Εισαγωγή: Το Γεγονός και η Εκκλησιολογική του Σημασία
Στις 23 Ιανουαρίου 2026, στον καθεδρικό ναό του Μπάρι, υπεγράφη μεταξύ 18 χριστιανικών ομολογιών της Ιταλίας το πρώτο «Εθνικό Οικουμενικό Σύμφωνο» με τίτλο «Σύμφωνο για μια κοινή πορεία μαρτυρίας». Μεταξύ των υπογραφόντων συγκαταλέγονται ο καρδινάλιος Ματτέο Μαρία Τσούππι (πρόεδρος της Ιταλικής Επισκοπικής Συνόδου), ο Μητροπολίτης Πολύκαρπος (Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως), ο Μητροπολίτης Σιλουανός (Ρουμανική Εκκλησία), εκπρόσωποι της Ευαγγελικής Λουθηρανικής Εκκλησίας, της Βαλδεσιανής Εκκλησίας, της Ευαγγελικής Βαπτιστικής Χριστιανικής Ένωσης, καθώς και ο εκπρόσωπος του Πατριαρχείου Μόσχας στην Ιταλία.
Το κείμενο αποτελείται από έξι άρθρα και παρουσιάζεται ως «θεμελιώδης σταθμός» για την «ιταλική οδό διαλόγου». Ωστόσο, από αυστηρή εκκλησιολογική σκοπιά, το Σύμφωνο αυτό συνιστά την πλήρη ωρίμανση ενός συγκρητιστικού οικουμενισμού που θυσιάζει την εκκλησιολογική ακρίβεια στο βωμό της κοινωνικής συνοχής και της πολιτικής επιρροής.
ΤΑ ΕΞΙ ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΣΥΜΦΩΝΟΥ
1. Ενότητα και συμφιλίωση
Οι διαιρέσεις μεταξύ των Εκκλησιών αναγνωρίζονται ως πληγές στο Σώμα του Χριστού και σημεία της αμαρτίας.
Γίνεται επίκληση της χάριτος για συγχώρηση και αμοιβαία συμφιλίωση.
2. Επιλογή του διαλόγου ακόμη και στις συγκρούσεις
Ο διάλογος αποτελεί οδό που πρέπει να ακολουθείται με σταθερότητα, ακόμη και μπροστά σε διαφωνίες ή πιέσεις που ενδέχεται να προκαλέσουν ρήξεις.
3. Κοινές δράσεις για δικαιοσύνη και αλληλεγγύη
Οι Εκκλησίες δεσμεύονται να συνεργάζονται για:
• την αξιοπρέπεια κάθε ανθρώπου, πλασμένου κατ’ εικόνα Θεού,
• την προώθηση της ειρήνης μεταξύ λαών, πολιτισμών και θρησκειών,
• τη φιλοξενία των φτωχών, των μεταναστών και των περιθωριοποιημένων,
• τη φροντίδα της δημιουργίας,
• την καταπολέμηση του αντισημιτισμού, της ισλαμοφοβίας και κάθε μορφής θρησκευτικής διάκρισης.
4. Ενιαία και δημόσια μαρτυρία
Μόνον μία συντονισμένη μαρτυρία εντός της ποικιλομορφίας μπορεί να αποτελέσει αξιόπιστη έκφραση της αγάπης του Χριστού.
Οι Εκκλησίες δεσμεύονται να συμμετέχουν σε δημόσιες παρεμβάσεις με σεβασμό προς τη λαϊκότητα και σε διάλογο με την κοινωνία.
5. Σταθερός αδελφικός διάλογος
Προβλέπονται τακτικές συναντήσεις προσευχής, διάκρισης και συγκεκριμένης συνεργασίας.
Κάθε Εκκλησία θα προωθήσει πρωτοβουλίες για την αμοιβαία γνωριμία και εκτίμηση μεταξύ των πιστών των διαφόρων ομολογιών.
6. Τελική επίκληση
Το Σύμφωνο παραδίδεται στο έλεος του Θεού, ώστε να το ευλογήσει και να το καταστήσει καρποφόρο.
Επικαλείται το Άγιο Πνεύμα για την ανακαίνιση των καρδιών και την πορεία προς την πλήρη ενότητα:
«ἵνα πάντες ἓν ὦσιν» (Ιω. 17,21).
Κριτική του κειμένου
Α' Κεφάλαιο: Η Ασάφεια περί «Εκκλησίας» και η Ισοπέδωση των Ομολογιών
Το κείμενο χρησιμοποιεί τον όρο «Εκκλησίες» με τρόπο που ισοπεδώνει θεμελιώδεις εκκλησιολογικές διαφορές. Αναφέρεται σε Ρωμαιοκαθολικούς, Ορθόδοξους, Λουθηρανούς, Βαπτιστές και άλλους ως «Εκκλησίες» ισοδύναμου κύρους. Αυτό συνιστά de facto αποδοχή της «εκκλησιολογίας των δύο πνευμόνων» ή και περαιτέρω πλουραλισμού, που αντιβαίνει στην ορθόδοξη εκκλησιολογία της μίας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας.
Η παρουσία του Μητροπολίτη Πολυκάρπου (Οικουμενικό Πατριαρχείο) και του εκπροσώπου του Πατριαρχείου Μόσχας δημιουργεί εσωτερική ένταση: πώς συνυπάρχουν δύο δικαιοδοσίες που βρίσκονται σε κανονική διαμάχη; Αυτό αποκαλύπτει την πολιτική διάσταση του οικουμενισμού που υπερβαίνει την κανονική τάξη.
Το Σύμφωνο δεν διακρίνει μεταξύ Εκκλησίας (κατά την ορθόδοξη κατανόηση) και «εκκλησιαστικών κοινοτήτων» που στερούνται της πλήρους εκκλησιολογικής υπόστασης λόγω αιρετικών διδασκαλιών ή σχίσματος. Η χρήση του όρου «Εκκλησίες» για όλες ανεξαιρέτως τις υπογράφουσες ομολογίες συνιστά de facto αναγνώριση εκκλησιότητας σε κοινότητες που δεν έχουν διαφυλάξει την ακαινοτομησία της πίστεως.
Β' Κεφάλαιο: Η Θεολογία του «Σώματος του Χριστού» και η Συγχυσμένη Ενότητα
Το Άρθρο 1 του Συμφώνου αναφέρει ότι «οι διαιρέσεις μεταξύ των Εκκλησιών αναγνωρίζονται ως πληγές στο Σώμα του Χριστού και σημεία της αμαρτίας». Η μεταφορά αυτή είναι θεολογικά προβληματική:
Πρώτον, αν όλες αυτές οι κοινότητες αποτελούν τμήματα του «ενός Σώματος», τότε η ενότητα είναι ήδη δεδομένη, έστω και τραυματισμένη. Αυτό συγχέει την ουσιαστική ενότητα (κατά την ορθόδοξη θεώρηση, που υπάρχει μόνο εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας) με την οργανική ένωση διαφόρων ομολογιών. Η ενότητα του Σώματος του Χριστού δεν είναι απλώς μια ηθική ή οργανωτική κατηγορία, αλλά μυστηριακή πραγματικότητα που εκφράζεται στην κοινωνία των πιστών γύρω από την αλήθεια της πίστεως και τα άχραντα μυστήρια.
Δεύτερον, η αναφορά σε «σημεία της αμαρτίας» για τις διαιρέσεις αποσιωπά το γεγονός ότι ορισμένες από αυτές τις «διαιρέσεις» ήταν ιστορικά αναγκαίες (όπως η Αποχώρηση από τη Ρώμη κατά την Μεταρρύθμιση) για την προστασία της ευαγγελικής αλήθειας. Η διάκριση μεταξύ σχίσματος και αιρέσεως, μεταξύ διαιρέσεως που οφείλεται σε παραβίαση της αγάπης και διαιρέσεως που οφείλεται σε παραβίαση της αληθείας, είναι εντελώς απούσα από το κείμενο.
Γ' Κεφάλαιο: Η Σιωπή περί Αληθείας και η Λειτουργική Εκκλησιολογία
Το Σύμφωνο είναι αξιοσημείωτα σιωπηλό όσον αφορά την αίρεση και την ορθή πίστη. Ο διάλογος παρουσιάζεται ως αυτοσκοπός («οδός που πρέπει να ακολουθείται με σταθερότητα», Άρθρο 2), χωρίς αναφορά στην ανάγκη μετανοίας ή επιστροφής στην ορθή διδασκαλία. Η εκκλησιολογία του Συμφώνου είναι λειτουργική (συνεργασία για κοινωνικά ζητήματα) αντί δογματική (κοινωνία στην αλήθεια).
Η δήλωση του καρδινάλιου Τσούππι ότι πρόκειται για «πλήρη κοινωνία» και όχι «συγκατοίκηση» είναι θεολογικά ασαφής: τι σημαίνει «πλήρης κοινωνία» χωρίς κοινή πίστη, κοινή ευχαριστία και κοινή παράδοση; Η κοινωνία κατά την πατερική παράδοση προϋποθέτει την κοινωνία στην αλήθεια («κοινωνία των αγίων» ως «κοινωνία των αγαθών»). Χωρίς κοινή ομολογία πίστεως, η «πλήρης κοινωνία» παραμένει κενό γράμμα ή, χειρότερα, συγκρητιστική ουτοπία.
Το Σύμφωνο αποφεύγει επιμελώς κάθε αναφορά σε δογματικές διαφορές (πρωτείο, filioque, μυστήρια, σωτηριολογία), σαν αυτές να μην υπάρχουν ή να είναι δευτερεύουσας σημασίας. Αυτή η «επιλεκτική αμνησία» είναι θεολογικά ανέντιμη και ιστορικά ανακριβής.
Δ' Κεφάλαιο: Η Πολιτικοποίηση της Εκκλησίας και η Θρησκευτική Πολιτική
Τα Άρθρα 3 και 4 αποκαλύπτουν την κύρια επιδίωξη του Συμφώνου: την πολιτική επιρροή των χριστιανικών ομολογιών στην ιταλική κοινωνία. Οι δεσμεύσεις για «κοινό καλό», «δικαιοσύνη», «φροντίδα της δημιουργίας» και «ισοτιμία κάθε ομολογίας έναντι του Κράτους» αποτελούν πρόγραμμα θρησκευτικής πολιτικής παρά εκκλησιαστικής ανανέωσης.
Η αναφορά στην «ισοτιμία κάθε ομολογίας» είναι ιδιαίτερα προβληματική: ισοδυναμεί με αποδοχή του θρησκευτικού πλουραλισμού ως κανονικής κατάστασης, κάτι που αντιβαίνει στην αποκλειστικότητα της σωτηρίας εν Χριστώ και στην αποστολική εντολή για μαρτυρία της αλήθειας. Η Εκκλησία δεν ζητεί «ισοτιμία» με άλλες θρησκείες ή αιρέσεις, αλλά καλείται να ομολογήσει την αλήθεια «εν πάση τη κτίσει» (Μαρκ. 16:15).
Η έμφαση στη «λαϊκότητα» (laicità) και στον «διάλογο με το Κράτος» αποκαλύπτει μια εκκλησιολογία που έχει υποταχθεί στις απαιτήσεις του σύγχρονου κοσμικού κράτους. Η Εκκλησία δεν ορίζεται πλέον από την εσχατολογική της φύση, αλλά από την κοινωνική της λειτουργία. Αυτή η «κοινωνική δικαιολόγηση» της ύπαρξης της Εκκλησίας είναι εκκλησιολογικά απαράδεκτη.
Ε' Κεφάλαιο: Η Χρήση της Γραφής και η Επιλεκτική Ερμηνεία
Η επίκληση του Ιωάννου 17:21 («ἵνα πάντες ἓν ὦσιν») στο τελικό Άρθρο 6 είναι επιλεκτική και αποσπασματική. Ο ίδιος ο Χριστός ορίζει ως βάση της ενότητας την πίστη στον Απεσταλμένο («ἵνα πιστεύσωσιν ὅτι σύ με ἀπέστειλας»). Η ενότητα που προτείνεται στο Σύμφωνο είναι οργανωτική (συνεργασία δομών) και όχι πνευματική (κοινωνία στην πίστη).
Η χρήση της Γραφής ως διακοσμητικού στοιχείου (επίκληση του Αγίου Πνεύματος για «ανακαίνιση των καρδιών») χωρίς την ανάλογη δογματική θεμέλιωση, συνιστά χειραγώγηση του θείου λόγου υπέρ ανθρωπίνων σκοπιμοτήτων. Η παράδοση του Συμφώνου «στο έλεος του Θεού» είναι θεολογικά αφελής: η χάρις του Θεού δεν ευλογεί την παραποίηση της αληθείας, αλλά την υπακοή σε αυτήν.
Στ' Κεφάλαιο: Η Απουσία της Μετανοίας και η Συγχωρητικότητα χωρίς Αλήθεια
Το κείμενο περιέχει αναφορές σε «συγχώρηση» και «συμφιλίωση», αλλά χωρίς την προϋπόθεση της μετανοίας για ιστορικά σφάλματα ή αιρετικές διδασκαλίες. Η συγχώρηση παρουσιάζεται ως αμοιβαία συναλλαγή, όχι ως αποτέλεσμα επιστροφής στην αλήθεια.
Η έλλειψη οποιασδήποτε αναφοράς στην ανάγκη επιστροφής («επιστροφή» ή «μετάνοια») των απομακρυνθέντων από την ορθή πίστη αποκαλύπτει μια εκκλησιολογία που έχει εγκαταλείψει την έννοια της «μίας αγίας καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας» ως κανονικής και σωτηριολογικής αναφοράς. Η συμφιλίωση χωρίς αλήθεια είναι συμβιβασμός, όχι ενότητα.
Ζ' Κεφάλαιο: Η Εσωτερική Αντίφαση της Ορθόδοξης Συμμετοχής
Η συμμετοχή των Ορθοδόξων αντιπροσώπων (Πολύκαρπος, Σιλουανός, εκπρόσωπος Μόσχας) δημιουργεί σοβαρές εκκλησιολογικές αντιφάσεις:
Πώς μπορεί η Ορθόδοξη Εκκλησία, που ομολογεί ότι είναι η «μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία», να υπογράφει κείμενο που αναγνωρίζει ως «Εκκλησίες» κοινότητες που δεν έχουν κοινωνία μυστηρίων μαζί της; Πώς μπορεί να δεσμεύεται για «πλήρη κοινωνία» με όσους δεν ομολογούν την ίδια πίστη;
Η παρουσία ταυτόχρονα εκπροσώπων του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Πατριαρχείου Μόσχας, ενώ οι δύο Εκκλησίες βρίσκονται σε κανονική διακοπή κοινωνίας, αποκαλύπτει ότι το Σύμφωνο λειτουργεί ως πολιτικό εργαλείο που υπερβαίνει την κανονική τάξη, αλλά και ως αντικανονική πράξη που παραβιάζει την ενότητα της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Επίλογος: Συμπεράσματα
Το Σύμφωνο του Μπάρι αντιπροσωπεύει την πλήρη ωρίμανση του συγκρητιστικού οικουμενισμού: μια συμφωνία που θυσιάζει την εκκλησιολογική ακρίβεια στο βωμό της κοινωνικής συνοχής και της πολιτικής επιρροής. Αντιμετωπίζει την Εκκλησία ως θεσμό κοινωνικής παρέμβασης παρά ως σώμα Χριστού, και την ενότητα ως διαχειριστικό επίτευγμα παρά ως χάρισμα του Αγίου Πνεύματος στην κοινωνία των πιστών.
Από ορθόδοξη σκοπιά, το κείμενο συνιστά προδοσία της εκκλησιολογικής ταυτότητας: αποδέχεται de facto την εκκλησιότητα αιρετικών ομολογιών, σιωπά επί της αληθείας της πίστεως, και υποτάσσει την εσχατολογική ελπίδα της ενότητας στις ανάγκες της παρούσης πολιτικής στιγμής.
Το Σύμφωνο δεν είναι «ιστορικό γεγονός άνευ προηγουμένου», όπως παρουσιάζεται, αλλά ιστορική οπισθοδρόμηση στην κατανόηση της Εκκλησίας. Αντί για «κοινή πορεία μαρτυρίας», προτείνει κοινή σιωπή επί της αληθείας· αντί για ενότητα, προτείνει συγχώνευση· αντί για διάλογο εν αγάπη και αληθεία, προτείνει διπλωματία εν αγάπη χωρίς αλήθεια.
Η μόνη ενότητα που δικαιούται να ομολογεί η Εκκλησία είναι η ενότητα «εν τη αληθεία» (Γ΄ Ιωάν. 1). Κάθε άλλη «ενότητα» είναι ειδωλολατρία του οικουμενισμού, όχι εκπλήρωση της ευχής του Κυρίου.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου