Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ (Παράγραφοι 16-19)


16.Ἕν ἐκ τῶν κυρίων ὀργάνων ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως εἶναι τό Παγκόσμιον Συμβούλιον Ἐκκλησιῶν (Π.Σ.Ε.). Ὡρισμέναι Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι ὑπῆρξαν ἱδρυτικά μέλη καί ἐν συνεχείᾳ ἅπασαι ἀπέβησαν μέλη αὐτοῦ. Τό Π.Σ.Ε. εἶναι ἕν συγκεκροτημένον διαχριστιανικόν σῶμα, παρά τό γεγονός ὅτι τοῦτο δέν συμπεριλαμβάνει ἁπάσας τάς ἑτεροδόξους Χριστιανικάς Ἐκκλησίας καί Ὁμολογίας. Παραλλήλως, ὑφίστανται καί ἄλλοι διαχριστιανικοί ὀργανισμοί καί περιφερειακά ὄργανα, ὡς ἡ Διάσκεψις τῶν Εὐρωπαϊκῶν Ἐκκλησιῶν (Κ.Ε.Κ.), τό Συμβούλιον Ἐκκλησιῶν Μέσης Ἀνατολῆς (Σ.Ε.Μ.A.) καί τό Παναφρικανικόν Συμβούλιον Ἐκκλησιῶν. Ταῦτα μετά τοῦ Π.Σ.Ε. τηροῦν σημαντικήν ἀποστολήν διά τήν προώθησιν τῆς ἑνότητος τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου. Αἱ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι Γεωργίας καί Βουλγαρίας ἀπεχώρησαν ἐκ τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν, ἡ μέν πρώτη ἐν ἔτει 1997, ἡ δέ δευτέρα ἐν ἔτει 1998, ὡς ἔχουσαι αὐτῶν ἰδίαν γνώμην περί τοῦ ἔργου τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν καί οὕτω δέν συμμετέχουν εἰς τάς ὑπ᾽ αὐτοῦ καί τῶν ἄλλων διαχριστιανικῶν ὀργανισμῶν δραστηριότητας.

17.Αἱ Ὀρθόδοξοι κατά τόπους Ἐκκλησίαι–μέλη τοῦ Π.Σ.Ε., μετέχουν πλήρως καί ἰσοτίμως ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν καί συμβάλλουν δι’ ὅλων τῶν εἰς τήν διάθεσιν αὐτῶν μέσων διά τήν προώθησιν τῆς εἰρηνικῆς συνυπάρξεως καί τῆς συνεργασίας ἐπί τῶν μειζόνων κοινωνικοπολιτικῶν προκλήσεων. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπεδέχθη προθύμως τήν ἀπόφασιν τοῦ Π.Σ.Ε. νά ἀνταποκριθῇ εἰς τό αἴτημά της περί συστάσεως Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς διά τήν Ὀρθόδοξον συμμετοχήν εἰς τό Π.Σ.Ε., συμφώνως πρός τήν ἐντολήν τῆς Διορθοδόξου Συναντήσεως τῆς Θεσσαλονίκης (1998). Τά ὑπό τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς καθιερωθέντα κριτήρια, τά ὁποῖα προετάθησαν ὑπό τῶν Ὀρθοδόξων καί ἐγένοντο δεκτά ὑπό τοῦ Π.Σ.Ε., ὡδήγησαν εἰς τήν σύστασιν τῆς Μονίμου Ἐπιτροπῆς Συνεργασίας καί Συναινέσεως, ἐπεκυρώθησαν δε καί ἐνετάχθησαν εἰς τό Καταστατικόν καί εἰς τόν Κανονισμόν λειτουργίας τοῦ Π.Σ.Ε.

18.Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία πιστή εἰς τήν ἐκκλησιολογίαν αὐτῆς, εἰς τήν ταυτότητα τῆς ἐσωτερικῆς αὐτῆς δομῆς καί εἰς τήν διδασκαλίαν τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, συμμετέχουσα ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ Π.Σ.Ε., οὐδόλως ἀποδέχεται τήν ἰδέαν τῆς «ἰσότητος τῶν Ὁμολογιῶν» καί οὐδόλως δύναται νά δεχθῇ τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὥς τινα διομολογιακήν προσαρμογήν. Ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ, ἡ ἑνότης ἡ ὁποία ἀναζητεῖται ἐν τῷ Π.Σ.Ε. δέν δύναται νά εἶναι προϊόν μόνον θεολογικῶν συμφωνιῶν, ἀλλά καί τῆς ἐν τοῖς μυστηρίοις τηρουμένης καί βιουμένης ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ ἑνότητος τῆς πίστεως.

19.Αἱ Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι–μέλη θεωροῦν ὡς ἀπαραίτητον ὅρον τῆς συμμετοχῆς εἰς τό Π.Σ.Ε τό ἄρθρον-βάσιν τοῦ Καταστατικοῦ αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ὁποίῳ, μέλη αὐτοῦ δύνανται νά εἶναι ὅσοι πιστεύουν εἰς τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν ὡς Θεόν καί Σωτῆρα κατά τάς Γραφάς καί ὁμολογοῦν κατά τό Σύμβολον Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως τόν ἐν Τριάδι Θεόν, Πατέρα, Υἱόν καί Ἅγιον Πνεῦμα. Ἔχουν δέ βαθεῖαν τήν πεποίθησιν ὅτι αἱ ἐκκλησιολογικαί προϋποθέσεις τῆς Δηλώσεως τοῦ Toronto (1950), τιτλοφορουμένης «Ἡ Ἐκκλησία, αἱ Ἐκκλησίαι καί τό Παγκόσμιον Συμβούλιον Ἐκκλησιῶν», εἶναι κεφαλαιώδους σημασίας διά τήν Ὀρθόδοξον συμμετοχήν εἰς τό Συμβούλιον. Ὅθεν, αὐτονόητον, ὅτι τό Π.Σ.Ε. δέν εἶναι καί ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἐπιτρέπεται νά καταστῇ ὑπέρ-Ἐκκλησία. «Σκοπός τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν δέν εἶναι νά διαπραγματεύεται ἑνώσεις μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν, ὅπερ δύναται νά γίνῃ μόνον ὑπό τῶν Ἐκκλησιῶν, ἐνεργουσῶν ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, ἀλλά νά φέρῃ τάς Ἐκκλησίας εἰς ζῶσαν ἐπαφήν πρός ἀλλήλας καί νά προαγάγῃ τήν μελέτην καί συζήτησιν τῶν ζητημάτων τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος. Οὐδεμία Ἐκκλησία ὑποχρεοῦται νά ἀλλάξῃ τήν ἐκκλησιολογίαν αὐτῆς κατά τήν εἴσοδόν της εἰς τό Συμβούλιον [...] Ἐν τούτοις, τό γεγονός τῆς ἐντάξεως αὐτῆς εἰς τό Συμβούλιον δέν συνεπάγεται ὅτι ἑκάστη Ἐκκλησία ὀφείλει νά θεωρῇ τάς ἄλλας ὡς Ἐκκλησίας ὑπό τήν ἀληθῆ καί πλήρη ἔννοιαν τοῦ ὅρου» (Δήλωσις τοῦ Toronto, § 2, 3.3, 4.4).

 

 

  

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

1. Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΟ Π.Σ.Ε. ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Το κείμενο ισχυρίζεται ότι οι Ορθόδοξοι «συμμετέχουν πλήρως και ισοτίμως» στο Π.Σ.Ε. Αυτό είναι ανοικτή προδοσία της Ορθοδοξίας. Το Π.Σ.Ε. είναι ένας οργανισμός που θεωρεί όλες τις «ομολογίες» (Προτεσταντισμό, Αγγλικανισμό, Καθολικισμό) ως «εκκλησίες» — ενώ η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η ΜΟΝΗ ΑΛΗΘΙΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ. Η «ισοτιμία» με τους αιρετικούς σημαίνει ότι αποδεχόμαστε ότι και αυτοί έχουν χάρη, μυστήρια, σωτηρία — κάτι που είναι αιρετικό και κατακριτέο.

2. Η «ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΤΟΡΟΝΤΟ»

Το κείμενο επικαλείται τη Δήλωση του Τορόντο (1950) ως «κεφαλαιώδους σημασίας». Αυτή η Δήλωση όμως είναι το θεμέλιο της οικουμενιστικής αιρέσεως!

Περισσότερα σε προηγούμενη δημοσίευση.

https://fdathanasiou-parakatathiki.blogspot.com/2026/05/1950.html

 

3. Η «ΕΙΔΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ» ΚΑΙ Η ΥΠΟΤΑΓΗ

Το κείμενο καυχάται ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία «πεδέχθη προθύμως» την απόφαση του Π.Σ.Ε. για Ειδική Επιτροπή. Αυτό δείχνει πλήρη υποταγή στους αιρετικούς. Γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία χρειάζεται την «άδεια» του Π.Σ.Ε. για να συμμετέχει; Γιατί δεν αποχωρεί εντελώς, όπως έκαναν η Γεωργίας και η Βουλγαρίας (1997-1998), που ήταν οι μόνες φωτισμένες Εκκλησίες;

4. Η ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΗ ΤΗΣ «ΕΙΡΗΝΙΚΗΣ ΣΥΝΥΠΑΡΞΕΩΣ»

Το κείμενο μιλά για «προώθησιν τς ερηνικς συνυπάρξεως». Αυτό είναι αντίχριστος στόχος. Ο Χριστός είπε: «Οκ λθον βαλεν ερήνην, λλ μάχαιραν» (Ματθ. 10:34). Η «ειρήνη» με τους αιρετικούς είναι ειρήνη του θανάτου. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός, όλοι οι Άγιοι Πατέρες πολέμησαν τις αιρέσεις μέχρι θανάτου — δεν συνυπήρχαν «ειρηνικά».

5. Η «ΜΟΝΙΜΟΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ» = ΣΥΓΧΥΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

Η ένταξη των «κριτηρίων» στο Καταστατικό του Π.Σ.Ε. δεν είναι «επιτυχία» — είναι ήττα. Το Π.Σ.Ε. συνεχίζει να θεωρεί τον εαυτό του «συγκεκροτημένο διαχριστιανικό σμα», δηλαδή υπερ-εκκλησία, παρά τις διαψεύσεις του κειμένου. Οι Ορθόδοξοι που μένουν εκεί συμμετέχουν σε κοινές προσευχές, κοινές θείες λειτουργίες, κοινά συνέδρια — πράγματα που οι Κανόνες των Αγίων Συνόδων (Αποστολικοί Κανόνες, Κανόνες της Α΄ Οικουμενικής) απαγορεύουν αυστηρά.

6. Η ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΩΣ ΚΑΛΥΜΜΑ

Το κείμενο αναφέρει «τήν διδασκαλίαν τς ρχαίας κκλησίας τν πτά Οκουμενικν Συνόδων». Αλλά οι Οικουμενικές Σύνοδοι κατεδίκασαν τους αιρετικούς και τους αφόρισαν — δεν τους έκαναν «εταίρους»! Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος έλεγε: « λήθεια οδέποτε φιλαδελφε μετ τς πλάνης». Το κείμενο αυτό κάνει ακριβώς το αντίθετο: φιλαδελφεί με την πλάνη.

7. Η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ ΠΕΡΙ «ΜΗ ΥΠΕΡ-ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»

Το κείμενο λέει ότι «τό Π.Σ.Ε. δέν εναι καί ν οδεμι περιπτώσει πιτρέπεται νά καταστ πέρ-κκλησία». Αλλά στην πράξη, το Π.Σ.Ε. είναι υπερ-εκκλησία! Εκδίδει κοινές δηλώσεις, οργανώνει κοινές λατρείες, επιβάλλει «κοινή μαρτυρία». Οι Ορθόδοξοι που συμμετέχουν υποχρεώνονται να σιωπούν για τις αιρέσεις των άλλων «μελών» — αυτό είναι προδοσία της Ομολογίας.

8. Η ΑΠΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ: ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Το κείμενο δεν λέει ΠΟΥΘΕΝΑ ότι οι αιρετικοί πρέπει να επιστρέψουν στην Ορθοδοξία! Οι Άγιοι Πατέρες ποτέ δεν μίλησαν για «συνεργασία» με αιρετικούς — μίλησαν για μετάνοια, επιστροφή, βάπτισμα. Ο Άγιος Βασίλειος ο Μέγας στον Κανόνα Α΄ λέει ότι οι αιρετικοί επανέρχονται με χρίσμα ή βάπτισμα. Το Π.Σ.Ε. αρνείται αυτή την αναγκαιότητα — άρα και οι Ορθόδοξοι που μένουν εκεί την αρνούνται.

 

ΣΥΝΟΛΙΚΑ

Αυτό το κείμενο είναι κλασικό δείγμα οικουμενιστικής ρητορείας που χρησιμοποιεί ορθόδοξους όρους («Οκουμενικαί Σύνοδοι», «κκλησιολογία», «νότης τς πίστεως») για να καλύψει την ουσιαστική υποταγή της Ορθοδοξίας σε έναν συγκρητιστικό οργανισμό.

Οι μόνες Ορθόδοξες Εκκλησίες που τήρησαν την Ορθοδοξία ήταν η Γεωργίας και η Βουλγαρίας που αποχώρησαν. Οι υπόλοιπες, με αυτό το κείμενο, επιβεβαιώνουν την παραμονή τους στον οικουμενιστικό βούρκο, παίζοντας το παιχνίδι των αιρετικών υπό το πρόσχημα της «διαλόγου» και της «συνεργασίας».

Η Ορθοδοξία δεν χρειάζεται «διάλογο» με τους αιρετικούς — χρειάζεται Ομολογία της Αληθείας. Και η Αλήθεια είναι μία: «Μία, γία, Καθολική κα ποστολική κκλησία» — η Ορθόδοξη. Όλα τα άλλα είναι πλάνη και αίρεση.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου