Η Συνοδικότητα
στη Σύγχρονη Ορθοδοξία: Συνοδικό της Ορθοδοξίας (842) και Σύνοδος της Κρήτης
(2016)
Επιμέλεια έρευνας
και κειμένων: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου
1. Το Συνοδικό
της Ορθοδοξίας – Η μία και μοναδική αλήθεια
Το Συνοδικό της Ορθοδοξίας δεν είναι ένας νόμος ή μια
απλή διακήρυξη. Είναι ομολογία πίστεως. Βασίζεται στη θεολογία των
Πατέρων και στη διακήρυξη ότι ο Χριστός έγινε πραγματικός άνθρωπος. Όποιος
αρνείται αυτή την αλήθεια, αρνείται και τη σωτηρία.
Η θεολογία του Συνοδικού είναι ξεκάθαρη:
- Δεν δέχεται καινοτομίες στην πίστη.
- Θεωρεί την παράδοση των Πατέρων ζωντανή
εμπειρία, όχι απλή θεωρία.
- Ομολογεί ότι η Ορθοδοξία είναι η μόνη
αληθινή Εκκλησία.
Αυτή η στάση δεν είναι σκληρότητα, αλλά προστασία
της αλήθειας.
2. Η Εκκλησία
ως ένα αδιαίρετο Σώμα
Στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας διακηρύσσεται με απόλυτη σαφήνεια ότι η
Εκκλησία είναι Μία και μοναδική, όχι ως αριθμητικό μέγεθος, αλλά ως οντολογική
πραγματικότητα. Η ενότητα αυτή δεν είναι προϊόν ιστορικής σύμβασης ή
θεσμικής οργάνωσης, αλλά πηγάζει από την ίδια τη φύση της Εκκλησίας ως
μυστηρίου. Η Εκκλησία υπάρχει ως το ζωντανό Σώμα του Ιησού Χριστου, και αυτή η
σχέση δεν είναι μεταφορική, αλλά πραγματική και σωτηριολογική.
Όπως ο Χριστός είναι ένας, αδιαίρετος και αμερίστως κοινωνούμενος, έτσι και
η Εκκλησία, ως Σώμα Του, δεν μπορεί να τεμαχιστεί ή να πολλαπλασιαστεί χωρίς να
αναιρεθεί η ίδια της η ταυτότητα. Οποιαδήποτε αντίληψη περί «διασπασμένης
ενότητας» ή «πολλαπλών εκκλησιαστικών σωμάτων» εισάγει εσωτερική αντίφαση στην
εκκλησιολογία, διότι προϋποθέτει είτε πολλαπλές κεφαλές είτε ένα Σώμα χωρίς
ενότητα ζωής και αλήθειας.
Η αναγνώριση «άλλων Εκκλησιών» με την πλήρη θεολογική σημασία του όρου
δημιουργεί σοβαρό δογματικό πρόβλημα. Εάν γίνουν αποδεκτές πολλές Εκκλησίες,
τότε η αλήθεια παύει να νοείται ως μία, καθολική και αποκεκαλυμμένη
πραγματικότητα και μετατρέπεται σε σχετική έκφραση διαφορετικών εκκλησιαστικών
εμπειριών. Η Εκκλησία, όμως, δεν είναι φορέας μερικής ή αποσπασματικής
αλήθειας, αλλά «στύλος και εδραίωμα της αληθείας».
Κατ’ επέκταση, και η σωτηρία χάνει τα σαφή και συγκεκριμένα όριά της. Δεν
μπορεί πλέον να νοηθεί ως καρπός της ενσωμάτωσης του ανθρώπου στο ένα Σώμα του
Χριστού μέσω των Μυστηρίων, αλλά αποσυνδέεται από την ιστορική και αποστολική
συνέχεια της Εκκλησίας. Έτσι, η σωτηρία παύει να συνδέεται αποκλειστικά με τη
Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία και μετατρέπεται σε αφηρημένη
πνευματική δυνατότητα, ανεξάρτητη από την εκκλησιαστική ζωή.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία, επομένως, δεν αρνείται την ύπαρξη χριστιανικών
κοινοτήτων εκτός των κανονικών της ορίων· αρνείται όμως να αποδώσει σε αυτές
την εκκλησιολογική πληρότητα που ανήκει μόνο στη Μία Εκκλησία του Χριστού. Η
επιμονή στο «Μία» δεν αποτελεί έκφραση αποκλειστικότητας ή ιστορικού
εγωκεντρισμού, αλλά ομολογία πίστεως στην ενότητα της αλήθειας, της χάριτος και
της σωτηρίας, όπως αυτές βιώνονται μέσα στο Σώμα του Χριστού.
3. Η Σύνοδος
της Κρήτης και η νέα εκκλησιολογική γλώσσα
3.1Η θεολογική
βαρύτητα της ορολογίας «άλλες Εκκλησίες»
Στη Σύνοδο της Κρήτης υιοθετήθηκε διατύπωση σύμφωνα με
την οποία άλλες χριστιανικές ομολογίες χαρακτηρίζονται, έστω και «κατ’
ιστορικήν ονομασίαν», ως «Εκκλησίες». Η επιλογή αυτής της γλώσσας δεν αποτελεί
απλή διπλωματική ευγένεια ούτε ουδέτερη περιγραφική διατύπωση. Πρόκειται για ουσιαστική
θεολογική μετατόπιση, διότι στην ορθόδοξη θεολογία ο όρος «Εκκλησία» δεν
είναι κοινωνιολογικός ή ιστορικός, αλλά οντολογικός και σωτηριολογικός.
Η Εκκλησία δεν είναι ένας θρησκευτικός οργανισμός
ανάμεσα σε άλλους, αλλά το ίδιο το Σώμα του Χριστού, μέσα στο οποίο ενεργεί το
Άγιο Πνεύμα και προσφέρεται η σωτηρία. Επομένως, η χρήση του όρου «Εκκλησία»
για κοινότητες που δεν βρίσκονται σε κοινωνία πίστεως, μυστηρίων και
εκκλησιαστικού ήθους με την Ορθοδοξία αλλοιώνει το περιεχόμενο της
εκκλησιολογίας.
3.2.
Σχετικοποίηση της αλήθειας
Όταν αναγνωρίζονται πολλές «Εκκλησίες», η αλήθεια
παύει να νοείται ως μία, καθολική και αποκεκαλυμμένη πραγματικότητα. Η
Ορθοδοξία δεν παρουσιάζεται πλέον ως η πλήρης και ακέραιη φανέρωση της
αλήθειας, αλλά ως μία εκδοχή ή μία «παράδοση» ανάμεσα σε άλλες. Έτσι, η
αλήθεια μετατρέπεται από απόλυτο εκκλησιαστικό γεγονός σε σχετικό θεολογικό
σχήμα.
3.3.
Μετατόπιση της σωτηριολογίας
Στην πατερική παράδοση, η σωτηρία δεν είναι αφηρημένη
ηθική κατάσταση ούτε ατομικό γεγονός, αλλά εκκλησιαστικό γεγονός:
πραγματοποιείται μέσα στο Σώμα του Χριστού. Όταν γίνεται λόγος για σωτηρία
εκτός της Εκκλησίας, χωρίς σαφή διάκριση ανάμεσα στην Εκκλησία και την πλάνη,
τότε η σωτηρία αποσυνδέεται από τα μυστήρια, την ορθόδοξη πίστη και τη ζωή της
Εκκλησίας. Έτσι, η Εκκλησία παύει να είναι ο μοναδικός χώρος θεραπείας και
θέωσης του ανθρώπου.
3.4. Αλλοίωση
της έννοιας της αίρεσης
Στην ορθόδοξη θεολογία, η αίρεση δεν είναι απλώς μια
«διαφορετική άποψη», αλλά απόκλιση από την αλήθεια που τραυματίζει τη σχέση του
ανθρώπου με τον Χριστό. Όταν οι αιρετικές κοινότητες χαρακτηρίζονται ως
«Εκκλησίες», τότε η αίρεση παύει να νοείται ως πλάνη που χρειάζεται μετάνοια
και επιστροφή και αντιμετωπίζεται ως ισότιμη εκκλησιαστική πραγματικότητα. Αυτό
οδηγεί σε εξουδετέρωση της δογματικής διάκρισης μεταξύ αλήθειας και
πλάνης.
4. Τι σημαίνει
πραγματική Συνοδικότητα
Τι σημαίνει
πραγματική Συνοδικότητα
Στην ορθόδοξη θεολογία, η Συνοδικότητα δεν είναι
διοικητικός μηχανισμός ούτε απλή θεσμική διαδικασία. Δεν ταυτίζεται με μια
συνέλευση επισκόπων που λαμβάνουν αποφάσεις κατά πλειοψηφία. Η Σύνοδος είναι γεγονός
εκκλησιολογικό, δηλαδή φανέρωση της ίδιας της ζωής της Εκκλησίας μέσα στην
αλήθεια του Αγίου Πνεύματος.
Η Εκκλησία είναι Σώμα Χριστού και η Σύνοδος εκφράζει
αυτή την ενότητα, όχι ως εξωτερική συμφωνία, αλλά ως κοινό φρόνημα πίστεως.
Γι’ αυτό και η αυθεντία μιας Συνόδου δεν πηγάζει από τον αριθμό των
συμμετεχόντων επισκόπων ούτε από το κύρος των προσώπων, αλλά από τη συμφωνία
της με την αποστολική και πατερική Παράδοση.
4.1. Η
αυθεντία δεν είναι αριθμητική
Στην Ορθοδοξία, η αλήθεια δεν καθορίζεται από
πλειοψηφίες. Η ιστορία της Εκκλησίας δείχνει ότι ακόμη και σύνοδοι με ευρεία
συμμετοχή απορρίφθηκαν, όταν αποδείχθηκαν ασύμφωνες με την πίστη της Εκκλησίας.
Αντίθετα, η αλήθεια πολλές φορές διαφυλάχθηκε από μειοψηφίες ή και από
μεμονωμένα πρόσωπα που εξέφραζαν το αυθεντικό εκκλησιαστικό φρόνημα.
Γι’ αυτό, η Συνοδικότητα δεν λειτουργεί δημοκρατικά,
αλλά θεολογικά.
4.2. Η
συμφωνία με την Παράδοση
Η Σύνοδος δεν έχει εξουσία να δημιουργεί νέα δόγματα ή
να τροποποιεί την πίστη. Η αποστολή της είναι να μαρτυρεί και να διατυπώνει
την ίδια αλήθεια που βιώνει η Εκκλησία από την Πεντηκοστή μέχρι σήμερα. Η
Παράδοση δεν είναι σύνολο παλαιών κειμένων, αλλά ζωντανή εμπειρία του Αγίου
Πνεύματος μέσα στο σώμα της Εκκλησίας.
Όταν μια Σύνοδος απομακρύνεται από αυτή τη συνέχεια,
χάνει το εκκλησιολογικό της κύρος, ακόμη κι αν είναι κανονικά συγκροτημένη.
4.3. Η αποδοχή
από το πλήρωμα της Εκκλησίας
Καθοριστικό στοιχείο της Συνοδικότητας είναι η αποδοχή
από το πλήρωμα της Εκκλησίας: επισκόπους, κλήρο, μοναχούς και λαό. Αυτή η
αποδοχή δεν είναι τυπική επικύρωση, αλλά πνευματική αναγνώριση ότι η Σύνοδος
εκφράζει την πίστη της Εκκλησίας.
Η Εκκλησία στο σύνολό της διαθέτει πνευματική
διάκριση, και όταν μια Σύνοδος δεν γίνεται δεκτή στη συνείδηση του πληρώματος,
αυτό αποτελεί σοβαρή ένδειξη εκκλησιολογικού προβλήματος.
4.4. Η Σύνοδος
ως έκφραση και όχι ως πηγή της αλήθειας
Η αλήθεια στην Ορθοδοξία δεν γεννιέται σε συνοδικές
αίθουσες. Προϋπάρχει ως ζωή και εμπειρία της Εκκλησίας. Η Σύνοδος έρχεται να εκφράσει,
να διατυπώσει και να προστατεύσει αυτή την αλήθεια απέναντι στην πλάνη.
Όταν μια Σύνοδος επιχειρεί να προσαρμόσει την αλήθεια
στις απαιτήσεις της εποχής ή να θολώσει τα όρια της πίστης για λόγους
συνεννόησης ή διπλωματίας, τότε παύει να λειτουργεί ως όργανο της Εκκλησίας και
μετατρέπεται σε διοικητικό σχήμα χωρίς σωτηριολογικό βάθος.
5. Έλλειψη
καθολικότητας στη Σύνοδο της Κρήτης
. Η απουσία
σημαντικών κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών από τη Σύνοδο της Κρήτης δημιουργεί
σοβαρό εκκλησιολογικό ζήτημα καθολικότητας. Στην ορθόδοξη παράδοση, η
Εκκλησία δεν αποφασίζει με βάση την πλειοψηφία, όπως συμβαίνει σε πολιτικούς ή
διοικητικούς θεσμούς. Η ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι αποτέλεσμα αριθμητικής
συμφωνίας, αλλά καρπός πληρότητας και σύμπνοιας στην αλήθεια.
Η καθολικότητα μιας Συνόδου δεν εξασφαλίζεται απλώς
από τη νόμιμη σύγκλησή της, αλλά από το αν εκφράζει το σύνολο της Εκκλησίας.
Όταν απουσιάζουν ολόκληρες Εκκλησίες, τότε η Σύνοδος, ακόμη κι αν είναι θεσμικά
έγκυρη, εμφανίζεται ως μερική έκφραση και όχι ως φωνή του όλου
εκκλησιαστικού σώματος. Αυτό δημιουργεί ρήγμα στην εκκλησιαστική συνείδηση,
διότι η Εκκλησία βιώνει τον εαυτό της ως αδιάσπαστη ενότητα.
5.1Το πρόβλημα
δεν είναι μόνο τυπικό, αλλά πνευματικό
Πέρα από το ζήτημα της συμμετοχής, πολλοί θεολόγοι και
μοναχοί τόνισαν ότι το βαθύτερο πρόβλημα της Συνόδου της Κρήτης δεν είναι
διαδικαστικό, αλλά πνευματικό και θεολογικό. Το ήθος των κειμένων
χαρακτηρίζεται από ασάφεια, προσεκτικές διατυπώσεις και διάθεση συμβιβασμού,
ιδιαίτερα σε θέματα εκκλησιολογίας.
Σε αντίθεση με αυτό, το Συνοδικό της Ορθοδοξίας
χρησιμοποιεί καθαρή, οριοθετημένη και αποφασιστική γλώσσα. Δεν φοβάται
να διακρίνει την αλήθεια από την πλάνη, ούτε να θέσει σαφή δογματικά όρια. Το
ήθος του είναι αγωνιστικό, όχι για λόγους αντιπαράθεσης, αλλά για τη διαφύλαξη
της σωτηριολογικής αλήθειας.
5.2 Η σημασία
του εκκλησιαστικού ήθους
Στην Ορθοδοξία, το ήθος μιας Συνόδου έχει εξίσου
μεγάλη σημασία με το περιεχόμενο των αποφάσεών της. Το εκκλησιαστικό ήθος
φανερώνει αν μια Σύνοδος κινείται μέσα στο πνεύμα της Παράδοσης ή αν
προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της εποχής. Όταν η γλώσσα γίνεται διφορούμενη και
αποφεύγει τη σαφή ομολογία της αλήθειας, τότε δημιουργείται σύγχυση στο πλήρωμα
της Εκκλησίας.
Η Εκκλησία δεν καλείται να είναι αρεστή στον κόσμο,
αλλά πιστή στην αλήθεια που της παραδόθηκε. Γι’ αυτό, η απόκλιση από το σαφές
και ομολογιακό ήθος του Συνοδικού της Ορθοδοξίας θεωρείται από πολλούς όχι
απλώς αλλαγή ύφους, αλλά ένδειξη εκκλησιολογικής αστάθειας.
6. Αλήθεια και
ήθος – όχι μόνο σωστές λέξεις
Στην πατερική παράδοση, η αλήθεια δεν ταυτίζεται με
την ορθότητα των διατυπώσεων, αλλά με τον τρόπο ύπαρξης της Εκκλησίας μέσα
στον κόσμο. Η αλήθεια δεν είναι απλό νοητικό σχήμα ούτε σύνολο σωστών όρων·
είναι ζωή εν Χριστώ, βίωμα πίστεως και φρόνημα που εκφράζεται σε λόγο, πράξη
και στάση. Γι’ αυτό και οι Πατέρες δεν αξιολογούν μόνο τι λέγεται, αλλά
κυρίως πώς και με ποιο πνεύμα λέγεται.
Είναι δυνατόν να χρησιμοποιείται ορθόδοξη ορολογία
και, ταυτόχρονα, να απουσιάζει το ορθόδοξο ήθος. Η ιστορία της Εκκλησίας
δείχνει ότι οι αιρέσεις συχνά υιοθέτησαν εκκλησιαστική γλώσσα, αλλοιώνοντας
όμως το περιεχόμενο και το πνεύμα της πίστης. Γι’ αυτό η Εκκλησία πάντοτε
διέκρινε ανάμεσα στη λεκτική ορθοδοξία και στη βιωματική αλήθεια.
Η έννοια του
φρονήματος
Το φρόνημα της Εκκλησίας είναι η εσωτερική στάση που
γεννά η ζωντανή εμπειρία της αλήθειας. Δεν είναι ιδεολογική τοποθέτηση, αλλά
καρπός κοινωνίας με τον Χριστό. Εκφράζεται με σαφήνεια, παρρησία και διάκριση,
χωρίς φόβο μήπως η αλήθεια προκαλέσει αντίδραση. Όπου υπάρχει αυθεντικό
εκκλησιαστικό φρόνημα, η αλήθεια ομολογείται χωρίς ασάφειες και χωρίς
προσαρμογές στις απαιτήσεις της εποχής.
Η περίπτωση
της Συνόδου της Κρήτης
Στη Σύνοδο της Κρήτης, πολλοί επισημαίνουν ότι:
- η γλώσσα των κειμένων παραμένει τυπικά
ορθόδοξη,
- όμως το πνεύμα τους χαρακτηρίζεται από
προσαρμογή, επιφυλακτικότητα και διάθεση συμβιβασμού.
Αυτή η διάσταση ανάμεσα στη γλώσσα και στο φρόνημα
θεωρείται θεολογικά κρίσιμη. Η αποφυγή σαφών οριοθετήσεων, η προσεκτική ασάφεια
και η προσπάθεια να μη θιγεί το πνεύμα του διαλόγου δημιουργούν την εντύπωση
ότι η αλήθεια δεν ομολογείται ως απόλυτο εκκλησιαστικό γεγονός, αλλά
διαχειρίζεται με όρους ισορροπίας και διπλωματίας.
Αλλοίωση της
εκκλησιαστικής συνείδησης
Όταν η αλήθεια αποσυνδέεται από το ομολογιακό ήθος,
τότε αλλοιώνεται η εκκλησιαστική συνείδηση. Η Εκκλησία παύει να βιώνεται ως
χώρος καθαρής μαρτυρίας και γίνεται φορέας προσαρμοσμένου λόγου. Αυτό δεν
συνιστά απλή αλλαγή ύφους, αλλά μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο η Εκκλησία
κατανοεί την αποστολή της.
Στην ορθόδοξη εμπειρία, η αλήθεια δεν φυλάσσεται μόνο
με σωστές λέξεις, αλλά με πιστό φρόνημα. Όταν αυτό το φρόνημα υποχωρεί, ακόμη
και η πιο προσεγμένη ορθόδοξη ορολογία κινδυνεύει να καταστεί κενό σχήμα. Γι’
αυτό η διάκριση ανάμεσα στην αλήθεια ως λόγο και στην αλήθεια ως τρόπο ύπαρξης
παραμένει καθοριστική για τη ζωή και την αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας.
Συμπέρασμα –
Μια κρίση ταυτότητας
Η Σύνοδος της Κρήτης παρουσιάστηκε ως προσπάθεια
διαλόγου της Ορθοδοξίας με τον σύγχρονο κόσμο. Ο διάλογος αυτός, ως πρόθεση,
δεν είναι από μόνος του προβληματικός· η Εκκλησία πάντοτε απευθυνόταν στον
κόσμο, όχι όμως για να προσαρμοστεί σε αυτόν, αλλά για να τον καλέσει σε
μετάνοια και αλήθεια. Η αυστηρή θεολογική κριτική, ωστόσο, επισημαίνει ότι στη
συγκεκριμένη περίπτωση ο διάλογος επιχειρήθηκε με κόστος την καθαρότητα των
εκκλησιολογικών ορίων.
Η Ορθοδοξία δεν ορίζεται απλώς ως μία χριστιανική
παράδοση ανάμεσα σε άλλες, αλλά ως η μία και μοναδική αληθινή Εκκλησία,
μέσα στην οποία διασώζεται ακέραιη η αποκαλυφθείσα αλήθεια και προσφέρεται η
σωτηρία. Όταν, λοιπόν, χρησιμοποιείται γλώσσα που θολώνει τη διάκριση ανάμεσα
στην Εκκλησία και την πλάνη, αυτό δεν συνιστά απλή διαφοροποίηση ύφους ή
ποιμαντικής προσέγγισης, αλλά μεταβολή στον τρόπο αυτοκατανόησης της
Εκκλησίας.
Μια τέτοια γλωσσική και θεολογική ασάφεια οδηγεί σε
εκκλησιολογική κρίση, διότι αγγίζει τον πυρήνα της εκκλησιαστικής ταυτότητας.
Αν τα όρια της Εκκλησίας δεν είναι σαφή, τότε και η έννοια της αλήθειας
καθίσταται ασαφής, ενώ η σωτηρία αποσυνδέεται από το συγκεκριμένο εκκλησιαστικό
σώμα στο οποίο αυτή βιώνεται.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι δευτερεύον ούτε
ακαδημαϊκό. Αφορά το αν η Εκκλησία συνεχίζει να ομολογεί τον εαυτό της με
παρρησία ως το ένα και αδιαίρετο Σώμα του Χριστού ή αν υιοθετεί λόγο που, στο
όνομα του διαλόγου, εξασθενεί την ομολογιακή της συνείδηση. Σε αυτό ακριβώς το
σημείο εντοπίζεται η σοβαρότητα της θεολογικής κριτικής προς τη Σύνοδο της
Κρήτης: όχι στην πρόθεση επικοινωνίας με τον κόσμο, αλλά στον κίνδυνο αλλοίωσης
της ίδιας της ταυτότητας της Εκκλησίας.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Άρθρα κριτικής
προσέγγισης
- Θεόδωρος Ζήσης,
«Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος και το πρόβλημα της εκκλησιολογίας»,
Θεοδρομία, 2016.
→ Εκτενής ανάλυση της χρήσης του όρου «Εκκλησίες» και της ρήξης με το Συνοδικό της Ορθοδοξίας. - Δημήτριος Τσελεγγίδης,
«Η Σύνοδος της Κρήτης και η αλλοίωση της ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας»,
Θεολογία, τ. 87 (2016).
→ Κριτική της οικουμενιστικής εκκλησιολογίας και των σωτηριολογικών συνεπειών. - Κείμενο Αγιορειτών Πατέρων,
«Παρατηρήσεις επί των κειμένων της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου», 2016.
→ Έμφαση στο ήθος, τη συνοδικότητα και την αποδοχή από το πλήρωμα της Εκκλησίας.
Άρθρα
υποστηρικτικής προσέγγισης
- Ιωάννης Ζηζιούλας,
«Η εκκλησιολογική σημασία της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου»,
Θεολογία, 2017.
→ Υπεράσπιση της συνοδικότητας και της χρήσης της ιστορικής ορολογίας. - Ελπιδοφόρος Λαμπρινιάδης,
«Η Ορθόδοξη Εκκλησία και ο σύγχρονος κόσμος»,
θεολογικό άρθρο μετά τη Σύνοδο της Κρήτης.
→ Ποιμαντική και διαλογική προσέγγιση.
Άρθρα του Μητροπολίτη
Ναυπάκτου Ιερόθεου Βλάχου για τη Σύνοδο
της Κρήτης
Κύρια άρθρα –
παρεμβάσεις
- «Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος και η εκκλησιολογική της σημασία»
Άρθρο όπου υποστηρίζεται ότι τα κείμενα της Συνόδου πρέπει να ερμηνεύονται μέσα στο πλαίσιο της πατερικής παράδοσης και όχι απομονωμένα.
→ Τονίζεται ότι ο όρος «Εκκλησίες» χρησιμοποιείται περιγραφικά και όχι δογματικά. - «Η Εκκλησία ως Σώμα Χριστού και οι ετερόδοξοι»
Ανάλυση της διάκρισης μεταξύ Εκκλησίας και ετεροδόξων, με έμφαση στο ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία παραμένει η Μία Εκκλησία.
→ Υποστηρίζεται ότι δεν αλλοιώνεται η ορθόδοξη εκκλησιολογία. - «Η συνοδικότητα στην Ορθόδοξη Εκκλησία»
Κείμενο που εξηγεί ότι η Σύνοδος της Κρήτης αποτελεί έκφραση συνοδικότητας, έστω και αν δεν είχε οικουμενικό χαρακτήρα.
→ Γίνεται διάκριση μεταξύ «Αγίας και Μεγάλης» και «Οικουμενικής» Συνόδου. - «Περί αποδοχής ή μη των κειμένων της Συνόδου της Κρήτης»
Άρθρο όπου υπογραμμίζεται ο ρόλος της ερμηνείας των συνοδικών κειμένων από το πλήρωμα της Εκκλησίας.
→ Αναγνωρίζονται ασάφειες, χωρίς όμως απόρριψη της Συνόδου.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου