Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ Σχολιασμός


Έρευνα: πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

ΜΕΡΟΣ -Α

Εισαγωγικά
Η Σύνοδος αυτοαποκαλείται «Μεγάλη» χωρίς να είναι Οικουμενική. Στην παράδοση, «Μεγάλη Σύνοδος» σημαίνει Οικουμενική Σύνοδος (όπως η Α΄-Ζ΄). Μια σύνοδος που συνεκλήθη με πρωτοβουλία μόνο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με απουσία 4 Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, και χωρίς δεσμευτικό χαρακτήρα για όλη την Ορθοδοξία, δεν δικαιούται να αυτοχαρακτηρίζεται «Μεγάλη». Αυτό συνιστά νομιμοποίηση εκ του μη όντος: η Σύνοδος επιχειρεί να αυτοθεσμοθετηθεί ως «Μεγάλη», επιβάλλοντας de facto ένα νέο είδος συνοδικότητας που δεν είναι ούτε Τοπική ούτε Οικουμενική .

Στα κείμενα που σχολιάζουμε διατηρούμε ακριβώς τους τίτλους, την γλώσσα και τον πολυτονισμό   των και επίσημων κειμένων.

---------------------------------------------------------------------------------------------

 

Η ευχαριστιακή εκκλησιολογία και η ταύτιση Εκκλησίας — Θείας Ευχαριστίας (§1, §2, επίλογος)

1.      Ἡ μία, ἁγία, καθολική καί ἀποστολική Ἐκκλησία εἶναι θεανθρωπίνη κοινωνία κατ’ εκόνα τς γίας Τριάδος, πρόγευσις καί βίωσις τῶν Ἐσχάτων ἐν τῇ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ καί ἀποκάλυψις τῆς δόξης τῶν μελλόντων, καί ὡς διαρκής Πεντηκοστή, μία ἀσίγαστος προφητική φωνή ἐν τῷ κόσμῳ, ἡ παρουσία καί μαρτυρία «τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυΐας ἐν δυνάμει» (Μάρκ. θ’, 1). Ἡ Ἐκκλησία, ὡς σῶμα Χριστοῦ, «ἐπισυνάγει» (Ματθ. κγ´, 37) ἐπ’ Αὐτόν, μεταμορφώνει καί ἐμποτίζει τόν κόσμον μέ «τό ὕδωρ, τό ἁλλόμενον εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. δ’, 14).

 

2.      Ἡ ἀποστολική καί πατερική παράδοσις, στοιχοῦσα τοῖς συστατικοῖς λόγοις τοῦ Κυρίου καί ἱδρυτοῦ τῆς Ἐκκλησίας κατά τόν Μυστικόν Δεῖπνον μετά τῶν μαθητῶν αὐτοῦ διά τό μυστήριον τῆς θείας Εὐχαριστίας, προέβαλε τόν χαρακτηρισμόν τῆς Ἐκκλησίας ὡς «σώματος Χριστοῦ» (Ματθ. κστ´, 26· Μάρκ. ιδ´, 22· Λουκ. κβ´, 19· Α´Κορ. ι´, 16-17· ια´, 23-29) καί τόν συνέδεσε πάντοτε πρός τό μυστήριον τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί Μαρίας τῆς Παρθένου. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ἐτονίσθη πάντοτε ἡ ἄρρηκτος σχέσις τόσον τοῦ ὅλου μυστηρίου τῆς ἐν Χριστῷ θείας Οἰκονομίας πρός τό μυστήριον τῆς Ἐκκλησίας, ὅσον καί τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας πρός τό μυστήριον τῆς θείας Εὐχαριστίας, ἡ ὁποία βεβαιοῦται συνεχῶς εἰς τήν μυστηριακήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας διά τῆς ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

 

Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ἡ ἀνά τήν οἰκουμένην Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, οὖσα ἡ ἐν Χριστῷ φανέρωσις τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, βιοῖ τό ὅλον μυστήριον τῆς θείας Οἰκονομίας εἰς τήν μυστηριακήν ζωήν αὐτῆς, μέ ἐπίκεντρον πάντοτε τήν θείαν Εὐχαριστίαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ προσφέρει εἰς ἡμᾶς οὐχί τροφήν ἐπίκηρον καί φθαρτήν, ἀλλ’ αὐτό τό ζωήρρυτον Δεσποτικόν Σῶμα, «τόν οὐράνιον Ἄρτον», «ὅς ἐστί φάρμακον ἀθανασίας, ἀντίδοτος τοῦ μή ἀποθανεῖν, ἀλλά ζῆν ἐν Θεῷ διά Ἰησοῦ Χριστοῦ, καθαρτήριον ἀλεξίκακον» (Ἰγνατίου Ἀντιοχείας, Πρός φεσίους, Κ’. PG 5, 756).  θεία Εχαριστία ποτελε τόν σώτατον πυρνα καί τς συνοδικς λειτουργίας το κκλησιαστικο σώματος, καθώς καί τήν αὐθεντικήν βεβαίωσιν τῆς Ὀρθοδοξίας τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας, ὡς διακηρύττει καί ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος Λυῶνος: «Ἡμῶν δέ σύμφωνος ἡ γνώμη (= διδασκαλία) τῇ Εὐχαριστίᾳ, ἡ δέ Εὐχαριστία βεβαιοῖ τήν γνώμην» (Κατά αρέσεων Δ’, 18. PG 7, 1028).

 

 

Τα προβληματικά αποσπάσματα:

§1: «πρόγευσις καί βίωσις τν σχάτων ν τ θεί Εχαριστί»

§2: « ρρηκτος σχέσις... το μυστηρίου τς κκλησίας πρός τό μυστήριον τς θείας Εχαριστίας»

·         Επίλογος: « θεία Εχαριστία ποτελε τόν σώτατον πυρνα καί τς συνοδικς λειτουργίας»

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Εδώ διακρίνεται σαφώς η επιρροή του Ιωάννη Ζηζιούλα και της «ευχαριστιακής εκκλησιολογίας». Η Εκκλησία δεν «προέρχεται» από την Ευχαριστία, ούτε η Ευχαριστία είναι ο «σώτατος πυρήνας» της συνοδικότητας. Κατά τους Πατέρες, η Εκκλησία είναι το Σώμα Χριστού που συγκροτείται από την ενσάρκωση, το βάπτισμα και την πίστη — και εντός αυτού του Σώματος τελείται η Ευχαριστία. Η ταύτιση Εκκλησίας = Ευχαριστίας αντιστρέφει τη σχέση: η Ευχαριστία είναι μέσον κοινωνίας με το Σώμα, όχι η ουσία της Εκκλησίας.

Αυτή η εκκλησιολογία αποδυναμώνει την Εκκλησία ως θεσμό σωτηρίας (νοσούντες, αμαρτωλοί, μετανοούντες) και την μετατρέπει σε «χώρο κοινωνίας προσώπων». Επιπλέον, η ευχαριστιακή εκκλησιολογία διευκολύνει την κοινή προσευχή με αιρετικούς: αν η Εκκλησία «είναι» η Ευχαριστία, τότε όποιος «ευχαριστεί» συγκροτεί εκκλησία — πρόκειται για κρυφό οικουμενισμό.

Η «σχεσιακή»  εκκλησιολογία (§1)

Το προβληματικό απόσπασμα:
«
μία, γία, καθολική καί ποστολική κκλησία εναι θεανθρωπίνη κοινωνία κατ’ εκόνα τς γίας Τριάδος»

Σχολιασμός:
Ο όρος «κοινωνία»  εδώ δεν χρησιμοποιείται πατερικά, αλλά μεταπατερικά. Οι Πατέρες ομιλούν για Σ
μα Χριστο, Ποίμνιο, Μητέρα, Πόλη Θεού — όχι για «κοινωνία προσώπων». Η «κοινωνιακή» εκκλησιολογία είναι δανεική από την Β Βατικάνειο Σύνοδο  και από τον προτεσταντισμό.

Το πρόβλημα είναι ότι η «κοινωνία» είναι ασαφής έννοια: μπορεί να περιλάβει και τους αιρετικούς «εν μετρία κοινωνία». Η εκκλησιολογία του Σώματος είναι σαφής: είσαι μέλος ή αποκεκομμένος. Εδώ εντοπίζεται η  προσπάθεια να αντικατασταθεί η σωματική/ιεραρχική εκκλησιολογία με μια σχεσιακή, που διευκολύνει τους διαλόγους και τις «μερικές κοινωνίες» με τους αιρετικούς.

-----------------------------------------------------------------------------------------

Η σιωπή για το παπικό πρωτείο και τον Ουνιτισμό

3.      Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐν τῇ ἑνότητι καί καθολικότητι αὐτῆς, εἶναι ἡ κκλησία τν Συνόδων, ἀπό τήν Ἀποστολικήν ἐν Ἱεροσολύμοις σύνοδον (Πράξ. ιε´, 5-29) ἕως τῆς σήμερον. Ἡ Ἐκκλησία αὐτή καθ’ αὑτήν εἶναι Σύνοδος ὑπό τοῦ Χριστοῦ συνεστημένη καί ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καθοδηγουμένη, συμφώνως πρός τό ἀποστολικόν «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν » (Πράξ. ιε’, 28). Διά τῶν Οἰκουμενικῶν καί τῶν Τοπικῶν συνόδων, ἡ Ἐκκλησία εὐηγγελίσατο καί εὐαγγελίζεται τό μυστήριον τῆς Ἁγίας Τριάδος, τό ὁποῖον ἐφανερώθη διά τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Τό συνοδικόν ἔργον συνεχίζεται ἐν τῇ ἱστορίᾳ ἀδιακόπως διά τῶν μεταγενεστέρων, καθολικοῦ κύρους, συνόδων – ὡς λ.χ. τῆς ἐπί Μεγάλου Φωτίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Μεγάλης συνόδου (879-880) καί τῶν ἐπί ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ συγκληθεισῶν Μεγάλων συνόδων (1341, 1351, 1368), διά τῶν ὁποίων ἐβεβαιώθη ἡ αὐτή ἀλήθεια τῆς πίστεως, ἐξαιρέτως δέ περί τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί περί τῆς μεθέξεως τοῦ ἀνθρώπου εἰς τάς ἀκτίστους θείας ἐνεργείας. Προσέτι δέ καί διά τῶν ἐν Κωσταντινουπόλει Ἁγίων καί Μεγάλων συνόδων τῶν ἐτῶν 1484 διά τήν ἀποκήρυξιν τῆς ἑνωτικῆς συνόδου τῆς Φλωρεντίας (1438-1439), τῶν ἐτῶν 1638, 1642, 1672 καί 1691 διά τήν ἀποκήρυξιν προτεσταντικῶν δοξασιῶν, ὡς καί τοῦ ἔτους 1872 διά τήν καταδίκην τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ ὡς ἐκκλησιολογικῆς αἱρέσεως.

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Παρότι η Σύνοδος καταδικάζει τη Σύνοδο Φλωρεντίας (§3), δεν κατονομάζει το παπικό filioque, το πρωτείο εξουσίας , και τον σύγχρονο Ουνιτισμό ως ενεργές αιρέσεις. Η αναφορά στην «
ποκήρυξιν τς νωτικς συνόδου τς Φλωρεντίας» παραμένει ιστορική, όχι προφητική.
Μια «Μεγάλη Σύνοδος» που δεν τολμά να πει ότι «ο Πάπας δεν είναι επίσκοπος Ρώμης αλλά αιρετικός», και ότι «οι Ουνίτες δεν είναι Εκκλησία αλλά όργανο αφομοιώσεως», δεν είναι Σύνοδος αλλά συνέδριο διπλωματών. Η σιωπή αυτή δεν είναι τυχαία: εξυπηρετεί τους διαλόγους με το Βατικανό (§20). Η εκκλησιολογία της Συνόδου είναι, de facto, διπλωματική και όχι αναθεματική, ασυμβίβαστη με το πνεύμα των Οικουμενικών Συνόδων.

Η «συνεταιριστική» εκκλησιολογία των «14 Αυτοκεφάλων Εκκλησιών» (§5)

5. Ἡ Ὀρθόδοξος Καθολική Ἐκκλησία ἀποτελεῖται ἐκ δεκατεσσάρων κατά τόπους Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, πανορθοδόξως ἀνεγνωρισμένων. Ἡ ἀρχή τῆς αὐτοκεφαλίας δέν εἶναι δυνατόν νά λειτουργῇ εἰς βάρος τῆς ἀρχῆς τῆς καθολικότητος καί τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας. Θεωροῦμεν λοιπόν ὅτι  δημιουργία τν πισκοπικν Συνελεύσεων ν τ ρθοδόξ Διασπορ, ἀπαρτιζομένων ἐκ πάντων τῶν ἐν ἑκάστῃ ἐκ τῶν ὁρισθεισῶν περιοχῶν ὡς κανονικῶν ἀναγνωριζομένων ἐπισκόπων, οἵτινες ἐξακολουθοῦν νά ὑπάγωνται εἰς τάς κανονικάς δικαιοδοσίας, εἰς ἅς ὑπάγονται σήμερον, ἀποτελεῖ ἕν θετικόν βῆμα πρός τήν κατεύθυνσιν τῆς κανονικῆς ὀργανώσεως αὐτῶν, ἡ δέ συνεπής λειτουργία αὐτῶν ἐγγυᾶται τόν σεβασμόν τῆς ἐκκλησιολογικῆς ἀρχῆς τῆς συνοδικότητος.

 

Το προβληματικό απόσπασμα:
« ρθόδοξος Καθολική κκλησία ποτελεται κ δεκατεσσάρων κατά τόπους Ατοκεφάλων κκλησιν, πανορθοδόξως νεγνωρισμένων.»

Σχολιασμός
Αυτή είναι ίσως η σοβαρότερη εκκλησιολογική παραχάραξη του κειμένου. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αποτελείται από 14 Εκκλησίες. Είναι μία Εκκλησία, η οποία εκφράζεται τοπικά μέσα σε 14 (ή όσες άλλες) αυτοδιοίκητες διοικητικές μονάδες. Η διατύπωση «ποτελεται κ» εισάγει μοντέλο συνομοσπονδίας , όπου η «Ορθόδοξος Καθολική Εκκλησία» είναι το άθροισμα των μερών, αντί για το αντίστροφο: οι τοπικές Εκκλησίες είναι μέλη (μέλη του σώματος) της μίας και μόνης Εκκλησίας.

Αυτό είναι δανεικό από τη ρωμαιοκαθολική εκκλησιολογία της Κολλεγιότητας της Β Βατικάνειας Συνόδου  σύμφωνα με την οποία  η «Εκκλησία» είναι κοινωνία «Εκκλησιών». Η ορθόδοξη παράδοση γνωρίζει Αυτοκέφαλες Εκκλησίες ως διοικητικές επαρχίες, όχι ως συστατικά μέρη της μίας Εκκλησίας.

. Η υποβάθμιση της συνοδικής ιεραρχίας και η «δημοκρατική» συνοδικότητα (§3, §5)

Τα προβληματικά αποσπάσματα:

  • §3: « κκλησία ατή καθ’ ατήν εναι Σύνοδος πό το Χριστο συνεστημένη καί πό το γίου Πνεύματος καθοδηγουμένη, συμφώνως πρός τό ποστολικόν «δοξε τ γί Πνεύματι καί μν »»
  • §5: « δημιουργία τν πισκοπικν Συνελεύσεων ν τ ρθοδόξ Διασπορ... ποτελε ν θετικόν βμα»

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ:
Η φράση «
κκλησία... εναι Σύνοδος» είναι θεολογικά ατελής. Η Εκκλησία έχει Συνόδους, δεν είναι Σύνοδος. Η Σύνοδος είναι εργαλείο διακυβέρνησης, όχι ουσία της Εκκλησίας. Αυτή η διατύπωση εκλαϊκεύει την εκκλησιολογία, μετατρέποντάς την σε «συνέλευση» ή «δημοκρατικό σώμα» — κάτι που θυμίζει προτεσταντικές συνελεύσεις.

Παράλληλα, η αναφορά στις "Επισκοπικές Συνελεύσεις στη Διασπορά" καθιερώνει στην πράξη το καθεστώς των πολλαπλών δικαιοδοσιών, καταστρατηγώντας τον 28ό κανόνα της Χαλκηδόνας. Έτσι, δημιουργείται επικίνδυνο προηγούμενο για την αποδοχή σχισματικών ομάδων —με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Ουκρανία— υπό το κάλυμμα μιας στρεβλής αντίληψης περί "συνοδικότητας"

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------

ΜΕΡΟΣ Β-

---------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Η αποστολή της Εκκλησίας και η «πολιτιστική ταυτότητα» (§6)

 

6. Τό ποστολικόν ργον καί ξαγγελία το Εαγγελίου, γνωστή ς εραποστολή, νήκουν ες τόν πυρνα τς ταυτότητος τς κκλησίας, ς διαφύλαξις καί τήρησις τς ντολς το Κυρίου «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τά θνη» (Ματθ. κη’, 19). Εναι πνοή ζως, τήν ποίαν μφυσ κκλησία ες τήν κοινωνίαν τν νθρώπων καί κκλησιοποιε τόν κόσμον διά τν κασταχο νεοπαγν τοπικν κκλησιν. πό τό πνεμα ατό, ο ρθόδοξοι πιστοί εναι καί φείλουν νά εναι πόστολοι το Χριστο ν τ κόσμ. ποστολή ατή πρέπει νά κπληροται χι πιθετικς, λλ’ λευθέρως, ν γάπ καί ν σεβασμ πρός τήν πολιτιστικήν ταυτότητα τόμων καί λαν. Ες τήν προσπάθειαν ατήν φείλουν νά συμμετέχουν πσαι α ρθόδοξοι κκλησίαι μέ τόν δέοντα σεβασμόν ες τήν κανονικήν τάξιν.

 

Προβληματικό απόσπασμα:
«
ποστολή ατή πρέπει νά κπληροται χι πιθετικς, λλ’ λευθέρως, ν γάπ καί ν σεβασμ πρός τήν πολιτιστικήν ταυτότητα τόμων καί λαν.»

Σχολια: Το Ευαγγέλιο δεν «διαπραγματεύεται» με την πολιτιστική ταυτότητα, αλλά μεταμορφώνει τον πολιτισμό. Ο όρος «σεβασμός στην πολιτιστική ταυτότητα» θεωρείται εισαγωγή συγκρητιστικής λογικής. Η  αποστολή δεν είναι «διακοινωνιακή συνάντηση», αλλά κήρυξη μετανοίας. Η διατύπωση αποδυναμώνει το ιεραποστολικό αίσθημα, παρουσιάζοντας την Ορθοδοξία ως έναν από τους «πολιτισμούς» που συνυπάρχουν.


Η Οικογένεια: σιωπή επί του ζητήματος του γάμου (§7)

7.  ρθόδοξος κκλησία θεωρε τήν κατάλυτον γαπητικήν νωσιν νδρός καί γυναικός «μυστήριον μέγα... ες Χριστόν καί ες τήν κκλησίαν», (φεσ. ε’, 32) καί τήν προκύπτουσαν ξ ατο οκογένειαν, ποία ποτελε τήν μόνην γγύησιν τς γεννήσεως καί τς νατροφς τν τέκνων, συμφώνως πρός τό σχέδιον τς θείας Οκονομίας, «κκλησίαν μικράν» (ωάννου Χρυσοστόμου, πόμνημα ες τήν πρός φεσίους πιστολήν, Κ’. PG 62, 143), παρέχουσα ες ατήν τήν κατάλληλον ποιμαντικήν στήριξιν.

σύγχρονος κρίσις το γάμου καί τς οκογενείας εναι πότοκος τς κρίσεως τς λευθερίας ς εθύνης, τς συρρικνώσεως ατς ες εδαιμονιστικήν ατοπραγμάτωσιν, τς ταυτίσεώς της μέ τομικήν αταρέσκειαν, ατάρκειαν καί ατονομίαν, καί τς πωλείας το μυστηριακο χαρακτρος τς νώσεως νδρός καί γυναικός, ς καί τς λήθης το θυσιαστικο θους τς γάπης. σύγχρονος κκοσμικευμένη κοινωνία προσεγγίζει τόν γάμον μέ μιγς κοινωνιολογικά καί πραγματιστικά κριτήρια, θεωροσα ατόν ς μίαν πλν μορφήν σχέσεως, μεταξύ λων τν λλων, α ποαι δικαιονται ξ σου θεσμικς κατοχυρώσεως.

γάμος εναι κκλησιοτραφές ργαστήριον ζως ν γάπ καί νυπέρβλητος δωρεά τς χάριτος το Θεο. «ψηλή χείρ» το «συνδέτου» Θεο «οράτως πάρεστι, τούς συναπτομένους ρμόζουσα» μετά το Χριστο καί μετ’ λλήλων. Ο στέφανοι, ο ποοι τοποθετονται πί τς κεφαλς το νυμφίου καί τς νύμφης κατά τήν τέλεσιν το μυστηρίου, παραπέμπουν ες τήν διάστασιν τς θυσίας καί τς πλήρους φιερώσεως ες τόν Θεόν καί ες λλήλους, ναφέρονται δέ πίσης καί ες τήν ζωήν τς Βασιλείας το Θεο, ποκαλύπτοντες τήν σχατολογικήν ναφοράν το μυστηρίου τς γάπης.

 

 

ΣΧΟΛΙΑ .Αν και το κείμενο ορθώς υπερασπίζεται τον αδιάλυτο γάμο, αποφεύγει να κατονομάσει τις σύγχρονες μορφές αλλοίωσής του (σύμφωνο συμβίωσης, γάμοι ομοφυλοφίλων, μονογονεϊκές οικογένειες). Η   σιωπή αυτή δεν είναι τυχαία. Η Σύνοδος απέφυγε συνειδητά να προκαλέσει τη «δυτική» κοινή γνώμη. Αυτό ερμηνεύεται ως προσαρμογή στην πολιτική ορθότητα, ασυμβίβαστη με τον προφητικό λόγο των Πατέρων.


4. Η παγκοσμιοποίηση και η «συναλληλία» με το κοσμικό κράτος (§16)

16. Ἡ Ἐκκλησία δέν ἀναμιγνύεται εἰς τήν πολιτικήν, ἐν τῇ στενῇ σημασίᾳ τοῦ ὅρου, ἀλλ’ ὅμως ἡ μαρτυρία αὐτῆς εἶναι οὐσιαστικῶς πολιτική, ὡς μέριμνα διά τόν ἄνθρωπον καί τήν πνευματικήν ἐλευθερίαν του.  λόγος τς κκλησίας ὑπῆρξε πάντοτε διακριτός καί θά παραμείνῃ εἰς τό διηνεκὲς μία φειλετική παρέμβασις πρ το νθρώπου. Αἱ κατά τόπους Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι καλοῦνται σήμερον νά οἰκοδομήσουν μίαν νέαν ἐποικοδομητικήν συναλληλίαν μέ τό κοσμικόν κράτος δικαίου εἰς τό νέον πλαίσιον τῶν διεθνῶν σχέσεων, συμφώνως πρός τό βιβλικόν «Ἀπόδοτε τά τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καί τά τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» (Ματθ. κβ’, 21). Ἡ συναλληλία αὕτη δέον ὅπως διασώζῃ τήν ἰδιοπροσωπίαν Ἐκκλησίας καί κράτους καί διασφαλίζῃ τήν εἰλικρινῆ συνεργασίαν αὐτῶν ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς προστασίας τῆς μοναδικῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου καί τῶν ἐντεῦθεν ἀπορρεόντων δικαιωμάτων αὐτοῦ, ὡς καί τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης.

Τά δικαιώματα το νθρώπου εὑρίσκονται σήμερον εἰς τό κέντρον τῆς πολιτικῆς ὡς ἀπάντησις εἰς τάς συγχρόνους κοινωνικάς καί πολιτικάς κρίσεις καί ἀνατροπάς καί διά τήν προστασίαν τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου. Ἡ προσέγγισις τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐπικεντρώνεται εἰς τόν κίνδυνον ἐκπτώσεως τοῦ ἀτομικοῦ δικαιώματος εἰς ἀτομοκεντρισμόν καί δικαιωματισμόν. Μία τοιαύτη ἐκτροπή λειτουργεῖ εἰς βάρος τοῦ κοινοτικοῦ περιεχομένου τῆς ἐλευθερίας, ὁδηγεῖ εἰς τήν αὐθαίρετον μετατροπήν τῶν δικαιωμάτων εἰς εὐδαιμονιστικάς διεκδικήσεις καί εἰς τήν ἀναγωγήν τῆς ἐπισφαλοῦς ταυτίσεως τῆς ἐλευθερίας μέ τήν ἀσυδοσίαν τοῦ ἀτόμου εἰς «οἰκουμενικήν ἀξίαν», ἡ ὁποία ὑποσκάπτει τά θεμέλια τῶν κοινωνικῶν ἀξιῶν, τῆς οἰκογενείας, τῆς θρησκείας, τοῦ ἔθνους καί ἀπειλεῖ θεμελιώδεις ἠθικάς ἀξίας.

Ἡ ὀρθόδοξος λοιπόν κατανόησις τοῦ ἀνθρώπου ἀντιτίθεται τόσον εἰς τήν ἀλαζονικήν ἀποθέωσιν τοῦ ἀτόμου καί τῶν δικαιωμάτων του, ὅσον καί εἰς τήν ταπεινωτικήν καταρράκωσιν τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου εἰς τάς συγχρόνους γιγαντιαίας οἰκονομικάς, κοινωνικάς, πολιτικάς καί ἐπικοινωνιακάς δομάς. Ἡ παράδοσις τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἀνεξάντλητος πηγή ζωτικῶν ἀληθειῶν διά τόν ἄνθρωπον. Οὐδείς ἐτίμησε τόν ἄνθρωπον καί ἐμερίμνησε δι’ αὐτόν τόσον, ὅσον ὁ Θεάνθρωπος Χριστός καί ἡ Ἐκκλησία Του. Θεμελιῶδες ἀνθρώπινον δικαίωμα εἶναι ἡ προστασία τῆς ἀρχῆς τῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας ὑπό πάσας τάς προοπτικάς αὐτῆς, ἤτοι τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως, τῆς πίστεως, τῆς λατρείας καί ὅλων τῶν ἀτομικῶν καί συλλογικῶν ἐκφράσεων θρησκευτικῆς ἐλευθερίας, συμπεριλαμβανομένου καί τοῦ δικαιώματος ἑκάστου πιστοῦ νά τελῇ ἀκωλύτως ἀπό οἱανδήποτε κρατικήν παρέμβασιν τά θρησκευτικά του καθήκοντα, καθώς καί τῆς ἐλευθερίας δημοσίας διδασκαλίας τῆς θρησκείας καί τῶν προϋποθέσεων λειτουργίας τῶν θρησκευτικῶν κοινοτήτων.

 

 

Προβληματικό απόσπασμα:
«Α
κατά τόπους ρθόδοξοι κκλησίαι καλονται σήμερον νά οκοδομήσουν μίαν νέαν ποικοδομητικήν συναλληλίαν μέ τό κοσμικόν κράτος δικαίου...»
και η επίκληση: «
πόδοτε τά το Καίσαρος τ Καίσαρι καί τά το Θεο τ Θε» (Ματθ. κβ', 21).

ΣΧΟΛΙΟ: Η έννοια της συναλληλίας δεν απορρίπτεται συλλήβδην από την Ορθόδοξη Εκκλησία ως νεωτερισμός, αλλά αντιθέτως αποτελεί ιστορικά το παραδοσιακό βυζαντινό πρότυπο αρμονικής συνεργασίας και ισוτιμίας μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας, λειτουργώντας ως τα δύο χέρια ενός σώματος. Ωστόσο, η κριτική απέναντι στον όρο εντοπίζεται κυρίως σε δύο επίπεδα. Ως προς την ιστορική συγκυρία, επισημαίνεται ότι η συναλληλία γεννήθηκε σε μια περίοδο όπου ο αυτοκράτορας ήταν ορθόδοξος και η Εκκλησία ταυτιζόταν με τα όρια ενός χριστιανικού κράτους, καθιστώντας την εφαρμογή της αδύνατη ή παρεξηγήσιμη στη σύγχρονη πολυεθνοτική και κοσμική πραγματικότητα. Παράλληλα, αποφεύγονται εκδοχές της που εκφυλίζονται σε κρατισμό ή σε υποταγή της Εκκλησίας στις σκοπιμότητες της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας. Υπό αυτό το πρίσμα, υποστηρίζεται ότι η Εκκλησία οφείλει να διατηρεί την ελευθερία και την εσχατολογική της ταυτότητα, αποφεύγοντας συμβιβαστικά σχήματα συνύπαρξης με έναν αθρήσκο ή πολυθεϊστικό κόσμο που θαρρετά αναιρούν την πνευματική της αυτονομία.

 Η περίφημη ρήση του Χριστού «Ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ» (Ματθ. 22:21) αποτελεί έναν από τους πλέον πολυδιάστατους βιβλικούς στίχους στη σχέση πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας. Η σύγχρονη προσέγγιση επικαλείται το χωρίο για να νομιμοποιήσει έναν εκ των πραγμάτων διαχωρισμό Εκκλησίας και Κράτους, εστιάζοντας στη διακριτότητα των σφαιρών όπου ο Καίσαρας εκπροσωπεί την κοσμική διοίκηση και ο Θεός την πνευματική ζωή. Σύμφωνα με αυτή την ανάγνωση, τίθενται τα απαραίτητα όρια ώστε η πολιτεία να μην παρεμβαίνει στα θρησκευτικά ζητήματα και η Εκκλησία να μην ασκεί κοσμική εξουσία.

Αντιθέτως, η πατερική παράδοση ερμηνεύει το ίδιο χωρίο όχι ως ένδειξη διαχωρισμού, αλλά ως την απόλυτη υποταγή όλων, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής εξουσίας, στον Θεό. Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν βλέπουν δύο παράλληλες και ισότιμες εξουσίες, καθώς θεωρούν ότι εφόσον τα πάντα δημιουργήθηκαν από τον Θεό, ακόμη και ο Καίσαρας και τα υλικά αγαθά του ανήκουν τελικά σε Εκείνον. Η πολιτική εξουσία γίνεται αποδεκτή μόνο στο μέτρο που δεν αντιστρατεύεται τον θείο νόμο, και όταν ο κοσμικός άρχοντας απαιτεί εκείνο που ανήκει αποκλειστικά στον Θεό, η υπακοή παύει. Έτσι, η πατερική γραμματεία υποτάσσει την πολιτική σφαίρα κάτω από την ηθική και πνευματική εποπτεία της βασιλείας του Θεού, αρνούμενη την αυτονομία ενός κράτους που δρα εντελώς ανεξάρτητα από τις θείες εντολές.

Επιπλέον, η αποδοχή της «θρησκευτικής ελευθερίας» ως «θεμελιώδους ανθρωπίνου δικαιώματος» εισάγει φιλελεύθερη ανθρωπολογία στη θέση της ορθοδόξου: το δικαίωμα στην πλάνη δεν είναι δώρο Θεού, αλλά ανθρώπινη επινόηση.

Τα «δικαιώματα του ανθρώπου» ως εκκοσμίκευση (§16)

Προβληματικό απόσπασμα:
«Τά δικαιώματα το
νθρώπου ερίσκονται σήμερον ες τό κέντρον τς πολιτικς...» και η προσοχή στην «κτροπή» τους σε ατομοκεντρισμό.

Κριτική: Αν και το κείμενο επιχειρεί να «ορθοδοξοποιήσει» τα ανθρώπινα δικαιώματα, το ίδιο το εννοιολογικό πλαίσιο θεωρείται δανεικό από τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1948) και όχι από τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Η αντικοινωμενιστική κριτική υποστηρίζει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν χρειάζεται να μιλάει γλώσσα «δικαιωμάτων», αλλά γλώσσα αληθείας και σωτηρίας. Η υιοθέτηση της «δικαιωματικής» γλώσσας είναι ήδη υποχώρηση στη λογική της εκκοσμίκευσης που υποτίθεται ότι καταγγέλλεται.


Ο «διαθρησκειακός διάλογος» (§17) — Ίσως το κρισιμότερο σημείο

17. Βιοῦμεν σήμερον ἔξαρσιν νοσηρῶν φαινομένων βίας ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ. Αἱ ἐκρήξεις φονταμενταλισμοῦ εἰς τούς κόλπους τῶν θρησκειῶν κινδυνεύουν νά ὁδηγήσουν εἰς τήν ἐπικράτησιν τῆς ἀπόψεως ὅτι ὁ φονταμενταλισμός ἀνήκει εἰς τήν οὐσίαν τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου. Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι ὅτι  φονταμενταλισμός, ὡς «ζῆλος οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν» (Ρωμ. ι’, 2), ποτελε κφρασιν νοσηρς θρησκευτικότητος. Ὁ ἀληθής χριστιανός, κατά τό πρότυπον τοῦ σταυρωθέντος Κυρίου, θυσιάζεται καί δέν θυσιάζει, καί διά τόν λόγον αὐτόν εἶναι ὁ αὐστηρότερος κριτής τοῦ ὁποθενδήποτε προερχομένου φονταμενταλισμοῦ. Ὁ εἰλικρινής διαθρησκειακός διάλογος συμβάλλει εἰς τήν ἀνάπτυξιν ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης, εἰς τήν προώθησιν τῆς εἰρήνης καί τῆς καταλλαγῆς. Ἡ Ἐκκλησία ἀγωνίζεται διά νά καταστήσῃ αἰσθητοτέραν τήν «ἄνωθεν εἰρήνην» ἐπί τῆς γῆς. Ἡ ἀληθινή εἰρήνη δέν ἐπιτυγχάνεται μέ τήν δύναμιν τῶν ὅπλων, ἀλλά μόνον διά μέσου τῆς ἀγάπης, ἥτις «οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς» (Α’ Κορ. ιγ´, 5). Τό ἔλαιον τῆς πίστεως πρέπει νά χρησιμοποιῆται διά νά ἁπαλύνῃ καί νά θεραπεύῃ τάς παλαιάς πληγάς τῶν ἄλλων καί ὄχι νά ἀναρριπίζῃ νέας ἑστίας μίσους.

 

Προβληματικό απόσπασμα:
«
ελικρινής διαθρησκειακός διάλογος συμβάλλει ες τήν νάπτυξιν μοιβαίας μπιστοσύνης, ες τήν προώθησιν τς ερήνης καί τς καταλλαγς.»

Σχολιασμός: Αυτό είναι το πλέον αναθεματισμένο σημείο από αντικοινωμενιστές. Ο όρος «διαθρησκειακός διάλογος» συνδέεται άμεσα με το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και τις συναντήσεις τύπου  Ασσίζης. Η πατερική παράδοση δεν γνωρίζει «διαθρησκειακό διάλογο» ως αξία, αλλά κήρυγμα μετανοίας προς τους αλλόθρησκους.

Η φράση «μοιβαία μπιστοσύνη» μεταξύ Ορθοδοξίας και, π.χ., Ισλάμ ή Βουδισμού, θεωρείται θεολογικά ασύστατη: η αλήθεια δεν «διαλέγεται» με την πλάνη ως ίση προς ίση. Η ειρήνη «διά μέσου τς γάπης» ερμηνεύεται εδώ ως αγάπη χωρίς κήρυγμα αληθείας, δηλαδή ως συγκρητιστική ουδετερότητα.


7. Η «διαχριστιανική» συνάντηση και η μαρτυρία «διά του διαλόγου» (§20) — Το επίκεντρο της κριτικής

20. Ἡ Ἐκκλησία ἐπιδεικνύει εὐαισθησίαν ἔναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διέκοψαν τήν μετ’ αὐτῆς κοινωνίαν καί ἐνδιαφέρεται δι’ ὅσους δέν κατανοοῦν τήν φωνήν της. Ἐν τῇ συνειδήσει αὐτῆς ὅτι ἀποτελεῖ τήν ζῶσαν παρουσίαν τοῦ Χριστοῦ ἐν τῷ κόσμῳ, μετατρέπει εἰς συγκεκριμένας πράξεις τήν θείαν Οἰκονομίαν δι’ ὅλων τῶν εἰς τήν διάθεσιν αὐτῆς μέσων, διά τήν ἀξιόπιστον μαρτυρίαν τῆς ἀληθείας, ἐν τῇ  ἀκριβείᾳ τῆς ἀποστολικῆς πίστεως. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό τῆς κατανοήσεως τοῦ χρέους μαρτυρίας καί προσφορᾶς,  ρθόδοξος κκλησία νέκαθεν προσέδιδε μεγάλην σημασίαν ες τόν διάλογον, ἰδιαιτέρως δέ εἰς ἐκεῖνον μέ τούς ἑτεροδόξους χριστιανούς. Διά μέσου τοῦ διαλόγου αὐτοῦ, ὁ λοιπός χριστιανικός κόσμος γνωρίζει πλέον καλύτερα τήν Ὀρθοδοξίαν καί τήν γνησιότητα τῆς παραδόσεως αὐτῆς. Ἐπίσης γνωρίζει ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία οὐδέποτε ἀπεδέχθη τόν θεολογικόν μινιμαλισμόν ἤ τήν ἀμφισβήτησιν τῆς δογματικῆς παραδόσεως καί τοῦ εὐαγγελικοῦ ἤθους της. Οἱ διαχριστιανικοί διάλογοι ἐλειτούργησαν ὡς εὐκαιρία διά τήν Ὀρθοδοξίαν, διά νά ἀναδείξῃ τό σέβας πρός τήν διδασκαλίαν τῶν Πατέρων καί διά νά δώσῃ τήν ἀξιόπιστον μαρτυρίαν τῆς γνησίας παραδόσεως τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. Οἱ ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας διεξαγόμενοι διάλογοι οὐδέποτε ἐσήμαιναν, οὔτε σημαίνουν καί δέν πρόκειται νά σημάνουν ποτέ οἱονδήποτε συμβιβασμόν εἰς ζητήματα πίστεως. Οἱ διάλογοι αὐτοί εἶναι μαρτυρία περί τῆς Ὀρθοδοξίας, ἑδραζομένη ἐπί τοῦ εὐαγγελικοῦ μηνύματος «Ἔρχου καί ἴδε» (Ἰωάν. α’, 46), ὅτι «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν» (Α’ Ἰωάν. δ’, 8)

 

Προβληματικά αποσπάσματα:

  • « ρθόδοξος κκλησία νέκαθεν προσέδιδε μεγάλην σημασίαν ες τόν διάλογον, διαιτέρως δέ ες κενον μέ τούς τεροδόξους χριστιανούς.»
  • «Διά μέσου το διαλόγου ατο, λοιπός χριστιανικός κόσμος γνωρίζει πλέον καλύτερα τήν ρθοδοξίαν...»
  • «Ο διαχριστιανικοί διάλογοι λειτούργησαν ς εκαιρία διά τήν ρθοδοξίαν...»

Σχολιασμός

α) Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν χρειάζεται διαλόγους για να αποδείξει ποια είναι. Ως η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, η αλήθεια της ζείται μέσα στα Μυστήριά της και δεν αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

β) Ο όρος «τερόδοξοι χριστιανοί» είναι ήδη υποχώρηση: οι αιρετικοί δεν είναι «λλο δόξα» αλλά αποσχισμένοι από την Αλήθεια. Η κοινή χρήση του όρου «χριστιανοί» για τους παπικούς και προτεστάντες αποτελεί εκκλησιολογική σύγχυση.

γ) Η φράση «οδέποτε σήμαιναν... οονδήποτε συμβιβασμόν» ερμηνεύεται ως άλλοθι. Αν οι διάλογοι δεν οδηγούν σε συμβιβασμό, γιατί γίνονται; Γιατί η Ορθοδοξία συμμετέχει στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών; Η απλή διακήρυξη «δεν συμβιβαζόμαστε» δεν ακυρώνει την ουσία της κοινής προσευχής και της κοινής μαρτυρίας που αναπτύσσεται στους διαλόγους.

δ) Το «ρχου καί δε» (Ιωάν. α', 46) χρησιμοποιείται εδώ ως πρόσκληση σε «βίωμα», ενώ στην πραγματικότητα ο Χριστός καλεί σε πίστη και υπακοή, όχι σε διαθρησκειακή συνάντηση.


 

ΜΕΡΟΣ Γ

8. Η απουσία αναθεματικού λόγου και η «γλώσσα της εποχής»

Γενική κριτική: Το κείμενο απουσιάζει πλήρως από αναθέματα κατά συγκεκριμένων αιρέσεων. Οι Πατέρες των Συνόδων (π.χ. Ζ΄ Οικουμενική) δεν αρκούνταν σε γενικόλογες διακηρύξεις, αλλά κατονόμαζαν: παπικό filioque, προτεσταντισμό, μονοφυσιτισμό κ.λπ.

Εδώ, η μόνη έμμεση αναφορά σε αίρεση είναι στο §3 (Φλωρεντία, Παλαμάς, εθνοφυλετισμός). Αλλά για τους σύγχρονους αιρετικούς (παπικούς, προτεστάντες, μονοφυσίτες) επικρατεί σιωπή ή «διπλωματική» γλώσσα. Η αντικοινωμενιστική κριτική θεωρεί ότι η Σύνοδος δεν τολμά να πει: «Ο Πάπας είναι αιρετικός» ή «Οι προτεστάντες δεν είναι Εκκλησία».


9. Η οικολογία ως αντικατάσταση της σωτηριολογίας (§14)

14. Α ρίζαι τς οκολογικς κρίσεως εναι πνευματικαί καί θικαί, ἐνδιάθετοι εἰς τήν καρδίαν ἑκάστου ἀνθρώπου. Αὐτή ἡ κρίσις ἐπιδεινοῦται κατά τούς τελευταίους αἰῶνας ἐξ αἰτίας τῶν ποικίλων διχασμῶν προκαλουμένων ἀπό ἀνθρώπινα πάθη, ὅπως ἡ πλεονεξία, ἡ ἀπληστία, ὁ ἐγωισμός, ἡ ἁρπακτική διάθεσις καί ἀπό τάς ἐπιπτώσεις αὐτῶν ἐπί τοῦ πλανήτου, ὡς ἡ κλιματική ἀλλαγή, ἡ ὁποία πλέον ἀπειλεῖ εἰς μεγάλον βαθμόν τό φυσικόν περιβάλλον, τόν κοινόν ἡμῶν «οἶκον». Ἡ ρῆξις τῆς σχέσεως ἀνθρώπου καί κτίσεως εἶναι διαστρέβλωσις τῆς αὐθεντικῆς χρήσεως τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ οἰκολογικοῦ προβλήματος ἐπί τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς χριστιανικῆς παραδόσεως ἀπαιτεῖ ὄχι μόνον μετάνοιαν διά τήν ἁμαρτίαν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν φυσικῶν πόρων τοῦ πλανήτου, ἤτοι ριζικήν ἀλλαγήν νοοτροπίας καί συμπεριφορᾶς, ἀλλά καί ἀσκητισμόν, ὡς ἀντίδοτον εἰς τόν καταναλωτισμόν, εἰς τήν θεοποίησιν τῶν ἀναγκῶν καί εἰς τήν κτητικήν στάσιν. Προϋποθέτει ἐπίσης καί τήν μεγίστην εὐθύνην ἡμῶν νά παραδώσωμεν εἰς τάς ἐπερχομένας γενεάς βιώσιμον φυσικόν περιβάλλον καί τήν χρῆσιν αὐτοῦ κατά θείαν βούλησιν καί εὐλογίαν. Εἰς τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καταφάσκεται ἡ δημιουργία καί ὁ ἄνθρωπος ἐνδυναμώνεται διά νά λειτουργῇ ὡς οἰκονόμος, φύλαξ καί «ἱερεύς» αὐτῆς, προσάγων ταύτην δοξολογικῶς τῷ Δημιουργῷ – «Τά Σά ἐκ τῶν Σῶν, Σοί προσφέρομεν κατά πάντα καί διά πάντα» – καί καλλιεργῶν εὐχαριστιακήν σχέσιν μέ τήν κτίσιν. Ἡ ὀρθόδοξος αὐτή εὐαγγελική καί πατερική προσέγγισις στρέφει ἐπίσης τήν προσοχήν μας εἰς τάς κοινωνικάς διαστάσεις καί τάς τραγικάς ἐπιπτώσεις τῆς καταστροφῆς τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος.

 

Προβληματικό απόσπασμα:
Η εκτενής αναφορά στην «ο
κολογικήν κρίσιν» και η χρήση όρων όπως «βιώσιμον περιβάλλον», «κλιματική λλαγή».

Σχολιασμός: Αν και η φροντίδα της κτίσης είναι ορθή, η αντικοινωμενιστική κριτική εντοπίζει εδώ την εισαγωγή της «πράσινης» ατζέντας του ΟΗΕ στη συνοδική διδασκαλία. Η Εκκλησία μετατρέπεται από «σωματεμπορικός» οργανισμός σε «ΜΚΟ οικολογικού ενδιαφέροντος». Η μετάνοια για «τήν μαρτίαν τς κμεταλλεύσεως» φέρνει τη Σύνοδο κοντά στη θεολογία της απελευθέρωσης, ενώ η Ορθοδοξία γνωρίζει μόνο τη μετάνοια για προσωπικά αμαρτήματα.

Η απουσία του μοναχισμού από την εκκλησιολογία
Σε ένα κείμενο 20 άρθρων για την Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν υπάρχει ούτε μία αναφορά στον μοναχισμό ως εκκλησιολογικό στοιχείο. Ο μοναχισμός παρουσιάζεται μόνο περιθωριακά στο §13 («δέν
φορον μόνον ες τόν μοναχικόν βίον»).
Κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά και τους ασκητικούς Πατέρες, ο μοναχισμός δεν είναι «επάγγελμα», αλλά η καρδιά της Εκκλησίας. Η απουσία του από την εκκλησιολογία της Συνόδου δείχνει μια εκκοσμικευμένη εκκλησιολογία, όπου η Εκκλησία ταυτίζεται με τη διοικητική δομή (14 Αυτοκέφαλες) και όχι με τη μυστηριακή ζωή. Η Σύνοδος μιλάει για «
κκλησία» ως θεσμό διαλόγου και πολιτικής παρέμβασης, όχι ως τόπο θεώσεως και ασκητικής πάλης.

Η ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΓΚΥΚΛΙΟΥ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Η Εγκύκλιος της Συνόδου της Κρήτης (2016) εμφανίζεται ως κείμενο ενότητας, όμως η εκκλησιολογία που προβάλλει αποκλίνει ουσιωδώς από την πατερική παράδοση της Ορθοδοξίας. Αντί για την Εκκλησία ως Σῶμα Χριστού, το κείμενο προτιμά μια «σχεσιακή» και «ευχαριστιακή» εκκλησιολογία, δανεισμένη από το Βατικανό Β΄ και τον προτεσταντισμό. Η Εκκλησία παρουσιάζεται ως «κοινωνία κατ’ εἰκόνα τῆς Τριάδος» και όχι ως ιεραρχημένο Σῶμα με κεφαλή τον Χριστό και μέλη τους πιστούς.

Το σοβαρότερο εκκλησιολογικό πρόβλημα βρίσκεται στο άρθρο 5: «Ἡ Ὀρθόδοξος Καθολική Ἐκκλησία ἀποτελεῖται ἐκ δεκατεσσάρων Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν». Αυτή η διατύπωση εισάγει μοντέλο συνομοσπονδίας (confederation), όπου η μία Εκκλησία είναι το άθροισμα των μερών. Σύμφωνα με την παράδοση, όμως, η Εκκλησία είναι μία, και οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες είναι διοικητικές επαρχίες της, όχι συστατικά της. Η «συνεταιριστική» αυτή εκκλησιολογία οδηγεί σε πρωτοβουλιάρχη αντίληψη, όπου κάθε Αυτοκέφαλη αποκτά de facto δικαίωμα βέτο, υπονομεύοντας την ενότητα του Σώματος.

Παράλληλα, η Σύνοδος αυτοαποκαλείται «Μεγάλη», χωρίς να είναι Οικουμενική. Συνεκλήθη με πρωτοβουλία μόνο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, παρουσία μειοψηφίας Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, και χωρίς δεσμευτικό χαρακτήρα. Ο τίτλος «Μεγάλη» παραμένει εκκλησιολογικά αδικαιολόγητος: στην ιστορία, «Μεγάλες» ήταν μόνο οι Οικουμενικές Σύνοδοι.

Ακόμη, η Εγκύκλιος αποσιωπά τον μοναχισμό ως εκκλησιολογικό στοιχείο — παρουσιάζει την Εκκλησία ως θεσμό διαλόγου και πολιτικής παρέμβασης, όχι ως τόπο θεώσεως. Αποφεύγει να κατονομάσει σύγχρονες αιρέσεις (παπικό πρωτείο, ουνιτισμό, φιλιόκβε), ενώ εισάγει όρους δανεικούς από τον οικουμενισμό («διαθρησκειακός διάλογος», «συναλληλία με το κράτος»). Τέλος, η σιωπή της για την Ουκρανία (2016) και η ουδετερότητα έναντι του σχίσματος προετοίμασαν την εκκλησιολογική κατάρρευση του 2018.

Συμπερασματικά, η εκκλησιολογία της Εγκυκλίου δεν είναι πατερική. Είναι μια σύγχρονη, διπλωματική και συγκρητιστική σύνθεση, που υποτάσσει την αλήθεια του Σώματος Χριστού στη λογική του διαλόγου και της παγκοσμιοποίησης.

 


Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026

Οι συμμετέχοντες στην Σύνοδο της Κρήτης (2016)


 

Στην  Σύνοδο της  Εκκλησίας (Κρήτη, 2016»  συμμετείχαν  οι ακόλουθες 10 Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες με τους Προκαθημένους τους και τις αντίστοιχες αντιπροσωπείες ιεραρχών:


 

1. Οικουμενικόν Πατριαρχείον

  • Προκάθημενος & Πρόεδρος της Συνόδου: † ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος
  • Αντιπροσωπεία:
    • ὁ Καρελίας και πάσης Φιλλανδίας Λέων
    • ὁ Ταλλίνης και πάσης Εσθονίας Στέφανος
    • ὁ Γέρων Περγάμου Ιωάννης
    • ὁ Γέρων Αμερικής Δημήτριος
    • ὁ Γερμανίας Αυγουστίνος
    • ὁ Κρήτης Ειρηναίος
    • ὁ Ντένβερ Ησαΐας
    • ὁ Ατλάντας Αλέξιος
    • ὁ Πριγκηποννήσων Ιάκωβος
    • ὁ Προικοννήσου Ιωσήφ
    • ὁ Φιλαδελφείας Μελίτων
    • ὁ Γαλλίας Εμμανουήλ
    • ὁ Δαρδανελλίων Νικήτας
    • ὁ Ντητρόιτ Νικόλαος
    • ὁ Αγίου Φραγκίσκου Γεράσιμος
    • ὁ Κισάμου και Σελίνου Αμφιλόχιος
    • ὁ Κορέας Αμβρόσιος
    • ὁ Σηλυβρίας Μάξιμος
    • ὁ Αδριανουπόλεως Αμφιλόχιος
    • ὁ Διοκλείας Κάλλιστος
    • ὁ Ιεραπόλεως Αντώνιος (επί κεφαλής των Ουκρανών Ορθοδόξων εν ΗΠΑ)
    • ὁ Τελμησσού Ιώβ
    • ὁ Χαριουπόλεως Ιωάννης (επί κεφαλής της Πατριαρχικής Εξαρχίας των εν τη Δυτική Ευρώπη Ορθοδόξων Παροικιών Ρωσσικής Παραδόσεως)
    • ὁ Νύσσης Γρηγόριος (επί κεφαλής των Καρπαθορώσσων Ορθοδόξων εν ΗΠΑ)

 

 


 

 

2. Πατριαρχείον Αλεξανδρείας

 

3. Πατριαρχείον Ιεροσολύμων

 

  • Προκάθημενος: † ὁ Αλεξανδρείας Θεόδωρος
  • Αντιπροσωπεία:
    • ὁ Γέρων Λεοντοπόλεως Γαβριήλ
    • ὁ Ναϊρόμπι Μακάριος
    • ὁ Καμπάλας Ιωνάς
    • ὁ Ζιμπάμπουε και Αγκόλας Σεραφείμ
    • ὁ Νιγηρίας Αλέξανδρος
    • ὁ Τριπόλεως Θεοφύλακτος
    • ὁ Καλής Ελπίδος Σέργιος
    • ὁ Κυρήνης Αθανάσιος
    • ὁ Καρθαγένης Αλέξιος
    • ὁ Μουάντζας Ιερώνυμος
    • ὁ Γουϊνέας Γεώργιος
    • ὁ Ερμουπόλεως Νικόλαος
    • ὁ Ειρηνουπόλεως Δημήτριος
    • ὁ Ιωαννουπόλεως και Πρετορίας Δαμασκηνός
    • ὁ Άκκρας Νάρκισσος
    • ὁ Πτολεμαΐδος Εμμανουήλ
    • ὁ Καμερούν Γρηγόριος
    • ὁ Μέμφιδος Νικόδημος
    • ὁ Κατάγκας Μελέτιος
    • ὁ Μπραζαβίλ και Γκαμπόν Παντελεήμων
    • ὁ Μπουρούντι και Ρουάντας Ιννοκέντιος
    • ὁ Μοζαμβίκης Χρυσόστομος
    • ὁ Νιέρι και Όρους Κένυας Νεόφυτος

 

  • Προκάθημενος: † ὁ Ιεροσολύμων Θεόφιλος
  • Αντιπροσωπεία:
    • ὁ Φιλαδελφείας Βενέδικτος
    • ὁ Κωνσταντίνης Αρίσταρχος
    • ὁ Ιορδάνου Θεοφύλακτος
    • ὁ Ανθηδώνος Νεκτάριος
    • ὁ Πέλλης Φιλούμενος

 


 

 

 

 

 

4. Εκκλησία της Σερβίας

 

5. Εκκλησία της Ρουμανίας

 

  • Προκάθημενος: † ὁ Σερβίας Ειρηναίος
  • Αντιπροσωπεία:
    • † ὁ Αχρίδος και Σκοπίων Ιωάννης
    • † ὁ Μαυροβουνίου και Παραθαλασσίας Αμφιλόχιος
    • † ὁ Ζάγκρεμπ και Λιουμπλιάνας Πορφύριος
    • † ὁ Σιρμίου Βασίλειος
    • † ὁ Βουδιμίου Λουκιανός
    • † ὁ Νέας Γκρατσάνιτσας Λογγίνος
    • † ὁ Μπάτσκας Ειρηναίος
    • † ὁ Σβορνικίου και Τούζλας Χρυσόστομος
    • † ὁ Ζίτσης Ιουστίνος
    • † ὁ Βρανίων Παχώμιος
    • † ὁ Σουμαδίας Ιωάννης
    • † ὁ Μπρανιτσέβου Ιγνάτιος
    • † ὁ Δαλματίας Φώτιος
    • † ὁ Μπίχατς και Πέτροβατς Αθανάσιος
    • † ὁ Νίκσιτς και Βουδίμλιε Ιωαννίκιος
    • † ὁ Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης Γρηγόριος
    • † ὁ Βαλιέβου Μιλούτιν
    • † ὁ ἐν Δυτική Αμερική Μάξιμος
    • † ὁ ἐν Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία Ειρηναίος
    • † ὁ Κρούσεβατς Δαυΐδ
    • † ὁ Σλαβονίας Ιωάννης
    • † ὁ Αυστρίας και Ελβετίας Ανδρέας
    • † ὁ Φραγκφούρτης και πάσης Γερμανίας Σέργιος
    • † ὁ Τιμοκίου Ιλαρίων

  • Προκάθημενος: † ὁ Ρουμανίας Δανιήλ
  • Αντιπροσωπεία:
    • † ὁ Ιασίου και Μολδαβίας και Μπουκοβίνης Θεοφάνης
    • † ὁ Σιμπίου και Τρανσυλβανίας Λαυρέντιος
    • † ὁ Βάντ, Φελεάκ και Κλούζ και Κλούζ, Άλμπας, Κρισάνας και Μαραμούρες Ανδρέας
    • † ὁ Κραϊόβας και Ολτενίας Ειρηναίος
    • † ὁ Τιμισοάρας και Βανάτου Ιωάννης
    • † ὁ ἐν Δυτική και Νοτίω Ευρώπη Ιωσήφ
    • † ὁ ἐν Γερμανία και Κεντρική Ευρώπη Σεραφείμ
    • † ὁ Τιργοβιστίου Νήφων
    • † ὁ Άλμπα Ιούλια Ειρηναίος
    • † ὁ Ρώμαν και Μπακάου Ιωακείμ
    • † ὁ Κάτω Δουνάβεως Κασσιανός
    • † ὁ Αράντ Τιμόθεος
    • † ὁ ἐν Αμερική Νικόλαος
    • † ὁ Οράντεα Σωφρόνιος
    • † ὁ Στρεχαίας και Σεβερίνου Νικόδημος
    • † ὁ Τουλσέας Βησσαρίων
    • † ὁ Σαλάζης Πετρώνιος
    • † ὁ ἐν Ουγγαρία Σιλουανός
    • † ὁ ἐν Ιταλία Σιλουανός
    • † ὁ ἐν Ισπανία και Πορτογαλία Τιμόθεος
    • † ὁ ἐν Βορείω Ευρώπη Μακάριος
    • † ὁ Πλοεστίου Βαρλαάμ (Βοηθός παρά τώ Πατριάρχη)
    • † ὁ Λοβιστέου Αιμιαλιανός (Βοηθός παρά τώ Αρχιεπισκόπω Ριμνικίου)
    • † ὁ Βικίνης Ιωάννης Κασσιανός (Βοηθός παρά τώ Αρχιεπισκόπω εν Αμερική)

 

 

 

6. Εκκλησία της Κύπρου

 

7. Εκκλησία της Ελλάδος

 

  • Προκάθημενος: † ὁ Νέας Ιουστινιανής και πάσης Κύπρου Χρυσόστομος
  • Αντιπροσωπεία:
    • † ὁ Πάφου Γεώργιος
    • † ὁ Κιτίου Χρυσόστομος
    • † ὁ Κυρηνείας Χρυσόστομος
    • † ὁ Λεμεσού Αθανάσιος
    • † ὁ Μόρφου Νεόφυτος
    • † ὁ Κωνσταντίας - Αμμοχώστου Βασίλειος
    • † ὁ Κύκκου και Τηλλυρίας Νικηφόρος
    • † ὁ Ταμασού και Ορεινής Ησαΐας
    • † ὁ Τριμυθούντος και Λευκάρων Βαρνάβας
    • † ὁ Καρπασίας Χριστοφόρος
    • † ὁ Αρσινόης Νεκτάριος
    • † ὁ Αμαθούντος Νικόλαος
    • † ὁ Λήδρας Επιφάνιος
    • † ὁ Χύτρων Λεόντιος
    • † ὁ Νεαπόλεως Πορφύριος
    • † ὁ Μεσαορίας Γρηγόριος

 

  • Προκάθημενος: † ὁ Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος
  • Αντιπροσωπεία:
    • † ὁ Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου Προκόπιος
    • † ὁ Περιστερίου Χρυσόστομος
    • † ὁ Ηλείας Γερμανός
    • † ὁ Μαντινείας και Κυνουρίας Αλέξανδρος
    • † ὁ Άρτης Ιγνάτιος
    • † ὁ Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου Δαμασκηνός
    • † ὁ Νικαίας Αλέξιος
    • † ὁ Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος
    • † ὁ Σάμου και Ικαρίας Ευσέβιος
    • † ὁ Καστορίας Σεραφείμ
    • † ὁ Δημητριάδος και Αλμυρού Ιγνάτιος
    • † ὁ Κασσανδρείας Νικόδημος
    • † ὁ Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης Εφραίμ
    • † ὁ Σερρών και Νιγρίτης Θεολόγος
    • † ὁ Σιδηροκάστρου Μακάριος
    • † ὁ Αλεξανδρουπόλεως Άνθιμος
    • † ὁ Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως Βαρνάβας
    • † ὁ Μεσσηνίας Χρυσόστομος
    • † ὁ Ιλίου, Αχαρνών και Πετρουπόλεως Αθηναγόρας
    • † ὁ Λαγκαδά, Λητής και Ρεντίνης Ιωάννης
    • † ὁ Νέας Ιωνίας και Φιλαδελφείας Γαβριήλ
    • † ὁ Νικοπόλεως και Πρεβέζης Χρυσόστομος
    • † ὁ Ιερισσού, Αγίου Όρους και Αρδαμερίου Θεόκλητος

 

 

 

8. Εκκλησία της Πολωνίας

 

9. Εκκλησία της Αλβανίας

 

10. Εκκλησία Τσεχίας και Σλοβακίας

 

 

  • Προκάθημενος: † ὁ Βαρσοβίας και πάσης Πολωνίας Σάββας
  • Αντιπροσωπεία:

† ὁ Λούτζ και Πόζναν Σίμων

† ὁ Λούμπλιν και Χέλμ Άβελ

† ὁ Μπιαλύστοκ και Γκντάνσκ Ιάκωβος

† ὁ Σιεμιατίτσε Γεώργιος

† ὁ Γκορλίτσε Παΐσιος

 

  • Προκάθημενος: † ὁ Τιράνων και πάσης Αλβανίας Αναστάσιος
  • Αντιπροσωπεία:

† ὁ Κορυτσάς Ιωάννης

† ὁ Αργυροκάστρου Δημήτριος

† ὁ Απολλωνίας και Φίερ Νικόλαος

† ὁ Ελμπασάν Αντώνιος

† ὁ Αμαντίας Ναθαναήλ

† ὁ Βύλιδος Άστιος

 

•Προκάθημενος: † ὁ Πρέσοβ και πάσης Τσεχίας και Σλοβακίας Ραστισλάβ

Αντιπροσωπεία:

o† ὁ Πράγας Μιχαήλ

† ὁ Σούμπερκ Ησαΐας

 

Γραμματεία της Συνόδου

Στο τέλος του εγγράφου των υπογραφών καταγράφεται επίσης ο:

  • ὁ Ελβετίας Ιερεμίας, ως Επί κεφαλής της Πανορθοδόξου Γραμματείας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου.

(Σημείωση: Οι υπόλοιπες τέσσερις Ορθόδοξες Εκκλησίες – Πατριαρχείο Αντιοχείας, Πατριαρχείο Μόσχας, Πατριαρχείο Βουλγαρίας και Εκκλησία της Γεωργίας – επέλεξαν να μη συμμετάσχουν στη Σύνοδο της Κρήτης και γι' αυτό δεν εκπροσωπούνται στο έγγραφο.)

----------------------------------------------------------------------

Στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο, ο συνολικός αριθμός των εγγεγραμμένων συμμετεχόντων προς υπογραφή ήταν 163 αρχιερείς.

Αυτοί αναλύονται ως εξής:

  • 10 Προκάθημενοι των Αυτοκέφαλων Ορθόδοξων Εκκλησιών που έλαβαν μέρος (υπέγραψαν όλοι).
  • 152 Αρχιερείς / Συνοδικά Μέλη που αποτελούσαν τις επίσημες αντιπροσωπείες των 10 Εκκλησιών.
  • 1 Αρχιερέας (ὁ Ελβετίας Ιερεμίας) ως επικεφαλής της Πανορθοδόξου Γραμματείας της Συνόδου.

Η κατανομή των 163 αρχιερέων ανάμεσα στις συμμετέχουσες αντιπροσωπείες (συμπεριλαμβανομένων των Προκαθημένων τους) αποκαλύπτει τη γεωγραφική και πληθυσμιακή ισορροπία της Συνόδου.

Οι αντιπροσωπείες κατατάσσονται από τη μεγαλύτερη προς τη μικρότερη ως εξής:

1. Οι «Μεγάλες» Αντιπροσωπείες (άνω των 20 μελών)

Οι πέντε αυτές Εκκλησίες συγκέντρωναν μαζί το 75,46% (123 από τους 163) του συνόλου των συνέδρων:

  • Οικουμενικό Πατριαρχείον: 25 μέλη (15,34%)
    • Προκάθημενος: Πατριάρχης Βαρθολομαίος + 24 αρχιερείς.
  • Εκκλησία της Σερβίας: 25 μέλη (15,34%)
    • Προκάθημενος: Πατριάρχης Ειρηναίος + 24 αρχιερείς.
  • Εκκλησία της Ρουμανίας: 25 μέλη (15,34%)
    • Προκάθημενος: Πατριάρχης Δανιήλ + 24 αρχιερείς.
  • Πατριαρχείον Αλεξανδρείας: 24 μέλη (14,72%)
    • Προκάθημενος: Πατριάρχης Θεόδωρος Β' + 23 αρχιερείς.
  • Εκκλησία της Ελλάδος: 24 μέλη (14,72%)
    • Προκάθημενος: Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος Β' + 23 αρχιερείς.

2. Η «Μεσαία» Αντιπροσωπεία

  • Εκκλησία της Κύπρου: 17 μέλη (10,43%)
    • Προκάθημενος: Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β' + 16 αρχιερείς.

3. Οι «Μικρότερες» Αντιπροσωπείες (κάτω των 10 μελών)

Οι υπόλοιπες πέντε αντιπροσωπείες μαζί με τη Γραμματεία αποτελούσαν το 14,11% (23 από τους 163) των συμμετεχόντων:

  • Εκκλησία της Αλβανίας: 7 μέλη (4,29%)
    • Προκάθημενος: Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος + 6 αρχιερείς.
  • Πατριαρχείον Ιεροσολύμων: 6 μέλη (3,68%)
    • Προκάθημενος: Πατριάρχης Θεόφιλος Γ' + 5 αρχιερείς.
  • Εκκλησία της Πολωνίας: 6 μέλη (3,68%)
    • Προκάθημενος: Μητροπολίτης Σάββας + 5 αρχιερείς.
  • Εκκλησία Τσεχίας και Σλοβακίας: 3 μέλη (1,84%)
    • Προκάθημενος: Μητροπολίτης Ραστισλάβ + 2 αρχιερείς.
  • Πανορθόδοξος Γραμματεία: 1 μέλος (0,61%)
    • † ὁ Ελβετίας Ιερεμίας (επικεφαλής της Γραμματείας).

Ο κανονισμός της Συνόδου προέβλεπε ότι κάθε Αυτοκέφαλη Εκκλησία διέθετε μία (1) συλλογική ψήφο, ανεξάρτητα από το μέγεθος της αντιπροσωπείας της. Αυτό σημαίνει ότι η Εκκλησία Τσεχίας και Σλοβακίας (με 3 μέλη) είχε την ίδια ψηφοφορική ισχύ με το Οικουμενικό Πατριαρχείο ή την Εκκλησία της Σερβίας (με 25 μέλη), εξασφαλίζοντας την ισοτιμία των Εκκλησιών παρά τις πληθυσμιακές ανισότητες.

-----------------------------

 Βασική στατιστική σύνθεση της «Συνόδου»:

  • Συμμετέχουσες Εκκλησίες: 10 από τις 14 Τοπικές Εκκλησίες (ποσοστό 71%)

  • Αντιπροσώπευση Ορθοδόξων Χριστιανών: Ποσοστό σχεδόν 30%.

  • Συμμετέχοντες Ορθόδοξοι Επίσκοποι: 162 συμμετείχαν από τους 350 που είχαν προσκληθεί (46%)

  • Αντιπροσώπευση Ορθοδόξων Επισκόπων: 162 επί συνόλου 850 παγκοσμίως (19%)

  • Συνολικός Αριθμός Ψηφισάντων Επισκόπων: 10 από τους 162 παριστάμενους επισκόπους (6%), ή 10 από τους 850 επισκόπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας (1.1%).

Αν συγκρίνουμε τα παραπάνω με τις αληθινά «άγιες και Μεγάλες Συνόδους» της Εκκλησίας, οι οποίες αναγνωρίστηκαν κατόπιν ως «Οικουμενικές», υπάρχει τεράστια διαφορά, ιδιαίτερα όσον αφορά τα εμπόδια που αντιμετώπιζαν οι ἱεράρχες των πρώτων αιώνων ως προς τις μετακινήσεις τους και την επικοινωνία. Παραδείγματος χάριν, η Α’ Οικουμενική Σύνοδος είχε 325 θεοφόρους Πατέρες, η Δ’ Οικουμενική 630 Πατέρες και η Ζ’ 350 Πατέρες – όλοι αυτοί συμμετείχαν με δικαίωμα ψήφου.

Τί πήγε λοιπόν να δει ο κόσμος στην Κρήτη; Μία «Αγία και Μεγάλη Σύνοδο»; Μία ελεύθερη συνάθροιση Ορθοδόξων επισκόπων απ’ όλο τον κόσμο; Οι περισσότεροι δεν προσκλήθηκαν, και σχεδόν σε όλους όσοι προσήλθαν δεν δόθηκε η δυνατότητα ψήφου. Επομένως, τί πήγαν να δουν στην Κρήτη; «Μία σύνοδο Προκαθημένων με τις συνοδείες τους».

