Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

“Το Αυτόνομον και ο τρόπος ανακηρύξεως αυτού»



Προβληματικά άρθρα και σχολιασμός

Άρθρο 1

θεσμός το Ατονόμου κφράζει κατά κανονικόν τρόπον τό καθεστώς τς σχετικς μερικς νεξαρτησίας νός συγκεκριμένου κκλησιαστικο τμήματος κ τς κανονικς δικαιοδοσίας τς Aτοκεφάλου κκλησίας, ες τήν ποίαν κανονικς ναφέρεται.

  1. Κατά τήν φαρμογήν το θεσμο τούτου ες τήν κκλησιαστικήν πρξιν διεμορφώθησαν βαθμίδες ξαρτήσεως, φορσαι ες τάς σχέσεις τς Ατονόμου πρός τήν Ατοκέφαλον κκλησίαν, ες τήν ποίαν ατη ναφέρεται.

 

  • Σχολιασμός:

Η χρήση των όρων «σχετική» ή «μερική» ανεξαρτησία εισάγει μια ποσοτική και διοικητική θεώρηση της Εκκλησίας. Στην Ορθόδοξη Εκκλησιολογία, κάθε τοπική Εκκλησία υπό τον Επίσκοπό της, η οποία τελεί την Θεία Ευχαριστία, αποτελεί την «πλήρη» και «καθολική» Εκκλησία και όχι ένα εξαρτημένο υποσύνολο.

Με τον ορισμό βαθμίδων εξάρτησης, η Εκκλησία κινδυνεύει να μοντελοποιηθεί με βάση κοσμικά ή ρωμαιοκαθολικά διοικητικά πρότυπα (πυραμιδική δομή), μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από το Μυστήριο της Εκκλησίας στη διοικητική εξουσία.

Άρθρο 2 (§ 2.1 – 2.4)

Ἡ κίνησις καί ἡ ὁλοκλήρωσις τῆς διαδικασίας διά τήν ἀπόδοσιν τοῦ Αὐτονόμου εἰς τμῆμα τῆς κανονικῆς δικαιοδοσίας τῆς Aὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας ἀνήκει εἰς τήν κανονικήν ἁρμοδιότητα αὐτῆς, πρός τήν ὁποίαν ἀναφέρεται ἡ ἀνακηρυσσομένη Αὐτόνομος Ἐκκλησία. Oὕτως:

  1. Ἡ ζητοῦσα τήν Αὐτονομίαν αὐτῆς τοπική Ἐκκλησία, ἐάν διαθέτῃ τάς ἀναγκαίας ἐκκλησιαστικάς, κανονικάς καί ποιμαντικάς προϋποθέσεις, ὑποβάλλει τό σχετικόν αἴτημα εἰς τήν πρός ἥν ἔχει τήν ἀναφοράν αὐτῆς Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν, ἐξηγοῦσα καί τούς σοβαρούς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπαγορεύουν τήν ὑποβολήν τοῦ αἰτήματος αὐτῆς.
  2. Ἡ Αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία, δεχομένη τό αἴτημα αὐτῆς, ἀξιολογεῖ ἐν Συνόδῳ τάς προϋποθέσεις καί τούς λόγους τῆς ὑποβολῆς τοῦ αἰτήματος καί ἀποφασίζει διά τήν ἀπόδοσιν ἤ μή τοῦ Αὐτονόμου. Εἰς περίπτωσιν θετικῆς ἀποφάσεως ἐκδίδει τόν σχετικόν Τόμον, ὁ ὁποῖος καθορίζει τά γεωγραφικά ὅρια καί τάς σχέσεις τῆς Αὐτονόμου πρός τήν εἰς ἥν ἀναφέρεται Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν, συμφώνως πρός τά καθιερωμένα κριτήρια τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως.
  3. Ὁ Προκαθήμενος τῆς Aὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας ἀνακοινοῖ πρός τό Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον καί τάς ἄλλας Aὐτοκεφάλους Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας τήν ἀνακήρυξιν τῆς Αὐτονόμου Ἐκκλησίας.
  4. Ἡ Αὐτόνομος Ἐκκλησία ἐκφράζεται διά τῆς ἐξ ἧς ἔλαβε τήν αὐτονομίαν αὐτῆς Aὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας εἰς τάς διορθοδόξους, διαχριστιανικάς καί διαθρησκειακάς σχέσεις αὐτῆς.

 

 

  • Κριτικός σχολιασμός.

Παρότι αναγνωρίζεται η αρμοδιότητα της «Μητέρας Εκκλησίας», η διαδικασία παραβλέπει την αναγκαιότητα της εκ των προτέρων συνοδικής πανορθόδοξης συναίνεσης.

Η μονομερής ανακήρυξη Αυτονομίας από μία Αυτοκέφαλη Εκκλησία χωρίς την αποδοχή των λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών έχει αποδειχθεί ιστορικά ότι προκαλεί δικαιοδοσιακές εντάσεις, αμφισβητήσεις και εκκλησιαστικά σχίσματα.

Άρθρο 2, Παράγραφος 2.5

Ἑκάστη Αὐτοκέφαλος Ἐκκλησία δύναται νά παραχωρῇ αὐτόνομον καθεστώς μόνον ἐντός τῶν ὁρίων τῆς κανονικῆς γεωγραφικῆς περιφερείας αὐτῆς. Εἰς τόν χῶρον τῆς Ὀρθοδόξου Διασπορᾶς δέν ἱδρύονται Αὐτόνομοι Ἐκκλησίαι, εἰ μή μόνον μετά πανoρθόδοξον συναίνεσιν, ἐξασφαλιζομένην ὑπό τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κατά τά πανορθοδόξως ἰσχύοντα.

 

  • Κριτικός σχολιασμός

Απαγορεύει οριστικά την εκκλησιαστική χειραφέτηση των τοπικών κοινοτήτων εκτός των ιστορικών ορίων. Αντί να ενθαρρύνεται η αυτοοργάνωση και η ωρίμανση των τοπικών Εκκλησιών στη Διασπορά, επιβάλλεται μια διαρκής εξάρτηση από Πατριαρχικά κέντρα που βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, εξυπηρετώντας συχνά εθνοφυλετικές ή γεωπολιτικές σκοπιμότητες.

 

 

Άρθρο 2, Παράγραφος 2.6

Εἰς περιπτώσεις ἀπονομῆς αὐτονόμου καθεστῶτος εἰς τήν ἰδίαν γεωγραφικήν ἐκκλησιαστικήν περιοχήν ὑπό δύο Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, καί, ὡς ἐκ τούτου, ἐγειρομένης ἀμφισβητήσεως ἑκατέρου Αὐτονόμου, αἱ ἐμπλεκόμεναι πλευραί ἀναφέρονται, ὁμοῦ ἤ κεχωρισμένως, εἰς τόν Οἰκουμενικόν Πατριάρχην ἵνα οὗτος ἐξεύρῃ τήν κανονικήν λύσιν ἐπί τοῦ θέματος κατά τά πανορθοδόξως ἰσχύοντα.

 

 

  • Κριτικός σχολιασμός

Θεσμοθετείται ο Οικουμενικός Πατριάρχης ως ο μοναδικός ρυθμιστής και κριτής των διαφωνιών, παραμερίζοντας τη συνοδική απόφαση της Πανορθόδοξου Συνόδου.

Η διάταξη αυτή επικρίνεται ότι εισάγει «Πατριαρχικό Συγκεντρωτισμό», ξένο προς το δημοκρατικό και συνοδικό πολίτευμα της Ορθοδοξίας, προσδίδοντας υπερ-δικαιοδοσιακές αρμοδιότητες σε έναν Προκαθήμενο.

Άρθρο 3, Παράγραφος 3.1

Αἱ ἐκ τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ Αὐτονόμου προκύπτουσαι διά τήν Aὐτόνομον Ἐκκλησίαν καί τήν σχέσιν αὐτῆς πρός τήν Αὐτοκέφαλον Ἐκκλησίαν συνέπειαι εἶναι αἱ κάτωθι:

  1. Ὁ Πρῶτος τῆς Αὐτονόμου Ἐκκλησίας μνημονεύει μόνον τοῦ ὀνόματος τοῦ Προκαθημένου τῆς Aὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας.

 

 

«Ο Πρώτος της Αυτονόμου Εκκλησίας μνημονεύει μόνον του Προκαθημένου της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας, εις την δικαιοδοσίαν της οποίας υπάγεται.»

Κριτικός σχολιασμός: Η λειτουργική μνημόνευση εκφράζει την εκκλησιολογική ταυτότητα. Ο περιορισμός του Πρώτου της Αυτόνομης Εκκλησίας στο να μνημονεύει μόνο τον Προκαθήμενο της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας τον καθιστά έναν απλό διοικητικό αντιπρόσωπο και όχι πραγματικό «Πρώτο» μιας ώριμης τοπικής Εκκλησίας.

Άρθρο 3, Παράγραφος 3.2

«Ο Πρώτος της Αυτονόμου Εκκλησίας δεν αναγράφεται εις τα Ιερά Δίπτυχα.»

Κριτικός σχολιασμός. Τα Δίπτυχα αποτελούν την επίσημη φανέρωση της κοινωνίας των Εκκλησιών. Η μη αναγραφή του Πρώτου στα Δίπτυχα υποδηλώνει μια θεσμική υποτίμηση της Αυτόνομης Εκκλησίας, υποδηλώνοντας ότι στερείται πλήρους εκκλησιαστικής υποστάσεως.

Άρθρο 3.δ

  1. Οἱ Ἐπίσκοποι τῆς Αὐτονόμου Ἐκκλησίας ἐκλέγονται, καθίστανται καί κρίνονται ὑπό τοῦ ἁρμοδίου ἐκκλησιαστικοῦ ὀργάνου αὐτῆς. Εἰς περίπτωσιν βεβαίας πρός τοῦτο ἀδυναμίας τῆς Αὐτονόμου Ἐκκλησίας, ἐπικουρεῖται αὕτη ὑπό τῆς Aὐτοκεφάλου Ἐκκλησίας εἰς ἥν ἀναφέρεται.

 

 

(Ορίζονται οι όροι διοικητικής και κανονικής λειτουργίας των οργάνων της Αυτόνομης Εκκλησίας και η σχέση τους με την προϊσταμένη Αυτοκέφαλη Εκκλησία.)

Κριτικός σχολιασμός Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εξασφαλίζουν ότι η Αυτονομία παραμένει υπό τον διαρκή έλεγχο των Πατριαρχικών κέντρων, εμποδίζοντας την πνευματική και διοικητική της εξέλιξη προς το Αυτοκέφαλο.

Συνολικός σχολιασμός

1. Η Αλλοίωση της Συνοδικότητας και ο «Πατριαρχικός Συγκεντρωτισμός»

Το υπό εξέταση κείμενο αναδεικνύει μια κρίσιμη θεολογική και κανονική αντιπαράθεση σχετικά με τη δομή της Ορθόδοξης Εκκλησίας, εστιάζοντας στην ένταση μεταξύ της διοικητικής αυτονομίας των τοπικών Εκκλησιών και του ρόλου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η διαπίστωση ότι, ενώ το Άρθρο 2 ορίζει την ανακήρυξη του Αυτονόμου ως «αποκλειστική αρμοδιότητα της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας», η πρακτική εφαρμογή των διατάξεων υπονομεύει τη συνοδική αρχή. Η επιμονή, για παράδειγμα, στην υποχρεωτική αναφορά στον Οικουμενικό Πατριάρχη για την επίλυση διαφορών (Άρθρο 2.6) εισάγει μια υπερ-τοπική αυθεντία που, κατά τους επικριτές, αγγίζει τα όρια του «Πρωτείου εξουσίας», ξένου προς την παραδοσιακή ορθόδοξη εκκλησιολογία.

Η προβληματική αυτή αποτυπώνεται σε τρεις βασικούς άξονες:

  • Ανακήρυξη Αυτονόμου: Παρά την αναγνώριση της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Μητέρας Εκκλησίας, η διαδικασία αυτή συχνά αγνοεί την αναγκαία πανορθόδοξη συναίνεση, η οποία αποτελεί την ασφαλιστική δικλείδα για την αποφυγή σχισμάτων.
  • Διαχείριση της Διασποράς: Η απαγόρευση ίδρυσης Αυτονόμων Εκκλησιών στις περιοχές της Διασποράς περιορίζει σημαντικά την ιεραποστολική δυναμική και δεν ανταποκρίνεται στις επείγουσες ποιμαντικές ανάγκες των τοπικών κοινοτήτων που αναπτύσσονται εκτός των παραδοσιακών ορίων.
  • Επίλυση Διαφορών: Η θεσμοθέτηση του Οικουμενικού Πατριάρχη ως μοναδικού κριτή για την επίλυση διαφορών θεωρείται ότι υπονομεύει την ισότητα των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών και παραγκωνίζει την αυθεντία που οφείλει να έχει μια Πανορθόδοξη Σύνοδος.

Συνολικά, το κείμενο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο «Πατριαρχικός Συγκεντρωτισμός», όπως διαφαίνεται μέσα από τις συγκεκριμένες διατάξεις, ενέχει τον κίνδυνο αλλοίωσης του συνοδικού συστήματος, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από τη συλλογική ευθύνη των Εκκλησιών σε μια μονομερή διοικητική υπεροχή.

 

2. Η Έννοια της «Μερικής Ανεξαρτησίας»

Ο ορισμός του Αυτονόμου ως «σχετικής ή μερικής ανεξαρτησίας» (Άρθρο 1) είναι θεολογικά ασαφής. Στην Εκκλησία του Χριστού, κάθε τοπική σύναξη γύρω από τον Επίσκοπο είναι η «πλήρης Εκκλησία». Η εισαγωγή βαθμίδων «εξάρτησης» μετατρέπει το εκκλησιαστικό σώμα σε μια διοικητική πυραμίδα, θυμίζοντας περισσότερο κοσμικά κράτη ή το ρωμαιοκαθολικό μοντέλο παρά το σώμα του Χριστού.

 

3. Η Υποβάθμιση του «Πρώτου» της Αυτόνομης Εκκλησίας

Το γεγονός ότι ο Πρώτος της Αυτόνομης Εκκλησίας δεν αναγράφεται στα Δίπτυχα (Άρθρο 3.2) και μνημονεύει μόνο τον Προκαθήμενο της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας (Άρθρο 3.1), υποδηλώνει μια υποτίμηση της τοπικής εκκλησιαστικής οντότητας. Αν μια Εκκλησία είναι ώριμη για Αυτονομία, η λειτουργική της έκφραση θα έπρεπε να αντανακλά αυτή την ωριμότητα και όχι να την καταστέλλει.

 

«Ο θεσμός του Αυτονόμου δεν πρέπει να λειτουργεί ως μέσο ελέγχου και χειραγώγησης τοπικών Εκκλησιών από τα πατριαρχικά κέντρα, αλλά ως στάδιο προς την πλήρη πνευματική καρποφορία.» [1]

 

4. Το Ζήτημα της Διασποράς

Η ρητή απαγόρευση ίδρυσης Αυτονόμων Εκκλησιών στη Διασπορά (Άρθρο 2.5) αποτελεί μια «κανονική αιχμαλωσία» των νέων χωρών. Αντί η Εκκλησία να ευλογεί την αυτοοργάνωση των πιστών σε νέα εδάφη, επιβάλλει μια αιώνια εξάρτηση από «μητέρες» Εκκλησίες που συχνά βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, εξυπηρετώντας εθνικιστικά ή πολιτικά συμφέροντα παρά την πνευματική ανάγκη των πιστών.

Συμπεράσματα

Το κείμενο για το Αυτόνομο, όπως εγκρίθηκε στην Κρήτη, στερείται της «πνοής του Αγίου Πνεύματος» που χαρακτηρίζει τους ιερούς κανόνες. Είναι ένα κείμενο διοικητικής διεκπεραίωσης και ισορροπίας δυνάμεων.

 

1        Εκκλησιολογικός Μινιμαλισμός: Περιορίζει την Εκκλησία σε νομικούς όρους.

2        Γεωπολιτική Σκοπιμότητα: Προστατεύει τα όρια των παλαιφάτων Πατριαρχείων εις βάρος της ιεραποστολής.

3        Θεολογική Ασάφεια: Δεν ορίζει με σαφήνεια τη σχέση Χριστολογίας και Εκκλησιολογίας στον θεσμό του Αυτονόμου.

 

Η «σκληρή» αυτή κριτική καταλήγει στο ότι το κείμενο χρειάζεται ριζική αναθεώρηση, ώστε να υπηρετεί την ενότητα της Εκκλησίας εν ελευθερία και όχι την ενότητα μέσω επιβολής.

 

ΠΗΓΕΣ

1.      Επίσημα Έγγραφα της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας (Κρήτη 2016) - Κείμενο: «Η Ορθόδοξος Διασπορά» και «Κανονισμός Λειτουργίας των Επισκοπικών Συνελεύσεων εν τη Ορθοδόξω Διασπορά».

2.      Κριτική επί των κειμένων της Συνόδου της Κρήτης από τον Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιερόθεο (Βλάχο).

3.      Αναλύσεις και επίσημες τοποθετήσεις της Θεολογικής-Βιβλικής Επιτροπής και της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Μόσχας (Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας) επί των κειμένων της Συνόδου της Κρήτης και του καθεστώτος της Διασποράς.

 


Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

Το κείμενο με τίτλο «Η σπουδαιότης της νηστείας και η τήρησις αυτής σήμερον» (Θεολογικός σχολιασμός)



Τα προβληματικά σημεία του κειμένου της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου για τη νηστεία και θεολογικός σχολιασμός

Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.

Το κείμενο με τίτλο «Η σπουδαιότης της νηστείας και η τήρησις αυτής σήμερον» αν και εμφανίζεται ως πατερικό και παραδοσιακό, περιέχει σοβαρές αποκλίσεις από την αυστηρότητα των ιερών κανόνων και την ασκητική παράδοση της Ορθοδοξίας. Παρακάτω εντοπίζουμε τα πλέον προβληματικά σημεία του.


Πρώτο πρόβλημα: Η δικαιολόγηση της χαλάρωσης μέσω της «οικονομίας»-αρθρο 7.

Το κείμενο αναφέρει:

κκλησία μως θετο μα, κατά ποιμαντικήν διάκρισιν, καί ρια φιλανθρώπου οκονομίας το καθεσττος τς νηστείας. Διό καί προέβλεψε τήν δι’ σθένειαν το σώματος δι’ δήριτον νάγκην καί διά τήν χαλεπότητα τν καιρν νάλογον φαρμογήν τς ρχς τς κκλησιαστικς οκονομίας κατά τήν πεύθυνον κρίσιν καί ποιμαντικήν μέριμναν το σώματος τν πισκόπων τν κατά τόπους κκλησιν.

 

Σχόλιο: Η οικονομία είναι θεσμός της Εκκλησίας, όταν εφαρμόζεται όμως με τόσο ευρεία και αόριστη βάση, καταλήγει να νομιμοποιεί την αμέλεια. Το κείμενο ανοίγει την πόρτα σε κάθε είδους δικαιολογία: ασθένεια, ανάγκη, «χαλεπότητα καιρών». Πού σταματάει αυτό; Σήμερα ο καθένας βρίσκει μια δικαιολογία για να μη νηστεύει. Το κείμενο δεν οριοθετεί σαφώς πότε η οικονομία γίνεται προφάσεις ευσεβείας.


Δεύτερο πρόβλημα: Η παραχώρηση εξουσίας στις τοπικές Εκκλησίες-Άρθρο 8

«..παφίεται ες τήν διάκρισιν τν κατ τόπους ρθοδόξων κκλησιν νά καθορίσουν τήν φιλάνθρωπον οκονομίαν καί πιείκειαν, παλύνουσαι, κατά τάς εδικς ταύτας περιπτώσεις, τ τυχν «στυφόν» τν ερν νηστειν

 

Σχόλιο: Αυτό είναι σοβαρότατο. Η παράδοση της Εκκλησίας είναι ενιαία. Οι νηστείες δεν είναι τοπικό έθιμο που αλλάζει ανάλογα με τη χώρα. Όταν η κάθε τοπική Εκκλησία αποφασίζει μόνη της πόσο «στυφή» ή «γλυκειά» θα είναι η νηστεία, καταλύεται η ενότητα της παραδόσεως. Αυτό οδηγεί στο φαινόμενο οι μεν να νηστεύουν αυστηρά και οι δε να τρώνε κρέας «λόγω κλίματος». Πού είναι η ενότητα του σώματος της Εκκλησίας;


Τρίτο πρόβλημα: Η κοσμικοποίηση της νηστείας-Άρθρο 8

Το κείμενο αναφέρει:

θεν διά τούς χοντας δυσκολίαν ες τήν τήρησιν τν σχυουσν περί νηστείας διατάξεων ετε κ λόγων τομικν (σθένεια, στράτευσις, συνθκαι ργασίας κ.λπ.) ετε γενικωτέρων (εδικαί συνθκαι πικρατοσαι ες τινας χώρας πό πλευρς κλίματος, καθώς καί κοινωνικο-οκονομικαί διαιτερότητες τινν χωρν λ.χ. δυναμία ερέσεως νηστησίμων τροφν) παφίεται ες τήν διάκρισιν τν κατ τόπους ρθοδόξων κκλησιν νά καθορίσουν τήν φιλάνθρωπον οκονομίαν καί πιείκειαν, παλύνουσαι, κατά τάς εδικς ταύτας περιπτώσεις, τ τυχν «στυφόν» τν ερν νηστειν. Πάντα δέ τατα ντός τν πλαισίων τν ς νω λεχθέντων καί πί τ σκοπ νά μή τονήσ ποσς ερός θεσμός τς νηστείας.

 

Σχόλιο: Εδώ το κείμενο υιοθετεί πλήρως κοσμικά κριτήρια. «Κοινωνικοοικονομικές ιδιαιτερότητες» και «αδυναμία εύρεσης νηστίσιμων τροφών» παρουσιάζονται ως νόμιμοι λόγοι χαλάρωσης. Αυτό είναι απαράδεκτο. Οι Άγιοι Πατέρες νήστευαν σε ερήμους και σε πόλεις πολιορκημένες. Σήμερα υπάρχουν σούπερ μάρκετ σε κάθε γωνία. Η έλλειψη νηστίσιμων τροφών είναι πρόφαση. Το κείμενο νομιμοποιεί την τεμπελιά και την προσκόλληση στον κόσμο.


Τέταρτο πρόβλημα: Η απουσία σαφούς καταδίκης της παραβάσεως

Το κείμενο λέει:

 

«Εναι γεγονός, τι σήμερον πολλο πιστο δν τηρον πάσας τς περ νηστείας διατάξεις, ετε ξ λιγωρίας ετε λόγ τν παρχουσν συνθηκν ζως, οαιδήποτε κν σιν αται. πασαι μως α περιπτώσεις αται τς χαλαρώσεως τν περ νηστείας ερν διατάξεων, ετε εναι γενικώτεραι, ετε τομικαί, δέον πως τυγχάνουν τς ποιμαντικς μερίμνης κ μέρους τς κκλησίας».

 

Σχόλιο: Το κείμενο αναγνωρίζει ότι «πολλο πιστο δν τηρον» τη νηστεία, αλλά δεν τους ελέγχει. Μιλά για «ποιμαντική μέριμνα» αντί για μετάνοια και επανόρθωση. Οι Πατέρες της Εκκλησίας θα έλεγαν ότι όποιος περιφρονεί τη νηστεία περιφρονεί και τον Θεό. Εδώ όμως η παραβίαση παρουσιάζεται ως πρόβλημα που χρειάζεται «μέριμνα», σαν να είναι θέμα ψυχολογίας και όχι παρακοής θείας εντολής.


Πέμπτο πρόβλημα: Η παράθεση του Ιωάννη Δαμασκηνού εκτός πλαισίου

Το κείμενο παραθέτει:

 

«Καλν τ νηστεύειν πσαν μέραν, λλ' μ σθίων τν σθίοντα μ κρινέτω. ν τος τοιούτοις ο νομοθετεν, ο βιάζεσθαι, οκ ναγκαστικς γειν τ γχειρισθν προσήκει ποίμνιον, πειθο δ μλλον, κα πιότητι, κα λόγ λατι ρτυμέν».

 

Σχόλιο: Από την αυστηρή ορθόδοξη σκοπιά, το κείμενο θεωρείται πολύ χαλαρό. Η νηστεία και οι κανόνες της Εκκλησίας δεν είναι απλώς προσωπικές επιλογές για να κάνει καθένας ό,τι θέλει, αλλά βασικοί νόμοι της πνευματικής ζωής. Η προτροπή να μην κρίνουμε όσους δεν νηστεύουν φαίνεται εδώ σαν μια προσπάθεια να αγνοηθούν οι παραδόσεις χάριν μιας εύκολης ειρήνης. Η υπερβολική έμφαση στην καλοσύνη, την πειθώ και την «ηπιότητα» κινδυνεύει να μετατρέψει την Εκκλησία από χώρο πνευματικού αγώνα σε έναν τόπο όπου όλα επιτρέπονται. Οι πολέμιοι αυτής της στάσης πιστεύουν ότι χωρίς αυστηρούς κανόνες και πειθαρχία, ο πιστός χάνει τον προσανατολισμό του και συμβιβάζεται με τις αδυναμίες του κόσμου.


Η σιωπή για τις αιρέσεις και τον οικουμενισμό

Το κείμενο μιλά για νηστεία αλλά σιωπά για τον λόγο που σήμερα χαλαρώνουν οι πιστοί: την πνευματική νωθρότητα που προκαλεί ο οικουμενισμός. Όταν η Εκκλησία αντιμετωπίζει τους αιρετικούς ως «αδελφούς εν Χριστ» και συμπροσεύχεται μαζί τους, γιατί οι πιστοί να κοπιάσουν με τη νηστεία; Η νηστεία είναι όπλο κατά των παθών και των δαιμόνων. Όταν όμως η Εκκλησία αποδυναμώνεται θεολογικά μέσω του οικουμενισμού, η νηστεία φαίνεται «περιττή» στους πιστούς. Το κείμενο δεν τολμά να συνδέσει τη χαλάρωση της νηστείας με τη χαλάρωση της ορθοδόξου ομολογίας.

Το κείμενο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου για τη νηστεία, αντί να αφυπνίσει τους πιστούς, τους ναρκοθετεί. Αντί να επαναφέρει την αυστηρότητα των ιερών κανόνων, νομιμοποιεί την οικονομία ως κανόνα. Αντί να καταδικάσει τη χαλάρωση, την παρουσιάζει ως αναγκαιότητα. Αυτό είναι χαρακτηριστικό του οικουμενιστικού πνεύματος: η αλήθεια δεν κηρύσσεται με παρρησία, αλλά «αλαφιάζεται» για να μην ενοχληθούν οι αμελείς.

Οι πιστοί οφείλουν να γνωρίζουν ότι η νηστεία δεν είναι προαιρετική άσκηση, αλλά θεία εντολή. Και η θεία εντολή δεν προσαρμόζεται στα κλιματικά δεδομένα ούτε στα σούπερ μάρκετ. Η παράδοση των Αγίων Πατέρων είναι μία και αδιαίρετη. Όποιος την παραβιάζει, όποιο κείμενο και αν υπογράφει, δεν εκφράζει την αλήθεια της Ορθοδοξίας.

 


Το κείμενο "Το Μυστήριον του Γάμου και τα Κωλύματα Αυτού» της Συνόδου της Κρήτης



Έρευνα: πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Ο Θεολογικός σχολιασμός επικεντρώνεται κυρίως στη θεολογική νομιμοποίηση των «Μικτών Γάμων» (Άρθρο ΙΙ.5.α) και στην αναγνώριση εκκλησιαστικότητας/βαπτίσματος σε ετεροδόξους (Άρθρο ΙΙ.5.β). Από παραδοσιακή  και αυστηρά Ορθόδοξη σκοπιά, αυτά τα άρθρα θεωρούνται ως υποχώρηση στον «οικουμενιστικό συγκρητισμό».

1. ΑΡΘΡΟ ΙΙ. 5 (α)

Το αυθεντικό κείμενο:

«Γάμος Ορθοδόξων μετά ετεροδόξων κωλύεται κατά κανονικήν ακρίβειαν (κανών 72 της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου).»

 

 

Σχόλια :

  • Υποβάθμιση του 72ου Κανόνα της Πενθέκτης:

ΚΕΙΜΕΝΟ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ.

Κανὼν ΟΒ´. Μὴ ἐξέστω ὀρθόδοξον ἄνδρα αἱρετικῇ συνάπτεσθαι γυναικί, μήτε μὴν αἱρετικῷ ἀνδρὶ γυναῖκα ὀρθόδοξον συζεύγνυσθαι· ἀλλ᾿ εἰ καὶ φανείη τι τοιοῦτον ὑπό τινος τῶν ἁπάντων γινόμενον, ἄκυρον εἶναι τὸ παράνομον συνοικέσιον, καὶ τὸν παράνομον γάμον διαλύεσθαι. Οὐ χρὴ γὰρ μίγνυσθαι τὰ ἀμίκτοις, οὐδὲ συνωδεύειν τῷ λύκῳ τὸ πρόβατον, καὶ τῷ Χριστοῦ κλήρῳ τὴν τῶν ἁμαρτωλῶν μερίδα. Εἰ δὲ παρά τινες τῶν παρ᾿ ἡμῶν ὁρισθέντων παραβήσονται, ἀφοριζέσθωσαν. Εἰ μέντοι τινὲς προأ τῆς ἐν ὀρθοδοξίᾳ αὐτῶν γενήσεως, ἀπιστοῦντες ἔτυχαν, εἶθ᾿ οὕτως ὁ ἕτερος μὲν εἵλετο ἐπὶ τὸ τῆς ἀληθείας φῶς ἐλθεῖν, ὁ δὲ ἕτερος τῷ τῆς ἀγνοίας σκότει συνείχετο, ὡς βούλεσθαι τὴν ἀσύμφωνον αὐτῷ συνοίκησιν, μὴ ἀπολλυμένων τῶν τῆς ἀγνοίας συζύγων διὰ τὴν τοῦ φωτὸς ἐπίφανειαν, εἴπερ αὐτῷ εὐδοκεῖ συνοικεῖν ὁ πιστός (φησὶ γὰρ ὁ θεῖος Ἀπόστολος· Ὅτι ἡγίασται ὁ ἀνὴρ ὁ ἄπιστος ἐν τῇ γυναικί, καὶ ἡγίασται ἡ γυνὴ ἡ ἄπιστος ἐν τῷ ἀνδρί), ὁ μὲν ἀπιστῶν διὰ τοῦτο σῳζέσθω· οἱ δὲ συνοικοῦντες τοῖς πιστοῖς ἐξέρχέσθωσαν, κατὰ τὸν θεῖον ἀπόστολον παραιτούμενοι

Δεν επιτρέπεται ο Ορθόδοξος άνδρας να παντρεύεται γυναίκα αιρετική, ούτε όμως και η Ορθόδοξη γυναίκα να συνάπτει γάμο με άνδρα αιρετικό.

Αν δε φανεί ότι κάποιος από όλους τους χριστιανούς κάνει κάτι τέτοιο, ο παράνομος αυτός συνοικισμός να θεωρείται άκυρος και ο γάμος να διαλύεται. Διότι δεν πρέπει να αναμειγνύονται τα ασύμμεικτα, ούτε να συμπορεύεται ο λύκος με το πρόβατο και η μερίδα των αμαρτωλών με τον κλήρο του Χριστού.

Όσοι δε από τους πιστούς παραβούν αυτά που έχουν ορισθεί από εμάς, να αφορίζονται.

Αν όμως μερικοί, προτού ενταχθούν στην Ορθοδοξία (ενώ βρίσκονταν ακόμη στην πλάνη της απιστίας/αίρεσης), παντρεύτηκαν, και στη συνέχεια ο ένας από τους δύο αξιώθηκε να έρθει στο φως της αλήθειας (της Ορθοδοξίας), ενώ ο άλλος παρέμεινε στο σκοτάδι της άγνοιας, και ο άπιστος/αιρετικός σύζυγος επιθυμεί να συνεχίσουν τη συζυγία τους, να μη χωρίζονται, εφόσον ο άπιστος συναινεί να ζει μαζί με τον πιστό (καθώς λέει ο θεῖος Απόστολος: «Διότι αγιάζεται ο άπιστος άνδρας από τη γυναίκα και αγιάζεται η άπιστη γυναίκα από τον άνδρα» – Α΄ Κοδ. 7, 14). Σε αυτή την περίπτωση, ο μεν άπιστος σύζυγος ας σωθεί χάρη στον πιστό, εκείνοι δε που παντρεύονται εν γνώσει τους αιρετικούς μετά την ορθόδοξη πίστη τους, ας χωρίζουν, σύμφωνα με τον θείο Απόστολο.

 

 

 Ο 72ος Κανών της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου δεν θέτει απλώς έναν «παιδαγωγικό» ή «διακριτικό» κανόνα, αλλά ακυρώνει εντελώς το έγκυρο του γάμου μεταξύ Ορθοδόξου και ετεροδόξου («Μὴ ἐξέστω ὀρθόδοξον ἄνδρα αἱρετικῇ συνάπτεσθαι γυναικί, μήτε μὴν αἱρετικῷ ἀνδρὶ γυναῖκα ὀρθόδοξον συζεύγνυσθαι·»). Θεωρεί τέτοιες ενώσεις «άκυρες» και «πορνεία».

Ο Γάμος είναι Μυστήριο «εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν». Η τέλεση Μυστηρίου με μέλος που ανήκει σε αιρετική/ετερόδοξη κοινότητα διασπά την ενότητα της Πίστεως στο ίδιο το ποτήριο της Ευχαριστίας και στην οικογενειακή εστία («κατ' οίκον Εκκλησία»).

2. ΑΡΘΡΟ ΙΙ. 5 (β)

Το αυθεντικό κείμενο:

«Δυνατότης ευλογίας των γάμων τούτων συγχωρείται κατ’ οικονομίαν και φιλανθρωπίαν, υπό τον ρητόν όρον ότι τα τέκνα εκ του γάμου τούτου συλληφθησόμενα βαπτισθήσονται και ανατραφήσονται εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία.»

 

 

ΣΧΟΛΙΑ:

Εδώ έχουμε παραποίηση της «Εκκλησιαστικής Οικονομίας»: Η «Οικονομία» στην Παράδοση της Εκκλησίας εφαρμόζεται για τη θεραπεία και την επιστροφή των αιρετικών στην αλήθεια (όπως το να δεχτείς κάποιον με μετανοημένο βάπτισμα/χρίσμα), όχι για τη νομιμοποίηση της ετεροδοξίας εντός της θείας Λατρείας. Η ευλογία ενός γάμου με ετερόδοξο συνιστά κατάχρηση της οικονομίας, η οποία ακυρώνει την «ακρίβεια» και καθιστά την εξαίρεση κανόνα. Η  διατύπωση  «Δυνατότης ευλογίας των γάμων τούτων συγχωρείται κατ’ οικονομίαν και φιλανθρωπίαν, υπό τον ρητόν όρον ότι τα τέκνα εκ του γάμου τούτου συλληφθησόμενα βαπτισθήσονται και ανατραφήσονται εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία» αποτελεί

χαρακτηριστικό παράδειγμα υποχώρησης από τα δογματικά όρια.

 Η  αποδοχή της συνύπαρξης διαφορετικών ομολογιών εντός της οικογένειας προάγει στην πράξη τον συγκρητισμό, αποδυναμώνοντας την αίσθηση της αποκλειστικότητας της αλήθειας στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ανεξάρτητα από τη νομική δέσμευση για τη βάπτιση των τέκνων.

Η επίσημη ποιμαντική πρακτική της φιλανθρωπίας και της οικονομίας ερμηνεύεται όχι ως αναγκαία λύση ποιμαντικής μέριμνας, αλλά ως υποχώρηση στις πιέσεις μιας εκκοσμικευμένης κοινωνίας που υπονομεύει την πατερική ακρίβεια.

3. ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΟ ΑΡΘΡΟ ΙΙ. 5 (γ) [Συνέχεια παραγράφου]

Το αυθεντικό κείμενο:

«Γάμος μεταξύ Ορθοδόξων και μη Χριστιανών κωλύεται απολύτως, κατά κανονικήν ακρίβειαν. Η δε εφαρμογή οικονομίας ως προς τας τοιαύτας περιπτώσεις εναπόκειται εις την τοπικήν Αυτοκέφαλον Εκκλησίαν, αναλόγως της ποιμαντικής ανάγκης.»

 

 

ΣΧΟΛΙΑ.

Η αόριστη παραπομπή στην «τοπική Αυτοκέφαλη Εκκλησία» για άσκηση «οικονομίας» σε γάμους με μη-Χριστιανούς (Μουσουλμάνους, Ινδουιστές, Αθέους) θεωρείται πλήρης εκτροπή. Οι Κανόνες απαγορεύουν αυστηρά τη μυστηριακή σύζευξη με αλλοθρήσκους.

Επίσης  δημιουργεί εκκλησιολογικό χάος, καθώς αυτό που σε μία Αυτοκέφαλη Εκκλησία θεωρείται θανάσιμο αμάρτημα και άκυρο μυστήριο, σε μια άλλη μπορεί να «ευλογείται» λόγω «τοπικών ποιμαντικών αναγκών», διασπώντας την ενιαία κανονική τάξη της Ορθοδοξίας.

4. ΑΡΘΡΟ ΙΙ. 5 (δ) [Έμμεση αναγνώριση ετερόδοξου βαπτίσματος]

Το αυθεντικό κείμενο:

«Η προϋπόθεσις της βαπτίσεως των τέκνων εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία αποτελεί απαραίτητον όρον διά την τέλεσιν του μικτού γάμου...»

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

Η απαίτηση να βαπτίζονται και να ανατρέφονται τα τέκνα στην Ορθόδοξη Εκκλησία ως προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας μικτού γάμου (μεταξύ Ορθοδόξου και ετεροδόξου) στηρίζεται κυρίως στον 72ο Κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου (Εν Tρούλλω).

Ο κανόνας αυτός απαγορεύει ρητά τον γάμο μεταξύ Ορθοδόξου και αιρετικού, εκτός εάν ο ετερόδοξος υποσχεθεί ότι θα προσχωρήσει στην Ορθοδοξία. Σε περίπτωση δε που ο γάμος έχει ήδη γίνει, ορίζει ότι τα τέκνα πρέπει να ανατρέφονται ορθοδόξως. η ίδια η τέλεση μικτών γάμων αποτελεί υποχώρηση από την «ακρίβεια» των Ιερών Κανόνων (ιδίως του 10ου και 72ου Κανόνα της εν Τρούλλω ), οι οποίοι θεωρούνται απόλυτοι. Η αποδοχή των μικτών γάμων θεωρείται σύμπτωμα της «συγκρητιστικής» νοοτροπίας του Οικουμενισμού που αμβλύνει τα δογματικά όρια. Παρά την τυπική δέσμευση για βάπτιση των τέκνων στην Ορθοδοξία, οι μικτοί γάμοι συχνά οδηγούν στην πρακτική αδιαφορία, στον θρησκευτικό σχετικισμό και στην αποδυνάμωση της ορθόδοξης συνείδησης μέσα στην οικογένεια. Πολλές φορές η υπογραφή της υπεύθυνης δήλωσης για ορθόδοξη βάπτιση και ανατροφή δίνεται προσχηματικά από τον ετερόδοξο σύζυγο, χωρίς πραγματική πρόθεση τήρησης, γεγονός που οδηγεί σε καταστρατήγηση του μυστηρίου και σε ενδοοικογενειακές συγκρούσεις γύρω από το θρησκευτικό προσανατολισμό των παιδιών.

Για να επιτραπεί ο γάμος Ορθοδόξου με ετερόδοξο (π.χ. Παπικό ή Διαμαρτυρόμενο), η Σύνοδος προϋποθέτει ότι ο ετερόδοξος έχει έγκυρο Βάπτισμα. Αυτό εισάγει από την «πίσω πόρτα» τη θεωρία της «Βαπτισματικής Θεολογίας» , δηλαδή την αντικανονική παραδοχή ότι οι ετερόδοξες κοινότητες κατέχουν έγκυρα Μυστήρια και Χάρη έξω από τα όρια της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.

Η επίκληση της «οικονομίας» από τη διοικούσα Εκκλησία έχει καταντήσει πάγια «κανονική συνήθεια» (νόμος), με αποτέλεσμα να νομιμοποιούνται καταστάσεις που αντιβαίνουν στο πνεύμα της αποκλειστικότητας της αλήθειας της Ορθόδοξης Εκκλησίας

ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ.

το κείμενο του Γάμου της Συνόδου της Κρήτης διαβρώνει τα δογματικά όρια μεταξύ της Ορθόδοξης Εκκλησίας και των αιρέσεων, νομιμοποιεί τη συμπροσευχή και τη μυστηριακή επικοινωνία  με μη Ορθοδόξους και θυσιάζει την Ακρίβεια της Πίστεως στον βωμό των σύγχρονων κοσμικών και κοινωνικών συμβιβασμών.