Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026

Η στάση του Βατικανού απέναντι στην Σύνοδο της Κρήτης ( 2016 )

Η στάση του Βατικανού απέναντι στην Σύνοδο της Κρήτης 2016 ήταν, σε γενικές γραμμές, υποστηρικτική και προσεκτικά παρατηρητική. Αν και η Σύνοδος ήταν εσωτερικό ζήτημα της Ορθοδοξίας, το Βατικανό είδε το γεγονός αυτό μέσα από το πρίσμα του οικουμενικού διαλόγου.

Για τους Ρωμαιοκαθολικούς, η Σύνοδος της Κρήτης θεωρήθηκε ως ένα σημαντικό βήμα προς την εδραίωση μιας ενιαίας φωνής στην Ορθοδοξία. Καθώς η Καθολική Εκκλησία διαθέτει μια συγκεντρωτική δομή (Παπικό Πρωτείο), η ικανότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας να λαμβάνει αποφάσεις συλλογικά θεωρείται από το Βατικανό ως κρίσιμος παράγοντας για τη διευκόλυνση του μελλοντικού διαλόγου μεταξύ των δύο πλευρών.

Ένα από τα σημεία που αναλύθηκαν έντονα από τους καθολικούς παρατηρητές ήταν οι απουσίες ορισμένων Εκκλησιών (όπως του Πατριαρχείου Ρωσίας, Αντιοχείας κ.ά.). Για το Βατικανό, ο κατακερματισμός της ορθόδοξης παρουσίας στη Σύνοδο ανέδειξε τις εσωτερικές δυσκολίες της Ορθοδοξίας να συντονιστεί σε παγκόσμιο επίπεδο. Από την πλευρά της Ρώμης, η έλλειψη πλήρους ομοφωνίας καθιστά δυσκολότερο τον επίσημο θεολογικό διάλογο, καθώς η Ρώμη επιθυμεί έναν «συνομιλητή» που να μπορεί να δεσμεύει το σύνολο της Ορθοδοξίας.

Παρά τις αντιδράσεις στους κόλπους ορισμένων ορθοδόξων κύκλων, η Σύνοδος επιβεβαίωσε την ανάγκη συμμετοχής της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο οικουμενικό κίνημα. Τα κείμενα της Συνόδου (ειδικά αυτό για τις σχέσεις με τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο) καθησύχασαν το Βατικανό ότι η Ορθοδοξία παραμένει προσηλωμένη στη διαδικασία της προσέγγισης, παρά τις εσωτερικές της εντάσεις. Το Βατικανό είδε στα αποτελέσματα της Συνόδου μια επιβεβαίωση ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία επιθυμεί να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του σύγχρονου κόσμου (βιοηθική, περιβάλλον, κοινωνικά θέματα) παράλληλα με άλλες χριστιανικές ομολογίες.

Σχόλια

Α. Όταν το Βατικανό αντιμετωπίζει τη Σύνοδο ως καθρέπτη των «εσωτερικών ισορροπιών», μετατοπίζει το κέντρο βάρους από την πνευματική/εκκλησιολογική σημασία της Συνόδου (που είναι η διατήρηση της αλήθειας και της ενότητας) στη διοικητική αποτελεσματικότητα.

Β. Επειδή το Βατικανό είναι ένα κεντρικό, ιεραρχικό σώμα με κεφαλή τον Πάπα, «δυσκολεύεται» να κατανοήσει ότι η ορθόδοξη συνοδικότητα δεν αποσκοπεί απαραίτητα στην παραγωγή ενιαίων, δεσμευτικών διοικητικών αποφάσεων, αλλά στην έκφραση της κοινής πίστης.

Γ. Η προσδοκία του Βατικανού για έναν «συνομιλητή» που θα μπορεί να δεσμεύει το σύνολο της Ορθοδοξίας είναι, για πολλούς Ορθόδοξους, μια προσπάθεια επιβολής ενός «δυτικού» μοντέλου διοίκησης στην ανατολική εκκλησιολογία.

Δ. Αν το Βατικανό γνωρίζει ακριβώς «ποιος διαφωνεί με ποιον» και «πού βρίσκονται τα όρια» της κάθε αυτοκέφαλης Εκκλησίας, τότε μπορεί να ασκήσει πιο αποτελεσματική διπλωματία. Αυτό δημιουργεί έναν κίνδυνο «διαίρει και βασίλευε». Αντί ο διάλογος να αφορά την ένωση της Εκκλησίας με βάση τις κοινές παραδόσεις, μετατρέπεται σε μια άσκηση διαπραγμάτευσης με το κάθε τμήμα της Ορθοδοξίας ξεχωριστά, κάτι που μακροπρόθεσμα μπορεί να εντείνει τον κατακερματισμό αντί να τον θεραπεύσει.

Ε. Ο διάλογος έχει επικεντρωθεί σε μεγάλο βαθμό σε συναντήσεις Προκαθημένων. Όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται σε επίπεδο διπλωματίας, ο απλός πιστός συχνά δεν νιώθει ότι συμμετέχει στην πνευματική αυτή πορεία, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται αντιδράσεις

ΣΤ. Ο  οικουμενικός διάλογος τείνει να μετατραπεί σε πολιτική διαδικασία είναι ένα από τα πιο κρίσιμα και επίμαχα ζητήματα στη σύγχρονη θεολογία. Πολιτικός διάλογος σημαίνει ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ διαχείριση της συνύπαρξης και της εικόνας των Ορθοδοξίας και ΑΙΡΕΣΕΩΝ στον κόσμο, ενώ πνευματικός διάλογος θα σήμαινε αναζήτηση της ενότητας μέσα στην Αλήθεια του Ευαγγελίου. Πνευματικός διάλογος θα σήμαινε  μετάνοια και βαθιά θεολογική ζύμωση, που θα ένωνε τους πιστούς «από κάτω προς τα πάνω» και όχι μόνο τις ηγεσίες «από πάνω προς τα κάτω».

Η μετατόπιση από το πνευματικό στο πολιτικό επίπεδο δεν είναι τυχαία, αλλά αποτελεί συνέπεια της ίδιας της φύσης των οργανωμένων θεσμών στον 21ο αιώνα. Εάν ο διάλογος παραμείνει καθαρά πολιτικός η  Εκκλησία κινδυνεύει να χάσει την ταυτότητά της και να γίνει ένας «κοινωνικός οργανισμός» που προσφέρει υπηρεσίες, χάνοντας τη διάσταση της σωτηριολογίας. Μπορεί να επιτευχθούν συμφωνίες «επί χάρτου», οι οποίες όμως δεν θα έχουν αντίκρισμα στη ζωή των πιστών, γιατί δεν θα βασίζονται στην κοινή εμπειρία της λατρείας και της πίστης.

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου