|
20.Αἱ προοπτικαί τῶν θεολογικῶν διαλόγων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
μετά τοῦ λοιποῦ χριστιανικοῦ κόσμου προσδιορίζονται
πάντοτε ἐπί τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν
τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησιολογίας καί τῶν κανονικῶν κριτηρίων τῆς ἤδη διαμεμορφωμένης ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως. 21.Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία
ἐπιθυμεῖ τήν ἐνίσχυσιν τοῦ
ἔργου τῆς Ἐπιτροπῆς
«Πίστις καί Τάξις» καί μετ’ ἰδιαιτέρου
ἐνδιαφέροντος παρακολουθεῖ τήν μέχρι τοῦδε θεολογικήν αὐτῆς προσφοράν. Ἐκτιμᾷ θετικῶς τά ὑπ’
αὐτῆς ἐκδοθέντα θεολογικά κείμενα, τῇ σπουδαίᾳ συνεργίᾳ καί ὀρθοδόξων θεολόγων, τά ὁποῖα
ἀποτελοῦν ἀξιόλογον βῆμα
εἰς τήν Οἰκουμενικήν Κίνησιν διά τήν
προσέγγισιν τῶν χριστιανῶν. Ἐν τούτοις ἡ
Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διατηρεῖ ἐπιφυλάξεις διά κεφαλαιώδη ζητήματα πίστεως καί
τάξεως, διότι αἱ μή Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι καί Ὁμολογίαι παρεξέκλιναν ἐκ τῆς ἀληθοῦς πίστεως τῆς μιᾶς, ἁγίας,
καθολικῆς καί ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας. 22.Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία
θεωρεῖ καταδικαστέαν πᾶσαν διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς
Ἐκκλησίας, ὑπό ἀτόμων ἤ
ὁμάδων, ἐπί προφάσει τηρήσεως ἤ δῆθεν προασπίσεως τῆς
γνησίας Ὀρθοδοξίας. Ὡς μαρτυρεῖ ἡ ὅλη
ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ διατήρησις τῆς γνησίας ὀρθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται
μόνον διά τοῦ συνοδικοῦ συστήματος, τό ὁποῖον ἀνέκαθεν
ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ
ἀπετέλει τήν ἀνωτάτην αὐθεντίαν ἐπί θεμάτων πίστεως καί κανονικῶν διατάξεων (κανών 6 τῆς Β’ Οἰκουμενικῆς
Συνόδου). 23.Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία
ἔχει κοινήν τήν
συνείδησιν περί τῆς ἀναγκαιότητος τοῦ διαχριστιανικοῦ θεολογικοῦ διαλόγου, διό καί κρίνει ἀναγκαῖον νά συνοδεύηται οὗτος
πάντοτε ὑπό τῆς ἐν τῷ
κόσμῳ μαρτυρίας διά
πράξεων ἀμοιβαίας
κατανοήσεως καί ἀγάπης, αἱ ὁποῖαι
ἐκφράζουν τήν «ἀνεκλάλητον χαράν» τοῦ Εὐαγγελίου (Α’ Πέτρ. 1, 8), ἀποκλειομένης πάσης πράξεως
προσηλυτισμοῦ, οὐνίας ἤ ἄλλης
προκλητικῆς ἐνεργείας ὁμολογιακοῦ ἀνταγωνισμοῦ.
Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ἡ
Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θεωρεῖ σημαντικόν ὅπως ὅλοι οἱ
Χριστιανοί, ἐμπνεόμενοι ὑπό τῶν κοινῶν
θεμελιωδῶν ἀρχῶν τοῦ
Εὐαγγελίου, προσπαθήσωμεν
νά δώσωμεν εἰς τά ἀκανθώδη προβλήματα τοῦ συγχρόνου κόσμου, μίαν ὁλοπρόθυμον καί ἀλληλέγγυον ἀπάντησιν, βασιζομένην εἰς τό πρότυπον τοῦ ἐν Χριστῷ
καινοῦ ἀνθρώπου. 24.Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία
ἔχει συνείδησιν τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ κίνησις πρός ἀποκατάστασιν
τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν λαμβάνει νέας μορφάς, ἵνα ἀνταποκριθῇ
εἰς τάς νέας συνθήκας καί
ἀντιμετωπίσῃ τάς νέας προκλήσεις τοῦ συγχρόνου κόσμου. Εἶναι ἀπαραίτητος ἡ
συνέχισις τῆς μαρτυρίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
εἰς τόν διῃρημένον χριστιανικόν κόσμον ἐπί τῇ βάσει τῆς
ἀποστολικῆς παραδόσεως καί πίστεώς της. Δεόμεθα ὅπως οἱ Χριστιανοί ἐργασθῶσιν ἀπό κοινοῦ,
ὥστε νά ἀποβῇ ἐγγύς
ἡ ἡμέρα, καθ’ ἥν
ὁ Κύριος θά ἐκπληρώσῃ τήν ἐλπίδα
τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί «γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν» (Ἰω. 10,16). |
1. Η υποκρισία της «επιφύλαξης»
Το κείμενο λέει ότι έχει «επιφυλάξεις» για θέματα πίστης,
αλλά την ίδια στιγμή επαινεί τα κείμενα της επιτροπής «Πίστη και Τάξη». Αυτό
είναι αντιφατικό: ή η επιτροπή είναι ορθόδοξη και δεν χρειάζονται επιφυλάξεις,
ή δεν είναι και τότε πρέπει να καταδικαστεί, όχι να επαινεθεί. Η φράση
«αξιόλογο βήμα για την Οικουμενική Κίνηση» δείχνει ότι το κείμενο έχει ήδη
υιοθετήσει την οικουμενιστική λογική. Το «αξιόλογο» είναι απλά ευφημισμός για
να νομιμοποιηθεί ο διάλογος με αιρετικούς.
2. Η συνοδική αυθεντία ως πρόσχημα
Επικαλείται τον κανόνα 6 της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου για τη
συνοδική εξουσία, αλλά αποσιωπά την ουσία του: ο κανόνας μιλάει για
αντιμετώπιση αιρέσεων με αποφασιστικότητα, όχι για «διάλογο» και
«αμοιβαία κατανόηση». Η παραποίηση του πνεύματος του κανόνα είναι
χαρακτηριστική του οικουμενισμού: χρησιμοποιεί ορθόδοξη ορολογία για να καλύψει
αντι-παραδοσιακή πράξη.
3. Η εξωραϊσμένη ενότητα
«Η κίνηση προς αποκατάσταση της ενότητας των Χριστιανών
παίρνει νέες μορφές» — αυτή η φράση είναι ανοικτή ομολογία συγκρητισμού.
Η ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι «κίνηση» ούτε «νέα μορφή», αλλά υπαρξιακή
πραγματικότητα της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. Ο λόγος
για «νέες συνθήκες» και «νέες προκλήσεις» είναι θεολογική αλλοίωση: το
Ευαγγέλιο δεν αλλάζει για να προσαρμοστεί στις συνθήκες, αλλά μεταμορφώνει τις
συνθήκες.
4. Η καταδίκη των «διασπαστών» στρέφεται εναντίον των
ορθοδόξων
Η παράγραφος που καταδικάζει «κάθε διάσπαση της ενότητας...
με πρόφαση τη διατήρηση της γνήσιας Ορθοδοξίας» στοχεύει κατευθείαν στους
αντιστασιακούς ορθοδόξους που αρνούνται τον οικουμενισμό. Το κείμενο
εξισώνει την αντίσταση στην αίρεση με τη διάσπαση, κάτι που είναι πλήρης
ανατροπή της πατερικής παράδοσης. Οι Άγιοι ήταν «διασπαστές» με αυτή τη
λογική: ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αποκηρύχθηκε από τους συμβιβασμένους, ο
Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς καταδιώχθηκε από τους «ενωτικούς».
5. Το «ανεκλάλητο χαρά» ως άλλοθι ανεκτικότητας
Η παράφραση του Α΄ Πέτρ. 1,8 στο πλαίσιο του οικουμενισμού
είναι βλασφημία. Η χαρά του Ευαγγελίου προϋποθέτει την ομολογία της
αλήθειας, όχι τη συνύπαρξη με την πλάνη. Η έκφραση «αποκλειομένης κάθε πράξης
προσηλυτισμού» είναι ανοικτός συμβιβασμός: η Εκκλησία δεν
«προσηλυτίζει», αλλά φωτίζει και σώζει. Η απαγόρευση του
«ομολογιακού ανταγωνισμού» σημαίνει σιωπή απέναντι στην αίρεση, δηλαδή άρνηση
του μαρτυρίου.
6. Η αναμονή της «μιας ποίμνης» ως αυταπάτη
Η παραπομπή στο Ιω. 10,16 στο τέλος είναι θεολογικά
επικίνδυνος εκβιασμός. Ο Κύριος μίλησε για την ενότητα εντός της
Εκκλησίας Του, όχι για ένωση διαφόρων «χριστιανικών κόσμων». Η προσδοκία ότι η
ενότητα θα έρθει με το «να εργαστούμε από κοινού» με αιρετικούς είναι πελαγιανισμός:
σαν να εξαρτάται η ενότητα από την ανθρώπινη βούληση και όχι από τη μετάνοια
και την επιστροφή στην ορθόδοξη πίστη.
Συμπέρασμα
Το κείμενο, ντυμένο με τα ρούχα της ορθόδοξης
εκκλησιολογίας, υπονομεύει την ουσία της. Η γλώσσα της «επιφύλαξης», του
«διαλόγου», της «αμοιβαίας κατανόησης» και των «νέων μορφών» είναι η γλώσσα του
Πανθρησκειακού Συγκρητισμού, όχι της Ορθόδοξης Παράδοσης. Η πραγματική ενότητα
επιτυγχάνεται μόνο με την ομολογία της αλήθειας και την αποκήρυξη κάθε πλάνης,
όχι με τη διπλωματική συνυπογραφή εγγράφων με αιρετικούς.
«Μη γίνεσθε ετεροζυγούντες απίστοις· τίς γαρ μετοχή
δικαιοσύνη και ανομία; τίς δε κοινωνία φωτί προς σκότος;» (Β΄ Κορ. 6,14)
Συγχαρητήρια, π. Δημήτριε, γιά τήν ἀναίρεσιν τῶν ἀντιφάσεων καί τῶν καταφανῶν ψευδολογιῶν τοῦ αἱρετικοῦ κειμένου τῶν κολυμπαριστῶν ἀπατεώνων.
ΑπάντησηΔιαγραφή