|
Διεθνές
Επιστημονικό Συνέδριο με θέμα «Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου
Εκκλησίας (2016–2026): Αποτίμησις καί Προοπτικαί» οργανώθηκε με πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριαρχείου
από Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου, μέχρι και
την Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου, στην πόλη Chantilly, στα περίχωρα του Παρισίου. Την
έναρξη του Διεθνούς Συνεδρίου κήρυξε ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος.
Ολόκληρο το κείμενο της ομιλίας βρίσκεται στο link. https://www.romfea.gr/oikoumeniko-patriarxeio/79054-parisi-omilia-oikoumenikoy-patriarxi-sto-epeteiako-synedrio. Σε πλαίσιο
υπάρχουν τα αποσπάσματα που σχολιάζονται. |
ΜΕΡΟΣ-Α
|
Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ὠργανώθη κοινῇ
συμβολῇ τῶν Ὀρθοδόξων Αὐτοκεφάλων
Ἐκκλησιῶν ὑπό τήν προεδρίαν, τήν συντονιστικήν εὐθύνην καί τήν ἀνύστακτον φροντίδα τοῦ Οἰκουμενικοῦ
Πατριαρχείου. Αὐτό τοῦτο τό γεγονός τῆς
Συνόδου τῆς Κρήτης καί αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς ἀποτελοῦν
σημαντικόν κεφάλαιον τῆς
συνοδικῆς ταυτότητος καί ἱστορίας τῆς Μιᾶς, Ἁγίας,
Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, βεβαίαν δέ καί τιμαλφεστάτην
παρακαταθήκην διά τάς ἐπερχομένας
γενεάς τῶν Ὀρθοδόξων. |
ΣΧΟΛΙΑ. Είναι ανακριβές να χαρακτηρίζεται η Σύνοδος της Κρήτης ως
«τιμαλφεστάτη παρακαταθήκη» της Εκκλησίας. Η εν λόγω Σύνοδος στερούταν
πανορθόδοξης νομιμοποίησης λόγω των κρίσιμων απουσιών. Αντί για κορυφαίο
κεφάλαιο, υπήρξε μια σύνοδος εκκοσμίκευσης. Νομιμοποίησε τον οικουμενισμό και
αναγνώρισε «ετεροδόξες εκκλησίες». Έτσι, θόλωσε τα σωτήρια όρια της Ορθοδοξίας.
Οι διαδικασίες της αποξένωσαν τον πιστό λαό από τη συνοδική συνείδηση.
Επομένως, οι αποφάσεις της συνιστούν πνευματικό ναυάγιο. Η μόνη γνήσια
παρακαταθήκη για το μέλλον είναι η ακράδαντη τήρηση της Ορθόδοξης Πίστεως.
|
Κατά τήν
μακράν πορείαν πρός τήν Σύνοδον, αἱ
Πανορθόδοξοι Διασκέψεις, αἱ
Εἰδικαί
Προπαρασκευαστικαί Ἐπιτροπαί,
αἱ Προσυνοδικαί
Πανορθόδοξοι Διασκέψεις, ἀλλά
καί αἱ Συνάξεις τῶν Ὀρθοδόξων Προκαθημένων, τάς ὁποίας ἐνεκαινίασεν ἡ
ἡμετέρα Μετριότης ἅμα τῇ ἀναρρήσει
αὐτῆς εἰς τόν Οἰκουμενικόν
Θρόνον, ἀπετέλεσαν
ζωτικήν ἔκφρασιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς
αὐτοσυνειδησίας καί ζωῆς τῆς Ὀρθοδοξίας
εἰς τήν ἐποχήν μας, τό κάτοπτρον τῆς συνεργασίας καί τῶν ἐντάσεων εἰς
τάς διορθοδόξους σχέσεις, τῶν
θεολογικῶν συζητήσεων καί
ἀντιπαραθέσεων, ὡς καί τῶν περιπετειῶν
τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως. |
ΣΧΟΛΙΑ. Οι Πανορθόδοξες Διασκέψεις και οι Συνάξεις των
Προκαθημένων λειτούργησαν ως μηχανισμοί επιβολής μιας συγκρητιστικής γραμμής.
Αντί για γνήσιο κάτοπτρο της Ορθοδοξίας, αποτέλεσαν πεδία υποχώρησης στην
Οικουμενιστική Κίνηση. Οι «εντάσεις» και οι «αντιπαραθέσεις» που αποσιωπώνται
αποκαλύπτουν την τεχνητή προώθηση του οικουμενισμού. Οι διαδικασίες αυτές
αγνόησαν επιδεικτικά τη φωνή της πατερικής παράδοσης. Έτσι, η προετοιμασία της
Συνόδου οδήγησε σε προγραμματισμένη απομάκρυνση από την αλήθεια. Συνεπώς, η
πορεία αυτή δεν εκφράζει την Ορθοδοξία, αλλά τη σταδιακή υποταγή της στις
πιέσεις των ετεροδόξων.
|
Οἱ Ὀρθόδοξοι πιστοί καί ὁ λοιπός χριστιανικός κόσμος δικαίως ἔτρεφον προσδοκίας, ὅτι ἡ ἀναμενομένη
Σύνοδος δέν θά ἦτο μία ἐσωστρεφής σύναξις, ἀλλά μία πειστική μαρτυρία περί
τῆς ζώσης χριστιανικῆς παρουσίας ἐν τῷ συγχρόνῳ
κόσμῳ. |
ΣΧΟΛΙΑ. Οι Ορθόδοξοι πιστοί περίμεναν την ακράδαντη ομολογία
της αληθινής πίστης και όχι έναν συμβιβασμό με τον σύγχρονο κόσμο. Η προσδοκία
για μια ανοιχτή σύναξη μετατράπηκε σε απογοήτευση λόγω της οικουμενιστικής
στροφής. Αντί για μαρτυρία Ορθοδοξίας, η Σύνοδος πρόσφερε άνοιγμα προς τον
υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο. Έτσι, οι ελπίδες του λαού προδόθηκαν από τις
αποφάσεις της εκκοσμίκευσης. Συνεπώς, η επιθυμία για σύγχρονη παρουσία κατέληξε
σε υποχώρηση έναντι των πιέσεων της εποχής.
|
Ἡ ληφθεῖσα ἐπί
τῇ βάσει ἐξωεκκλησιαστικῶν κριτηρίων καί ἀνακοινωθεῖσα τήν δωδεκάτην ὥραν ἀπόφασις τεσσάρων Ὀρθοδόξων
Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν, ἤτοι
τῶν Πατριαρχείων Ἀντιοχείας, Ρωσσίας, Βουλγαρίας
καί Γεωργίας, νά μή συμμετάσχουν εἰς
τάς ἐργασίας τῆς Συνόδου προεκάλεσε θλῖψιν πολλήν, ἐδοκίμασε τήν λειτουργίαν τῆς συνοδικότητος εἰς τήν Ὀρθοδοξίαν, οὐδόλως
ὅμως ἔθιξε τήν συνοδικήν ταυτότητά
της. |
ΣΧΟΛΙΑ. Η Σύνοδος
στερήθηκε κάθε πανορθόδοξης νομιμοποίησης. Ο ισχυρισμός ότι οι απουσίες
αυτές «οὐδόλως ἔθιξαν τήν συνοδικήν ταυτότητα»
αποτελεί εμπαιγμό. Μια σύναξη που ΔΕΝ ΣΥΜΜΕΤΕΙΧΑΝ ολόκληρες τοπικές Εκκλησίες
δεν μπορεί να ομιλεί εξ ονόματος της Ορθοδοξίας. Συνεπώς, το πλήγμα στη
συνοδικότητα υπήρξε ανεπανόρθωτο και βαθύτατο.
|
Ὄντως, οὐδείς θεολογικός ἤ
ἐκκλησιολογικός λόγος ὑφίστατο διά τήν μή
πραγματοποίησιν τῆς
Συνόδου. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἀναβολή τῆς
συγκλήσεώς της θά ἐσήμαινεν
ὁριστικήν ματαίωσίν της
-καί ἴσως αὐτό ἐπεθύμουν καί ἐπεδίωκόν
τινες. |
|
ΣΧΟΛΙΑ. Το Πατριαρχείο Μόσχας και άλλες Εκκλησίες ζήτησαν
επανειλημμένα την αναβολή της Συνόδου, υποστηρίζοντας ότι υπήρχαν ακόμη πολλά
ανοιχτά ζητήματα, ότι τα κείμενα δεν είχαν τύχει ευρείας αποδοχής από το σύνολο
του πληρώματος και ότι μια πανορθόδοξα αποδεκτή Σύνοδος απαιτεί 100% ομοφωνία
και συναίνεση όλων των τοπικών Εκκλησιών σε κάθε στάδιο.
Υπήρξαν διαφωνίες σχετικά με τον κανονισμό λειτουργίας της
Συνόδου, τον τρόπο λήψης των αποφάσεων και τη διαδικασία τυχόν τροποποίησης των
κειμένων επί τόπου, καθώς και ζητήματα σχετικά με το ποιος θα προήδρευε και πώς
θα κάθονταν οι αντιπροσωπείες.
Το Πατριαρχείο Αντιοχείας απείχε κυρίως λόγω της ανεπίλυτης
κανονικής του διαφοράς με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων σχετικά με τη δικαιοδοσία
στο Κατάρ (το λεγόμενο "ζήτημα του Κατάρ"), καθώς το Οικουμενικό
Πατριαρχείο δεν έκανε δεκτό το αίτημα να συζητηθεί και να λυθεί προηγουμένως
αυτή η διαφορά. Αναλυτές επισημαίνουν ότι υπερίσχυσαν και ευρύτεροι
γεωπολιτικοί ή διπλωματικοί προσανατολισμοί (ιδίως γύρω από τον σφαίρα επιρροής
και τις σχέσεις μεταξύ των Πατριαρχείων Μόσχας και Κωνσταντινουπόλεως), οι
οποίοι λειτούργησαν αποτρεπτικά για την τελική κάθοδο των αντιπροσωπειών.
Επομένως υπήρχαν σοβαροί θεολογικοί και εκκλησιολογικοί λόγοι.
|
Ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου
Ἐκκλησίας συνῆλθε καί ἐπραγματοποίησε τό ἔργον της ἐν ἀδελφικῇ
συνεργασίᾳ. Τά κείμενα τῆς Συνόδου ἐκφράζουν αὐθεντικῶς καί μετά θεολογικῆς
ἀρτιότητος τήν πιστότητα
τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τήν ἀδιαλείπτως βιωθεῖσαν
καί βιουμένην ἐν αὐτῇ Παράδοσιν τῆς
Ἀληθείας καί ἀποτελοῦν πολύτιμον πνευματικόν θησαυρόν διά τήν ἀνά τήν οἰκουμένην Ὀρθοδοξίαν. |
ΣΧΟΛΙΑ: Είναι ανακριβές να ισχυρίζεται κανείς ότι η Σύνοδος
πραγματοποιήθηκε σε «αδελφική συνεργασία» και ότι τα κείμενά της διαθέτουν
«θεολογική αρτιότητα». Η πραγματικότητα είναι ότι η εν λόγω σύναξη, απαλλαγμένη
από την παρουσία ολόκληρων τοπικών Εκκλησιών, αγνόησε επιδεικτικά τη φωνή της
πατερικής παράδοσης. Τα κείμενα που παρήγαγε δεν αποτελούν κανέναν «πολύτιμο
θησαυρό», αλλά αντίθετα εισάγουν αμφίβολες οικουμενιστικές διατυπώσεις που
θολώνουν τα καθαρά όρια της πίστης. Η επίκληση μιας δήθεν «αδιάλειπτης
Παράδοσης» πέφτει στο κενό, καθώς οι αποφάσεις αυτές απομακρύνονται από το
πνεύμα των Οικουμενικών Συνόδων και υποτάσσονται στο πνεύμα της εκκοσμίκευσης.
Συνεπώς, η παρουσίαση της Συνόδου ως επιτυχίας επιχειρεί να συγκαλυφθεί η βαθιά
εσωτερική κρίση και η απομάκρυνση από την αληθινή ορθόδοξη αυτοσυνειδησία.
|
Ὑπόδειγμα καί πηγή ἐμπνεύσεως εἰς τό συνοδικόν ἔργον καί εἰς τήν ἀξιολόγησιν τῶν
κειμένων ἦτο ἡ θεολογία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Μία θεολογία ὑπαρξιακή εἰς
ὅλας τάς ἐκφάνσεις της, πάντοτε ἐμπειρική καί συγκεκριμένη,
ποτέ ἄσαρκος καί ἀφῃρημένη. Θεολογία ἡ ὁποία συνέδεε τήν πίστιν μέ τήν ζωήν, τήν θεωρίαν
μέ τήν πρᾶξιν, ἀπόκρισις τῆς Ἐκκλησίας εἰς
τάς ἀγωνίας, τούς φόβους,
τάς ἀπορίας τῆς ἐλευθερίας καί τάς ἐλπίδας
τοῦ ἀνθρώπου. Ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ, τά κείμενα τῆς
Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου
εἶναι ἐπίκαιρος διατύπωσις τῆς «βιωμένης παραδόσεως» τῆς Ἐκκλησίας, ἡ
ὁποία παραμένει ἀναλλοίωτος εἰς τούς αἰῶνας. Ἡ Ὀρθόδοξος
Ἐκκλησία παρουσιάζεται
διά τῶν ἀποφάσεών της εἰς τήν Σύνοδον τῆς Κρήτης ὡς Ἐκκλησία ἀκλονήτου
πιστότητος εἰς τήν
παράδοσιν τῆς
συνοδικότητος, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ
ἁπτήν ἔκφρασιν τῆς καθολικότητός της καί πηγήν
τῆς ἐγκοσμίου μαρτυρίας της. |
ΣΧΟΛΙΑ: Ο ισχυρισμός ότι τα κείμενα αυτά αποτελούν «επίκαιρη
διατύπωση της βιωμένης παραδόσεως» αποτελεί ωμή αντιστροφή της πραγματικότητας,
καθώς η προσαρμογή στο πνεύμα της εποχής και η αναγνώριση των ετεροδόξων
συνιστούν ρήξη και όχι συνέχεια της παράδοσης των Αγίων. Η επίκληση της
«συνοδικότητας» πέφτει στο κενό όταν πραγματοποιείται μια σύναξη χωρίς
πανορθόδοξη συναίνεση και ερήμην του πληρώματος της Εκκλησίας. Συνεπώς, η
απόπειρα να παρουσιαστεί η Σύνοδος ως πηγή «εγκοσμίου μαρτυρίας» αποκαλύπτει
την αγωνία των εμπνευστών της να νομιμοποιήσουν μια εκκοσμικευμένη
εκκλησιολογία που απομακρύνεται από την αληθινή ορθόδοξη αυτοσυνειδησία. Η
πατερική θεολογία ήταν πάντοτε ομολογιακή, αδιάλλακτη απέναντι στην πλάνη και
απολύτως ξεκάθαρη στα δογματικά όρια, στοιχεία που απουσιάζουν από τις
αμφίσημες και οικουμενιστικές διατυπώσεις της Συνόδου.
Διακηρύσσεται η συνοδικότης ως «ἁπτή ἔκφρασις
καθολικότητος», αλλά η Σύνοδος συνεκλήθη με προγεγραμμένα κείμενα, με
χρηματοδότηση κρατών, με χρονοδιάγραμμα τύπου διεθνούς συνεδρίου, με διαγραφή
θεμάτων επειδή «δεν προλαβαίνουμε». Αυτό δεν είναι συνοδικότης· είναι
διοικητικό συνέδριο. Οι Πατέρες συνήρχοντο ελεύθερα για να κρίνουν· στην Κρήτη
κλήθηκαν να επικυρώσουν.
|
Τά κείμενα αὐτά ἀναφέρονται εἰς
τήν ὀργάνωσιν, τήν
κανονικήν δομήν, τήν λειτουργικήν ζωήν τῆς
Ἐκκλησίας καί τήν Ὀρθόδοξον πνευματικότητα, εἰδικώτερον εἰς τήν Ὀρθόδοξον Διασποράν, τό Αὐτόνομον, τό μυστήριον τοῦ Γάμου καί τήν σπουδαιότητα τῆς νηστείας -εἰς τά τοῦ οἴκου
τῆς Ἐκκλησίας δηλονότι-, ὡς καί εἰς τάς σχέσεις της μέ τόν λοιπόν χριστιανικόν
κόσμον καί εἰς τήν ἀποστολήν καί τήν ποιμαντικήν
μαρτυρίαν αὐτῆς σήμερον. Προβάλλουν
τήν αὐτοσυνειδησίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
ὡς τῆς Μιᾶς, Ἁγίας,
Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, τήν εὐαισθησίαν
καί τήν θεάρεστον μέριμναν αὐτῆς διά τόν ἄνθρωπον καί τήν ἐν Χριστῷ καί κατά Χριστόν βιοτήν αὐτοῦ,
ὑπογραμμίζουν τό ἐνδιαφέρον τῆς Ὀρθοδοξίας διά τήν κτίσιν, διά τήν κοινωνίαν καί
τόν πολιτισμόν. Δίδουν τοιουτοτρόπως, ἐπί
τῇ βάσει τῶν κεντρικῶν θεολογικῶν παραδοχῶν τῆς πίστεώς μας, ἀπάντησιν
εἰς ὅλους ἐκείνους, οἱ
ὁποῖοι ἐπιρρίπτουν εἰς
τήν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν ἀδιαφορίαν διά τόν κόσμον καί
τήν ἱστορίαν ἐν ὀνόματι τοῦ
οὐρανοῦ καί τῆς αἰωνιότητος. Τά συνοδικά
κείμενα λειτουργοῦν ὡς πηγή ἐμπνεύσεως καί ἀξιακοῦ προσανατολισμοῦ διά τούς Ὀρθοδόξους πιστούς, οἱ ὁποῖοι
ἀγωνίζονται νά συνδυάσουν
εἰς τήν ζωήν των τήν
πιστότητα εἰς τάς πατρῴας παραδόσεις καί τήν ἰδιότητα τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου. Τά θεολογικῶς ἀρτιότατα συνοδικά κείμενα ἀκυρώνουν ἐκ
τῶν προτέρων καί τούς
θορυβώδεις αὐτοκλήτους
κριτάς τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, οἱ ὁποῖοι,
μέ τόν οὐ κατ᾽ ἐπίγνωσιν ζῆλον
των, ἀμφισβητοῦν τήν κανονικότητα αὐτῆς, ἀκόμη
καί πρό τῆς συγκλήσεώς
της, καί τήν Ὀρθοδοξίαν τῶν ἀποφάσεών της, σκανδαλίζοντες οὕτω καί διχάζοντες τόν λαόν τοῦ Θεοῦ. |
ΣΧΟΛΙΑ:
Ο ισχυρισμός ότι τα κείμενα αυτά αποτελούν «πηγή αξιακού
προσανατολισμού» συνιστά ωμή παραχάραξη της πραγματικότητας, καθώς η προσαρμογή
στο πνεύμα της εποχής και η υποχώρηση έναντι των πιέσεων της κοσμικής
πραγματικότητας δεν συνιστούν μαρτυρία, αλλά έκπτωση από το ορθόδοξο ήθος. Η
Σύνοδος δεν κρίνεται από όσα έγραψε, αλλά από όσα απέφυγε να γράψει. Ενώ για
ζητήματα όπως ο γάμος και η νηστεία δεν υπήρξε κάτι επίμαχο, για τα μεγάλα
προβλήματα της εποχής μας —όπως η ομοφυλοφιλία, οι αμβλώσεις, τα διαζύγια και ο
αποχριστιανισμός της Ευρώπης— κράτησε απόλυτη σιωπή. Επέλεξε τα ακίνδυνα θέματα
και απέφυγε τα δύσκολα, παρουσιάζοντας τελικά αυτή την υπεκφυγή της σαν
«πλήρωμα της παράδοσης», χωρίς καμία ουσιαστική ομολογία πίστης στα φλέγοντα
ζητήματα.
Η απόπειρα να χαρακτηριστούν οι συνειδητοποιημένοι
ομολογητές και παραδοσιακοί κριτικοί ως «θόρυβοι αὐτόκλητοι κριταί» αποκαλύπτει τον πανικό των
εμπνευστών της Συνόδου μπροστά στην τεκμηριωμένη και αγωνιώδη αντίσταση του
πληρώματος της Εκκλησίας. Οι πιστοί που αντιστέκονται στην οικουμενιστική
εκτροπή δεν «διχάζουν τόν λαόν τοῦ
Θεοῦ», αλλά προστατεύουν
την ιερή παρακαταθήκη των Πατέρων από την επιβολή μιας νοσηρής και
εκκοσμικευμένης εκκλησιολογίας. Συνεπώς, η παρουσίαση της Συνόδου ως δήθεν
απάντησης στην «αδιαφορία για τον κόσμο» αποτελεί πρόφαση για τη νομιμοποίηση
του συγκρητισμού και την απομάκρυνση από την αποκλειστική αλήθεια της Μίας,
Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.
-----------------------------------------------------------------
MΕΡΟΣ
Β
|
Κατά τήν ὁμιλίαν μας εἰς τήν Θείαν Λειτουργίαν ἐν τῷ Ἱερῷ Ναῷ Ἁγίου
Παύλου Χανίων, τήν 26ην Ἰουνίου
2016, τελευταίαν ἡμέραν τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, εἴπομεν τά ἑξῆς: «Αἱ
συνοδικαί ἀποφάσεις πρέπει
νά ἐνταχθοῦν εἰς τήν ζωήν τῶν
κατά τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, νά κοινοποιηθοῦν
εἰς τάς ἐνορίας, τάς Ἱεράς Ἀρχιεπισκοπάς καί Μητροπόλεις, εἰς τάς Ἱεράς Μονάς, νά συζητηθοῦν εἰς
τάς Θεολογικάς καί Ἐκκλησιαστικάς
Σχολάς, νά εἰσαχθοῦν εἰς τήν κατήχησιν καί τήν παιδείαν τῆς νεότητος, νά καρποφορήσουν εἰς τήν ποιμαντικήν διακονίαν καί
εἰς τάς ἐν τῷ κόσμῳ
δράσεις τῆς Ἐκκλησίας. |
ΣΧΟΛΙΑ. Η αξίωση να εισαχθούν οι αποφάσεις αυτές στις
ενορίες, τα μοναστήρια και τα σχολεία επιχειρεί να επιβάλει δια της βίας μια
οικουμενιστική νοοτροπία στον ορθόδοξο λαό. Αντί για «καρποφορία στην
ποιμαντική διακονία», η προσπάθεια αυτή επιφέρει διχασμό και πνευματική
σύγχυση, καθώς οι πιστοί καλούνται να ασπαστούν κείμενα που αποκλίνουν από την
πατερική παράδοση. Η απαιτούμενη «ένταξη στη ζωή της Εκκλησίας» δεν μπορεί να
γίνει αποδεκτή όταν αφορά αποφάσεις που θολώνουν τα δογματικά όρια και
υποτάσσονται στο πνεύμα της εκκοσμίκευσης. Συνεπώς, η προτροπή για διάχυση των
αποφάσεων στα σπλάχνα της Εκκλησίας αποτελεί προσπάθεια θεσμικής κατοχύρωσης
μιας πλάνης που το υγιές εκκλησιαστικό σώμα απορρίπτει συνειδητά.
|
Ἡ διαδικασία προσλήψεως καί ἐφαρμογῆς τῶν
θεσπισμάτων τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
ἀποτελεῖ οὐσιαστικήν ἔκφρασιν
τῆς συνοδικῆς αὐτῆς
ταυτότητος, τρόπον τινά, “σύνοδον μετά τήν Σύνοδον”». Ποίαν ὄψιν εἶχε κατά τήν πρώτην δεκαετίαν μετά τήν Σύνοδον τῆς Κρήτης αὐτή ἡ διαδικασία προσλήψεως καί θεολογικῆς καί ποιμαντικῆς ἀξιοποιήσεως τῶν
συνοδικῶν ἀποφάσεων; Τά κείμενα τῆς Συνόδου μετεφράσθησαν εἰς διαφόρους γλώσσας ἀπό τάς Ἐκκλησίας, αἱ
ὁποῖαι συμμετέσχον καί ἀπό ἄλλους θεολογικούς καί ἐκκλησιαστικούς φορεῖς. Ὠργανώθησαν πολλά συνέδρια διά
τήν Σύνοδον τῆς Κρήτης,
μέ μεγαλύτερον ἐκεῖνο τῆς Θεσσαλονίκης ( 21-25 Μαΐου 2018). Εἰς τάς Θεολογικάς Σχολάς τῆς Ἑλλάδος ἐνετάχθησαν
εἰς τό Πρόγραμμα Σπουδῶν μαθήματα περί τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου. Τό αὐτό συνέβη καί εἰς τό ἡμέτερον Ἰνστιτοῦτον Μεταπτυχιακῶν Σπουδῶν Ὀρθοδόξου
Θεολογίας ἐν Chambésy
Γενεύης. Ἐγράφησαν εἰς τάς Θεολογικάς Σχολάς πολλαί
διπλωματικαί μεταπτυχιακαί ἐργασίαι
μέ θέμα τήν Σύνοδον τῆς
Κρήτης, καθώς καί διδακτορικαί διατριβαί. Ἐκυκλοφορήθησαν,
ἐπίσης, ἀξιόλογοι μονογραφίαι περί τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου. Τά συνέδρια,
αἱ ἡμερίδες, τά πολλά
δημοσιεύματα, τά ἀφιερωματικά
τεύχη ἐπιστημονικῶν περιοδικῶν καί αἱ σχετικαί συζητήσεις ἀνέδειξαν τάς θεολογικάς, τάς ἐκκλησιολογικάς καί τάς
άνθρωπολογικάς ἀρχάς ἐπί τῶν ὁποίων
ἐστηρίχθησαν τά κείμενα τῆς Συνόδου. Προεβλήθη ἡ θεοστήρικτος μαρτυρία τῆς Συνόδου καί ἡ ἀξία της ὡς
προτάσεως ζωῆς ἐν Χριστῷ καί κατά Χριστόν, ὡς
μηνύματος ἐκκλησιοτραφοῦς ἐλευθερίας. Αἱ ἀποφάσεις τῆς
Συνόδου τῆς Κρήτης ἐλειτούργησαν ὡς ἔμπνευσις διά τήν σύνταξιν τοῦ κειμένου τοῦ Οἰκουμενικοῦ
Πατριαρχείου «”Ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς”.
Τό κοινωνικόν ἦθος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας»,
συνταχθέντος ὑπό ὁρισθείσης ὑπό τῆς περί ἡμᾶς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου ἐπιτροπῆς Θεολόγων, μέ ἐπί
κεφαλῆς τόν καθηγητήν Ἱερολογιώτατον Ἀρχιδιάκονον τοῦ Οἰκουμενικοῦ
Θρόνου κ. Ἰωάννην Χρυσαυγῆν. Ὅπως γνωρίζετε, εἰς
τό παρόν Συνέδριον ἀφιερώνεται
εἰδική συνεδρία εἰς τό κείμενον αὐτό. |
ΣΧΟΛΙΑ: Η πραγματικότητα είναι ότι η προσπάθεια επιβολής και
«θεολογικής αξιοποίησης» των κειμένων αυτών συνάντησε τη σθεναρή και αδιάλλακτη
αντίσταση του υγιούς, παραδοσιακού εκκλησιαστικού σώματος. Ο πανεπιστημιακός
οδοστρωτήρας, τα συνέδρια, οι μεταπτυχιακές εργασίες και τα ειδικά μαθήματα
στις Θεολογικές Σχολές δεν αποδεικνύουν καμία «ζωτική έκφραση της συνοδικότητας»,
αλλά φανερώνουν την αγωνία των εμπνευστών της Συνόδου να επιβάλουν άνωθεν μια
οικουμενιστική νοοτροπία και να θεσμοθετήσουν ακαδημαϊκά μια εκκοσμικευμένη
εκκλησιολογία.
Η δε επίκληση κειμένων όπως
«Υπέρ της του κόσμου ζωής» δεν συνιστά μαρτυρία πίστης, αλλά περαιτέρω
διολίσθηση σε ένα κοινωνικό ήθος αποκομμένο από τα αυστηρά ορθόδοξα δογματικά
όρια. Το κείμενο συντάχθηκε από μια επιτροπή θεολόγων με επικεφαλής τον
Χρυσαυγή και εγκρίθηκε από τη Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Δηλαδή μια
τοπική Σύνοδος παρουσιάζει ως «το κοινωνικόν ήθος της Ορθοδόξου Εκκλησίας» ένα
κείμενο που δεν είδε καμία πανορθόδοξη διαδικασία, κανένα άλλο Πατριαρχείο,
κανένας δεν το ψήφισε, κανείς δεν το υπέγραψε. Είναι ακριβώς η λογική της
Κρήτης: μία Εκκλησία αυτοανακηρύσσεται φωνή όλων, και μετά ονομάζει
«σκανδαλοποιούς» όσους διαφωνούν. Διαβάζεις εκατό
σελίδες «κοινωνικού ήθους» και δεν βρίσκεις: αίρεση, σχίσμα, κόλαση, κρίση,
μετάνοια ως κρίσιμη προϋπόθεση. Η αμαρτία αναφέρεται σποραδικά, η κόλαση σχεδόν
ποτέ, η ανάγκη μετάνοιας εξαφανίζεται. Μια Ορθοδοξία χωρίς κόλαση και χωρίς
αίρεση δεν είναι ανανεωμένη Ορθοδοξία — είναι προτεσταντικός κοινωνικός
ευαγγελισμός με βυζαντινό ένδυμα. Το κείμενο περιγράφει πώς η Εκκλησία
«συμμετέχει στον διάλογο για το μέλλον του πλανήτη» — η γλώσσα των Ηνωμένων
Εθνών, όχι των Πατέρων. Στα θέματα της
σεξουαλικότητας το κείμενο είναι σκόπιμα θολό: «όσοι έχουν ομοφυλοφιλική έλξη
δεν πρέπει να απορρίπτονται» — κανείς ορθόδοξος δεν ζήτησε απόρριψη προσώπων· η
Εκκλησία απορρίπτει την πράξη και θεραπεύει το πάθος. Το κείμενο αποφεύγει να
πει καθαρά ότι η πράξη είναι αμαρτία, μιλά για «ταμπου» και «κοινωνικό
στιγματισμό». Η πατερική γλώσσα θα ήταν μία: θεραπεία μέσω μετανοίας και
ασκήσεως. Η γλώσσα του κειμένου είναι γλώσσα μη κυβερνητικής οργάνωσης που
ετοιμάζει έκθεση για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το κείμενο
αποδέχεται τους δυτικούς θεσμούς ως δεδομένους και αγαθούς, χωρίς να θέτει το
βασικό: ποια είναι η σχέση της βασιλείας του Θεού με τη δημοκρατία του κόσμου;
Οι Πατέρες απαντούσαν με σαφήνεια. Το κείμενο αρνείται να απαντήσει, γιατί η
απάντηση θα ενοχλούσε τους χρηματοδότες των συνεδρίων. Η αποδοχή της
παγκοσμιοποίησης είναι η σιωπηρή ομολογία πίστεως του κειμένου — και αυτή η
πίστη δεν είναι η ορθόδοξη. Μοναχισμός:
σχεδόν απουσία. Ασκητική ζωή: εξαφανισμένη. Νηστεία ως πνευματικός αγώνας:
καμία. Το κείμενο που υποτίθεται ότι περιγράφει το κοινωνικό ήθος της
Ορθοδοξίας παραλείπει ακριβώς εκείνο που έχτισε αυτό το ήθος — την άσκηση. Δεν
είναι τυχαίο: η άσκηση ενοχλεί τη σύγχρονη κουλτούρα, και το κείμενο προτιμά να
μην ενοχλεί κανέναν. Ο «διάλογος» έγινε είδωλο· το κήρυγμα θυσιάστηκε στη
«μάρτυρα».
Η Σύνοδος δεν κάνει «προτάσεις».
Οι σύνοδοι ορίζουν, δογματίζουν, αναθεματίζουν. Η γλώσσα του κειμένου —
«μήνυμα», «πρόταση ζωής», «εκκλησιοτραφής ελευθερία» — είναι γλώσσα ΜΚΟ και
ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Η Εκκλησία δεν είναι πάροχος «προτάσεων ζωής»· είναι
το σώμα του Χριστού. Όταν συνοδικό κείμενο ομιλεί έτσι, έχει ήδη αλλάξει πίστη
χωρίς να το ομολογήσει.
|
Ἡ Μετριότης ἡμῶν, εἰς
ὅλας τάς Ἐγκυκλίους, τάς ἑορτίους Ἀποδείξεις καί τάς ἐπισήμους ὁμιλίας ἀνεφέρετο εἰς
τήν Σύνοδον τῆς Κρήτης
καί παρέπεμπεν εἰς
τά κείμενά της. Ἐξ ἄλλου, καί εἰς τήν ζωήν τῆς Ἁγίας τοῦ
Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας καί ἀνά τήν οἰκουμένην ὑπάρχει καθ᾿ ὅλην τήν δεκαετίαν 2016-2026 ἡ πνοή καί ἡ σφραγίς τῶν ἀποφάσεων τῆς
Ἁγίας καί Μεγάλης
Συνόδου, ὄντως ὡς «σύνοδος μετά τήν Σύνοδον».
Εὐχαριστοῦμεν καί εὐλογοῦμεν πάντας τούς συντελεστάς αὐτῆς τῆς
παρουσίας καί μαρτυρίας. Θά
συνεχίσωμεν νά ἐργαζώμεθα
διά τήν περαιτέρω πρόσληψιν, τήν συστηματικωτέραν θεολογικήν ἀνάλυσιν καί τήν εὐρυτέραν ποιμαντικήν ἀξιοποίησιν τῶν ἀποφάσεων τῆς
Συνόδου τῆς Κρήτης καί
διά τήν ἀποτίμησιν τοῦ συνολικοῦ ἔργου της. Εἰς
τήν προσπάθειαν αὐτήν θά
συνεισφέρῃ μεγάλως καί ἡ πρόσφατος ἔκδοσις τῶν Πρακτικῶν τῆς Ἁγίας
καί Μεγάλης Συνόδου, ἡ ὁποία καθιστᾷ τά συνοδικά κείμενα εὐχερῶς προσβάσιμα. Τά Πρακτικά
δίδουν εἰς κάθε ἐνδιαφερόμενον τήν δυνατότητα
καί τήν εὐκαιρίαν νά ἀνακαλύψῃ τό θεολογικόν βάθος καί τήν διαμόρφωσιν τῶν κειμένων καί νά ἐκτιμήσῃ τόν μόχθον τῶν
συμβαλόντων διά τήν προσφορωτέραν καί θεολογικῶς
ἀρτιωτέραν διατύπωσιν τοῦ περιεχομένου τοῦ κάθε κειμένου. |
ΣΧΟΛΙΑ: Η Σύνοδος της Κρήτης δεν είναι αληθινή Σύνοδος, αλλά
προωθεί τον οικουμενισμό και τον συγκρητισμό. Πίσω από τα ωραία λόγια για δήθεν
θεολογία και ποιμαντική, κρύβεται η προσπάθεια να νομιμοποιηθεί η αίρεση. Έτσι,
προδίδεται η ορθόδοξη πίστη και αλλοιώνεται η αλήθεια των Πατέρων για να αρέσει
στον σύγχρονο κόσμο.
|
Συνοδικότης εἶναι μία ἄλλη λέξις διά τήν λειτουργίαν
τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς μέ πιστότητα εἰς
τήν Παράδοσιν τῆς Ἀληθείας. Ἡ θεολογία ὁμιλεῖ περί τῆς
«συνοδικῆς φύσεως» τῆς Ἐκκλησίας, περί «συνοδικῆς ὀντολογίας
τῆς Ἐκκλησίας στήν ὁλότητα τῆς οὐσίας καί τῆς
ζωῆς της» (Ἀ. Σμέμαν, Ἡ ἀποστολή τῆς
Ἐκκλησίας στόν σύγχρονο
κόσμο, ἐκδ. Ἀκρίτας, Ἁθήνα 1983, σ. 200 καί 201). Ὅλη ἡ ζωή τῆς
Ἐκκλησίας εἶναι «συνοδική». Θεία λατρεία,
διδασκαλία καί κήρυγμα, ποιμαντική καί κοινωνική μαρτυρία ἐν τῷ κόσμῳ,
ἐκφράζουν τήν συνοδικήν ὑφήν τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ συνοδικότης εἶναι ὁ τρόπος ὑπάρξεως
καί λειτουργίας τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι τό «ἦθος» της. Εἶναι δέ αὐτονόητον ὅτι ἡ συνοδικότης δέν ἐξαντλεῖται εἰς τήν σύγκλησιν καί λειτουργίαν τῶν Συνόδων. Ἡ ὁλοκλήρωσις τῆς
συνοδικῆς ἐργασίας ὡς ἐσωτερικῆς
θεσμικῆς διαδικασίας δέν
σημαίνει πλήρωσιν τοῦ
συνοδικοῦ ἔργου ὡς θεμελιώδους λειτουργίας τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ
ἐφαρμογή τῶν συνοδικῶν ἀποφάσεων εἰς
τόν ἐγκόσμιον βίον τοῦ λαοῦ τοῦ
Θεοῦ ἀποτελεῖ σημαντικήν πτυχήν τῆς συνοδικῆς
λειτουργίας καί ἀπαιτεῖ, ὁμοῦ
μετά τοῦ συνοδικοῦ φρονήματος, τήν ἐμπεριστατωμένην γνῶσιν τοῦ πεδίου ἐφαρμογῆς τῶν ἀποφάσεων
αὐτῶν. |
ΣΧΟΛΙΑ. Η αληθινή συνοδικότητα δεν είναι ένα γραφειοκρατικό
σύστημα ούτε μια προοδευτική ιδεολογία. Είναι ο παραδοσιακός τρόπος ζωής της
Εκκλησίας, που στηρίζεται αποκλειστικά στην ιερά Παράδοση και την αλήθεια των
Πατέρων. Κάθε προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί ο όρος αυτός για να επιβληθούν
νεωτεριστικές αποφάσεις αποκόπτεται από το γνήσιο ορθόδοξο ήθος.
|
Ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ, ὅταν
ὁμιλῶμεν περί «Προοπτικῶν» τῆς Ἁγίας
καί Μεγάλης Συνόδου, μετά τήν συμπλήρωσιν τῆς
πρώτης δεκαετίας ἀπό τῆς συγκλήσεώς της, ἀναφερόμεθα εἰς τήν εὐρυτέραν λειτουργίαν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς μέ πρόσληψιν καί ἐπικαιροποίησιν
κεντρικῶν διαστάσεων τῶν ἀποφάσεών της, ἐντός
συνόλου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔργου, ἐν
ἀκλονήτῳ βεβαιότητι ὅτι ὁ φιλανθρώπως πάντα οἰκονομῶν
Θεός τῶν Πατέρων ἡμῶν, ὁ
ὁδηγήσας τά βήματα τῶν Ὀρθοδόξων εἰς
τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην
Σύνοδον καί εὐλογήσας τήν
διεξαγωγήν αὐτῆς, θά στηρίξῃ καί τήν καρποφορίαν τοῦ συνοδικοῦ ἔργου καί θά ἐνισχύσῃ τήν συνεργασίαν τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί τήν κοινήν μαρτυρίαν αὐτῶν ἐν
τῷ συγχόνῳ κόσμῳ, ἐπ᾿ ἀγαθῷ
τοῦ λαοῦ Αὐτοῦ
καί πρός δόξαν τοῦ ὑπεραγίου ὀνόματός Του. Ἡ ζωτική μαρτυρία περί τῆς ἐν Χριστῷ
σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, τῆς ἀνακαινίσεως τῶν
πάντων καί τῆς προσδοκίας
τῆς ἐσχατολογικῆς Βασιλείας τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ
εἶναι ἀδύνατον νά δοθῇ ἀπό μίαν «κλειστήν» καί σκυθρωπήν Ὀρθοδοξίαν. Τό ἔργον τῆς Ἐκκλησίας
ἀπειλεῖται τόσον ἀπό τάς ἀκρότητας τῆς
ἐκκοσμικεύσεως, ὅσον καί ἀπό τήν ἄγονον ἐσωστρέφειαν.
Ὁ τοποθετηθείς «ὑπό τόν μόδιον» λύχνος δέν
φωτίζει. Ποτέ εἰς τήν πορείαν της ἐν τῷ κόσμῳ
ἡ κλειστότης δέν ἐξέφραζεν αὐθεντικῶς τήν Ἐκκλησίαν
καί ποτέ δέν τήν ὠφέλησεν,
ἀφοῦ ἡ ἐσωστρέφεια
δέν ἀποτελεῖ ὀρθήν κατανόησιν τοῦ
«οὐκ ἐκ τοῦ κόσμου» χαρακτῆρος
της. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι
«τό θαῦμα τοῦ καινοῦ» ἐν
τῷ κόσμῳ, εἶναι ὁ
«ἐλευθερωτής» τῆς ἱστορίας καί ὄχι
ὁ «ἀντίπαλός» της. Προσφυέστατον εἶναι τό ρηθέν: «Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι
φῶς, καί μόνον ὅ,τι εἶναι φῶς
εἶναι Ὀρθοδοξίας». |
ΣΧΟΛΙΑ. Η προβαλλόμενη από τους
θιασώτες του οικουμενισμού «ανοικτότης» και η δήθεν υπέρβαση της «εσωστρεφείας»
συνιστούν ουσιαστικώς επιχείρηση αλλοιώσεως του σωτηριολογικού χαρακτήρος της
Εκκλησίας. Η Εκκλησία του Χριστού ούτε «κλειστή» ούτε «σκυθρωπή» είναι, αλλά
φύσει και θέσει η αμώμητος Νύμφη του Χριστού και αποκλειστική θεματοφύλαξ της
Μίας Αληθείας. Κάθε προσπάθεια να προσαρμοστεί η Εκκλησία στο πνεύμα της εποχής
μας, με το πρόσχημα της δήθεν προόδου, καταλήγει στην υποταγή της στα κοσμικά
σχέδια και στη σύνδεσή της με συγκρητιστικές θεωρίες. Η γνήσια Ορθοδοξία
διαφυλάττει ακέραιο το ευαγγελικό «δεν είμαι από αυτόν τον κόσμο», αρνούμενη
οποιαδήποτε έκπτωση από την πατερική ακρίβεια χάριν μιας ψεύτικης κοινωνικής
αποδοχής.
MEΡΟΣ-Γ
|
Ἐν τῷ πνεύματι τῆς
Συνόδου τῆς Κρήτης, ἡ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας ὀφείλει
νά εἶναι μαρτυρία ἐλευθερίας. Ὁ Χριστός εἶναι ἐλευθερωτής καί ἡ
Ἐκκλησία Του εἶναι κίνημα καί τόπος «βιωμένης
ἐλευθερίας». Ὅλη ἡ ἀλήθεια
περί τῆς ἐλευθερίας συμπυκνώνεται εἰς τήν ἀξονικήν φράσιν τοῦ
Ἀποστόλου Παύλου: «Τῇ ἐλευθερίᾳ
[…] Χριστός ἡμᾶς ἠλευθέρωσε» (Γαλ. ε’, 1). Αὐτή βιοῦται ἐν
τῇ Ἐκκλησίᾳ ὡς
συνελευθερία, ὡς κοινωνία
τῶν προσώπων καί ὡς «ἀληθεύειν ἐν
ἀγάπῃ». Καί ὁ Εὐαγγελιστής
Ἰωάννης δίδει ἰδιαιτέραν ἔμφασιν εἰς τήν ἀλήθειαν ὡς
ἐλευθερίαν καί εἰς τήν ἐλευθερίαν ὡς
ἀλήθειαν, ἡ ὁποία εἶναι
ὁ Χριστός. «Ἐάν ὑμεῖς
μείνητε ἐν τῷ λόγῳ τῷ
ἐμῷ, ἀληθῶς μαθηταί μού ἐστε, καί γνώσεσθε τήν ἀλήθειαν, καί ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει
ὑμᾶς» (Ἰωάν.
η’, 31-32). Εἰς τήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας τό μυστήριον τῆς ἐλευθερίας
ἀποκαλύπτεται εἰς ὅλον του τό ὑπαρξιακόν
καί κοινωνικόν βάθος. Ἡ ὑψίστη ἐλευθερία τοῦ
Χριστιανοῦ εἶναι τό «τέλος τοῦ δικαιώματος», ἐφ᾿ ὅσον
αὐτό ταυτίζεται μέ τό
«ζητεῖν τά ἑαυτοῦ». Ἡ
ἐν Χριστῷ ἐλευθερία εἶναι,
ὅπως ἔχει γραφῆ, «ὄχι μόνον θυσία τοῦ
ἔχειν, ἀλλά προπαντός τοῦ εἶναι μας». Ὁ
Χριστός ἀπορρίπτει τό
«θησαυρίζειν ἐν ἑαυτῷ» τοῦ
ἄφρονος πλουσίου (Λουκ.
ιβ’, 16-21), ἀλλά καί τήν
αὐτοδικαιωτικήν
κενοδοξίαν τοῦ Φαρισαίου
(Λουκ. ιη’, 9-14). Ἡ
χριστοδώρητος ἐλευθερία εἶναι ὁ «νέος οἶνος»,
ὁ ὁποῖος
διαρρηγνύει τούς «παλαιούς ἀσκούς»
(Ματθ. θ’, 17). Εἰς τήν ἐποχήν μας, ἐποχήν τῶν πολλῶν
ἐλευθεριῶν, ἡ Ἐκκλησία
εἶναι φανέρωσις ἐκείνης τῆς ἐλευθερίας, ἡ
ὁποία δέν εἶναι ἀνθρώπινον κατόρθωμα, ἀλλά δωρεά τῆς
Θείας Χάριτος, gratia gratis data, εἶναι
ὄχι «κτῆσις, ἀλλά σχέσις». Μιᾶς
ἐλευθερίας, ἡ ὁποία ἀναπτερώνει
τάς δημιουργικάς δυνάμεις τοῦ
ἀνθρώπου, διευρύνει καί ἐνισχύει τήν καλήν μαρτυρίαν
του ἐν τῷ κόσμῳ, ἀπαλλάσσει
τήν ζωήν καί τά ἔργα του ἀπό τό στίγμα τῆς ματαιότητος. |
ΣΧΟΛΙΑ. Η επίκληση της «ελευθερίας» από τους οικουμενιστές,
σύμφωνα με το πνεύμα της Συνόδου της Κρήτης, συχνά χρησιμοποιείται ως πρόσχημα
για να αλλοιωθεί η Ορθόδοξη Πίστη. Παρουσιάζουν την Εκκλησία σαν ένα χαλαρό
«κίνημα» που προσαρμόζεται στα μέτρα του σύγχρονου κόσμου, χάνοντας τον
χαρακτήρα της ως αποκλειστικής θεματοφύλακα της Αλήθειας. Η αληθινή εν Χριστώ
ελευθερία δεν είναι μια κοσμική «ελευθερία» ούτε μια θεωρία χωρίς δεσμεύσεις.
Είναι απόλυτα συνδεδεμένη με την τήρηση της Παράδοσης και την ακέραια ομολογία
της Ορθόδοξης Αλήθειας. Όταν οι οικουμενιστές μιλούν για «σχέσεις» και
«διάλογο» χωρίς δογματικά όρια, καταργούν τα όρια της Εκκλησίας και μετατρέπουν
τη θεία χάρη σε μια κοσμική ιδεολογία. Η εν Χριστώ ελευθερία δεν σημαίνει
άρνηση των δογμάτων ούτε συμβιβασμό με τις αιρέσεις χάριν μιας ψεύτικης αγάπης.
Αντιθέτως, η γνήσια ελευθερία του Πνεύματος προστατεύει το «σώμα» της Εκκλησίας
από τον συγκρητισμό και δεν υποτάσσεται στα σχέδια εκείνων που θέλουν να
διαλύσουν την ιερή Παράδοση.
|
Εἰς τό κέντρον τῆς παρακαταθήκης τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ἀνήκει ἡ
μέριμνα διά τήν νεότητα. Οἱ
νέοι καί αἱ νέαι καλοῦνται νά ἐνταχθοῦν ἐνεργῶς εἰς τήν ζωήν της, μέ πυρῆνα τήν πίστιν εἰς
τόν Θεόν καί τήν ἀγάπην
πρός τόν πλησίον, τόν συνάνθρωπον, τόν ἀδελφόν.
Τό εἶναι ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ εἶναι συνεῖναι,
κοινωνία σχέσεων. Τό «καινόν» εἶναι
τό «κοινόν», «κοινή ἐλευθερία»,
κοινή ἐλπίς τῆς «κοινῆς βασιλείας». Εἶναι
συμπόρευσις μετά τῶν ἀδελφῶν καί συνοδοιπορία μετά τοῦ Κυρίου, κατά τόν λόγον Αὐτοῦ:
«οὗ γάρ εἰσι δύο ἤ τρεῖς
συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν
μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. ιη’, 20). Ὁ Χριστός, ὅπως
γράφει ὁ Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας, ἔδειξε «πρῶτος καί μόνος […] τόν ἀληθινόν ἄνθρωπον καί τέλειον καί τρόπων
καί ζωῆς καί τῶν ἄλλων ἕνεκα
πάντων» (Νικολάου Καβάσιλα, Περί τῆς
ἐν Χριστῷ ζωῇς, ΣΤ΄, PG 150, 680). Ἐν τῇ
Ἐκκλησίᾳ, ἡ νέα γενεά ἀποκτᾷ τήν ὀρθήν ὀπτικήν
διά τά κοινωνικά δρώμενα καί τάς πολιτισμικάς ἐξελίξεις,
διά τό νόημα τῆς ἐπιστημονικῆς καί τεχνολογικῆς προόδου, καί δύναται νά κτίσῃ ἐπί σταθερόν θεμέλιον τό μέλλον της. Ὁ ἐνθουσιασμός τῶν
νέων, ὁ δυναμισμός καί ἡ ροπή των πρός δρᾶσιν ἐμπλουτίζονται μέ νέα κίνητρα διά τῆς συμμετοχῆς των εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν
ζωήν καί ἀποκτοῦν νέαν κατεύθυνσιν καί
προοπτικήν. Ἡ Ἐκκλησία προσφέρει εἰς τούς νέους «ὄχι ἁπλῶς
“βοήθειαν”, ἀλλά τήν “ἀλήθειαν” τῆς θεανθρωπίνης καινῆς ἐν Χριστῷ
ζωῆς». Οἱ συνοδικοί Πατέρες τῆς Κρήτης καλοῦν τούς νέους «νά
συνειδητοποιήσουν ὅτι εἶναι φορεῖς τῆς μακραίωνος καί εὐλογημένης
παραδόσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ταὐτοχρόνως δέ καί συνεχισταί αὐτῆς», «νά διαφυλάσσουν θαρραλέως νά καλλιεργοῦν μέ δυναμισμόν τάς αἰωνίους ἀξίας τῆς
Ὀρθοδοξίας» ὡς «ἡ ἐνεργός
ἔκφρασις τῆς φιλοθέου καί φιλανθρώπου ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας
ἐν τῷ παρόντι» (Ἐγκύκλιος, § 8). |
ΣΧΟΛΙΑ. Η αναφορά των οικουμενιστών στη νεότητα και στον
δήθεν «δυναμισμό» της, σύμφωνα με το πνεύμα της Συνόδου της Κρήτης, συχνά
χρησιμοποιείται για να αποσπάσει τους νέους από την πατερική παράδοση και να
τους εντάξει σε μια χαλαρή, κοσμική αντίληψη της Εκκλησίας. Παρουσιάζουν την
εκκλησιαστική ζωή σαν μια κοινωνική ομάδα ή ένα απλό «κίνημα» σχέσεων,
παραλείποντας την αποκλειστική αλήθεια της πίστης. Η αληθινή ένταξη των νέων
στην Εκκλησία δεν γίνεται με βάση τα σύγχρονα κοσμικά πρότυπα ούτε με
συμβιβασμούς με το πνεύμα του αιώνα τούτου. Η Παράδοση της Ορθοδοξίας δεν είναι
ένα τυπικό στοιχείο που απλώς το κληρονομούμε για να το προσαρμόζουμε στις
απαιτήσεις της εποχής, αλλά η αμετάθετη αλήθεια που φυλάσσεται ακέραια. Όταν οι
οικουμενιστές καλούν τους νέους σε μια «κοινή πορεία» με ετεροδόξους υπό το
πρόσχημα της δήθεν αγάπης, τους απομακρύνουν από τη σωτηρία. Η γνήσια διαφύλαξη
των αιώνιων αξιών της Ορθοδοξίας δεν επιτυγχάνεται με τη νεωτεριστική
προσαρμογή, αλλά με τη γενναία ομολογία και την άρνηση κάθε συγκρητιστικού
συμβιβασμού. Η Εκκλησία δεν προσφέρει στους νέους μια κοινωνική ιδεολογία, αλλά
την αποκλειστική οδό της εν Χριστώ ζωής, η οποία μένει σταθερή στους αιώνες.
|
Πολύτιμον
παρακαταθήκην τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
ἀποτελεῖ ἡ ἔμπρακτος
ἀναγνώρισις τοῦ ρόλου τῆς θεολογίας εἰς τήν κατάρτισιν τῶν κειμένων, εἰς τήν λειτουργίαν τῆς Συνόδου καί εὐρύτερον εἰς τήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ
Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος ἀπεκάλυψε τήν δύναμιν τῆς θεολογίας ὡς τοῦ σιδηροῦ
βραχίονος τῆς Ἐκκλησίας, μιᾶς «διαλεγομένης θεολογίας», ἡ ὁποία ἑρμηνεύει
τό Εὐαγγέλιον τῆς Ἀληθείας ἐνώπιον
τῶν σημείων τῶν καιρῶν καί δίδει τήν χριστιανικήν μαρτυρίαν ἐντός ἑνός συνεχῶς
ἐξελισσομένου, σήμερον δέ
ταχύτατα μεταβαλλομένου κόσμου. Θεολογία ἐν
διαλόγῳ μέ τόν πολιτισμόν
οὐδόλως σημαίνει
προσαρμογήν εἰς τό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς καί συσχηματισμόν μέ τόν
κόσμον. Ἐν τῆ ἐννοίᾳ
ταύτῃ, ἡ ἄποψις, μέ κριτικήν διάθεσιν, ὅτι τό ἄνοιγμα τῆς
Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν σύγχρονον
κόσμον, ὅπως διαφαίνεται
διά τῶν κειμένων τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης, εἶναι ἕν «ἐλεγχόμενον
ἄνοιγμα», ἐκφράζει σαφέστατα τάς
προθέσεις τῶν Συνοδικῶν Πατέρων περί τῆς ὄχι ἀπροϋποθέτου
στάσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀπέναντι εἰς τόν σύγχρονον πολιτισμόν. Ἡ συνάντησις μέ τόν κόσμον,
πάντοτε ἐν ἀμετακινήτῳ πιστότητι πρός τήν παράδοσιν
τῆς Ἀληθείας, περιλαμβάνει τήν
μελέτην τοῦ πνεύματος, ἐπίγνωσιν τῶν ἀδιεξόδων καί τῶν
θετικῶν προοπτικῶν τῆς ἐποχῆς, γνῶσιν τοῦ
πολιτισμικοῦ πλαισίου, ἐντός τοῦ ὁποίου
ἡ Ἐκκλησία ἐξαγγέλλει
τό Εὐαγγέλιον καί ἡ θεολογία της ἑρμηνεύει ἐπικαίρως τήν ἀλήθειαν τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως. |
ΣΧΟΛΙΑ. Η αναφορά Ασε μια «διαλεγόμενη θεολογία» και σε ένα
δήθεν «ελεγχόμενο άνοιγμα» προς τον σύγχρονο κόσμο, σύμφωνα με το πνεύμα της
Συνόδου της Κρήτης, συχνά συγκαλύπτει τη σταδιακή υποχώρηση της Ορθόδοξης
δογματικής ακρίβειας. Παρουσιάζουν τη θεολογία όχι ως φύλακα της αμετάθετης
Αλήθειας, αλλά ως ένα ευέλικτο εργαλείο προσαρμογής στα αιτήματα της εποχής. Η
αληθινή θεολογία της Εκκλησίας δεν βρίσκεται σε συνεχή «διάλογο» με τις
κοσμικές ιδεολογίες ούτε επιδιώκει συμβιβασμούς με το πνεύμα του αιώνα τούτου.
Η συνάντηση με τον πολιτισμό, όταν επιχειρείται από τους οικουμενιστές χωρίς
δογματικά σύνορα, καταλήγει σε συγκρητιστικές θεωρίες και σε αλλοίωση του
ευαγγελικού μηνύματος. Η Παράδοση δεν ερμηνεύεται με βάση τις μεταβαλλόμενες
ανάγκες του κόσμου, αλλά μένει σταθερή και ανέπαφη. Η γνήσια θεολογρικών
ομολογία δεν αποδέχεται τα «ανοίγματα» εκείνα που υποτάσσουν την Εκκλησία στις
κοσμικές μεθοδεύσεις. Η Ορθόδοξα θεολογία φυλάττει την ακεραιότητα της Πίστης,
απορρίπτοντας κάθε προσπάθεια εκκοσμίκευσης και κάθε ψεύτικη συνάντηση που
θυσιάζει την πατερική ακρίβεια χάριν μιας κοσμικής αποδοχής.
|
Στοιχοῦσα εἰς τό πνεῦμα
τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, ἡ Ὀρθόδοξος θεολογία ὀφείλει
νά ἀνθίσταται σθεναρῶς εἰς τόν φονταμενταλισμόν, αὐτήν τήν «ἔκφρασιν
νοσηρᾶς θρησκευτικότητος»
(Ἐγκύκλιος, § 17), ἡ ὁποία τροφοδοτεῖ
τήν μισαλλοδοξίαν καί τήν βίαν «ἐν
ὀνόματι τοῦ Θεοῦ» καί δίδει εὐπρόσδεκτα
ἐπιχειρήματα εἰς τούς ἀρνητάς Του. Ἀπάντησιν
εἰς τάς
φονταμενταλιστικάς στάσεις δίδει ὁ
νηφάλιος διαθρησκειακός διάλογος, ὁ
ὁποῖος, ὅπως σημειώνεται εἰς
τό Μήνυμα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλη Συνόδου,
«συμβάλλει σημαντικά στήν προώθηση τῆς
ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης, τῆς εἰρήνης καί τῆς
καταλλαγῆς. Τό λάδι τοῦ θρησκευτικοῦ βιώματος πρέπει νά
χρησιμοποιεῖται γιά νά ἐπουλώνει πληγές καί ὄχι γιά νά ἀναζωπυρώνει τή φωτιά τῶν πολεμικῶν συρράξεων» (§ 4). |
ΣΧΟΛΙΑ: Η καταδίκη του «φονταμενταλισμού» από τους
οικουμενιστές, σύμφωνα με το πνεύμα της Συνόδου της Κρήτης, χρησιμοποιείται
συχνά ως πρόσχημα για να χαρακτηριστεί ως «μισαλλοδοξία» η ακέραια ομολογία και
η υπεράσπιση της Ορθόδοξης Αλήθειας. Εξομοιώνουν την πατερική ακρίβεια και την
άρνηση του συγκρητισμού με τη θρησκευτική βία, ώστε να επιβάλουν έναν ανώδυνο,
κοσμικό διαθρησκειακό διάλογο. Η αληθινή Ορθοδοξία δεν έχει καμία σχέση με τη
θρησκευτική βία ή τον φανατισμό, αλλά ταυτόχρονα δεν αποδέχεται ούτε τον
συγκρητισμό ούτε την ισοπέδωση των δογμάτων. Όταν οι οικουμενιστές προωθούν
έναν διάλογο που εξισώνει την αλήθεια με την πλάνη, υποτάσσουν την ιερή
Παράδοση στις κοσμικές απαιτήσεις της ειρήνης χωρίς Χριστό. Η γνήσια θεολογία
δεν θυσιάζει την αποκλειστική αλήθεια του Ευαγγελίου στον βωμό ενός ψεύτικου
θρησκευτικού συγκρητισμού. Η ειρήνη και η καταλλαγή δεν κερδίζονται με την
αλλοίωση της πίστης και τη συγχώνευση των θρησκειών, αλλά με την ομολογία του
Μόνου Αληθινού Θεού, χωρίς εκπτώσεις και συμβιβασμούς.
|
Η καταδίκη
του «φονταμενταλισμού» από τους οικουμενιστές, σύμφωνα με το πνεύμα της
Συνόδου της Κρήτης, χρησιμοποιείται συχνά ως πρόσχημα για να χαρακτηριστεί ως
«μισαλλοδοξία» η ακέραια ομολογία και η υπεράσπιση της Ορθόδοξης Αλήθειας.
Εξομοιώνουν την πατερική ακρίβεια και την άρνηση του συγκρητισμού με τη
θρησκευτική βία, ώστε να επιβάλουν έναν ανώδυνο, κοσμικό διαθρησκειακό
διάλογο. Η αληθινή Ορθοδοξία δεν έχει καμία σχέση με τη θρησκευτική βία ή τον
φανατισμό, αλλά ταυτόχρονα δεν αποδέχεται ούτε τον συγκρητισμό ούτε την
ισοπέδωση των δογμάτων. Όταν οι οικουμενιστές προωθούν έναν διάλογο που
εξισώνει την αλήθεια με την πλάνη, υποτάσσουν την ιερή Παράδοση στις κοσμικές
απαιτήσεις της ειρήνης χωρίς Χριστό. Η γνήσια θεολογία δεν θυσιάζει την
αποκλειστική αλήθεια του Ευαγγελίου στον βωμό ενός ψεύτικου θρησκευτικού
συγκρητισμού. Η ειρήνη και η καταλλαγή δεν κερδίζονται με την αλλοίωση της
πίστης και τη συγχώνευση των θρησκειών, αλλά με την ομολογία του Μόνου
Αληθινού Θεού, χωρίς εκπτώσεις και συμβιβασμούς. |
ΣΧΟΛΙΑ. Η προσπάθεια των οικουμενιστικών κύκλων να ταυτίσουν
την πατερική ακρίβεια και την αδιαπραγμάτευτη ομολογία της Πίστης με τον
λεγόμενο «φονταμενταλισμό» αποτελεί μια μεθοδευμένη αλλοίωση του ορθόδοξου
ήθους. Με το πρόσχημα της καταδίκης της νοσηρής θρησκευτικότητας και της βίας,
επιχειρείται η αποδυνάμωση του δογματικού φρονήματος και η επιβολή μιας
πνευματικής ουδετερότητας, η οποία ανοίγει την πόρτα στον θρησκευτικό
συγκρητισμό. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, ως η μοναδική κιβωτός της Σωτηρίας και
φύλακας της Αλήθειας, ούτε ασπάζεται ούτε ανέχεται τη θρησκευτική βία, διότι ο
Θεός μας «αγάπη εστί» και η αλήθεια μαρτυρείται δια του Σταυρού και της θυσίας,
και όχι δια της επιβολής. Πλην όμως, η αληθινή αγάπη ποτέ δεν χωρίζεται από την
Αλήθεια. Οι διαθρησκειακοί διάλογοι, καθώς διεξάγονται υπό την αιγίδα του
σύγχρονου οικουμενισμού, τείνουν να εξισώσουν το φως με το σκοτάδι και την
Αλήθεια με την πλάνη, υποτάσσοντας την ιερή Παράδοση στις κοσμικές σκοπιμότητες
μιας ψεύτικης παγκόσμιας ειρήνης. Η γνήσια θεολογική μαρτυρία αρνείται να
θυσιάσει τον δογματικό πλούτο και την αποκλειστικότητα της εν Χριστώ
αποκαλύψεως στον βωμό ενός ανώδυνου συγκρητιστικού ανθρωπισμού. Η πραγματική
ειρήνη και καταλλαγή του κόσμου δεν επιτυγχάνονται δια της αισθητικής ή
διοικητικής συγχωνεύσεως των θρησκειών, αλλά δια της αδιαπραγμάτευτης κηρύξεως
του Ιησού Χριστού ως της «μιιας οδού, της αληθείας και της ζωής», χωρίς
εκπτώσεις, συμβιβασμούς και υποχωρήσεις στα πνεύματα του αιώνος τούτου.
|
Σημαντικήν ἔκκλησιν πρός τήν θεολογίαν ἐμπερικλείει καί τό κείμενον
«Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν
χριστιανικόν κόσμον». Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν ὑπῆρξε μόνον σημαντικός παράγων τῆς Οἰκουμενικῆς
Κινήσεως, ἀλλά ἕν ἐκ τῶν
ἱδρυτικῶν μελῶν της. Ἠχεῖ καί σήμερον ὁ λόγος τοῦ μακαριστοῦ π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ: «Ἡ τραγῳδία τῆς
διαιρέσεως εἶναι τό
μεγαλύτερο καί κρισιμώτερο πρόβλημα τῆς
χριστιανικῆς ἱστορίας» (π. Γ. Φλωρόφσκυ, Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία, Παράδοση, ἐκδ. Ἀλτιντζῆ,
Θεσσαλονίκη 2018, σ. 34). Παρά τάς άλλοτριώσεις καί τάς ἰδιομορφίας, χριστιανική Ἀνατολή καί Δύση ἀνήκουν ὀργανικά, μαζί, στήν ἑνότητα τῆς
Χριστιανοσύνης» (ὅ.π., σ.
33). Ὅπως τονίζει καί ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία
εἰς τό θέμα τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς
χριστιανικῆς ἑνότητος ἔχει ἰδιαιτέραν ἁρμοδιότητα
καί ἀποστολήν, ὡς μία ζωντανή παρουσία μιᾶς ἀδιάσπαστης παραδόσεως στή θεολογική σκέψη καί στή
λατρεία. Ἀντιπροσωπεύει, ὅπως προσθέτει ὁ π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, «ὄχι μιά ὁρισμένη, “ἰδιαίτερη”
παράδοση, ἀλλά τήν
παράδοση τῶν αἰώνων, τήν παράδοση τῆς ἀδιαίρετης Ἐκκλησίας
(ὅ.π. σ. 34). |
ΣΧΟΛΙΑ. Το επίσημο κείμενο της Συνόδου της Κρήτης «Σχέσεις
της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» συνιστά μια
βαθύτατα προβληματική εκκλησιολογική υποχώρηση, η οποία επιχειρεί να
νομιμοποιήσει συνοδικώς τον σύγχρονο οικουμενισμό. Ο χαρακτηρισμός των
ετεροδόξων κοινοτήτων ως «εκκλησιών» μέσα από τα κείμενα αυτά καταργεί τα
αμετάθετα δογματικά όρια που έθεσαν οι Άγιοι Πατέρες και οι Οικουμενικές
Σύνοδοι. Η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν μπορεί ποτέ να συναινέσει στον συγκρητιστικό
αποχρωματισμό της Αλήθειας. Η αναγνώριση «ιστορικών ονομάτων» και η συμμετοχή
σε διαλόγους χωρίς προϋπόθεση την επιστροφή των αιρετικών στη Μία Εκκλησία
μετατρέπει την αδιαπραγμάτευτη Ορθόδοξη Αυτοσυνειδησία σε μια απλή «συμβολική»
παρουσία μέσα σε μια παν-χριστιανική ομοσπονδία. Η σκληρή και ασυμβίβαστη
πατερική αλήθεια απαιτεί την απόρριψη κάθε τέτοιας συνοδικῆς κατοχυρώσεως του
οικουμενισμού. Η Εκκλησία του Χριστού δεν διαπραγματεύεται την ενότητά Της,
διότι η ενότητα είναι ιδιότητα της Αλήθειας και όχι προϊόν διοικητικών
συμβιβασμών ή εκκλησιολογικών εκπτώσεων.
Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, τον οποίο επικαλούνται
παραπλανητικά οι οικουμενιστές, υπήρξε ο σθεναρότερος πολέμιος της «θεωρίας των
κλάδων» και ποτέ δεν εννόησε τη Δύση ως «οργανικό τμήμα» μιας διαιρεμένης
χριστιανικότητας υπό την έννοια της ισοτιμίας των αιρέσεων. Η «τραγῳδία της διαιρέσεως» δεν
αντιμετωπίζεται με τη δημιουργία μιας ψεύτικης υπερ-εκκλησίας ούτε με την
υποχώρηση της δογματικής ακρίβειας στον βωμό μιας ασαφούς «κοινής συμπόρευσης».
Η Ορθοδοξία δεν είναι απλώς ένας ιστοριστικός «παράγων» διαλόγων, αλλά η Μία,
Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, η οποία ποτέ δεν έχασε την ενότητά Της.
Οποιαδήποτε απόπειρα να παρουσιαστεί η Εκκλησία ως συνιστώσα ενός ευρύτερου
χριστιανικού κόσμου διαστρεβλώνει την πατερική παράδοση και οδηγεί κατευθείαν
στον εκκλησιολογικό συγκρητισμό.
|
Καί εἰς τό θέμα τῶν διαχριστιανικῶν διαλόγων ἡ θεολογική ἐργασία ἀπαιτεῖ
ἀκαταπόνητον πνευματικόν
μόχθον, μελέτην, ἀλλά καί
ἐσωτερικήν δέσμευσιν, ἐφ᾿ ὅσον
ποτέ δέν εἶναι ἀμέτοχος πληροφόρησις περί τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως, ἡ ὁποία
δέν περιέχει, ὅπως θά ἔλεγεν ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Περγάμου Ἰωάννης Ζηζιούλας «ἀρχαιολογικούς θησαυρούς πού
άνήκουν εἰς ἀρχεῖον ἤ
μουσεῖον» (Ἰ. Ζηζιούλας, Μητροπολίτης
Περγάμου, «Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί Τρίτη χιλιετία», εἰς τό ἔργον: Στ. Φωτίου (ἐπιμ.),
Ἡ ὑποδοχή τοῦ
ἄλλου. Ὀρθόδοξες πνευματικές ἀξίες καί Νεωτερικότητα, ἐκδ. Ἀρμός, Ἀθήνα
2009, σ. 121). Ὁ
Μητροπολίτης Περγάμου προσθέτει ὅτι
«δέν ὑπάρχει δόγμα τῆς Ἐκκλησίας μας πού νά μήν ἔχει κάτι νά πεῖ
γιά τά πραγματικά προβλήματα τοῦ
ἀνθρώπου» (ὅ.π.). |
ΣΧΟΛΙΑ: Η επίκληση της θεολογικής εργασίας και των θέσεων Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα από τους
υποστηρικτές των διαχριστιανικών διαλόγων, σύμφωνα με το πνεύμα της Συνόδου της
Κρήτης, επιχειρεί να νομιμοποιήσει μια νεωτεριστική εκκλησιολογία.
Η θεολογία του
Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα εντοπίζεται σε τέσσερα βασικά προβληματικά
σημεία: Η ευχαριστιακή του εκκλησιολογία
δημιουργεί σύγχυση για τα όρια της Εκκλησίας και διευκολύνει την αναγνώριση των
μυστηρίων των ετεροδόξων. Οι θέσεις του
γύρω από το παπικό πρωτείο και τους διαλόγους θεωρούνται προετοιμασία για
απαράδεκτους εκκλησιολογικούς συμβιβασμούς.
Η Ορθόδοξη Παράδοση δεν είναι απλώς μια «ζώσα
πραγματικότητα» που προσαρμόζεται διαρκώς στα αιτήματα της εποχής, ούτε τα
δόγματα της Εκκλησίας αποτελούν απλές απαντήσεις σε κοσμικά προβλήματα προς
διαπραγμάτευση με τους ετεροδόξους. Ο ισχυρισμός ότι η Παράδοση δεν είναι
«μουσειακός θησαυρός» χρησιμοποιείται συχνά από τους οικουμενιστές ως πρόσχημα
για να υποβαθμιστεί η δογματική ακρίβεια και να εισαχθούν αλλοιώσεις στην
πίστη, στο όνομα ενός δήθεν «ποιμαντικού ανοίγματος». Η αληθινή Παράδοση των
Αγίων Πατέρων είναι φύλαξη απαραχάρακτη της Αλήθειας και όχι ένα ευέλικτο
εργαλείο για την επίτευξη μιας ψεύτικης εκκλησιολογικής συνθέσεως με τους
αιρετικούς. Η σκληρή πατερική πραγματικότητα απαιτεί την απόρριψη κάθε διαλόγου
που αντιμετωπίζει τα δόγματα ως ανοιχτά ζητήματα προς συζήτηση. Η Ορθόδοξος
Εκκλησία κατέχει την πλήρη και αναλλοίωτη Αλήθεια· δεν την αναζητά μέσα από τα
σχήματα και τις συμβιβαστικές φόρμουλες του σύγχρονου οικουμενισμού.
|
Ἡ ὅλη πορεία πρός τήν Ἁγίαν
καί Μεγάλην Σύνοδον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀπέδειξεν ὅτι ἡ ἑρμηνεία
τῆς Παραδόσεώς μας θέτει
μεγάλας ἀπαιτήσεις εἰς τήν θεολογίαν. Ὅσα ἐπετεύχθησαν εἰς
σχεδόν ἕξ δεκαετίας
προετοιμασίας τῆς Συνόδου
καί ἔχουν καταγραφῆ εἰς τά Πρακτικά τῶν
Προσυνοδικῶν Διασκέψεων,
εἰς τά Πρακτικά τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης καί εἰς τά Κείμενά της εἶναι ἀποτέλεσμα ὄχι
μόνον συστηματικῆς καί
κοπιώδους θεολογικῆς ἐργασίας, ἀλλά καί πιστότητος εἰς τήν παράδοσιν τῆς Ὀρθοδοξίας, εὐαισθησίας
διά τόν ἄνθρωπον καί ἀκλονήτου βεβαιότητος περί τῆς σημασίας τῆς Ὀρθοδόξου μαρτυρίας διά τήν ἐπίγειον ζωήν καί τόν αἰώνιον προορισμόν του. Προσφυῶς ἔχει γραφῆ
ὅτι «οὔτε ἡ Παράδοση τῆς
Ἐκκλησίας εἶναι ἀρχεῖο
ἕτοιμων ἀπαντήσεων, οὔτε ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος
εἶναι εὔκολα προσβάσιμος». |
ΣΧΟΛΙΑ: Ο επίσημος επίλογος των κειμένων της Συνόδου της
Κρήτης, με την αναφορά στις «έξι δεκαετίες προετοιμασίας» και την επίκληση μιας
δήθεν «πιστότητος στην παράδοση» συνιστά την τελική κορύφωση μιας
οικουμενιστικής μεθόδευσης. Η προσπάθεια να παρουσιαστεί η Σύνοδος ως συνέχεια
της πατερικής παράδοσης, ενώ ταυτόχρονα καθιερώνει τη συνοδική νομιμοποίηση του
διαχριστιανικού και διαθρησκειακού συγκρητισμού, αποκαλύπτει την αντίφαση και
την εκκλησιολογική εκτροπή των κειμένων. Η φράση ότι «οὔτε ἡ
Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀρχεῖο
ἕτοιμων ἀπαντήσεων» χρησιμοποιείται
τεχνηέντως για να αποδυναμώσει το αμετάθετο και αναλλοίωτο κύρος των δογμάτων
των Οικουμενικών Συνόδων. Για την Ορθόδοξη Παράδοση, οι θείες αλήθειες δεν
είναι διαπραγματεύσιμες «προσαρμογές» στις ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου, αλλά
αιώνιοι και αμετακίνητοι φάροι σωτηρίας. Η Εκκλησία δεν «αναζητά» την αλήθεια
μέσα από τα αδιέξοδα των σύγχρονων οικουμενιστικών διαλόγων, διότι την κατέχει
ακέραια και απαραχάρακτη εν Χριστῷ.
Η αυστηρή πατερική συνείδηση απορρίπτει συλλήβδην τα συμπεράσματα και τα
κείμενα της Κρήτης ως καρπούς ενός ξένου προς την Ορθοδοξία πνεύματος, το οποίο
υποτάσσει την αποκλειστικότητα της Σωτηρίας στις κοσμικές απαιτήσεις της
παν-χριστιανικής και παγκοσμιοποιημένης «ενότητας».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου