|
10. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εὑρίσκεται σήμερον ἀντιμέτωπος
ἀκραίων ἤ καί προκλητικῶν ἐκφράσεων τῆς ἰδεολογίας τῆς ἐκκοσμικεύσεως, ἐνδιαθέτων
εἰς τάς πολιτικάς, πολιτισμικάς καί κοινωνικάς ἐξελίξεις. Βασικόν στοιχεῖον τῆς
ἰδεολογίας τῆς ἐκκοσμικεύσεως ὑπῆρξε πάντοτε καί παραμένει μέχρι σήμερον ἡ
πλήρης αὐτονόμησις τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Χριστόν καί ἀπό τήν πνευματικήν ἐπιρροήν
τῆς Ἐκκλησίας, διά τῆς αὐθαιρέτου μάλιστα ταυτίσεως τῆς Ἐκκλησίας πρός τόν
συντηρητισμόν, ὡς ἐπίσης καί διά τοῦ ἀνιστορήτου χαρακτηρισμοῦ αὐτῆς ὡς δῆθεν
ἐμποδίου εἰς πᾶσαν πρόοδον καί ἐξέλιξιν. Εἰς τάς ἐκκοσμικευμένας συγχρόνους
κοινωνίας ὁ ἄνθρωπος, ἀποκεκομμένος ἀπὸ τόν Θεόν, ταυτίζει τήν ἐλευθερίαν του
καί τό νόημα τῆς ζωῆς του μέ ἀπόλυτον αὐτονομίαν καί μέ ἀποδέσμευσιν ἀπό τόν
αἰώνιον προορισμόν του, μέ ἀποτέλεσμα σειράν παρανοήσεων καί σκοπίμων
παρερμηνειῶν τῆς χριστιανικῆς παραδόσεως. Οὕτως, ἡ ἄνωθεν χορήγησις τῆς ἐν
Χριστῷ ἐλευθερίας καί ἡ πρόοδος εἰς τό «μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ
Χριστοῦ» (Ἐφεσ. δ´, 13) θεωρεῖται ὅτι ἀντιστρατεύεται τάς αὐτοσωτηρικάς
τάσεις τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ θυσιαστική ἀγάπη ἀξιολογεῖται ὡς ἀσύμβατος μέ τόν ἀτομοκεντρισμόν,
ἐνῶ ὁ ἀσκητικός χαρακτήρ τοῦ χριστιανικοῦ ἤθους κρίνεται ὡς ἀφόρητος
πρόκλησις διά τόν εὐδαιμονισμόν τοῦ ἀτόμου. Ἡ ταύτισις τῆς Ἐκκλησίας μέ συντηρητισμόν, ἀσυμβίβαστον πρός τήν
προόδον τοῦ πολιτισμοῦ, εἶναι αὐθαίρετος καί καταχρηστική, ἐφ’ ὅσον ἡ
συνείδησις τῆς ταυτότητος τῶν χριστιανικῶν λαῶν φέρει ἀνεξίτηλον τήν σφραγῖδα
τῆς διαχρονικῆς συμβολῆς τῆς Ἐκκλησίας ὄχι μόνον εἰς τήν πολιτιστικήν
κληρονομίαν αὐτῶν, ἀλλά καί εἰς τήν ὑγιᾶ ἀνάπτυξιν τοῦ θύραθεν πολιτισμοῦ
γενικώτερον, ἀφοῦ ὁ Θεός ἔθεσε τόν ἄνθρωπον οἰκονόμον τῆς θείας δημιουργίας
καί συνεργόν Αὐτοῦ ἐν τῷ κόσμῳ. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἔναντι τοῦ
συγχρόνου «ἀνθρωποθεοῦ», προβάλλει τόν «Θεάνθρωπον» ὡς
ἔσχατον μέτρον τῶν πάντων: «Οὐκ ἄνθρωπον ἀποθεωθέντα λέγομεν, ἀλλὰ Θεόν ἐνανθρωπήσαντα»
(Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς ὀρθοδόξου πίστεως,
Γ’, 2. PG 94, 988). Ἀναδεικνύει δέ τήν σωτηριώδη ἀλήθειαν τοῦ
Θεανθρώπου καί τό Σῶμά Του, τήν Ἐκκλησίαν, ὡς τόπον καί τρόπον τῆς ἐν ἐλευθερίᾳ
ζωῆς, ὡς «ἀληθεύειν ἐν ἀγάπῃ» (πρβλ. Ἐφεσ. δ’, 15) καί ὡς μετοχήν, ἤδη ἐπί
τῆς γῆς, εἰς τήν ζωήν τοῦ ἀναστάντος Χριστοῦ. Ὁ θεανθρώπινος, «οὐκ ἐκ τοῦ
κόσμου» (Ἰωάν. ιη’, 36) χαρακτήρ τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος τρέφει καί
κατευθύνει τήν «ἐν τῷ κόσμῳ» παρουσίαν καί μαρτυρίαν αὐτῆς, εἶναι ἀσυμβίβαστος
μέ κάθε μορφήν συσχηματισμοῦ τῆς Ἐκκλησίας μέ τόν κόσμον (πρβλ. Ρωμ.
ιβ’, 2). |
ΣΧΟΛΙΑ
Το κείμενο
κινείται σε ένα επίπεδο υψηλής θεολογικής θεωρίας, χρησιμοποιώντας όρους που,
αν και σαφείς εντός της χριστιανικής παράδοσης, παρουσιάζουν ασάφειες όταν
εφαρμόζονται στο σύγχρονο κοσμικό πλαίσιο. Η κύρια «ασάφεια» δεν έγκειται στη
γλώσσα του κειμένου, αλλά στο χάσμα μεταξύ δύο διαφορετικών κοσμοθεωριών: της ανθρωποκεντρικής,
που εστιάζει στην αυτονομία του ατόμου, και της θεανθρωποκεντρικής, που
θέτει τον Χριστό ως απόλυτο μέτρο της πραγματικότητας.
Α. Το κείμενο
ορίζει την εκκοσμίκευση όχι ως μια ουδέτερη ιστορική εξέλιξη ή κοινωνική δομή,
αλλά ως μια εχθρική ιδεολογία. Η ασάφεια έγκειται στο ότι ο όρος
χρησιμοποιείται ως «ομπρέλα» που συλλέγει διαφορετικά φαινόμενα (αθεΐα, ατομικισμό,
πολιτική αυτονομία), καθιστώντας δύσκολο να διακριθεί πού τελειώνει ο σεβασμός
στην ελευθερία του προσώπου και πού αρχίζει η «αποστασία» από το θείο.
Β.Υπάρχει μια
θεμελιώδης διαφορά στη χρήση του όρου «αυτονομία». Για τον σύγχρονο άνθρωπο, η
αυτονομία είναι θετικό πρόταγμα (δικαίωμα αυτοδιάθεσης). Για το κείμενο,
αποτελεί οντολογικό σφάλμα. Η ασάφεια εδώ προκύπτει από το γεγονός ότι δεν
διευκρινίζεται πώς η χριστιανική «ελευθερία» (η οποία κατά το κείμενο παρέχεται
«άνωθεν») μπορεί να συμβιβαστεί με την έννοια της ανθρώπινης αυτενέργειας χωρίς
να θεωρηθεί καταπίεση.
Γ. Το κείμενο
απορρίπτει την ταύτιση της Εκκλησίας με τον συντηρητισμό, όμως δεν ορίζει το περιεχόμενο
της «προόδου». Η ασάφεια δημιουργείται γιατί η «πρόοδος» για τον κόσμο
συνδέεται με τον ορθολογισμό και τα ατομικά δικαιώματα, ενώ για το κείμενο
πρόοδος είναι μόνο η πνευματική ολοκλήρωση («μέτρον ηλικίας του πληρώματος του
Χριστού»). Αυτή η διαφορά ορισμών καθιστά τον διάλογο μεταξύ των δύο πλευρών
εξαιρετικά δύσκολο.
Δ. το κείμενο
υποστηρίζει ότι η Εκκλησία είναι ο θεμελιωτής του υγιούς πολιτισμού, χωρίς
ωστόσο να διευκρινίζει τον πρακτικό τρόπο με τον οποίο αυτή η επιρροή ασκείται
χωρίς να προκαλεί «συσχηματισμό» (δηλαδή προσαρμογή) με τον κόσμο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου