Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

AΠΟΤΕΛΕΙ Η ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΚΗΡΥΞΗ ΑΙΡΕΣΗΣ «ΓΥΜΝΗ ΤΗ ΚΕΦΑΛΗ» ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΠΩΣ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΕΙΤΑΙ ΑΥΤΟ;;


Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

2. Η Ερμηνεία της Φράσεως «Γυμνῇ τῇ Κεφαλῇ»

Ο 15ος ιερός Κανόνας ορίζει ότι η αποτείχιση  δικαιώνεται και επαινείται όταν ο επίσκοπος διδάσκει την κακοδοξία «δημοσίᾳ... και γυμνῇ τῇ κεφαλῇ επ' Εκκλησίας».

Ο κανονιολόγος Ιωάννης Ζωναράς ερμηνεύει τη φράση αυτή ορίζοντας ότι σημαίνει «ανυποστόλως και μετά παρρησίας διδάσκει τα αιρετικά δόγματα». Η επίσημη συνοδική αποδοχή, η υπογραφή και η λειτουργική διαμνημόνευση των αποφάσεων αυτών αποτελούν την πλέον απροκάλυπτη, θεσμική και «μετά παρρησίας» διακήρυξη της κακοδοξίας πάνω στην Αγία Τράπεζα ενώπιον του ποιμνίου.

3. Αίρεση «παρά των Αγίων Συνόδων ή Πατέρων κατεγνωσμένη»

Ο Οικουμενισμός —του οποίου η Σύνοδος της Κρήτης αποδέχτηκε— εμπίπτει στην απαίτηση του 15ου Κανόνα περί αιρέσεως που είναι ήδη καταδικασμένη από παλαιές και σύγχρονες Συνόδους, από τους Αγίους Πατέρες και από την ίδια την Αγία Γραφή.

Συνεπώς, ο επίσκοπος που αποδέχεται και διδάσκει δημοσίως τις αποφάσεις αυτές καθίσταται «ψευδεπίσκοπος» και «ψευδοδιδάσκαλος», και η διακοπή της κοινωνίας μαζί του πριν από τη συνοδική του καταδίκη δεν προκαλεί σχίσμα, αλλά προστατεύει την Εκκλησία από το σχίσμα της αιρέσεως.

Η  αποδοχή και η διακήρυξη των αποφάσεων της Συνόδου της Κρήτης αποτελεί κήρυξη αιρέσεως «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ», εμπίπτοντας άμεσα στις προϋποθέσεις του 15ου ιερού Κανόνα της ΑΒ' Συνόδου.

Η θέση αυτή αναλύεται ως εξής::

1. Η Αιρετική Εκκλησιολογία των Αποφάσεων της Κρήτης.

Οι πηγές υπογραμμίζουν ότι η Σύνοδος της Κρήτης (2016) προσέβαλε το εκκλησιαστικό δόγμα και εισήγαγε νέα αιρετική εκκλησιολογία. Συγκεκριμένα:

  • Θεώρησε και ονόμασε τις αιρέσεις ως «εκκλησίες».
  • Επικύρωσε συνοδικά τα κείμενα των Θεολογικών Διαλόγων, αναγνωρίζοντας στους αλλοδόξους (Μονοφυσίτες, Παπικούς, Προτεστάντες) έγκυρο βάπτισμα και αποστολική διαδοχή.
  • Ενέκρινε τη θεσμική συμμετοχή στο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών», υποβιβάζοντας τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

ΕΝΣΤΑΣΗ :ΝΑΙ ΑΛΛΑ ΣΗΜΕΡΑ ΔΕΝ ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΑΙ ΟΙ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΑΠΟ ΑΜΒΩΝΟΣ.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ :Η ένσταση αυτή είναι συχνή, αλλά σύμφωνα με τις πατερικές πηγές και τα πρακτικά των Συνόδων, η έννοια του «κηρύσσειν δημοσίᾳ και γυμνῇ τῇ κεφαλῇ» δεν περιορίζεται στο προφορικό κήρυγμα από τον άμβωνα.

Η πατερική παράδοση θεμελιώνει την απάντηση ως εής:

1. Κήρυγμα «Έργῳ και Λόγῳ» (Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης)

Όταν ο Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης κλήθηκε να απαντήσει σε παρόμοιο ερώτημα —ότι δηλαδή οι αιρετίζοντες της εποχής του δεν δίδασκαν ευθέως την εκτροπή από τον άμβωνα— εξήγησε ότι η αίρεση δεν κηρύσσεται μόνο με λόγια. Κηρύσσεται «έργῳ και λόγω» όταν μια δογματική ή κανονική παραβίαση κυρώνεται συνοδικά, παρουσιάζεται ως «σωτήριος οικονομία» και επιβάλλεται στην καθημερινή εκκλησιαστική πράξη.

2. Η Θεσμική και Συνοδική Αποδοχή

Μια συνοδική απόφαση (όπως της Κρήτης), η οποία έχει υπογραφεί επίσημα από επισκόπους, έχει δημοσιευθεί και ισχύει ως επίσημη γραμμή της Εκκλησίας, αποτελεί διαρκές και απροκάλυπτο κήρυγμα της διοικούσης Εκκλησίας. Το γεγονός ότι δεν αναλύεται καθημερινά στο κυριακάτικο κήρυγμα δεν αναιρεί το ότι έχει θεσμοθετηθεί και εφαρμόζεται επίσημα.

3. Το «Γυμνῇ τῇ Κεφαλῇ» και η Αγία Τράπεζα

Οι ερμηνευτές των Κανόνων (όπως ο Ιωάννης Ζωναράς) ερμηνεύουν τη φράση «γυμνῇ τῇ κεφαλῇ» ως «ανυποστόλως και μετά παρρησίας» διδασκαλία.

  • Στην Ορθόδοξη Λειτουργική παράδοση, ο κατεξοχήν «άμβωνας» ομολογίας της πίστεως είναι η Αγία Τράπεζα.
  • Η αναφορά του ονόματος του Επισκόπου ή του Πατριάρχου κατά τη Θεία Λειτουργία αποτελεί «τελείαν συγκοινωνίαν» και δηλώνει δημόσια συμμετοχή στην πίστη του μνημονευομένου.
  • Όταν λοιπόν ο λειτουργός μνημονεύει τον επίσκοπο που αποδέχθηκε ή εφαρμόζει τις αποφάσεις αυτές, διακηρύσσει δημόσια («επ' Εκκλησίας») και ενώπιον του θυσιαστηρίου τη μετοχή του σε αυτές.
  • Όπως προκύπτει από τα Πρακτικά της Ε' Οικουμενικής Συνόδου, η μνημόνευση ακατάκριτου αιρετικού επισκόπου μιαίνει την καθαρότητα των αγίων μυστηρίων. Ο μολυσμός αυτός δεν σημαίνει ακύρωση ή αφανισμό του ενυποστάτου των μυστηρίων (καθώς αυτά τελούνται υποστατικά όσο ο κληρικός δεν έχει καθαιρεθεί συνοδικά), αλλά απώλεια του αγιασμού και της αφέσεως των αμαρτιών. Έτσι, η συμμετοχή στη Θεία Ευχαριστία όπου μνημονεύεται η αφορμή της αιρέσεως αποβαίνει για τους εν γνώσει κοινωνούντες «εις κρίμα και κατάκριμα».

 Συνεπώς, η διακοπή της μνημονεύσεως (αποτείχιση) κατά τον 15ο Κανόνα της ΑΒ' Συνόδου αποτελεί το κανονικό μέσο για την προστασία του πιστού από τον αλυσιδωτό αυτόν πνευματικό συμμολυσμό

4. Η Σιωπή ως Συγκατάθεση

Όπως τονίζει ο Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, η ανοχή και η σιωπή απέναντι σε μια ήδη θεσμοθετημένη κακοδοξία συνιστά συγκατάθεση και επισύρει το φοβερό «κρίμα της σιωπής». Συνεπώς, η επίσημη υιοθέτηση, η θεσμική εφαρμογή και η λειτουργική διαμνημόνευση των αποφάσεων συνιστούν πλήρη και δημόσια κήρυξη («γυμνῇ τῇ κεφαλῇ»), ανεξάρτητα από το αν γίνεται ειδική αναφορά στο προφορικό κήρυγμα του άμβωνα.

Η στάση του Οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου απέναντι στη «Μοιχειανική» Σύνοδο του 809 μ.Χ

Η στάση του Οσίου Θεοδώρου του Στουδίτου απέναντι στη «Μοιχειανική» Σύνοδο του 809 αποτελεί ένα θεμελιώδες ιστορικό παράδειγμα για το πώς μια επικαλούμενη «οικονομία» μετατρέπεται σε αίρεση.

Η εξέλιξη αυτή αναλύεται ως εξής::

1. Η διαφορά μεταξύ Αμαρτήματος και Αιρέσεως.

Πριν από τη Σύνοδο του 809, η αντικανονική ευλόγηση του παρανόμου γάμου του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΣΤ' από τον ιερέα Ιωσήφ θεωρούνταν από τον Όσιο ως μια μεμονωμένη αμαρτωλή πράξη και παραβίαση των ιερών κανόνων. Για το λόγο αυτό, κατά το διάστημα εκείνο ο Όσιος ασκούσε μια προσωρινή οικονομία: απέφευγε μεν την προφανή κοινωνία με τον «μοιχοζεύκτη» ιερέα Ιωσήφ, αλλά διατηρούσε την εκκλησιαστική κοινωνία με τους Πατριάρχες Ταράσιο και Νικηφόρο εφόσον ο Ιωσήφ είχε παυθεί από την ιερουργία.

2. Η θεσμοθέτηση της Παρανομίας ως «Σωτηρίου Οικονομίας»

Η ουσιαστική μεταβολή συνέβη στη Σύνοδο του 809, όπου οι επίσκοποι δεν περιορίστηκαν στην ανεκτικότητα μιας αμαρτωλής πράξεως, αλλά προέβησαν σε δογματική απόκλιση. Συγκεκριμένα:

  • Θέσπισαν ότι οι θείοι νόμοι δεν ισχύουν για τους βασιλείς όταν αυτοί δεν το επιθυμούν.
  • Ονόμασαν τη διάλυση των ευαγγελικών εντολών «σωτήριον οικονομίαν».
  • Αναθεμάτισαν όσους δεν αποδέχονταν αυτή την «οικονομία» των αγίων.

3. «Μία φωνὴ τίκτει αἵρεσιν»

Ο Όσιος Θεόδωρος διέγνωσε ότι η Σύνοδος του 809 γέννησε μια νέα αίρεση —τη «μοιχειανική αίρεση»— διότι μέσω αυτής της συνοδικής αποφάσεως διακήρυξαν ότι οι αμετάβλητες εντολές του Ευαγγελίου είναι τρεπτές και μεταβαλλόμενες ανάλογα με τις περιστάσεις. Με τον τρόπο αυτό, η παραβίαση της πίστεως και των κανόνων αναδείχθηκε  σε θεσμικό δόγμα.

4. Η Δημόσια Κήρυξη και η Υποχρεωτική Αποτείχιση

Ενώ πριν από το 809 δεν υπήρχε «εκφωνητόν πονηρόν δόγμα», η Σύνοδος του 809 έφερε την κακοδοξία απροκάλυπτα στη δημοσιότητα («διὰ συνόδου εἰς τοὐμφανές»). Αυτή η δημόσια κήρυξη ενεργοποίησε άμεσα την υποχρέωση της αποτείχισης:

  • Ο Όσιος διέκοψε πλήρως από την κοινωνία της Συνόδου και όσων συνέπλεαν μαζί της.
  • Τόνισε ότι η σιωπή απέναντι στη θεσμοθετημένη πλάνη συνιστά συγκατάθεση και επισύρει το «φοβερόν τῆς σιωπῆς κρῖμα».
  • Υπενθύμισε τη διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου ότι «εχθροί του Θεού δεν είναι μόνο οι αιρετικοί, αλλά και όσοι κοινωνούν με αυτούς».

5. Τα Όρια της Αληθινής Οικονομίας

Ο Όσιος υπογράμμισε ότι «ουδεμία γαρ οικονομία λύσιν των θείων νόμων αποτελεί». Όταν η οικονομία χρησιμοποιείται για να νομιμοποιήσει τη διαρκή αμαρτία ή την κακοδοξία, παύει να είναι θεραπευτική συγκατάβαση και μεταβάλλεται σε παράνομη υποκρισία και καταστροφή της εκκλησιαστικής πειθαρχίας

Η διάκριση του Οσίου Θεοδώρου (μεταξύ μεμονωμένου παραπτώματος και συνοδικής νομιμοποίησής του ως «οικονομίας») πως εφαρμόζεται στη σύγχρονη εκκλησιολογική συζήτηση για τις αποφάσεις της Κρήτης.

Η διάκριση που έκανε ο Όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης κατά τη Μοιχειανική έριδα εφαρμόζεται άμεσα στη σύγχρονη εκκλησιολογική αξιολόγηση των αποφάσεων της Συνόδου της Κρήτης (2016):

1. Από το Μεμονωμένο Παράπτωμα στη Συνοδική Θεσμοθέτηση

  • Στην εποχή του Οσίου Θεοδώρου: Πριν από τη Σύνοδο του 809, η αντικανονική ευλόγηση του παρανόμου γάμου αποτελούσε μια μεμονωμένη αμαρτωλή πράξη και παραβίαση των ιερών κανόνων. Όταν όμως η Σύνοδος του 809 επικύρωσε την πράξη αυτή, θέσπισε ότι οι θείοι νόμοι δεν υποχρεώνουν τους βασιλείς και ονόμασε τη διάλυση των εντολών «σωτήριο οικονομία».
  • Στη Σύνοδο της Κρήτης (2016): Αντίστοιχα, ενώ για δεκαετίες οι διάφορες υποχωρήσεις του Οικουμενισμού διεξάγονταν υπό το κάλυμμα μιας άμετρης «οικονομίας», με τη Σύνοδο της Κρήτης οι αποκλίσεις αυτές θεσμοθετήθηκαν συνοδικά. Οι αλλοδοξίες ονομάστηκαν επίσημα «εκκλησίες» και επικυρώθηκαν συνοδικά τα κείμενα των Θεολογικών Διαλόγων που αναγνωρίζουν στους ετεροδόξους έγκυρο βάπτισμα και αποστολική διαδοχή.

2. Η Μεταβολή της «Οικονομίας» σε Αίρεση

  • Ο Όσιος Θεόδωρος διέγνωσε ότι η αθέτηση των ευαγγελικών εντολών στην πράξη, όταν παρουσιάζεται και κυρώνεται συνοδικά ως «σωτήριος οικονομία», συνιστά αίρεση, διακηρύσσοντας το περίφημο «μη θαυμάσῃς, ει μία φωνή τίκτει αίρεσιν».
  • Με τον ίδιο τρόπο, η θεσμική αναγνώριση των αιρέσεων ως εκκλησιών στην Κρήτη δεν αποτελεί απλή διοικητική συγκατάβαση, αλλά εισαγωγή νέας αιρετικής εκκλησιολογίας που ανατρέπει τη διδασκαλία του Ευαγγελίου και των Οικουμενικών Συνόδων.

3. Η Μετάβαση στην Υποχρεωτική Αποτείχιση

  • Πριν από τη Σύνοδο του 809, ο Όσιος Θεόδωρος απέφευγε μεν την άμεση κοινωνία με τον παρανομήσαντα ιερέα, αλλά διατηρούσε την εκκλησιαστική κοινωνία με τους Πατριάρχες. Όταν όμως η κακοδοξία έγινε «εκφωνητή» και θεσμοθετήθηκε «διά συνόδου εις τούμφανες», ο Όσιος διέκοψε πάραυτα την κοινωνία με τη Σύνοδο και όσους συνέπλεαν μαζί της.
  • Κατά τον ίδιο κανόνα, η επίσημη συνοδική επικύρωση των αποφάσεων της Κρήτης κατέστησε την κακοδοξία δημόσια και θεσμοθετημένη, μετατρέποντας τη διακοπή του μνημοσύνου (αποτείχιση) από απλό δικαίωμα σε άμεσο κανονικό χρέος και υποχρέωση για την προστασία του πιστού από τον πνευματικό μολυσμό

Σύγκριση  της Μοιχειανής Συνόδου(809) και της Συνόδου της Κρήτης,

Η σύγκριση ανάμεσα στη Μοιχειανής Σύνοδο  του 809 και τη Σύνοδο της Κρήτης του 2016, υπό το πρίσμα της πατερικής παράδοσης και της μελέτης του πατρός Ευγενίου, αποκαλύπτει τη βαθιά ιστορική και θεολογική αναλογία στη μετάβαση από το μεμονωμένο κανονικό αμάρτημα στη συνοδική θεσμοθέτηση της αιρέσεως.

Αιτία και αφορμή: Στη Μοιχοσύνοδο του 809, η αιτία υπήρξε η αντικανονική ευλόγηση του παρανόμου γάμου του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΣΤ' με τη Θεοδότη. Αντίστοιχα, στη Σύνοδο της Κρήτης του 2016, η αφορμή εντοπίζεται στη θεσμική επικύρωση των Θεολογικών Διαλόγων και τη συνολική συμπόρευση στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών.

Προηγηθείσα κατάσταση: Η Μοιχοσύνοδος προήλθε από μια μεμονωμένη παραβίαση των ιερών κανόνων, δηλαδή ένα αμάρτημα μοιχοζευξίας, κατά το οποίο ασκούνταν προσωρινή οικονομία ενώ ο εμπλεκόμενος ιερέας είχε ήδη παυθεί. Στην περίπτωση της Κρήτης, προηγήθηκαν δεκαετίες άτυπων και μεμονωμένων οικουμενιστικών υποχωρήσεων, οι οποίες δικαιολογούνταν στο όνομα μιας άμετρης και στρεβλής «οικονομίας».

Δογματική εκτροπή: Η Μοιχοσύνοδος κατέληξε στη θεσμοθέτηση ότι οι θείοι νόμοι δεν υποχρεούννται να δεσμεύουν τους βασιλείς και ότι η διάλυση των εντολών μπορεί να συνιστά «σωτήριο οικονομία». Στην Κρήτη, η εκτροπή εκδηλώθηκε με την εισαγωγή μιας νέας αιρετικής εκκλησιολογίας, δια της αναγνώρισης των ετεροδόξων ως «εκκλησιών» και της αποδοχής του βαπτίσματός τους.

Χαρακτηρισμός εκτροπής και δημοσιότητα: Στο 809 γεννήθηκε η «μοιχειανική αἵρεσις» μέσω συνοδικής αποφάσεως, ακολουθώντας το αξίωμα ότι «μία φωνὴ τίκτει αἵρεσιν», όπου η κακοδοξία κατέστη «εκφωνητόν πονηρόν δόγμα» και εξήλθε «διά συνόδου εις τούμφανες» («γυμνῇ τῇ κεφαλῇ»). Αντίστοιχα, το 2016 σημειώθηκε προσβολή του εκκλησιαστικού δόγματος και ανατροπή των ορίων των Οικουμενικών Συνόδων και των Πατέρων, μέσω επίσημης συνοδικής υπογραφής, θεσμικής δημοσίευσης και λειτουργικής διακήρυξης δια της μνημόνευσης των επισκόπων.

Φύση της οικονομίας και κανονικό χρέος: Και στις δύο περιπτώσεις παρατηρείται ψευδής επίκληση της «οικονομίας» για τη νομιμοποίηση της παραβίασης του Ευαγγελίου, καθώς «ουδεμία γαρ οικονομία λύσιν των θείων νόμων αποτελεί». Ως προς το κανονικό χρέος της αποτείχισης, ενώ το 809 επιβαλλόταν η άμεση υποχρέωση διακοπής κοινωνίας από τη Σύνοδο και τους συναινούντες διότι η σιωπή συνιστά συγκατάθεση, το 2016 ενεργοποιείται ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου για διακοπή μνημοσύνου προς αποφυγή του πνευματικού συμμολυσμού.

 

Βασικά Συμπεράσματα της Σύγκρισης:

  1. Η μεταβολή της αμαρτίας σε αίρεση: Και στις δύο περιπτώσεις, η αίρεση δεν γεννήθηκε από την αρχική παραβίαση, αλλά από τη συνοδική της νομιμοποίηση και κάλυψη ως «οικονομίας».
  2. Η ανάγκη της αποτείχισης: Όταν η κακοδοξία παύει να είναι κρυφή και διακηρύσσεται συνοδικά ή λειτουργικά («γυμνῇ τῇ κεφαλῇ»), η ανοχή μετατρέπεται σε συνένοχη σιωπή, καθιστώντας τη διακοπή κοινωνίας σωτηριολογικό χρέος.
  3. Ο κίνδυνος του συμμολυσμού: Η συμμετοχή ή η μνημόνευση των επισκόπων που αποδέχονται τις συνοδικές αυτές παρεκτροπές μεταφέρει τον πνευματικό μολυσμό στο ποίμνιο μέσω της «αρχής των συγκοινωνούντων δοχείων»

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

-Αποτίμηση της Συνόδου της Κρήτης από την Εκκλησία της Ελλάδος (Φθινόπωρο 2016):





Η  έκτακτη σύγκληση της Ιεραρχίας τον Νοέμβριο του 2016 χαρακτηρίστηκε από έντονο παρασκήνιο, διπλωματικούς ελιγμούς και πιέσεις από το Φανάρι, με αποτέλεσμα την έκδοση ενός ανακριβούς ανακοινωθέντος που παρουσίαζε μια ιδανική εικόνα «σύμπνοιας», ενώ στην πραγματικότητα δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ ψηφοφορία για την έγκριση των αποφάσεων της Κρήτης.

Τα γεγονότα:

  1.  Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος απείλησε ρητά με διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας (ακοινωνησία) τους Μητροπολίτες Πειραιώς Σεραφείμ και Καλαβρύτων Αμβρόσιο εάν δεν σταματούσαν να επικρίνουν τη Σύνοδο.
  2. Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος επέβαλε χαμηλούς τόνους και πλήρη μυστικότητα για τις έντονες διαφωνίες εντός της Ιεραρχίας, θεωρώντας ότι οι αποφάσεις της Κρήτης είναι πλέον μη ανατρέψιμες.
  3. Οι Μητροπολίτες Κυθήρων και Καλαβρύτων αποκάλυψαν ότι η Ιεραρχία δεν ψήφισε ποτέ για την έγκριση των αποφάσεων, αλλά το θέμα παραπέμφθηκε στη Δ.Ι.Σ. και ουσιαστικά στις «ελληνικές καλένδες».
  4. Την ίδια περίοδο, η Μόσχα πέτυχε μια πανορθόδοξη «επίδειξη ενότητας» στα γενέθλια του Πατριάρχη Κυρίλλου, με τον ίδιο να υπεραμύνεται της αποχής του από την Κρήτη λόγω έλλειψης καθολικής συναίνεσης.

ΑΝΑΛΥΤΙΚΟΤΕΡΑ

Οι απειλές του Πατριάρχη Βαρθολομαίου διατυπώθηκαν με ιδιαίτερα αυστηρό ύφος σε επίσημη επιστολή που απέστειλε στις 18 Νοεμβρίου 2016 προς τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμο, λίγο πριν από την έκτακτη σύγκληση της Ιεραρχίας για την αποτίμηση της Συνόδου της Κρήτης.

Η επιχειρηματολογία και οι κυρώσεις με τις οποίες απείλησε ο Πατριάρχης συνοψίζονται στα εξής:

  • Η απειλή της ακοινωνησίας (διακοπή κοινωνίας): Η πλέον σοβαρή απειλή του Πατριάρχη ήταν η διακοπή της εκκλησιαστικής και μυστηριακής κοινωνίας με όσους επέμεναν να αμφισβητούν τις αποφάσεις της Κρήτης. Στην επιστολή του ξεκαθάρισε ρητά πως: «Εάν δεν ανανήψωσιν και δεν έλθουν εις εαυτούς το Οικουμενικόν Πατριαρχείον θέλει αντιμετωπίσει το δημιουργούμενον πρόβλημα δια της διακοπής της εκκλησιαστικής και μυστηριακής κοινωνίας μετ’ αυτών».
  • Στοχοποίηση συγκεκριμένων προσώπων: Ο Πατριάρχης κατηγόρησε ονομαστικά τους Μητροπολίτες Καλαβρύτων Αμβρόσιο και Πειραιώς Σεραφείμ, καθώς και τον Πρωτοπρεσβύτερο Θεόδωρο Ζήση. Τους απέδωσε την κατηγορία ότι ενισχύουν μια ομάδα που καλεί τον πιστό λαό και άλλους Προκαθημένους σε «ανταρσίαν και αμφισβήτησιν» των συνοδικών αποφάσεων.
  • Απαίτηση για πειθαρχικά μέτρα: Κάλεσε τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο να παρέμβει άμεσα, να λάβει «τα προσήκοντα μέτρα» και να προβεί στις απαραίτητες συστάσεις προς τους διαφωνούντες, ώστε να παύσουν να ενεργούν «αντιεκκλησιαστικώς και αντικανονικώς». Η απαίτηση αυτή συνοδευόταν από την προειδοποίηση επιβολής των προβλεπόμενων από τους ιερούς κανόνες κυρώσεων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.
  • Εκκλησιολογική θεμελίωση των απειλών: Προκειμένου να δικαιολογήσει το δικαίωμά του να απειλεί με τέτοιες κυρώσεις, ο Βαρθολομαίος αυτοανακηρύχθηκε στην επιστολή ως «φύλαξ του Δόγματος και της κανονικής εν τη κατά Ανατολάς Εκκλησία τάξεως». Αυτή η αναφορά προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, καθώς χαρακτηρίστηκε από επικριτές ως ξένη προς την ορθόδοξη παράδοση και εγγύτερη προς τις μοναρχικές/παπικές αντιλήψεις περί αυθεντικής ερμηνείας και παγκόσμιας δικαιοδοσίας.

Αποδέχτηκε η Εκκλησία της Ελλάδος την Σύνοδο της Κρήτης;

Η απάντηση στο ερώτημα αν η Εκκλησία της Ελλάδος αποδέχθηκε τελικά τη Σύνοδο της Κρήτης είναι διπλή, καθώς υπάρχει χάσμα ανάμεσα στην επίσημη/τεχνική εικόνα και στην πραγματική συνοδική διαδικασία που ακολουθήθηκε:

1. Η επίσημη θέση (Στα χαρτιά)

Στο επίσημο Δελτίο Τύπου της έκτακτης Ιεραρχίας (24 Νοεμβρίου 2016), η οποία συγκλήθηκε ειδικά για την αποτίμηση της Συνόδου της Κρήτης, αναφέρθηκε ότι η Ιεραρχία ενέκρινε τις προτάσεις της εισηγήσεως του Μητροπολίτη Σερρών Θεολόγου. Η εισήγηση αυτή πρότεινε να ανατεθεί στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο (Δ.Ι.Σ.) η σε βάθος μελέτη των κειμένων της Κρήτης (των θετικών και των επιφυλακτικών) και η έκδοση μιας εγκυκλίου προς ενημέρωση του λαού.

2. Η πραγματικότητα (Στην πράξη)

Στην πραγματικότητα, δεν διεξήχθη ποτέ καμία ψηφοφορία (ούτε γραπτή, ούτε προφορική, ούτε δια βοής ή ανατάσεως χειρών) στην Ιεραρχία για την επίσημη έγκριση των αποφάσεων της Κρήτης.

Όπως αποκάλυψαν οι Μητροπολίτες Κυθήρων Σεραφείμ και Καλαβρύτων Αμβρόσιος, ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος έκλεισε τη συζήτηση δηλώνοντας ρητά: «δεν παίρνουμε καμία απόφαση».  Η παραπομπή του θέματος στη Δ.Ι.Σ. για τη σύνταξη μιας μελλοντικής εγκυκλίου λειτούργησε ως διπλωματικός ελιγμός που μετέφερε το ζήτημα στις «ελληνικές καλένδες», καθώς η εγκύκλιος και η επίσημη ενημέρωση του λαού ουσιαστικά πάγωσαν.

3. Οι λόγοι αυτής της στάσης

Η Εκκλησία της Ελλάδος απέφυγε μια ξεκάθαρη απόφαση λόγω δύο μεγάλων πιέσεων:

  • Οι απειλές του Φαναρίου: Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος είχε στείλει επιστολή (18 Νοεμβρίου 2016) απειλώντας ρητά με διακοπή της μυστηριακής κοινωνίας (ακοινωνησία) με Μητροπολίτες της Ελλάδος (όπως τον Πειραιώς Σεραφείμ και τον Καλαβρύτων Αμβρόσιο) εάν συνέχιζαν την κριτική κατά της Συνόδου.
  • Η αποφυγή εσωτερικού σχίσματος: Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, με βάση τη στρατηγική «Ό γέγονε, γέγονε», προσπάθησε να κρατήσει χαμηλούς τόνους. Ήθελε να αποφύγει μια δημόσια ρήξη με το Φανάρι, αλλά και τη διάσπαση της ίδιας της Ιεραρχίας της Ελλάδος. Πολλοί διαφωνούντες Μητροπολίτες επέλεξαν τη σιωπή ή την αποχή από τη συνεδρίαση για να μη διευκολύνουν τη ρήξη.

Συνεπώς, η Εκκλησία της Ελλάδος δεν απέρριψε τη Σύνοδο για να αποφύγει τη ρήξη με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αλλά δεν την επικύρωσε ποτέ με επίσημη συνοδική ψηφοφορία, επιλέγοντας αντ' αυτού μια οδό «δημιουργικής ασάφειας» και σιωπής δηλαδη της ΕΜΜΕΣΗΣ ΑΠΟΔΟΧΗΣ.

Το κείμενο «Προς τον Λαό».

Το κείμενο «Προς τον Λαό», αποτελεί την επίσημη ενημερωτική εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος σχετικά με τις αποφάσεις της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης (2016).

Το έγγραφο αυτό είναι δομημένο με απόλυτη σαφήνεια σε 10 κεντρικές θέσεις, οι οποίες αναλύουν τα θεολογικά, εκκλησιολογικά και κοινωνικά συμπεράσματα της Συνόδου:

1. Η Μυστηριακή Ενότητα και η Συνοδικότητα

Η πρώτη θέση υπογραμμίζει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία εκφράζει την ενότητα και την καθολικότητά Της μέσω των Ιερών Μυστηρίων. Η συνοδικότητα παρουσιάζεται ως ο απαραίτητος θεσμός που υπηρετεί αυτή την ενότητα, διαπνέοντας την οργάνωση της Εκκλησίας, τον τρόπο λήψης των αποφάσεων και καθορίζοντας την ιστορική της πορεία.

2. Η Αναγνώριση Συνόδων «Καθολικού Κύρους»

Για πρώτη φορά σε επίσημο συνοδικό κείμενο αυτού του επιπέδου, αναγνωρίζονται ως Σύνοδοι «καθολικού κύρους» (δηλαδή με κύρος Οικουμενικών) οι εξής ιστορικές Μεγάλες Σύνοδοι:

  • Η Μεγάλη Σύνοδος επί Μεγάλου Φωτίου (879-880).
  • Οι επί Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά Μεγάλες Σύνοδοι (1341, 1351, 1368).
  • Οι εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλες Σύνοδοι για την αποκήρυξη της ενωτικής Συνόδου της Φλωρεντίας, των προτεσταντικών δοξασιών (1638, 1642, 1672, 1691) και του εθνοφυλετισμού ως εκκλησιολογικής αίρεσης (1872).

3. Η Φύση της Αυτοκεφαλίας

Διευκρινίζεται με δογματική αυστηρότητα ότι οι Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες δεν αποτελούν μια χαλαρή «συνομοσπονδία» ανεξάρτητων Εκκλησιών. Αντίθετα, συναποτελούν και εκφράζουν οργανικά τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

4. Η Ρύθμιση της Ορθόδοξης Διασποράς

Για την αντιμετώπιση των ποιμαντικών προβλημάτων στις χώρες της Διασποράς, αποφασίστηκε η συνέχιση της λειτουργίας των Επισκοπικών Συνελεύσεων. Το σχήμα αυτό κρίθηκε απαραίτητο για τη διασφάλιση της συνοδικότητας, ως προσωρινό στάδιο μέχρι να καταστεί δυνατή η εφαρμογή της πλήρους κανονικής ακρίβειας.

5. Η Ιερότητα της Οικογένειας και του Γάμου

Η οικογένεια ορίζεται ως ο πολύτιμος καρπός της μυστηριακής ενώσεως ανδρός και γυναικός («εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν»). Η εγκύκλιος τονίζει ότι η μυστηριακή αυτή ένωση αποτελεί τη μόνη εγγύηση για τη γέννηση και την ορθή ανατροφή των τέκνων.

6. Το Ασκητικό Ήθος και η Εγκράτεια

Η Ιερά Σύνοδος προβάλλει την αξία της εγκράτειας και της χριστιανικής ασκήσεως. Ξεκαθαρίζεται ότι η άσκηση δεν αποκόπτει τον άνθρωπο από την κοινωνική ζωή, αλλά τον συνδέει με τη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, ενώ τονίζεται ότι το ασκητικό ήθος δεν αφορά μόνο τους μοναχούς, αλλά είναι χαρακτηριστικό κάθε χριστιανού.

7. Καταδίκη των Διωγμών και Ανθρωπιστική Αλληλεγγύη

Εκφράζεται η έντονη αγωνία της Εκκλησίας για τις σύγχρονες γεωπολιτικές κρίσεις. Καταδικάζονται απερίφραστα οι διωγμοί, οι δολοφονίες θρησκευτικών κοινοτήτων, ο βίαιος προσηλυτισμός, η εμπορία προσφύγων και τα βασανιστήρια, με ιδιαίτερη αναφορά στην τραγική κατάσταση των Χριστιανών στη Μέση Ανατολή.

8. Η Ιεραποστολή ως Πρωταρχικό Έργο

Η Ιεραποστολή ορίζεται ως το βασικότερο έργο της Εκκλησίας. Περιγράφεται ως ο διαρκής αγώνας για τη μαρτυρία της πίστεως και το κήρυγμα του Ευαγγελίου, τόσο προς τους πιστούς που ζουν στις εκκοσμικευμένες κοινωνίες όσο και προς εκείνους που δεν έχουν γνωρίσει ακόμα τον Χριστό.

9. Ο Θεολογικός Διάλογος χωρίς Δογματικούς Συμβιβασμούς

Ο διάλογος με τους ετεροδόξους (άλλες χριστιανικές ομολογίες – αιρέσεις) διεξάγεται με σκοπό τη μαρτυρία της αλήθειας και καθιστά γνωστή τη γνησιότητα της Ορθόδοξης Παράδοσης και της πατερικής διδασκαλίας. Δηλώνεται κατηγορηματικά ότι οι διάλογοι αυτοί δεν σημαίνουν και δεν θα σημάνουν ποτέ οποιονδήποτε συμβιβασμό σε ζητήματα πίστεως.

10. Η Μοναδικότητα της Εκκλησίας και η Καταδίκη των Σχισμάτων

Η εγκύκλιος διακηρύσσει ότι η Εκκλησία είναι Μία, η Ορθόδοξη, η οποία αναμένει πάντοτε την επιστροφή των ετεροδόξων μέσω της μετάνοιας. Καταδικάζει τα σχίσματα και τις παρασυναγωγές ως «δυσίατες πνευματικές ασθένειες». Απευθύνεται δε αυστηρή προτροπή στους πιστούς να μην ακολουθούν όσους τους παρακινούν σε απομάκρυνση από την Εκκλησία, επικαλούμενοι φανταστικούς λόγους δογματικής ακριβείας.

 

Τι δείχνει το ίδιο το κείμενο «Προς τον Λαό» (Ποιμαντική Αποδοχή)

Αν απομονώσουμε αποκλειστικά το περιεχόμενο της επίσημης αυτής εγκυκλίου της Ιεράς Συνόδου, το κείμενο δείχνει σαφή διάθεση παρουσίασης και υπεράσπισης της Συνόδου της Κρήτης προς τους πιστούς: Το κείμενο ξεκινά αναφέροντας ότι παρουσιάζει τα συμπεράσματα της Συνόδου και εξαίρει το γεγονός ότι στην Κρήτη αναγνωρίστηκαν για πρώτη φορά ως «καθολικού κύρους» (δηλαδή Οικουμενικές) ιστορικές Σύνοδοι όπως αυτή του Μεγάλου Φωτίου και του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.  Υπεραμύνεται των θεολογικών διαλόγων με τους ετεροδόξους, τονίζοντας ότι αποτελούν χρέος μαρτυρίας της αλήθειας και ξεκαθαρίζοντας ότι «δεν σημαίνουν ούτε και θα σημαίνουν ποτέ οποιονδήποτε συμβιβασμό σε ζητήματα πίστεως».

 Το κείμενο στρέφεται ανοιχτά κατά των εσωτερικών αντιδράσεων, καλώντας τους πιστούς «να μη δίνουν βαρύτητα στα λόγια εκείνων που τους παρακινούν να απομακρυνθούν από Αυτήν [την Εκκλησία]... επικαλούμενοι φανταστικούς λόγους δογματικής ακριβείας», ενώ χαρακτηρίζει τα σχίσματα ως «δυσίατες πνευματικές ασθένειες».

Ορίζει ότι τα κείμενα της Κρήτης αποτελούν πλέον «αντικείμενο εμβαθύνσεως και περαιτέρω μελέτης», όπως συμβαίνει με όλες τις Συνόδους.


2. Τι συνέβη στο παρασκήνιο (Η έλλειψη Συνοδικής Επικύρωσης)

Παρά την έκδοση αυτού του ποιμαντικού κειμένου, οι πηγές αποκαλύπτουν ότι η Εκκλησία της Ελλάδος απέφυγε να επικυρώσει επίσημα και κανονικά τη Σύνοδο της Κρήτης με συνοδική ψηφοφορία.

  • Δεν διεξήχθη ψηφοφορία: Όπως κατήγγειλαν δημόσια οι Μητροπολίτες Κυθήρων Σεραφείμ και Καλαβρύτων Αμβρόσιος, κατά την έκτακτη σύγκληση της Ιεραρχίας τον Νοέμβριο του 2016, δεν τέθηκε ποτέ σε ψηφοφορία (ούτε γραπτή, ούτε προφορική, ούτε δια βοής) η έγκριση των αποφάσεων της Κρήτης.
  • Ο ελιγμός του Αρχιεπισκόπου: Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, ακολουθώντας τη στρατηγική του κατευνασμού προκειμένου να αποφύγει εσωτερικό σχίσμα αλλά και ρήξη με το Φανάρι, έκλεισε τη συνεδρίαση δηλώνοντας: «δεν παίρνουμε καμία απόφαση». Αντ' αυτού, παρέπεμψε όλο το υλικό στη Διαρκή Ιερά Σύνοδο (Δ.Ι.Σ.) προκειμένου να συνταχθεί απλώς η εγκύκλιος προς τον λαό.
  • Δημιουργική ασάφεια: Η έκδοση του κειμένου «Προς τον Λαό» χρησιμοποιήθηκε ως ένας διπλωματικός ελιγμός. Παρουσίασε μια εικόνα ενότητας προς το εξωτερικό και καθησύχασε το ποίμνιο, αλλά επέτρεψε στην Ιεραρχία της Ελλάδος να μην πάρει επίσημη, δεσμευτική συνοδική απόφαση για την κανονική αποδοχή της Συνόδου της Κρήτης.

Συμπέρασμα

Με βάση το κείμενο «Προς τον Λαό», η Εκκλησία της Ελλάδος αποδέχθηκε ποιμαντικά και παρουσίασε θετικά τη Σύνοδο της Κρήτης στο ποίμνιό της, προειδοποιώντας μάλιστα κατά των σχισμάτων. Ωστόσο, απέφυγε να την επικυρώσει θεσμικά και κανονικά ως Σώμα της Ιεραρχίας, καθώς δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ επίσημη ψηφοφορία έγκρισης των κειμένων της.

 


Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2026

«Η Αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τω σύγχρονω κόσμω» (Θεολογικός σχολιασμός)



Προβληματικά άρθρα με σχολιασμό

1. Διαχριστιανική συνεργασία & κοινή βάση (Κεφάλαιο Α΄, παράγραφος 4)

Αυτούσιο απόσπασμα κειμένου:

 

«Ἐπ' αὐτῆς τῆς βάσεως εἶναι ἀπαραίτητον νά ἀναπτυχθῇ πρός ὅλας τάς κατευθύνσεις ἡ διαχριστιανική συνεργασία διά τήν προστασίαν τῆς ἀξίας τοῦ ἀνθρώπου, αὐτονοήτως δέ καί τοῦ ἀγαθοῦ τῆς εἰρήνης, οὕτως ὥστε αἱ εἰρηνευτικαί προσπάθειαι ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν Χριστιανῶν νά ἀποκτοῦν μεγαλύτερον βάρος καί δύναμιν. Ὡς προϋπόθεσις μιᾶς εὐρυτέρας ἐν προκειμένῳ συνεργασίας δύναται νά χρησιμεύσῃ ἡ κοινή ἀποδοχή τῆς ὑψίστης ἀξίας τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου.»

 

  • Σχολιασμός: Η προτροπή για «διαχριστιανική συνεργασία προς όλες τις κατευθύνσεις» θεωρείται από τους επικριτές ότι αμβλύνει τα όρια μεταξύ της Ορθοδοξίας και των αιρετικών/ετερόδοξων ομολογιών. Υποστηρίζεται ότι η θεμελίωση συνεργασίας πάνω σε μια αόριστη «κοινή αποδοχή της αξίας του ανθρώπου» παράγει ανθρωπιστικό συγκρητισμό και παραμερίζει την ανάγκη για ορθή δογματική πίστη (Ορθοδοξία).

2. Διαθρησκειακή συνεννόηση & «Θεο συνεργοί» (Κεφάλαιο Α΄, παράγραφοι 5 & 6)

Αυτούσιο απόσπασμα κειμένου:

«Αἱ κατά τόπους Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι εἶναι δυνατόν νά συμβάλουν εἰς τήν διαθρησκειακήν συνεννόησιν καί συνεργασίαν διά τήν εἰρηνικήν συνύπαρξιν καί κοινωνικήν συμβίωσιν τῶν λαῶν, χωρίς τοῦτο νά συνεπάγεται οἱονδήποτε θρησκευτικόν συγκρητισμόν. Ἔχομεν τήν πεποίθησιν ὅτι ὡς «Θεοῦ συνεργοί» (Α' Κορ. γ', 9), δυνάμεθα νά προχωρήσωμεν εἰς τήν διακονίαν ταύτην ἀπό κοινοῦ μεθ' ὅλων τῶν ἀνθρώπων καλῆς θελήσεως...»

 

 

  • Σχολιασμός: Αν και εισάγεται η επιφύλαξη «χωρίς να συνεπάγεται συγκρητισμό», η χρήση του παύλειου όρου «Θεού συνεργοί» για κοινή δράση με αλλόθρησκους ή αθέους («μεθ' όλων των ανθρώπων») θεωρείται θεολογικά καταχρηστική. Οι αντι-οικουμενιστές υποστηρίζουν ότι ο όρος αυτός στην Καινή Διαθήκη αφορά αποκλειστικά τα μέλη του Σώματος του Χριστού και όχι μια διαθρησκειακή σύμπραξη.

3. Η έννοια της ειρήνης ως αφηρημένο ανθρωπιστικό αγαθό (Κεφάλαιο Γ΄, παράγραφοι 1 & 4)

«Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καταδικάζει γενικῶς τόν πόλεμον, θεωροῦσα τοῦτον ἀποτέλεσμα τοῦ ἐν τῷ κόσμῳ κακοῦ καί τῆς ἁμαρτίας... Ἡ εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ εἶναι μυστικός καρπός τῆς ἐν αὐτῷ ἀνακαινίσεως τῶν πάντων... Παράλληλα, ἡ Ἐκκλησία θεωρεῖ χρέος της νά ἐνισχύσῃ πᾶν ὅτι συμβάλλει πράγματι εἰς τήν εἰρήνην (Ρωμ. ιδ', 19) καί ἀνοίγει τόν δρόμον πρός τήν δικαιοσύνην, τήν ἀδελφοσύνην, τήν ἀληθῆ ἐλευθερίαν καί τήν ἀμοιβαίαν ἀγάπην μεταξύ ὅλων τῶν τέκνων τοῦ ἑνός οὐρανίου Πατρός, ὡς καί μεταξύ ὅλων τῶν λαῶν, τῶν ἀποτελούντων τήν μίαν ἀνθρωπίνην οἰκογένειαν.»

 

 

  • Σχολιασμός :Η αναφορά σε «μία ανθρώπινη οικογένεια» με «ένα ουράνιο Πατέρα» χωρίς τη σαφή προϋπόθεση της διά του Βαπτίσματος υιοθεσίας εν Χριστώ θεωρείται ότι εισάγει μια οικουμενιστική/παγκοσμιοποιημένη θεολογία. Επίσης, κατακρίνεται η ταύτιση της εσχατολογικής «ειρήνης του Χριστού» με την πολιτική/κοσμική ειρήνη που προωθούν διεθνείς οργανισμοί.

4. Η προσέγγιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κεφάλαιο Ε΄, παράγραφοι 1 & 3)

Αυτούσιο απόσπασμα κειμένου:

«Ἡ Ἐκκλησία διακηρύσσει ὅτι τό ἀνθρώπινον πρόσωπον εἶναι ὑπερωκεάνειον ἀγαθόν... Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπευθύνεται πρός τόν σύγχρονον ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος διεκδικεῖ τά δικαιώματά του, διά νά ὑπομνήσῃ ὅτι τά δικαιώματα ταῦτα ἀποκτοῦν τό πλήρες αὐτῶν νόημα καί τήν ἀληθῆ θεμελίωσιν μόνον ἐν τῇ προοπτικῇ τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας...»

 

 

  • Σχολιασμός: Παραδοσιακοί κύκλοι υποστηρίζουν ότι το κείμενο επιχειρεί να «βαπτίσει» θεολογικά τη νεωτερική ιδεολογία των «Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων». Κατ' αυτούς, η εκλησιαστική παράδοση εστιάζει στην άσκηση, τη μετάνοια, την ταπείνωση και τις εντολές του Θεού (καθήκοντα) και όχι στη δικαιωματική/ατομικιστική διεκδίκηση των δικαιωμάτων του εκπεσκότος ανθρώπου.

5. Εκκοσμικευμένος λόγος & Οικολογική/Κοινωνική ηθική (Κεφάλαιο ΣΤ΄, παράγραφος 5)

Αυτούσιο απόσπασμα κειμένου:

«Ἡ σημερινή οἰκολογική κρίσις συνδέεται μέ τάς κοινωνικάς, οικονομικάς καί πολιτικάς αἰτίας... Η Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία προτείνει μίαν εγκράτειαν, μίαν ασκητικήν στάσιν απέναντι εις την κτίσιν, η οποία περιλαμβάνει την υπεύθυνον διαχείρισιν των φυσικών πόρων...»

 

 

  • Σχολιασμός: Αν και η ασκητική στάση είναι πατεριακή, η κριτική εστιάζει στο ότι το κείμενο υιοθετεί την ατζέντα και την ορολογία της κοσμικής «οικολογικής ευαισθητοποίησης». Θεωρείται ότι η αμαρτία επαναορίζεται κυρίως ως «οικολογικό έγκλημα» ή «κοινωνική αδικία», υποβαθμίζοντας την πνευματική και σωτηριολογική της διάσταση (απομάκρυνση από τον Θεό).
  • Συνοπτικά

Η Ιερά Κοινότητα Αγίου Όρους, η Εκκλησία της Βουλγαρίας, της Γεωργίας, της Ρωσίας και μεμονωμένοι Ιεράρχες  υποστήριξαν ότι τα παραπάνω άρθρα:

  1. Χρησιμοποιούν αμφίσημη (διφορούμενη) γλώσσα που επιτρέπει οικουμενιστικές ερμηνείες.
  2. Εξισώνουν την Ορθόδοξη Εκκλησία με άλλες ομολογίες ή θρησκείες στο πεδίο της κοινωνικής δράσης.
  3. Υποκαθιστούν τη σωτηριολογία (μετάνοια, θέωση) με μια κοινωνική και ανθρωπιστική ηθική (ειρήνη, οικολογία, ατομικά δικαιώματα).

 


Το κείμενο της Συνόδου της Κρήτης (2016) με τίτλο «Η Ορθόδοξος Διασπορά» (Θεολογικός σχολιασμός)

Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑ:ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ



Έρευνα: πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Το κείμενο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης (2016) με τίτλο «Η Ορθόδοξος Διασπορά» επιχείρησε να αντιμετωπίσει την υφιστάμενη κανονική αταξία στις υπερόριες περιοχές (όπου συνυπάρχουν επίσκοποι διαφορετικών αυτοκέφαλων δικαιοδοσιών στην ίδια πόλη ή περιφέρεια). Ωστόσο, η υιοθέτησή του δέχθηκε έντονη και αυστηρή κανονική κριτική από θεολόγους, μοναχούς, ιεράρχες και τοπικές Εκκλησίες.

1.      Τα Κύρια «Προβληματικά» Σημεία και τα Άρθρα του Κειμένου της Κρήτης

Άρθρον 1.

 

Πάντες οι ορθόδοξοι επίσκοποι κάστης Περιοχής, εκ των υπό της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας καθορισθεισών, οι οποίοι ευρίσκονται εν κανονική κοινωνία μετά πασών των κατά τόπους Ορθοδόξων αυτοκεφάλων Εκκλησιών, συγκροτούν ιδίαν Επισκοπικήν Συνέλευσιν. 

 

Μέλη της Επισκοπικής Συνελεύσεως είναι και όσοι υπερόριοι ορθόδοξοι επίσκοποι ασκούν ποιμαντικήν διακονίαν ενοριών της Περιοχής.

 

Οι εφησυχάζοντες και οι επισκεπτόμενοι την Περιοχήν επίσκοποι, εφ' όσον πληρούν τας προϋποθέσεις της παραγράφου (1), δύνανται να προσκληθούν όπως συμμετάσχουν εις την Συνέλευσιν, αλλά άνευ δικαιώματος ψήφου.

 

Άρθρον 2.

Σκοπός της Επισκοπικής Συνελεύσεως είναι να φανερώνη την ενότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, να προωθή την συνεργασίαν μεταξύ των Εκκλησιών εις πάντας τους τομείς της ποιμαντικής διακονίας και να διατηρή, διαφυλάσση και αναπτύσση τα συμφέροντα των κοινοτήτων, αι οποίαι υπάγονται εις τους ορθοδόξους κανονικούς επισκόπους της Περιοχής. 

 

Άρθρον 3.

Η Επισκοπική Συνέλευσις θα έχη Εκτελεστικήν Επιτροπήν απαρτιζομένην εκ των πρώτων επισκόπων κάστης των κανονικών Εκκλησιών της Περιοχής.

 

Άρθρον 4.

 

1.Η Επισκοπική Συνέλευσις και η Εκτελεστική Επιτροπή αυτής θα έχουν να Πρόεδρον, να ή δύο Αντιπροέδρους, να Γραμματέα και να Ταμία, ως και άλλους υπευθύνους ορισθησομένους υπό της Συνελεύσεως.

 

2.Πρόεδρος είναι ex officio ο πρώτος των επισκόπων του Οικουμενικού Πατριαρχείου και, απόντος τούτου, κατά την τάξιν των Διπτύχων. Ο Πρόεδρος της Επισκοπικής Συνελεύσεως συγκαλεί τας συνεδρίας αυτής, διευθύνει τας εργασίας αυτών και προεξάρχει των συλλειτούργων. Επί των ζητημάτων, τα οποία συνεζητήθησαν εις την συνεδρίαν της Επισκοπικής Συνελεύσεως και επί των οποίων επετεύχθη ομόφωνος απόφασις, ο Πρόεδρος (ή κατ' ανάθεσιν αυτού άλλο μέλος της Επισκοπικής Συνελεύσεως) προβάλλει ενώπιον του κράτους, της κοινωνίας και των άλλων θρησκευτικών οργανισμών την κοινήν θέσιν των Ορθοδόξων Εκκλησιών της περιοχής. 

 

3.Ο ή οι Αντιπρόεδροι ορίζονται ex officio εκ των επισκόπων-μελών των Συνελεύσεων εκ των αμέσως επόμενων Εκκλησιών συμφώνως προς την τάξιν των Διπτύχων των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Ο Γραμματεύς, ο Ταμίας και οι λοιποί υπεύθυνοι εκλέγονται υπό της Συνελεύσεως, δύνανται δε να μη προέρχωνται εκ του βαθμού των επισκόπων.

 

Α. Θεσμοθέτηση των «Επισκοπικών Συνελεύσεων» (Temporary vs Permanent Status)

  • Τι ορίζει το κείμενο (Άρθρα 1, 2 & 3): Το κείμενο αναγνωρίζει ότι, για ιστορικούς και ποιμαντικούς λόγους, δεν είναι εφικτή η άμεση εφαρμογή της κανονικής ακρίβειας —δηλαδή της ύπαρξης ενός και μόνο επισκόπου ανά πόλη ή περιοχή, σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες. Ως εκ τούτου, θεσμοθετεί στις περιοχές της Διασποράς τις Επισκοπικές Συνελεύσεις ως ένα μεταβατικό στάδιο. Σκοπός τους είναι ο συντονισμός του ποιμαντικού, εκπαιδευτικού και φιλανθρωπικού έργου, καθώς και η κοινή εκπροσώπηση των Ορθοδόξων.
  • Η Κριτική: Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι η ρύθμιση αυτή, αντί να θεραπεύει την πληγή, νομιμοποιεί και διαιωνίζει την κανονική εκτροπή της πολυεπισκοπίας στην ίδια γεωγραφική περιφέρεια. Η κατάσταση αυτή θεωρείται ότι παραβιάζει κατάφωρα θεμελιώδεις Ιερούς Κανόνες, όπως ο Η΄ Κανόνας της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, ο οποίος ορίζει κατηγορηματικά: «να μ ν τ πόλει δύο πίσκοποι σιν».

Β. Ο Θεσμικός Ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και το Άρθρο 4

  • Τι ορίζει το κείμενο (Άρθρο 4): Το κείμενο ορίζει ρητά ότι Πρόεδρος των Επισκοπικών Συνελεύσεων είναι ex officio (λόγω θέσης) ο εκάστοτε πρώτος των ιεραρχών του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην αντίστοιχη περιφέρεια της Διασποράς.
  • Η Κριτική και η Σύνδεση με τον 28ο Κανόνα της Χαλκηδόνος: Η πρόεδρευση αυτή ερμηνεύθηκε από ορισμένες τοπικές Εκκλησίες (ιδιαίτερα το Πατριαρχείο Ρωσίας) και αντιοικουμενιστικούς κύκλους ως προσπάθεια επιβολής ενός «Παποκεντρικού» ή «Ηγεμονικού» ρόλου του Οικουμενικού Θρόνου εκτός των ιστορικών του ορίων.

Το ζήτημα αυτό εφάπτεται άμεσα με τη διαμάχη γύρω από την ερμηνεία του 28ου Κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου (Χαλκηδόνα, 451 μ.Χ.) και τη φράση:

«...κα τος ν τος βαρβαρικος πισκόπους τν προειρημένων διοικήσεων χειροτονεσθαι π το προειρημένου γιωτάτου θρόνου τς κατ Κωνσταντινούπολιν γιωτάτης κκλησίας».

    1. Η Ερμηνεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου: Ερμηνεύει τα «βαρβαρικά έθνη» γεωγραφικά και θεολογικά ως ολόκληρη την υφήλιο εκτός των ορίων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και των άλλων Πατριαρχείων, θεμελιώνοντας έτσι μια παγκόσμια ευθύνη και δικαιοδοσία σε κάθε νέα περιοχή της Διασποράς (Αμερική, Αυστραλία, Δυτική Ευρώπη).
    2. Η Αντίθετη Ερμηνεία (Μόσχα, Κανονολόγοι κ.ά.): Υποστηρίζει ότι ο Κανόνας αφορούσε αυστηρά και στενά τους γειτονικούς βαρβάρους του 5ου αιώνα (π.χ. Γότθους) και ότι κάθε Αυτοκέφαλη Εκκλησία διατηρεί το κανονικό δικαίωμα και την ευθύνη να ποιμαίνει τα δικά της μεταναστευτικά τέκνα, απορρίπτοντας κάθε μορφή «ανατολικού παπισμού».

Γ. Κοινή Εκπροσώπηση έναντι των Ετεροδόξων (Άρθρα & Ποιμαντικό Έργο)

  • Τι ορίζει το κείμενο: Ως βασικό έργο των Επισκοπικών Συνελεύσεων ορίζεται η «κοινή κπροσώπησις πάντων τν ρθοδόξων ναντι τν τεροδόξων καί τς λης κοινωνίας τς περιοχς».
  • Η Κριτική: Στο πλαίσιο της αντιοικουμενιστικής κριτικής, η θεσμική αυτή συνεργασία και εκπροσώπηση απέναντι σε ετερόδοξες ομολογίες (Ρωμαιοκαθολικούς, Προτεστάντες) ερμηνεύεται από τους αυστηρούς κύκλους ως έμμεση αναγνώριση εκκλησιαστικότητας σε μη Ορθόδοξες κοινότητες και ως διολίσθηση στον διαχριστιανικό συγκρητισμό.

2. Γενικότερη Εκκλησιολογική και Κανονική Κριτική

  • Εκκλησιολογική Αλλοίωση: Η Συνέλευση Επισκόπων, λειτουργώντας ως διοικητικός και συμβουλευτικός μηχανισμός δυτικού τύπου, κατηγορείται ότι υποκαθιστά την τοπική Σύνοδο, θίγοντας την ορθόδοξη Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία, όπου ο Επίσκοπος αποτελεί την κεφαλή μιας ενιαίας τοπικής Εκκλησίας.
  • Νομιμοποίηση του Εθνοφυλετισμού: Επισημαίνεται ότι η διατήρηση της εξάρτησης των επισκόπων της Διασποράς από τα εθνικά τους κέντρα (Πατριαρχεία Μόσχας, Σερβίας, Ρουμανίας κ.λπ.), αντί της συγκρότησης ενιαίας τοπικής Εκκλησίας ανά χώρα, συνιστά πρακτική αποδοχή του Εθνοφυλετισμού (ο οποίος καταδικάστηκε συνοδικώς το 1872).
  • Έλλειψη Πανορθόδοξης Συναίνεσης: Η αποχή τεσσάρων Πατριαρχείων (Ρωσίας, Αντιοχείας, Βουλγαρίας, Γεωργίας) από τη Σύνοδο της Κρήτης αποδυνάμωσε την καθολική ισχύ των αποφάσεων για τη Διασπορά, αφήνοντας το ζήτημα μετέωρο.

3. Η Θέση των Υποστηρικτών του Κειμένου

Από την πλευρά του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των υποστηρικτών της Συνόδου τονίζεται ότι:

  • Δεν καταργούνται οι Ιερότατοι Κανόνες, αλλά εφαρμόζεται σύνεση και εκκλησιαστική οικονομία προκειμένου να αποτραπεί η απειλή του σχίσματος και της πλήρους αποξένωσης των κοινοτήτων.
  • Οι Επισκοπικές Συνελεύσεις αποτελούν το πρώτο απολύτως αναγκαίο βήμα ώστε οι Ορθόδοξοι της Διασποράς να έρθουν σε επαφή, να συντονιστούν και, μελλοντικά, να οδηγηθούν στην πολυπόθητη κανονική τάξη.