οι εντολές εκ του Πατριαρχείου.

Τότε με πολλή ευγένεια του λέει ο επίσκοπος Α…, “θέλεις να ξεφορέσω και εγώ, και να φύγω;”. Έκανε πίσω ο ταραχοποιός, και λέει “καλά! να λειτουργήσει και μετά να φύγει”. Παρών ήταν και ο επιτόπιος επίσκοπος Μ…, μία φυσιογνωμία απλή και ειρηνική. Ο επίσκοπος Γιέφτιτς, παραβλέποντας την Ηγουμένη της Μονής και τον επιτόπιο επίσκοπο είχε καλέσει τους δικούς του, ως ειδικούς στις εκταφές και στο τυπικό των ανακομιδών. Η απορία μου όμως είναι, αφού ήταν τόσο έμπειρος ο ειδικός, γιατί μέτεπειτα μόλις άνοιξε το φέρετρο του Αγίου και φάνηκαν τα Άγια οστά, τον έπιασε ένα τρέμουλο στο χέρι, και αμέσως βγήκε από τον λάκκο. Απορίες δυσεπίλυτες. Η Θ. Λειτουργία, μέσα σε ένα αργοσύντομο ρυθμό προχώρησε μεγαλοπρεπώς, και έφθασε στο τέλος. Εν τω μεταξύ έφθασε και άλλος λαός και ρασοφόροι. Με το μάτι, τους αρίθμησα γύρω στους 60 – 70 ανθρώπους. Λίγο πριν την απόλυση, βγήκαν οι λειτουργούντες προς τον τάφο του Αγίου, έκαναν δέηση, και εισήλθαν στον ναό. Στη συνέχεια θα άρχιζαν την εκταφή.Με συγκίνησαν τα δάκρυα μερικών Σέρβων ρασοφόρων πάνω στον τάφο του Αγίου, και πολλών λαικών, οι οποίοι βουρκωμένοι, σιγόψαλλαν το απολυτίκιο του Αγίου.

 


Μαζεύτηκαν γύρω από τον τάφο του Αγίου, και ο εφησυχάζων επίσκοπος Γιέφτιτς, άρχισε να ταράζει την κατανυκτική ατμόσφαιρα, που είχε δημιουργηθεί. Φώναζε και έδιωχνε ρασοφόρους, μοναχούς και μοναχές, μιλώντας στην γλώσσα τους, και δεν καταλάβαινα τι έλεγε. Ρώτησα και μου είπαν ότι έλεγε: “ Όλοι να πάτε στην εκκλησία μέσα, φύγετε από εδώ”. Ήθελε να μείνει με τους δικούς του. Άσχημη συμπεριφορά έδειξε σε έναν Ηγούμενο Σέρβο, από διπλανό Μοναστήρι, που ήξερε τον Άγιο. Με αγριότητα αποπήρε τον π. Βασίλειο Κρόουλινγκ, παλαιό Αγιορειτη, συγκύπτον γεροντάκι, που με τους δύο υποτακτικούς του είχε έρθει με ευλάβεια στον Άγιο, γι’ αυτή την σημαντική στιγμή.

 Δίπλα μου, ο π. Μ… μου λέει, πάμε λίγο πέρα, και ξαναρχόμαστε, να βλέπουμε εκ του μακρόθεν. Πράγματι καθίσαμε από την άλλη μεριά του ναού. Καθυστέρησαν στην εκταφή, διότι είχε ένα πλαινό τσιμέντο, είχε αρκετές ρίζες δένδρων, που εμπόδιζαν το σκάψιμο. Φάνηκε πόλυ αργότερα μία λαμαρίνα στο σχήμα του φέρετρου, που την είχαν βάλει πολύ μετά και έτσι προστατεύτηκε το φέρετρο να μην διαλυθεί. Έσκαψαν γύρω – γύρω να ξεκαθαρίσει ο όγκος του φέρετρου.

Εμφανίσθηκαν διάφορα οστά πατέρων εκτός του φέρετρου. Φαίνεται ότι ήταν κοινό κοιμητήριο, και στην ταφή του Αγίου ῍εσκαψαν λίγο, και πάνω σε άλλα λείψανα παλαιών μοναχών έβαλαν το φέρετρο του Αγίου.

 

 


Καθώς ο προσκεκλημένος ειδικός, ο π. Σ…, ήταν μέσα στο λάκκο του τάφου, και έβλεπε με την ιατρό τα υπόλοιπα λείψανα, όλοι – οι εγγύς και οι μακράν – είμασταν αφοσιωμένοι και με αγωνία να δούμε το άνοιγμα του φέρετρου και την εμφάνιση του Αγίου λειψάνου. Λόγο χαλαρότητος των μέτρων είχα πλησιάσει λίγο κοντά, και άκουσα τον “ειδικό”, να σιγοψυθιρίζει στον επίσκοπο Γιέφτιτς, “διώξτους – διώξτους”. Τότε άρχισαν ξανά οι φωνές, προς όλους ακόμα και στις μοναχές της Μονής. Τραβήχτηκα στην άκρη, και πήγα λίγο πίσω προς τον μαντρότοιχο, και έκανα κομποσχοίνι στον Άγιο. Αφού έδιωξε αρκετούς, με πήρε το μάτι του, και φώναξε δυνατά: “Γέροντα, Γέροντα φύγε, φύγε από εδώ”. Σηκώνω το χέρι μου και του δείχνω το κομποσχοίνι, μπας και καταλάβει ότι είναι ώρα προσευχής. Αυτός όμως δεν κατάλαβε τίποτα, και όταν ήρθε προς το μέρος μου αγριεμένος, του λέω: “ Αυτό που κάνεις είναι θέλημα Θεού;”, και δίνοντάς μου μία δυνατή σπρωξιά με το χέρι του, μου λέει: “ άιντε και εσύ, και το θέλημα του Θεού”. Βέβαια, σε ανθρώπινο επίπεδο, με πολλή άνεση, ενθυμούμενος τον παλαιό άνθρωπο, θα μπορούσα να απαντήσω, αλλά με κυρίευσε μία λύπη. Μία λύπη γία την κατάντια του επισκοπικού αξιώματος. Γεύθηκα έναν από τους πολλούς καρπούς της “Ζηζιουλικής θεωρίας” περί επισκόπου.

 

Ενώ ο Αγ. Ιγνάτιος παρουσιάζει ως κέντρο της τοπικής εκκλησίας, έναν χριστοφόρο επίσκοπο, αγωνιζόμενο στις αρετές του Χριστού, με νηστεία και προσευχή, φωτίζοντας το ποίμνιό του, ο επίσκοπος Ζηζιούλας παρουσιάζει ως κέντρο της εκκλησίας, έναν ρασοφόρο “καριερίστα”, που αγωνίζεται με τις γνωριμίες του να γίνει δεσπότης, να έχει τους αυλικούς του, ξένος με το κατ’ ευδοκία θέλημα του Θεού, και όλοι να σκύβουν μπροστά του, για κάτι που έχει, χωρίς αυτός να το έχει γευθεί ποτέ του, κάνοντας μόνον τα λειτουργικά καθήκοντά του. Ένας δηλαδή πραγματικά “δεσπότης”. Αλλ’ αυτός όμως δεν φωτίζει την εκκλησία, την ταράζει. Κάνω αυτό το σχόλιο, γιατί άκουσα εγκωμιαστικά λόγια για την θεωρία του επισκόπου Ζηζιούλα, από χείλη ρασοφόρων στη Σερβία, σε όλες τις διαβαθμίσείς του κλήρου.

 

Πήγα πιο πέρα κοντά στον π. Μ…, σκεπτόμενος, λυπούμενος και συγκρίνοντας τον Άγιο Ιουστίνο με τον αυτοτιτλοφορούμενο διάδοχό του. Μέτα από αρκετή ώρα, αντιληφθήκαμε ότι έφθασε η ώρα να αποκαλυφθεί το φέρετρο, και δειλά – δειλά πλησιάσαμε. Όλοι ήταν αφοσιωμένοι, και ο καθένας έλεγε την δική του σκέψη για το τι πρέπει να γίνει. Έβγαλαν το καπάκι και φάνηκε όλος ο σκελετός του Αγίου. Κάναμε τον σταυρό μας, και επικαλεσθήκαμε την χάρη του. Πολλοί σιγόψελναν το απολυτίκιό του, και ο π. Α… έψαλε το Χριστός Ανέστη. Μού έκανε εντύπωση όταν αποκαλύφθηκαν τα ευλογημένα λείψανα, ο επίσκοπος Γιέφτιτς έφυγε και πήγε πιο μακρυά. Επικρατούσε μία ελπίδα ότι ο Άγιος θα ήταν αδιάφθορος. Ο Άγιος Θεός δεν το ευλόγησε αυτό, και καλύτερα, διότι άλλο να αυτοπαρουσιάζεσαι “διάδοχος” ενός αδιαφθόρου λειψάνου, και άλλο, απλώς Αγίων λειψάνων. Ο καλός Θεός, οικονομεί τα πάντα προς το συμφέρον διά όσους έχουν νούν Χριστού και όχι νούν θορυβούμενον. Ο ειδικός, παραλίγο με μία κίνησή του να διασκόρπιζε τα οστά του Αγίου. Φώναξε τότε ο π. Μ… και τους πρότεινε να ανασηκώσουν ελαφρά το ράσο, περνώντας ένα άσπρο σεντόνι από κάτω, και έτσι όλος ο σκελετός να μεταφερθεί άφοβα. Μετά πολλά, έβγαλαν από το φέρετρο τα οστά, και άρχισαν πιο πέρα να τα πλένουν, και μετά να τα συναρμολογούν με την σειρά, στην καινούργια λάρνακα, σκαλιστή και ζωγραφισμένη, όπου θα έμενε ο Άγιος.

 

Άρχισε πάλι τις φωνές ο επίσκοπος Γιέφτιτς, αλλά πλέον απομακρυνθήκαμε μόνοι μας, γιατί είδαμε αυτό που επιθυμούσαμε. Πολλοί μπήκαν στην εκκλησία, και κάνανε παράκληση. Άλλοι δειλά – δειλά, κοίταζαν από μακρυά. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση, ένα παλικάρι, που δεν μπορούσε να μπεί στο Μοναστήρι, γιατί ο επίσκοπος Γιέφτιτς, είχε φρουρά να μην εισέλθει άλλος κανείς στην Μονή. Αυτός ο νέος καθόταν κάτω από ένα δένδρο, προσευχόμενος, και έβλεπε από μακρυά, έξω από τα τείχη. Επί ώρες τον παρακολουθούσα, και θαύμασα την καρτερία και την πίστη του στον Άγιο.

 


 

Όταν πλέον είχε τελειώσει ο καθαρισμός των Ιερών λειψάνων, παρακαλέσαμε έστω να προσκυνήσουμε την κάρα του Αγίου, αλλά όλοι φοβόντουσαν τον ταραχοποιό και μας είπαν: “κάντε υπομονή, το Σάββατο στη συνοδική Θ. Λειτουργία, στη μνήμη του Αγίου, θα μπορέσετε να προσκυνήσετε”. Μετά από κάποια ώρα, φύγαμε και επιστρέψαμε στο Βελιγράδι, όπου μας περίμενε στο Πατριαρχείο, ο επίσκοπος Α… . Η αβραμιαία φιλοξενία του και η ευγένεια της καρδιάς του, απάλυνε την πικρή γεύση του επισκόπου Γιέφτιτς, που είχαμε. Αυτός, όμως, που μας συγκίνησε με την ευγένειά του, ήταν ο επιχώριος επίσκοπος Μ…, ο οποίος την άλλη μέρα όταν μας είδε στο Πατριαρχείο, αμέσως μετά λύπης, μας ζήτησε συγγνώμη, για την συμπεριφορά και την αγένεια, του εφησυχάζοντος ταραχοποιού.

Η Παρασκευή πέρασε, με επισκέψεις μέσα στο Βελιγράδι. Το Σάββατο πρωί – πρωί ξεκινήσαμε για τη Μονή του Τσέλιε, με ισχυρή νεροποντή. Ο καιρός ήταν βαρύς και περιμέναμε ο κόσμος να είναι λιγοστός. Μόλις όμως προσπεράσαμε το Βάλιεβο, η ουρά των αυτοκινήτων πύκνωσε. Λεωφορεία μεγάλα και πλήθος ιδιωτικών αυτοκινήτων κατευθυνόντουσαν προς τη Μονή. Πολλά είχαν έλθει από την Ελλάδα. Κοντά στη Μονή είδαμε και πολλούς οδοιπόρους. Μερικοί κουβαλούσαν σταυρούς και εικόνες του Αγίου. Φθάσαμε στη Μονή, η οποία ήταν μισογεμάτη από κόσμο. Όλοι με ομπρέλλες, κάτω από την βροχή. Σε λίγο έφθασαν οι ιεράρχες, και στη συνέχεια ο Πατριάρχης. Η εξέδρα που θα γινόταν η Θ. Λειτουργία ήταν ήδη έτοιμη. Ο λαός σε μεγάλη ουρά, είχε αρχίσει να προσκυνάει τον Άγιο.

Ετοιμάσθηκαν και άρχισε η Θ. Λειτουργία. Ήσαν ιεράρχες και ιερείς από όλες τις ορθόδοξες χώρες, συναγμένοι από την μνήμη του Αγ. Ιουστίνου, και επιζητούντες την χάρη του. Ο λαός, είχε γεμίσει ασφυκτικά τον περίβολο της Μονής σχηματίζοντας μία θάλασσα από ομπρέλλες. Ήταν μία πολυχρωμία, μέσα σε πράσινο πλαίσιο και πλούσια βροχή.

Η έκφραση αυτή της αγάπης του λαού προς τον Άγιο με συγκίνησε πολύ και με δίδαξε πολλά.

Στο τέλος της Θ. Λειτουργίας λιτάνεψαν την λάρνακα του Αγίου προς τον νέο ναό, ο οποίος όταν τελειώσει θα αφιερωθεί στη μνήμη του. Τότε μπορούσαμε και εμείς μετά από μία τριήμερη καθυστέρηση, να εισέλθουμε στο ναό των Αγίων Αρχαγγέλων και να προσκυνήσουμε επιτέλους τα χαριτόβρυτα λείψανα του ομολογητού Αγίου Ιουστίνου


Πηγή:agioritikovima.gr


Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026

Η Σημασία της Υπεράσπισης της Ορθόδοξης Πίστης


Η υπεράσπιση και διατήρηση της ορθόδοξης πίστης ήταν πάντα το πιο ουσιώδες και πιο υψηλό, ταυτόχρονα και το πιο δύσκολο επίτευγμα στην Εκκλησία. Σε αυτό το επίτευγμα, πριν από όλους και πάνω από όλους, καλούνται οι επίσκοποι και οι ιερείς, αλλά και κάθε ορθόδοξος χριστιανός. Χωρίς την αληθινή πίστη δεν υπάρχει ούτε δυνατότητα κοινωνίας με τον Θεό, και αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει ούτε σωτηρία. Χωρίς την ορθόδοξη πίστη δεν υπάρχει ούτε Ορθόδοξη Εκκλησία. Όλα στην Εκκλησία πηγάζουν από την ορθή και ορθόδοξη ομολογία της πίστης. Όλη η ορθοδοξία της Ορθόδοξης Εκκλησίας πηγάζει από την ορθοδοξία της πίστης που ομολογεί η Εκκλησία.

Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού, η ορθόδοξη πίστη είναι η ψυχή της, είναι η θεο-αποκαλυμμένη Αλήθεια, και η πληρότητα αυτής της αποκάλυψης, η ίδια η ενσάρκωση αυτής της αλήθειας είναι ο ίδιος ο Χριστός, η κεφαλή της Εκκλησίας. Άρα, το νόημα, ο νους, ο λόγος, η λογική, ο νους της Εκκλησίας του Χριστού είναι η ορθόδοξη πίστη, της οποίας η ουσία και ο οντολογικός συμπύκνωμα είναι ο ίδιος ο Χριστός. Η Αλήθεια ταυτίζεται με τον Χριστό, ιδιαίτερα η αλήθεια της ορθόδοξης ομολογίας της πίστης. Γι' αυτό ο πατήρ Ιουστίνος κηρύσσει ότι ο Χριστός είναι η ενσαρκωμένη Αλήθεια. Γι' αυτό να υπερασπίζεις την Αλήθεια σημαίνει να υπερασπίζεις τον Χριστό.

 

Η Διδασκαλία του Αγίου Φωτίου

Ότι η άμυνα και διατήρηση της ορθόδοξης πίστης δεν είναι μόνο το πιο ουσιώδες έργο κάθε ορθόδοξου ποιμένα και κάθε ορθόδοξου χριστιανού, αλλά και το πιο άγιο και σωτήριο έργο, μας το δείχνει η αρχή του βίου του αγίου και θεοφόρου πατέρα της Εκκλησίας, Φωτίου του Κωνσταντινουπόλεως, του βροντερού ελεγκτή της ρωμαιοκαθολικής αίρεσης, ακόμα και στα σπάργανά της.

Αυτή η αρχή έχει ως εξής: Οι θεοφόροι Πατέρες μας, αφού ρύθμισαν στην Εκκλησία του Θεού όλα τα θεοπρεπή και θεάρεστα, όπως και οι ίδιοι παρέλαβαν από τους αγίους Αποστόλους, μας άφησαν ως ιερή παράδοση και αυτή τη θεόδοτη διδασκαλία: να ομολογούμε και να υπερασπιζόμαστε την αληθινή πίστη — την  Ορθόδοξη — είναι μεγαλύτερο από όλες τις άλλες αρετές. Καμία άλλη αρετή, λένε, δεν είναι τόσο μεγάλη ενώπιον του Θεού και τόσο χρήσιμη για την Εκκλησία, όσο η ομολογία και η υπεράσπιση της αληθινής και αληθινής πίστης. Διότι η Αλήθεια είναι ο Θεός (Ιωάν. 14, 6), και η αγάπη προς την Αλήθεια του Θεού και η ομολογία της θεόδοτης Αλήθειας στην Εκκλησία, δηλαδή της αληθινής εκκλησιαστικής πίστης, ελευθερώνει και αγιάζει και σώζει εμάς τους ανθρώπους (Ιωάν. 8, 32· 17, 19· 2 Θεσσ. 2, 10).

Αυτή την ιερή διδασκαλία ειδικά τόνιζαν και υπογράμμιζαν εκείνοι οι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας που πέρασαν ολόκληρη τη ζωή τους σε αγώνα για τη διατήρηση της αληθινής και σωτήριας πίστης του Χριστού, με την οποία μόνο εμείς οι άνθρωποι σωζόμαστε και αποκτούμε την αιώνια ζωή. Αυτή η ιερή διδασκαλία και παράδοση των Πατέρων, επιβεβαιωμένη και μαρτυρημένη από ολόκληρη τη ζωή τους, είναι το καλύτερο μάθημα και παράδειγμα και για τις σημερινές μας γενιές, που έχουν κρυώσει και σκληρυνθεί στην αδιαφορία τους για την αληθινή πίστη εξαιτίας της έλλειψης ζήλου «για την αγάπη της αλήθειας», όπως λέει ο άγιος Απόστολος (2 Θεσσ. 2, 10).

 Η  διατήρηση και η ομολογία της ορθόδοξης πίστης είναι το πιο άγιο και σωτήριο έργο; Διότι με τη διατήρηση της ορθόδοξης πίστης δεν σώζεται μόνο ο φύλακάς της, αλλά και αναρίθμητες γενιές εκείνων που έρχονται μετά από εμάς σε αυτόν τον κόσμο και βαπτίζονται και σώζονται στην ίδια αυτή ορθόδοξη πίστη, την οποία εμείς είμαστε υποχρεωμένοι να φυλάξουμε και να παραδώσουμε στους απογόνους μας ακέραιη και ολοκληρωμένη, διότι μόνο τέτοια πίστη είναι σωτήρια.

...., ο άγιος Μάξιμος Ομολογητής στη Μυσταγωγία του, στην οποία ερμηνεύει την ιερή λειτουργία, λέει ότι η Εκκλησία είναι εικόνα του Θεού. Με ποιον τρόπο εξηγεί αυτή την άποψη; Λέει, ότι η Εκκλησία, όπως και ο Θεός, ενώνει στον εαυτό της όλους τους ανθρώπους ανεξαρτήτως τάξης, φυλής, ηλικίας. Και με τι ενώνει η Εκκλησία τους ανθρώπους στον εαυτό της με αυτόν τον τρόπο; Με την πίστη, την ορθόδοξη θεανθρώπινη πίστη, διότι όλοι οι άνθρωποι στην Εκκλησία ομολογώντας την ορθόδοξη πίστη, ζώντας σύμφωνα με αυτήν, ενώνονται σε αυτήν, και με αυτόν τον τρόπο ενώνονται και με τον ίδιο τον Θεό.

Σε αυτή τη θέση του αγίου Μαξίμου βλέπουμε την ουσιαστική και βαθιά σύνδεση δύο πραγμάτων: την ενότητα της πίστης και την ενότητα εντός της Εκκλησίας....Ο μόνος αληθινός εχθρός της ενότητας στην Εκκλησίας και της ίδιας της Εκκλησίας είναι η αίρεση και εκείνοι που κηρύσσουν, υποστηρίζουν και διαδίδουν την αίρεση.

ΠΗΓΗ.Πηγή: ΑΓΙΟΣ ΑΡΧΙΠΟΝΤΑΣ ΛΑΖΑΡΟΣ, ΕΤΟΣ 2014, ΤΕΥΧΟΣ 13 (79), ΣΕΛΙΔΕΣ 111-119
ΧΩΡΟΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

ΑΓΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ . Η ΖΩΗ ΤΟΥ.



Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

7. 6. 2026. Δέκατη τρίτη Εκκλησιαστική-Λαϊκή Συνέλευση Προσευχής (Επισκοπή Ράσκας Πριζρένης στην εξορία)

Η Θεολογική σκέψη του Οσίου Ιουστίνου (Πόποβιτς) του Νέου



υπό του Jean- Louis Palierne

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Η Θεολογική Σκέψη του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς: Ο Θεάνθρωπος ως Απάντηση στη Σύγχρονη Κρίση

Η θεολογική σκέψη του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς περιστρέφεται γύρω από έναν θεμελιώδη άξονα: τον Θεάνθρωπο Χριστό ως το απόλυτο κριτήριο, την υπέρτατη αξία και τον μοναδικό οδοδείκτη για τη σωτηρία του ανθρώπου. Για τον Άγιο, ο Χριστός δεν αποτελεί απλώς μια διδασκαλία ή ένα φιλοσοφικό ιδεώδες, αλλά το ίδιο το Πρόσωπο της Αλήθειας, εντός του οποίου ο άνθρωπος καλείται να ενσωματωθεί οργανικά μέσω της Εκκλησίας, που αποτελεί το Σώμα Του.

Ο Άγιος Ιουστίνος αναπτύσσει μια δριμεία κριτική απέναντι στον σύγχρονο Ουμανισμό (Ανθρωποκεντρισμό), τον οποίο θεωρεί τον «αντίποδα» του Ευαγγελίου. Καταγγέλλει την τάση της εποχής να ερμηνεύει τον άνθρωπο αποκλειστικά μέσω του ανθρώπου, της ύλης, της οικονομίας ή της ψυχολογίας, καθιστώντας τον «μέτρο των πάντων». Σύμφωνα με τον Άγιο, αυτή η αυταπάτη μετατρέπει τον άνθρωπο σε «υπεράνθρωπο», υποδουλώνοντάς τον τελικά στην αμαρτία και στον θάνατο. Αντιθέτως, ο Άγιος προβάλλει τη «λογικότητα» του σύμπαντος, διδάσκοντας ότι ολόκληρη η Δημιουργία είναι συλληφθείσα στη βουλή της Αγίας Τριάδας με σκοπό την ανακεφαλαίωσή της στον Θεάνθρωπο.

Η μεθοδολογία του Αγίου Ιουστίνου δεν είναι ακαδημαϊκή, αλλά βιωματική και ασκητική. Δεν χρησιμοποιεί τους Αγίους Πατέρες ως αντικείμενα επιστημονικής έρευνας, αλλά «εκ των έσω», αναγνωρίζοντάς τους ως φορείς της διαχρονικής εμπειρίας της Εκκλησίας. Η πίστη, κατά τον Άγιο, δεν είναι αποτέλεσμα ορθολογικής αναζήτησης, αλλά καρπός πνευματικού αγώνα, συμμετοχής στα Μυστήρια και αδιάλειπτης προσευχής. Για τον άνθρωπο του 20ού και 21ου αιώνα, η πρόταση του Αγίου αποτελεί μια «γνωσιολογική ανατροπή»: το φως είναι η ίδια η γνώση και ο Θεάνθρωπος είναι το «μόνον καινόν (νέο) υπό τον ήλιον» σε έναν κόσμο που ανακυκλώνει διαρκώς τα ίδια παλαιά ιδεολογήματα.

Στην καρδιά αυτής της διδασκαλίας βρίσκεται η αμετάκλητη βεβαιότητα για την ύπαρξη της Εκκλησίας. Παρά τις προσπάθειες κοσμικοποίησης, «εκσυγχρονισμού» ή θρησκειακών συνθέσεων που επιχειρούν να αποδυναμώσουν την ιδιοπροσωπία της Ορθοδοξίας, ο Άγιος Ιουστίνος τονίζει ότι η Εκκλησία παραμένει ο μοναδικός χώρος όπου ο άνθρωπος γίνεται αδελφός του Χριστού. Η σκέψη του, πιστή στην Παράδοση των Καππαδοκών και του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητή, προσφέρει στον σύγχρονο πιστό τα απαραίτητα όπλα για να απορρίψει την πλάνη και να ομολογήσει ότι ο Θεάνθρωπος παραμένει ο μόνος αληθινός «πλησίον» και ο σωτήρας κάθε ανθρώπινης ύπαρξης.

----------------------------------------------------------------

«Η υπέρτατη αξία, το υπέρτατο κριτήριο είναι ο Θεάνθρωπος. Αυτός είναι η Αλήθεια, η Οδός και η Ζωή, ο μοναδικός φίλος του ανθρώπου και αποκλειστικός οδηγός του προς τη σωτηρία», λέγει και επαναλαμβάνει συνεχώς ο άγιος Ιουστίνος. «Ο Θεάνθρωπος, Αυτός όπου ανοίγει σ’ εμάς μια οδό, μια οδό διαφορετική από εκείνη όπου μας προσφέρει οτιδήποτε θέλει να παρουσιάζεται ως θρήσκευμα, ως επιστήμη ή ως φιλοσοφία. Η οδός του Θεανθρώπου είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια διδασκαλία, είναι αυτή η ίδια η Αλήθεια, είναι αυτό το ίδιο το πρόσωπο του Θεανθρώπου, ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος προσφέρει σ’ εμάς τη δυνατότητα ενσωματώσεώς μας σ’ Αυτόν, και οργανικής εντάξεώς μας στο δικό Του Σώμα, το οποίον αφήκε σ’ αυτόν τον κόσμον υπό τη μορφή της Εκκλησίας».

Πολλοί αναγνώστες των έργων του οσίου Ιουστίνου έχουν εντυπωσιασθεί από τη γλώσσα του, την επαναληπτική και ανανεωτική συγχρόνως, μία γλώσσα όπου χρησιμοποιεί συχνά τύπους και μορφές­ ασυνήθεις, ένα είδος νεολογισμών. Μεταξύ των λέξεων αυτών, τόσον χαρακτηριστικών του λεξιλογίου και του ύφους του οσίου Ιουστίνου, υπάρχουν δύο, όπου διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στο σύνολον των έργων του και την ανάπτυξη της σκέψεως του. Είναι οι όροι «λογικότης» και «Θεάνθρωπος». Ο πρώτος όρος είναι μία λέξη, η οποία εισάγεται για πρώτη φορά από τον άγιο Ιουστίνο, ενώ τη δεύτερη την συναντάμε μεν στους παλαιότερους Πατέρες, αλλ’ όταν χρησιμοποιείται από τον άγιο Ιουστίνο – ιδιαίτερα συχνά και συστηματικά – προσλαμβάνει ολόκληρη την κεντρική και εκφραστική θέση της εν Χριστώ αποκαλύψεως.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο αυτοί όροι έχουν μία κεντρική αποστολή στο λεξιλόγιο του οσίου Ιουστίνου, υφαίνοντας το νήμα του έργου και της ζωής του στο σύνολό τους. Εάν εμπνεύσθηκε τον ένα όρο και έδωσε στον άλλον, τον υπάρχοντα, θέση κεντρική, το έκαμε επειδή του έδιναν την δυνατότητα να παρουσιάσει, να δείξει στον κόσμο ότι η Χριστιανική πίστη, η πίστη των αγίων Πατέρων, έχει όλη τη δυνατότητα να απαντήσει στις ανάγκες, στα ερωτήματα και τις ανησυχίες των Χριστιανών της εποχής μας, και να προσφέρει τα αναγκαία όπλα για την αντιμετώπιση των φαντασμάτων και της αυταπάτης, για την καταδίωξη των απαίσιων αυτών τεράτων του ψεύδους, των τρομερών αυτών εφιαλτών των συγχρόνων ανθρώπων.

Όταν ομιλεί για την λογικότητα του σύμπαντος, ο άγιος Ιουστίνος θέλει να υπογραμμίσει ότι ολόκληρη η Δημιουργία είχε συλληφθεί στη μεγάλη βουλή της Αγίας Τριάδας, μέσα στο προαιώνιο σχεδίου Αυτής προς τον σκοπό όπως ανακεφαλαιωθεί αυτή στο Πρόσωπο του Λόγου, και όπως ο Θεάνθρωπος, συνάπτων την ανθρώπινη φύση μετά της θείας, δείξει, παρουσιάσει ζώσαν ενώπιον μας την αρχική προοπτική, το αρχικό σχέδιο της κατ’ εικόνα Θεού πλασθείσης φύσεως μας. Η αμαρτία των προπατόρων μας, του Αδάμ και της Εύας, αν και κατέρριψε αυτό το αρχικό μεγαλείο της δικής μας φύσεως, αν και κατόρθωσε να θέσει σε κίνδυνο το θείο σχέδιο, εν τούτοις δεν μπόρεσε να διασπάσει την συνέχειά του. Μιλώντας περί του Θεανθρώπου, υπενθυμίζοντας την λογικότητα της Δημιουργίας, ο άγιος Ιουστίνος έχει τον δικό του τρόπο εκφράσεως του δόγματος της Χαλκηδόνος.

Ο όσιος Ιουστίνος δεν είναι κυρίως ένας ακαδημαϊκός θεολόγος, ένας ειδήμων των αρχαίων κειμένων ή ένας πολυμαθής δεινός συζητητής. Ο άγιος Ιουστίνος είναι βαθύτατα ένας άνθρωπος της εποχής του. Το έργο του είναι η διακήρυξη, η ομολογία της πίστεως, και απευθύνεται στους συγχρόνους του. Τους ομιλεί εναγωνίως για την ακαταστασία, στην οποία τους βυθίζει η πικρή εμπειρία της επαναλαμβανόμενης αποτυχίας, για την δουλοπρέπεια στην οποία κατευθύνουν τον άνθρωπο οι ιδεολογίες και οι αυτοκρατορίες, οι ειδωλολατρίες και οι ψευδοεπιστημονισμοί, επικρίνοντας πάντοτε δριμύτατα την παράλογη απαίτηση του Ουμανισμού να ερμηνεύει τον άνθρωπο διά του ανθρώπου.

Έκρινε αναγκαίο να παρουσιάσει με ένα τόσο προσωπικό ύφος την παραδοσιακή πίστη, για να κατορθώσει να προκαλέσει τον σύγχρονο άνθρωπο, να του δώσει την επιθυμία και την δυνατότητα να απωθήσει μόνος του την διαστροφή του νοήματος της ζωής, η οποία προσφέρεται σ’ αυτόν από τον Ουμανισμό σαν προφανής και δικαιολογημένη. Ο άγιος Ιουστίνος υπογραμμίζει ότι ο Ουμανισμός, για τον οποίο καυχάται η εποχή μας (ας δούμε πόσες αυταπάτες μπορεί σήμερα να καλύψει η ουμανιστική έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων), είναι ο αντίποδας του ευαγγελισμού του Θεανθρώπου, είναι η προβολή ενός παγκόσμιου ειδώλου, που η σύνθεσή του έγινε με τέτοια απάτη, ώστε να μπορεί να μας υποδουλώσει με ευκολία.

Ασφαλώς, η από τον άγιο Ιουστίνο απόδοση τέτοιων χαρακτηρισμών στον Ουμανισμό, δυσαρεστεί ένα μέρος της σύγχρονης κοινωνίας, για την οποίαν ο Ουμανισμός είναι ένα σύμβολο, που εκφράζει την ανωτερότητα του σύγχρονου πολιτισμού απέναντι όλων των προγενέστερων.

Σήμερα θέλουν, στο όνομα του Ουμανισμού, να ερμηνεύσουν το παρόν διά του παρελθόντος, τον άνθρωπο διά του ζώου και το ζώο διά της ύλης, τη θρησκεία διά της κοινωνίας και την κοινωνία διά της οικονομίας, τις αξίες διά του συμφέροντος, την ηθική ζωή διά των ενστίκτων, τη ζωή των ωρίμων διά της παιδικότητας, και τη γνώση των όντων διά της εκπαιδεύσεως. Έτσι, απορροφούν τη ζωή της Εκκλησίας εντός του κοινωνικού γίγνεσθαι και της εγκοσμιότητας, ελαχιστοποιούν το ιερό στην αίσθηση της προσωπικής ευαισθησίας, και την ποιμαντική στη διοικητική διεκπεραίωση και εξάσκηση του καθήκοντος.

Η απαράδεκτη απαίτηση του Ουμανισμού είναι να μας εντάξει σ’ ένα απόλυτο και προκαθορισμένο αναπτυξιακό πρόγραμμα­, ενός παγκόσμιου κανόνα που παρέχει τη δυνατότητα ερμηνείας όλων των αναζητήσεων του παρελθόντος – προ πάντων του Χριστιανισμού – ως απλών σταθμών στην πορεία της σταδιακής εξελίξεως. Έτσι, λίγο-λίγο θα διαμορφωθεί μία κοινή δογματική διδασκαλία, που τείνει να γίνει μοναδικός τρόπος σκέψεως στη Δύση, και που φιλοδοξεί να εκτείνει την επιρροή της σ’ όλη τη γη, εμφανιζόμενη ως κανόνας της παγκόσμιας προόδου, ως ένας δογματικός Ουμανισμός, ως χειραφέτηση που οδηγεί μεν στη λήθη των «μεσαιωνικών προλήψεων», ανοίγει δε επί τέλους τον δρόμο της αρμονικής αναπτύξεως των ανθρωπίνων σχέσεων. Παρουσιάζοντας μάλιστα τη θρησκεία, ιδιαιτέρως στα σχολεία, σαν μία σύνθεση για απλή κατανάλωση, εργάζονται για την παρουσίασή της, ως είδους ξεπερασμένου. Εμποδίζουν πλέον την κυκλοφορία βιβλίων, τα οποία δεν παρουσιάζουν τη θρησκείαν ως αντικείμενο πολυσυζητημένο, ξεπερασμένο, μουσειακό. Ενσπείρουν παγκοσμίως την αμφιβολία και την υποψία για τη θρησκεία. Η πίστη εξορίζεται στην τάξη, στο επίπεδο του αρχαϊσμού, η αποκάλυψη είναι άχρηστη ως μη εμπορεύσιμη, και η λειτουργική τάξη, το λειτουργικό Τυπικό, είναι, κατά την αντίληψη του Ουμανισμού, κάτι το «λαογραφικό», ένα σύνολο λατρευτικών εθίμων των αφελών θρησκόληπτων ανθρώπων.

 

Ενώπιον της προβαλλόμενης αυτάρκειας, ο όσιος Ιουστίνος κατ’ επανάληψη υπενθυμίζει τη ριζική αποτυχία του Ουμανισμού, την οριστική αδυναμία κάθε ιδεολογίας στη μάχη κατά της αμαρτίας, του θανάτου και του Διαβόλου. Στους ισχυρισμούς του Ουμανισμού αντιπαραθέτει το Ευαγγέλιο του Θεανθρώπου, αποδεικνύοντας ακαταπαύστα την πλήρη ιδεολογική αντίθεση του Ουμανισμού προς την εν Χριστώ ζωή. Αυτός είναι ένας ανθρωπισμός με κέντρο τον υπεράνθρωπο, ο οποίος μάταια προσπαθεί να αντιταχθεί, να επαναστατήσει εναντίον του Ευαγγελίου του Θεανθρώπου. Έτσι, ο άγιος Ιουστίνος καταγγέλλει σταθερά τα δελεάσματα και τις άπατες των διαφόρων μορφών του Ουμανισμού, που θεωρεί τον άνθρωπο «ως το μέτρον πά­σης αξίας», ενώ δεν παύει να επαναλαμβάνει σταθερά ότι «μέτρον πάν­των» είναι ο Θεάνθρωπος.

Αν η σκέψη του οσίου Ιουστίνου παρουσιάζει κάποια πρωτοτυπία, αυτό οφείλεται στην αρνητική του στάση απέναντι στον Ουμανισμό. Εν τούτοις, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι ο άγιος Ιουστίνος μένει πάντοτε και σε όλα απολύτως πιστός στην αυθεντική παράδοση των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, γεγονός που φαίνεται ήδη ως ολοκληρωτική ρήξη με όλες τις προσπάθειες αναπροσαρμογής και εκσυγχρονισμού στην έκφραση της χριστιανικής πίστεως, τόσον συνηθισμένο στις μέρες μας. Υπογραμμίζει ακατάπαυστα την παραδοξότητα της ανθρώπινης υπάρξεως, την κλήση του ανθρώπου να ενωθεί με το Σώμα του Θεανθρώπου, δηλαδή με την Εκκλησίας, υπενθυμίζοντας την λογικότητά μας , ο άγιος Ιουστίνος αποδεικνύεται πιστός διάδοχος του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή και των Καππαδοκών πατέρων, καθώς και όλης της παραδόσεως των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, τους οποίους, από θεία πρόνοια, έκανε επίκαιρους για την εποχή μας. Μ’ αυτό τον τρόπο μας προσφέρει τα μέσα για απώθηση και πλήρη απομάκρυνση από μας της παραφροσύνης και της πλάνης της Δύσεως.

Επομένως, ο τρόπος με τον οποίον ο όσιος Ιουστίνος χρησιμοποίει τους αγίους Πατέρες είναι, κατά κάποιο τρόπο, ιδιαίτερος και αποκαλυπτικός: τους χρησιμοποιεί για να του διδάξουν με την προσευχή, την εμπνευσμένη τους διδασκαλία, την οποίαν η Εκκλησία αναγνώρισε σ’ αυτούς ως ιδιαίτερο χάρισμά τους. Πολλές φορές στα κείμενά του διατρέχει – δίχως να το διατυπώνει σαφώς – κάποιες λεπτομέρειες από την ανάγνωση των Πατερικών κειμένων, για να χρησιμοποιήσει την κεντρική τους ιδέα, την οποία και επαναλαμβάνοντας κατ’ εξακολούθηση οδηγείται σε εμβάθυνση στο ουσιαστικό νόημά της. Ο άγιος Ιουστίνος μετέφραζε «εκ των έσω» την παράδοση της Εκκλησίας, για να επιτύχει την αληθινή εξομοίωση της δικής του σκέψεως με την παράδοση αυτή.

Επωφελείτο πάντοτε τους αγίους Πατέρες, διότι εύρισκε σ’ αυτούς την ίδια και μοναδική έκφραση της Εκκλησίας. Γι’ αυτόν, η σκέψη των αγίων Πατέρων είναι πάντοτε υλικό διαχρονικό, είναι διεργασία των πηγών με τα εκάστοτε τρέχοντα πνευματικά ρεύματα, των επαναστάσεων, των δυσχερειών, των διαφοροποιήσεων και των διαμορφώσεων, των διαφόρων σχολών και των επί μέρους παραδόσεων. Η διδασκαλία του άρχιζε πάντοτε με τη φράση: «Ούτος ο Άγιος διδάσκει ημάς ότι…», έκφραση επαναλαμβανόμενη συχνά με κάποια  ιδιαιτερότητα για την αγιότητα κάθε Πατρός και τη θέση, την αποστολή, την οποίαν εμπιστεύθηκε σ’ αυτόν η θεία Πρόνοια χάριν της Εκκλησίας. Η διδασκομένη από τους αγίους Πατέρες αλήθεια, μεταφερθείσα σε μας προς βίωση της ελευθερίας του πνεύματος με την εμπειρία της σωτηρίας, μας αποκαλύπτεται ως καρπός μακράς ασκήσεως. Δεν είναι αποτέλεσμα επιστημονικής έρευνας, η δε οικοδόμηση ενός συστήματος καμία βοήθεια ή χρήσιμη κριτική μπορεί να προσφέρει.

Ο όσιος Ιουστίνος σπανία διατυπώνει τις επιφυλάξεις του περί της ακαδημαϊκής θεολογίας, περί των αναλυτικών μεθόδων της, περί της έρευνας των «σοφών» επί του νοήματος της Αγίας Γραφής, ή περί του εκκλησιολογικού ορθολογισμού. Αρκείται στην ειρηνική επαναβεβαίωση της πλέον καταπληκτικής αλήθειας, που μεταλαμπαδεύτηκε σε μας από την παράδοση των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας: «Ο Θεός γέγονεν άνθρωπος, ίνα Θεόν τον άνθρωπον απεργάσηται». Γεγονός που του επιτρέπει να παρουσιάσει ότι ο Θεάνθρωπος Χριστός είναι η ανακεφαλαίωση όλης της ανθρωπότητας, ώστε καθ’ ένας από μας , μαζί με όλη την κτίση, μπορεί να φανερώσει ολόκληρη την έκφραση της «λογικότητος». Έτσι, ο Θεάνθρωπος αποκαλύπτεται ως το ανεπίγνωστο αντικείμενο όλων των εμπνεύσεων, Αυτός που είναι ο μόνος δυνάμενος να προσφέρει σε μας την ικανότητα απωθήσεως άπαξ διά παντός, όλων των φαινομενικών και επίπλαστων υπηρεσιών του υπερανθρώπου.

Είναι και τούτο καρπός μιας μακροχρόνιας πορείας. Από το 1920 ο τότε ιερομόναχος Ιουστίνος εντάχθηκε στην ασκητικοθεολογική σχολή του αγίου Μακαρίου, στο οποίο και αφιέρωσε την διδακτορική του διατριβή. Σε τούτο το σύγγραμμά του διαπιστώνεται η μέριμνά του προς σύνδεση της πρακτικής ασκήσεως (βιωμένης ως θεολογικού εμπλουτισμού του προσώπου) με τη συμμετοχή στα ιερά μυστήρια της Εκκλησίας, και ως συνεργίας της εσωτερικής προσευχής με την παραδεδομένη από την Ορθόδοξη Εκκλησία ομολογιακή δογματική παράδοση.

Έτσι, ο όσιος Ιουστίνος μπορεί να συνδέσει τους δογματικούς όρους προς τις απαιτήσεις του πνευματικού πολέμου, διά του οποίου καθ’ ένας από μας είναι προσκεκλημένος να συμμετάσχει στο μυστήριο της σωτηρίας. Ο πόλεμος αυτός ίσταται αντιμέτωπος προς τον απρόσωπο χαρακτήρα της ψυχολογικής επιλύσεως των προβλημάτων, διά του οποίου σήμερα κάποιοι από μας προσδοκούν την επίτευξη της βελτιώσεως τους. Η αυθεντία των ψευδοδιδασκάλων της ψυχολογικής ισορροπίας είναι τόσον εφήμερη, όσο περισσότερο ισχυρίζεται αυτή ότι στηρίζεται στην παγκοσμία γνώση, την οποία τοποθετεί υπεράνω, κατ’ αυτούς, στην αγνωσία μας, την οποίαν καλούμεθα απ’ αυτούς να βιώσουμε ενοχικά. Πρόκειται ακριβώς για ένα ισχυρό πειρασμό, που προσπαθεί να ζωογονήσει τις πηγές της πνευματικής ζωής για δελεασμό του ανθρώπου. Όμως, μόνον ο Θεάνθρωπος μπορεί να αποκαταστήσει αληθινά την εικόνα Του μέσα μας, στη καρδιά μας, και να χορτάσει τη δίψα μας με τα ιερά Μυστήρια – ιδιαιτέρως μάλιστα της θείας Ευχαριστίας – σε συνδυασμό με τη συμμετοχή μας στην άσκηση των αγίων αρετών – πρώτη των οποίων είναι η πίστη στον Θεάνθρωπο, την κεφαλήν του σώματος της Εκκλησίας.

Για μας, τους δυτικόπληκτους του 20ού αιώνα, το προσκλητήριο του οσίου Ιουστίνου είναι μία αληθινή μεθοδολογική ανατροπή. Πρέπει μάλλον να μιλήσουμε για μια γνωσιολογική ανατροπή, εφ’ όσον η σωτηρία της γνωσιολογίας του ανθρώπου έχει για τον άγιο Πατέρα κεφαλαιώδη σημασία, εκείνην ακριβώς τη σημασία που έχει στη βαθειά σκέψη του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου: «Η γνώσις ουκ έστι το φως, αλλά το φως η γνώσις υπάρχει». Ολόκληρη η σύγχρονη δυτική γνωσιολογία έχει ακριβώς κατεύθυνση αντίθετη. Η αληθινή μεθοδολογική ανατροπή είναι εκείνη που απέκτησε ο άνθρωπος όταν έκτιζε τον πύργο της Βαβέλ, τον δυτικό ορθολογισμό, όχι μόνον εκείνον της Αναγεννήσεως και της εποχής της γαλλικής Επαναστάσεως, αλλά πολλών αιώνων πριν την έναρξη των συντονισμένων επιχειρήσεων για εκρίζωση του Χριστιανισμού από τη Δύση, τον μεγάλο πειρασμό του Υπερανθρώπου.

 

Ο άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

 

Το έργο του αγίου Ιουστίνου, η ουσιαστική συνεισφορά του για τη θεραπεία της πνευματικής ασθένειας της εποχής μας, προχωρεί περισσότερο. Αν, σε ολόκληρο το συγγραφικό του έργο, γίνεται συνεχώς επίκληση του Θεανθρώπου, αυτό γίνεται για να υπογραμμιστεί στην εποχή μας, και σε πείσμα της, ότι η «Θεανθρωπότης» είναι το μέτρο και το κριτήριο όλων των αξιών, και ότι ο Θεάνθρωπος, ο οποίος αποκαλύπτεται στον άνθρωπο ως ο αυθεντικός άνθρωπος, είναι ο σκοπός για τον οποίον είναι «κεκλημένος εις την θέωσιν του προσώπου του διά της ολοκληρώσεως αυτού εν τη Εκκλησία», η οποία είναι αυτό τούτο το Σώμα του Θεανθρώπου.

Έτσι, το έργο του οσίου Ιουστίνου παρουσιάζει μία συνεχή περιφρόνηση όλων των πειρασμών μειώσεως της θεανθρώπινης αλήθειας του Ευαγγελίου απέναντι στις απαιτήσεις μιας ιδεολογίας. Μας υπενθυμίζει ότι, στην παραβολή του Καλού Σαμαρείτη, ο Χριστός είναι αυτός ο ίδιος ο πλησίον, ο πλησιέστερος πλησίον του ανθρώπου, αυτός τον οποίον κυρίως και ιδιαιτέρως θα έπρεπε να αγαπά ο άνθρωπος. Είναι η πλέον εκπληκτική διαβεβαίωση του Ευαγγελίου, εμπρός στην οποία όλοι οι πειρασμοί του μοντερνισμού και της εκκοσμικεύσεως της Εκκλησίας καταντούν αδύναμα ιδεολογήματα, ανίκανα να επηρεάσουν τους επαναστάτες. Τα ιδεολογήματα αυτά προσπαθούν να αδειάσουν, «να κενώσουν» τον Χριστιανισμό απ’ όλα τα θαυμαστά και υπερφυσικά του στοιχεία, εκείνων που φαίνονται απίθανα στους πολλούς, με την ελπίδα να τον κάνουν αποδεκτό στη διεφθαρμένη κοινωνία μας.

Στην παραβολή αυτή του Καλού Σαμαρείτη, στηρίζονται όλες οι σύγχρονες ερμηνευτικές απόπειρες, οι οποίες δεν γνωρίζουν πώς να εξηγήσουν γιατί ο Κύριος παρουσιάζει τον Καλό Σαμαρείτη – προφανώς τον εαυτόν του – ως τον πλησίον που αγαπά τον τραυματισθέντα από τους ληστές άνθρωπο, αν και, ως γνωστόν, η πρόθεση είναι η δική μας διδασκαλία προς μίμηση του Καλού Σαμαρείτη, που ευεργετεί τον πλησίον του.

Για τον όσιο Ιουστίνο, η χριστιανική οδός, η οδός του Θεανθρώπου, βρίσκεται εκ διαμέτρου αντίθετη εκείνης του Ουμανισμού. Η αρχή, βάσει της οποίας «μέτρον πάντων είναι ο άνθρωπος», φανερώνει στην πραγματικότητα ότι «μέτρον πάντων είναι η αμαρτία», το οποίον σημαίνει ότι «μέτρον πάντων είναι ο Διάβολος». Τίποτε δεν μπορεί να είναι περισσότερο ξένο στη σκέψη του αγίου Ιουστίνου από την αποδοχή της αλλοιώσεως – μιας αλλοιώσεως ήδη παλαιάς για τη Δύση- στην Κυριακή προσευχή, και στη φράση: «Τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον». Μιας αλλοιώσεως που περιορίζει την έννοια του άρτου μόνο στην ύλη, και την αποστολή της χριστιανικής πίστεως στην κοινωνική δραστηριότητα, για να καταλήξει η τελική αίτηση: «Αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού», σε αίτηση απλής ηθικής βελτιώσεως, δηλαδή σε απαλλαγή από ένα αφηρημένο κακό. Ο καθημερινός αγώνας του Χριστιανού είναι εναντίον της δυνάμεως εκείνης, η οποία προσπάθησε να επιβάλει σε μας ένα καθοριστικό δικαίωμα κατοχής· γι’ αυτό είναι αγώνας τρομερός και προσωπικός.

Η πνευματική ζωή προϋποθέτει τον προσωπικό αυτό αγώνα, και αυτό ποτέ δεν λησμονήθηκε από την Εκκλησία, που εορτάζει τους αγίους ασκητές και ψάλλει, στη έναρξη της Τεσσαρακοστής, τον τελευταίο στίχο του Ψαλμού, που εξηγεί πως οι βιαστές μπορούν να κερδίσουν τη Βασιλεία των ουρανών. Ο ακαδημαϊκός θεολόγος, η επιστημονική ερμηνευτική ανάγνωση της Αγίας Γραφής, η εκκλησιαστική παραγωγή, ο ηθικισμός, σχηματίζουν εδώ ένα ανυπόφορο αδιέξοδο που πρέπει οπωσδήποτε να ξεπεραστεί.

Ο όσιος Ιουστίνος απορρίπτει τις ιδεολογίες, που νομίζουν ότι εκσυγχρονίζουν τον Χριστιανισμό, ενώ στην πραγματικότητα τον παραμορφώνουν. Αυτές είναι απλώς ιδεολογίες του υπερανθρώπου, ο οποίος διατείνεται ότι μπορεί να βοηθήσει την αποκάλυψη του Θεανθρώ­που. Εναντίον αυτών των ιδεολογιών ο άγιος Ιουστίνος διακήρυξε, στο εναρκτήριο μάθημα της έδρας της Δογματικής θεολογίας, το 1934, και στον επίλογο της «Δογματικής» του μετά από σαράντα χρόνια, ότι μόνον ο Θεάνθρωπος μπορεί να μας προσφέρει την υπέρτατη αξία και το υπέρτατο κριτήριο όλων των πραγμάτων.

Οι ιδεολογίες, οι οποίες από παλιά προσπάθησαν να εξομαλύνουν, να εξουδετερώσουν το Ευαγγέλιο του Χριστού, την αλήθεια της Ορθοδοξίας, συσχηματίζοντάς την, με τις ανορθόδοξες παραδόσεις, πρόσφατα προχώρησαν ένα ακόμη βήμα· στη διαθρησκειακή σύνθεση. Η σύνθεση αυτή αναγνωρίζει την ύπαρξη πολλών κλάδων του μοναδικού σώματος της Εκκλησίας του Χριστού· αναμένεται ο εγκεντρισμός και περισσοτέρων κεφαλών. Αλλ’ «ο Κύριος εκγελάσεται διαλογισμούς ματαίους αυτών». Η οδός, την οποίαν ανοίγει σε μας ο Θε­άνθρωπος, είναι άλλης κατηγορίας. Παρ’ ό,τι ο ανθρωπισμός χρησιμοποίει πλήθος βιβλικών παραπομπών, για να εντάξει τον Χριστιανισμό ανάμεσα στις τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες, ο Θεάνθρωπος δεν μπαίνει σε αυτή τη σειρά, μένει ανένταχτος.

Ο δρόμος, που μας ανοίγει, δεν είναι απλώς μία διδασκαλία· είναι ο δρόμος της ιδίας της πραγματικότητας της θεανθρώπινης ζωής μέσα στο σώμα της Εκκλησίας. Κάθε εξομοίωση και κάθε σύγκριση, συσχέτιση και αναθεώρηση, παραμορφώνουν την αδιαμφισβήτητη ιδιαιτερότητά της, τη ριζική πρωτοτυπία της, την οποίαν έχει από το γεγονός της αποκαλύψεως του Θεανθρώπου. Στην αρχαιότατη και αδιαφιλονίκητη διαπίστωση του Εκκλησιαστή: «Ουδέν καινόν (νέο) υπό τον ήλιον», ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός άπαντα ότι ο Χριστός είναι «το μόνον καινόν υπό τον ήλιον». Ο άγιος Ιουστίνος συχνά θυμάται τη φράση αυτή του αρχηγού της Δογματικής. Πράγματι, ο Θεάνθρωπος είναι ο μοναδικός και ανεπανάληπτος ανακαινιστής, ανάμεσα σε τόσες κουραστικές επαναλαμβανόμενες ιδεολογίες, θρησκευτικών και φιλοσοφικών συστημάτων, κατ’ ουσίαν ποικιλόμορφων μετασχηματισμών της αρχικής ειδωλολατρίας.

Η αμφισβήτηση της παντοτινής επικαιρότητας της οδού του Θεανθρώπου θα οδηγήσει στην απόρριψη του ίδιου του Θεανθρώπου Χριστού, στην εκμηδένιση του έργου της σωτηρίας. Η σύμπηξη κοινωνίας μεταξύ του Ευαγγελίου του Χριστού και των άλλων θρησκειών είναι μεγάλο κακό, διότι «τίς συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαλ»;(ποιά, δηλ., σχέση υπάρχει μεταξύ Χριστού και διαβόλου;)

Το Ευαγγέλιο του Θεανθρώπου, στη μοναδική του πρωτοτυπία, είναι σφραγισμένο με την ενότητα και τη μοναδικότητα. Το Ευαγγέλιο αυτό έφθασε έως εμάς με την ιερά Παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας, στην οποία διδάσκεται η γραπτή παράδοση του Ευαγγελίου, που επιβεβαιώνεται με την προφορική Παράδοση, τη Θεολογία, τη θεία Λειτουργία, τους ιερούς Κανόνες, τη μαρτυρία των αγίων Πατέρων και των ιερών Συνόδων, των αγίων Ασκητών και των αγίων Μαρτύρων και των θαυμάτων τους. Η παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας έχει την εγγύηση της χαρισματικής συνέχειας από τους αγίους Αποστόλους, την αδιάσπαστη διαδοχή των Ορθοδόξων επισκόπων, που ανανεώνουν το συνεχές θαύμα της Πεντηκοστής, όπως υπογραμμίζει ο όσιος Ιουστίνος στο υπόμνημά του περί της αποστολικότητας της Εκκλησίας, λέγοντας στο τέλος:

«Ναι, η Εκκλησία υπάρχει, και κανείς δεν μπορεί να διαφύγει την πρόκληση: Θέλεις να ενσωματωθείς σε αυτή;

Ναι, η Εκκλησία υπάρχει, και μόνο αυτή μπορεί να εξασφαλίσει στον άνθρωπο τον άρτο τον αληθινά επιούσιο, που τον κάνει αδελφό του Χριστού και υιό του Θεού.

Ναι, η Εκκλησία υπάρχει, ζώσα πάντοτε σταθερά – εντός του μεταβαλλόμενου κόσμου -ό,τι ακριβώς ο Κύριος δίδαξε αυτή να λέγει και να πράττει, δηλαδή τη μετοχή στα ιερά Μυστήρια και την άσκηση των αγίων αρετών, μέχρι και αυτών των πλέον ταπεινών εκδηλώσεων της ευσέβειας.

 

Ναι, η Εκκλησία υπάρχει, επωμισμένη πάντοτε την εντολή να φανερώνει τη μορφή του Θεανθρώπου, του μοναδικού φίλου του ανθρώπου και πλησιέστερου όλων των πλησίον του.

Ναι, η Εκκλησία υπάρχει, διασώζουσα με ζήλο θαυμαστό τη μαρτυρία και την εικόνα της αποκαλύψεως των μυστηρίων της Θεολογίας και της θείας Οικονομίας.

Ναι, η Εκκλησία υπάρχει, υπό την καθοδήγηση των Αποστόλων του Κυρίου και των διαδόχων τους, των «εις τύπον και τόπον Χριστού» ορθοδόξων επισκόπων.

Ναι, η Εκκλησία υπάρχει και διατηρεί αλώβητη την θεανθρώπινη ιδιοπροσωπία της, παρά τις ακαλαίσθητες επεμβάσεις της εποχής μας με «τα φτιασιδώματα» των φιλοφρονήσεων και των λαμπρών εκδηλώσεων, που καλύπτουν την ακεραιότητα της».

https://www.vatopedi.gr/theologia/i-theologiki-skepsi-tou-osiou-ioustinou-popovits-tou-neou/

πηγή:

Το κείμενο δημοσιεύθηκε, σαν παράρτημα και χωρίς τίτλο, στο βιβλίο: Père Justin Popovitch, Philosophie Orthodoxe de la Verite, Dogmatique de l’ Eglise Orthodoxe, tome 5, traduit du serbe par Jean-Louis Palierne, ed. “ L’ Age d’ Homme” Lausanne 1997, σ. 457- 464. Μετεφράσθη δε ύπό τοϋ άρχιμανδρίτου Νικοδήμου Μπαρούση και, λόγω της επισήμου πλέον ανακηρύξεως της αγιότητος του Σέρβου ιερομονάχου Ιουστίνου (Πόποβιτς), αντί της προσφωνήσεως: «πατήρ Ιουστίνος» αναφέρεται αυτός ως: «άγιος Ιουστίνος».