Η τελευταία αυτή φράση είναι η έκφραση που χρησιμοποίησε ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος για να χαρακτηρίσει τη σύναξη αυτή, την οποία παρακολούθησε και στην οποία ασκεί σφοδρή κριτική τώρα για τις καινοτομίες που εισήγαγε σε σχέση με την Πίστη μας. Η τραγική ειρωνεία είναι πώς, παρ’ όλους τους βαρύγδουπους ισχυρισμούς των διοργανωτών ότι η συνοδικότητα ήταν αυτή που είχε οδηγήσει σ’ αυτή τη διοργάνωση και ότι θα ήταν φανερή στην Κρήτη, στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια νέα ανατολική έκφραση παπικού πρωτείου —των προκαθημένων— που πήρε κεντρική θέση επί σκηνής. Ενώ οι εκπρόσωποι του Οικουμενικού Πατριαρχείου πηγαινοέρχονταν στις λεωφόρους του Διαδικτύου εκθειάζοντας τη συνοδικότητα της προσυνοδικῆς διαδικασίας και της επικείμενης Συνόδου, οι Ιερές Σύνοδοι των ποικίλων Τοπικών Εκκλησιών μόλις άρχισαν να εξετάζουν το κατά πόσον ήταν ορθόδοξα τα κείμενα τα οποία γίνονταν δεκτά από τους Προκαθημένους τους χωρίς την έγκρισή τους. Αυτό δείχνει ότι η αποτυχία της «Συνόδου των Προκαθημένων με τις συνοδείες τους» είχε ήδη εξασφαλιστεί εκ των προτέρων.


Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

Συνέντευξη του Επισκόπου Ξενοφώντα στην εφημερίδα «Sloboda» (Μέρος Β΄)


Ε: Ο Επίσκοπος Αρτέμιος ανέφερε ότι το Συμβούλιο της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν τον ήθελε στην Επαρχία Ράσκα-Πριζρέν (ERP), και σε αντάλλαγμα, διώκοντάς τον, την διέδωσε σε όλο τον κόσμο. Πόσο δύσκολο είναι να διοικείς μια Επισκοπή που διαθέτει κατακόμβες σε πολλές ηπείρους; Α: Πρόκειται για πρόκληση, έναν μεγάλο σταυρό και μια τεράστια ευθύνη. Οφείλουμε να διατηρήσουμε όσα μας άφησαν παρακαταθήκη οι Απόστολοι και οι άγιοι πρόγονοί μας άθικτα και να τα παραδώσουμε στους απογόνους μας.

Ε: Η Επισκοπή στην Εξορία διαθέτει μόνο ένα μοναστήρι στις Ηνωμένες Πολιτείες – τη Μονή των Αγίων Σέρβων Φωτιστών στο Μίσιγκαν. Έχετε τη δυνατότητα να επεκτείνετε την αποστολή σας; Α: Δεν επιβληθήκαμε ποτέ σε κανέναν, αλλά μεταβήκαμε όπου μας καλούσαν οι πιστοί. Η αποστολή στο Κολόμπους, όπου η Θεία Λειτουργία τελείται καθημερινά, διατηρείται και προχωρά με τη συμμετοχή πιστών διαφόρων εθνοτικών καταβολών.

Ε: Αντιμετωπίζει η εν εξορία Επισκοπή προβλήματα με τις κρατικές και τις «επίσημες» εκκλησιαστικές αρχές στις περιοχές όπου διατηρεί κατακόμβες; Α: Υπάρχουν πολλά προβλήματα και δολιοφθορές, από την απαγόρευση παρουσίας στην Έκθεση Βιβλίου του Βελιγραδίου έως την πρόσφατη απέλαση του Αρχιμανδρίτη Προχόρου από τις κατακόμβες στο Ντουσάνοβο. Εμείς πράττουμε το καθήκον μας και αφήνουμε τον ελεήμονα Θεό να αποδώσει δικαιοσύνη.

Ε: Διατηρείτε επαφές με το Πατριαρχείο Βελιγραδίου και ποιες ήταν οι προϋποθέσεις που έθετε ο αείμνηστος Επίσκοπος Αρτέμιος για την υπέρβαση του σχίσματος; Α: Δεν έχουμε καμία απολύτως επαφή. Βασική προϋπόθεση για την άρση του διχασμού είναι η καταδίκη του οικουμενισμού και η αποχώρηση από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, καθώς και η ακύρωση όλων των αντικανονικών αποφάσεων που αφορούν τον Επίσκοπο Αρτέμιο.

Ε: Τι σημαίνει αυτή η εκκλησιαστική κατάσταση για τους πιστούς, συμπεριλαμβανομένων εκείνων στην Αμερική; Α: Αποδεικνύει ότι δεν έχουν χαθεί όλα και ότι το λάβαρο του Αγίου Σάββα και η Αλήθεια δεν έχουν προδοθεί. Όποιος το επιθυμεί είναι ευπρόσδεκτος να αγωνιστούμε από κοινού για να διαφυλάξουμε την Ορθόδοξη πίστη.

Ε: Πώς εξηγείτε στα κηρύγματά σας το πλαίσιο με το οποίο αναφέρεσθε στη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία και στο Πατριαρχείο Βελιγραδίου; Α: Η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η αγία τοπική Εκκλησία μας, ενώ το Πατριαρχείο Βελιγραδίου αποτελεί δυστυχώς συνώνυμο εθνικής και θρησκευτικής προδοσίας. Ακολουθούμε τον Άγιο Ιουστίνο (Πόποβιτς) κάνοντας αυτή τη σαφή διάκριση.

Ε: Πέρα από τις συνοδικές κατηγορίες περί σχίσματος, η Εξορία χαρακτηρίζεται συχνά και ως αίρεση. Με ποιον τρόπο ενισχύετε τη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία; Α: Ευελπιστούμε να διατηρήσουμε ακέραιη τη μαρτυρία της Αλήθειας και της Ορθόδοξης Εκκλησίας Του. Το Πατριαρχείο Βελιγραδίου ομολογεί τον οικουμενισμό, ενώ εμείς ομολογούμε την πίστη στη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

Ε: Πώς ορίζετε τον οικουμενισμό και σε ποιο βαθμό συνιστά απόκλιση από τη διδασκαλία της Εκκλησίας; Α: Σύμφωνα με τον Όσιο Ιουστίνο του Τσέλιε, ο οικουμενισμός είναι παναίρεση, μια αίρεση υπέρτερη όλων των άλλων που εσωκλείει όλες τις προηγούμενες. Αντιβαίνει στην ορθόδοξη διδασκαλία διότι ισχυρίζεται ότι η ανάμειξη της λάσπης των αιρετικών με το κρασί της Ορθοδοξίας παράγει κάτι καλύτερο.

Ε: Πώς μπορούν οι πιστοί να αναγνωρίσουν αυτές τις καινοτομίες στην τέλεση της Θείας Λειτουργίας; Α: Οι πιστοί οφείλουν να γνωρίζουν ότι δεν επιτρέπεται να συμπροσεύχονται με ετεροδόξους ούτε να προσκαλούν μη Ορθόδοξους κληρικούς. Οι νεωτεριστές έχουν προκαλέσει πρωτοφανή σύγχυση εισάγοντας χάος και αυθαιρεσία στην αιώνια τάξη της Θείας Λειτουργίας.

Ε: Σε ποιο βαθμό τα μέσα ενημέρωσης, η πολιτική και η ηγεσία της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας διαστρεβλώνουν τις έννοιες του Αγίου Σάββα και της καθολικότητας; Α: Σήμερα η αλήθεια καταπατείται ακόμη και στα ιερά θυσιαστήρια, και ο άνθρωπος δεν θεωρεί πλέον τίποτα ιερό. Ας κρατήσουμε τον Άγιο Σάββα και τις παραδόσεις μας, γνωρίζοντας ότι η τελική νίκη ανήκει στον Θεό.

Ε: Σημαίνει η κατάσταση αυτή ότι η Σερβία δεν είναι κοσμικό κράτος ούτε η Εκκλησία ελεύθερη; Α: Απολύτως! Η ερώτησή σας εμπεριέχει ήδη την απάντησή μου.

Ε: Θεωρείτε ότι οι πιστοί έχουν ανάγκη πολιτικών συμβουλών από την Εκκλησία; Α: Η αληθινή Εκκλησία του Θεού δεν ασχολείται με την τρέχουσα κομματική πολιτική, αλλά ως στοργική μητέρα οφείλει να φροντίζει τον λαό της και να υπερασπίζεται ό,τι παρέμεινει ιερό και τιμητικό.

Ε: Πώς βλέπετε την κατάσταση στο Κοσσυφοπέδιο και τα Μετόχια; Α: Το Κόσοβο και τα Μετόχια πρέπει να αποτελούν τη διαρκή σκέψη κάθε Σέρβου, συνδυάζοντας τη σκέψη με έργα, μετάνοια και προσευχή, ώστε να μην μείνουμε στην ιστορία ως η γενιά που παρέδωσε τα ιερότερα χώματά μας.

Ε: Πώς σχολιάζετε τη σιωπή της επίσημης Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας για το Κοσσυφοπέδιο; Α: Η ηχηρή σιωπή του Πατριαρχείου Βελιγραδίου και η απροκάλυπτη συνεργασία του με το εκφυλισμένο καθεστώς της Σερβίας τα λέει όλα για αυτή την ντροπή.

Ε: Πόσο ρεαλιστική είναι η δημιουργία μιας «Ορθόδοξης Εκκλησίας του Κοσσυφοπεδίου» μετά τη χορήγηση αυτοκεφαλίας στη MOC; Α: Η απαράδεκτη απόφαση να παραδώσουμε τους ιερούς μας τόπους σχολιάζεται δύσκολα. Ο διαμελισμός της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας μόλις άρχισε, και ή θα ξυπνήσουμε ή θα εξαφανιστούμε.

Ε: Πώς οραματίζεστε την Επαρχία στην Εξορία σε είκοσι χρόνια; Α: Θεού θέλοντος, μέσα στην ενωμένη και θριαμβεύουσα Εκκλησία, σε μια μετανοημένη, ενωμένη και αγιασμένη Σερβία.

Ε: Γιατί δεν υπήρξε άμεση υποστήριξη από την Εξορία στις πρόσφατες φοιτητικές και πολιτικές διαμαρτυρίες στη Σερβία; Α: Δεν ασχοληθήκαμε με την καθημερινή πολιτική ούτε προχωρήσαμε σε εμπρηστικές δηλώσεις. Ωστόσο, η Επισκοπή μας δεν παρέλειψε να προειδοποιήσει για το εκφυλισμένο, αντιλαϊκό και κατοχικό καθεστώς που ωθεί τη Σερβία στην καταστροφή.