Η Ιστορική και Κανονική Εξέλιξη των
Χωρεπισκόπων
Ο θεσμός των Χωρεπισκόπων πέρασε από τρεις μεγάλες
φάσεις, οι οποίες εξηγούν και τον σημερινό ρόλο των Βοηθών Επισκόπων:
Α΄ Φάση - Η Αρχαία Εκκλησία (Πρώτοι
Αιώνες): Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, η Εκκλησία
οργανώθηκε γύρω από τις πόλεις. Καθώς ο Χριστιανισμός διαδίδετο στα χωριά
(χώρα), οι τοπικές κοινότητες απέκτησαν τους δικούς τους επισκόπους, τους
λεγόμενους Χωρεπισκόπους. Αυτοί ήταν πλήρεις επίσκοποι που κατοικούσαν
στην ύπαιθρο και φρόντιζαν τους αγρότες χριστιανούς, όντας σε πλήρη κοινωνία με
τον επίσκοπο της κοντινής πόλης.
Β΄ Φάση - Η Σταδιακή Υποταγή και οι
Ιεροί Κανόνες (4ος αιώνας): Λόγω ιστορικών συγκυριών (π.χ.
φτώχεια των αγροτικών περιοχών, διοικητική ανάγκη συγκέντρωσης της εξουσίας
στις πόλεις για την αποφυγή αιρέσεων και αταξιών), οι τοπικές Σύνοδοι
περιόρισαν δραστικά την αυτονομία τους.
Ο Ι΄ Κανόνας της Συνόδου της Αντιοχείας και ο
ΝΖ΄ της Λαοδικείας ορίζουν σαφώς ότι οι Χωρεπίσκοποι πρέπει να γνωρίζουν
τα μέτρα τους: δεν επιτρέπεται να χειροτονούν πρεσβυτέρους ή διακόνους χωρίς τη
ρητή γραπτή άδεια του επισκόπου της πόλης. Με αυτόν τον τρόπο, από ανεξάρτητοι
επίσκοποι της υπαίθρου, μετατράπηκαν σταδιακά σε βοηθούς του μητροπολίτη της
πόλης.
Γ΄ Φάση - Η Σύγχρονη Πραγματικότητα
(Τιτουλάριοι / Βοηθοί Επίσκοποι): Με την πάροδο των
αιώνων και την αλλαγή της διοικητικής δομής, ο θεσμός των Χωρεπισκόπων με την
παλαιά του μορφή α ατόνησε στον ελλαδικό χώρο (αν και διατηρήθηκε σε άλλες
Εκκλησίες, όπως στην Κύπρο). Αντικαταστάθηκε από τους Τιτουλάριους Αρχιερείς
—επισκόπους που φέρουν τίτλους παλαιών, ανενεργών πλέον επισκοπών— οι οποίοι
λειτουργούν ως Βοηθοί παρά τω Επισκόπω.
-------------------------------------------------------------------------
Οι κύριες διαφορές μεταξύ των αρχαίων Χωρεπισκόπων
και των νεότερων Βοηθών Επισκόπων συνοψίζονται στους εξής άξονες:
- Γεωγραφική
Περιφέρεια και Ποίμνιο:
Χωρεπίσκοπος:
Χειροτονούνταν για μια συγκεκριμένη και υπαρκτή γεωγραφική ενότητα στην ύπαιθρο
(κώμη/χώρα). Αν και τελούσε υπό την εξάρτηση του Επισκόπου της πόλεως, είχε υπό
την ευθύνη του μια πραγματική τοπική κοινότητα και δικό του ποίμνιο.
Βοηθός Επίσκοπος:
Δεν διαθέτει δική του αυτόνομη επισκοπική περιφέρεια ή ποίμνιο. Τοποθετείται
δίπλα στον Επαρχιούχο Μητροπολίτη για να τον συνδράμει στη διαποίμανση και
διοίκηση της ίδιας της Μητρόπολης.
- Εκκλησιαστικός
Τίτλος:
Χωρεπίσκοπος:
Έφερε τον τίτλο της πραγματικής αγροτικής περιοχής στην οποία διακονούσε.
Βοηθός Επίσκοπος:
Λαμβάνει τυπικά («ψιλῷ
ὀνόματι») τον τίτλο μιας ιστορικής,
«πάλαι ποτέ διαλαμψάσης» (ανενεργού) επισκοπής.
- Δικαιώματα
Χειροτονίας και Ιερατική Εξουσία:
Χωρεπίσκοπος:
Είχε κανονικά περιορισμένα επισκοπικά δικαιώματα (βάσει κανόνων όπως ο 10ος
Αντιοχείας και 13ος Αγκύρας). Μπορούσε να χειροτονεί μόνο κατώτερους κληρικούς
(αναγνώστες, υποδιακόνους, εξορκιστές) και όχι πρεσβυτέρους ή διακόνους χωρίς
τη γραπτή άδεια του Επισκόπου της πόλεως.
Βοηθός Επίσκοπος: Ο ΣΤ΄ (6ος) Κανόνας της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου ορίζει «ισόβια αργία» ΚΑΙ ότι η απολελυμένη χειροτονία είναι «ἄκυρος» και ότι ο χειροτονηθείς δεν δύναται «μηδαμοῦ δύνασθαι ἐνεργεῖν» (να ασκήσει δηλαδή καμία ιεροπραξία ή διοίκηση).
ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΚΤΟΥ ΚΑΝΟΝΑ ΤΗΣ Δ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ | ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ |
«Μηδένα ἀπολελυμένως χειροτονεῖσθαι, μήτε πρεσβύτερον, μήτε διάκονον, μήτε ὅλως τινὰ τῶν ἐκκλησιαστικῶν βαθμῶν, εἰ μὴ ἐμφανῶς ἐν ἐκκλησίᾳ πόλεως, ἢ κώμης, ἢ μαρτυρίου, ἢ μοναστηρίου, ὁ χειροτονούμενος ἀνακηρύσσοιτο. Τοὺς δὲ ἀπολελυμένως χειροτονουμένους, ὥρισεν ἡ ἁγία σύνοδος, ἄνευ ἐξουσίας ἔχειν τὴν χειροθεσίαν, ἐφ᾿ ᾧ μηδαμοῦ ἐνεργεῖν, ἐπὶ ὕβρει τοῦ χειροτονήσαντος.» | Κανένας να μη χειροτονείται «απολελυμένως» (δηλαδή «αορίστως», χωρίς συγκεκριμένη οργανική θέση), ούτε Πρεσβύτερος, ούτε Διάκονος, ούτε γενικά κανείς από τους εκκλησιαστικούς βαθμούς, εκτός αν εκείνος που χειροτονείται ανακηρύσσεται (διορίζεται/φανερώνεται) δημόσια στην εκκλησία μιας πόλης, ή χωριού, ή αγιάσματος/μαρτυρίου, ή μοναστηριού. Για δε τους κληρικούς που χειροτονούνται «απολελυμένως» (χωρίς οργανική θέση), η αγία Σύνοδος όρισε ότι η χειροτονία τους είναι άκυρη (χωρίς εξουσία και ισχύ) και ότι δεν επιτρέπεται να ενεργούν πουθενά, προς ατιμία και προσβολή εκείνου που τους χειροτόνησε |
- Συμμετοχή
στις Συνόδους:
Χωρεπίσκοπος:
Στην αρχαία Εκκλησία συμμετείχε ενεργά σε Τοπικές αλλά και σε Οικουμενικές
Συνόδους (όπως στην Α΄, Γ΄ και Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο).
Βοηθός Επίσκοπος:
Στη σύγχρονη εκκλησιαστική πρακτική, κατά κανόνα ΔΕΝ αποτελεί τακτικό μέλος της
Συνόδου της Ιεραρχίας, ούτε διαθέτει δικαίωμα ψήφου στη συνοδική διοίκηση.
- Ιστορικό
Πλαίσιο και Εξέλιξη:
Χωρεπίσκοπος:
Εμφανίστηκε τον 2ο–3ο αιώνα για τις ανάγκες της υπαίθρου. Σταδιακά περιορίστηκε
από τον 4ο αιώνα (Σύνοδοι Σαρδικής, Λαοδικείας) και αντικαταστάθηκε από τους
«Περιοδευτές» πρεσβυτέρους.
Βοηθός Επίσκοπος:
Διαμορφώθηκε και γενικεύθηκε στους νεότερους χρόνους (στην Εκκλησία της Ελλάδος
εισήχθη στις αρχές του 20ού αιώνα) για την αντιμετώπιση των διοικητικών αναγκών
των πολυάνθρωπων αστικών Μητροπόλεων(;;;;).
Η κατάργηση του θεσμού των Χωρεπισκόπων
Η κατάργηση του θεσμού των Χωρεπισκόπων δεν
συνέβη ακαριαία, αλλά υπήρξε μια σταδιακή ιστορική και κανονική διαδικασία.
1. Πότε περιορίστηκαν και καταργήθηκαν
- 4ος
Αιώνας (Σύνοδοι Σαρδικής & Λαοδικείας):
Σύνοδος της Σαρδικής (343 μ.Χ., Κανόνας
6ος): Απαγόρευσε τη χειροτονία επισκόπων σε μικρές κώμες
ή χωριά στις οποίες μπορούσε να επαρκέσει ένας μόνος πρεσβύτερος.
Σύνοδος της Λαοδικείας (364 μ.Χ.,
Κανόνας 57ος): Αποφάσισε ρητά ότι δεν πρέπει πλέον να
διορίζονται επίσκοποι στις αγροτικές περιοχές («οὐ
δεῖ ἐν
ταῖς χώραις καθίστασθαι ἐπισκόπους»), θεσπίζοντας την
αντικατάστασή τους από τους Περιοδευτές (περιοδεύοντες πρεσβυτέρους).
Όσοι χωρεπίσκοποι είχαν ήδη χειροτονηθεί επιτράπηκε να διατηρήσουν τη θέση
τους, αλλά χωρίς να προβαίνουν σε καμία πράξη χωρίς τη γνώμη και την άδεια του
επισκόπου της πόλεως.
Πλήρης Εξαφανιση (8ος Αιώνας):
Η παντελής κατάργηση του θεσμού δεν μπορεί να τοποθετηθεί με απόλυτη χρονική
βεβαιότητα. Ωστόσο, αναφορές σε χωρεπισκόπους εντοπίζονται μέχρι και τη Ζ΄
Οικουμενική Σύνοδο (787 μ.Χ., Κανόνας 14ος), ο οποίος ρυθμίζει τα όρια των
αρμοδιοτήτων τους, γεγονός που μαρτυρεί μια ελάχιστη αλλά υπαρκτή παρουσία τους
έως τον 8ο αιώνα.
2. Γιατί καταργήθηκαν οι χωρο-επίσκοποι (Τα Αίτια)
Προστασία του Κύρους του Επισκοπικού
Αξιώματος: Η τοποθέτηση επισκόπων σε ασημότητες και μικρά
χωριά θεωρήθηκε ότι εξευτελίζει το όνομα και την αυθεντία του επισκόπου («ἵνα μὴ
κατεξευτελίζηται τὸ
τοῦ ἐπισκόπου
ὄνομα καὶ ἡ
αὐθεντία»).
Αυθαιρεσίες και Καταχρήσεις στη
Διοίκηση: Όπως σημειώνουν ιστορικές πηγές (π.χ. Αμβρόσιος
Νεοκαισαρείας), πολλοί χωρεπίσκοποι κατά τον 4ο αιώνα επιδείκνυαν αλόγιστη
προθυμία στο να χειροτονούν διακόνους και πρεσβυτέρους («τοῦ πρώτου τυχόντος»), προκαλώντας
ηθική φθορά στο ιερατικό αξίωμα και διαταράσσοντας την εκκλησιαστική τάξη.
Αρχικά, οι Σύνοδοι περιόρισαν τα δικαιώματά τους (όπως ο 10ος κανόνας της
Συνόδου της Αντιοχείας, που τους επέτρεπε μόνο τη χειροτονία κατώτερων κληρικών,
όπως αναγνωστών και υποδιακόνων), και στη συνέχεια η Εκκλησία προχώρησε στη
ριζική αποκοπή του θεσμού.
Εδραίωση του Μητροπολιτικού Συστήματος:
Μετά την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο (325 μ.Χ.), η εκκλησιαστική οργάνωση
προσαρμόστηκε στη διοικητική διαίρεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ενισχύοντας
το συγκεντρωτικό Μητροπολιτικό Σύστημα υπό τον Επίσκοπο της
μητρόπολης/πρωτεύουσας.
Οι αυξανόμενες ποιμαντικές ανάγκες των αγροτικών
περιοχών καλύπτονταν πλέον από τους πρεσβυτέρους της πόλεως και τους
περιοδευτές, καθιστώντας περιττή την ύπαρξη ανεξάρτητων ή ημι-εξαρτώμενων
επισκόπων στην ύπαιθρο
Εκκλησιολογικά προβλήματα που δημιουργεί
η έννοια του βοηθού επισκόπου
Στην πατερική παράδοση (ιδίως στον Άγιο Ιγνάτιο τον
Θεοφόρο), ο επίσκοπος δεν είναι ποτέ ένας «αξιωματικός» αποκομμένος από τον
λαό. Ο επίσκοπος υπάρχει μόνον εν τω λαώ και ο λαός εν τω επισκόπω.
Η Εκκλησία είναι τοπική σύναξη γύρω από την Ευχαριστία. Ο επίσκοπος είναι η εικόνα του Χριστού μέσα
στην τοπική του Εκκλησία. Η τοπική Εκκλησία (ο επίσκοπος, το πρεσβυτέριο και ο
λαός) αποτελεί την πλήρη πραγμάτωση του Σώματος του Χριστού. Όταν ένας
επίσκοπος δεν έχει δικό του ποίμδιο ούτε δική του τοπική Εκκλησία, η εικόνα
αυτή επισκιάζεται.
Όταν ένας αρχιερέας φέρει τον τίτλο μιας ανύπαρκτης
(«πάλαι ποτέ») πόλης (π.χ. Τανάγρας, Ευρίπου, Θαυμακοῦ), χωρίς να έχει δικό του ποίμνιο
να ποιμαίνει ευθύνης του, τότε δημιουργείται η εντύπωση ενός «τίτλου κενού
περιεχομένου».
Η απονομή
τίτλων χωρίς ποίμνιο μετατρέπει την αρχιερωσύνη από ζωντανό εκκλησιαστικό
γεγονός σε διοικητικό οφφίκιο (τιμητικό τίτλο διάκρισης), κάτι που
θυμίζει περισσότερο κοσμική ή διπλωματική ιεραρχία παρά την αυστηρή,
λειτουργική πραγματικότητα της αρχαίας Εκκλησίας.
Η προσαρμογή
των αρχαίων κανόνων σε σύγχρονες συνθήκες αλλοιώνει το αρχικό τους πνεύμα
αποτελεί έναν από τους βασικότερους και πιο γόνιμους προβληματισμούς στη
σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία και κανονική συνείδηση.
Στην πράξη, δημιουργείται συχνά μια ανισότητα. Ο Βοηθός Επίσκοπος καλείται να λειτουργήσει σε καθεστώς διοικητικής εξάρτησης, θυμίζοντας σε ορισμένες περιπτώσεις «ανώτερο υπάλληλο» της μητρόπολης ή απλό εκτελεστικό όργανο, πράγμα που αλλοιώνει την ισοτιμία του επισκοπικού σώματος.
Όσοι συμμερίζονται την άποψη ότι η σημερινή πρακτική
απομακρύνεται από το αρχικό πνεύμα των κανόνων (όπως της Αντιοχείας ή της
Λαοδικείας) βασίζονται στα εξής σημεία:
Απώλεια της τοπικής οργανικής σχέσης:
Στην αρχαία Εκκλησία, ο Χωρεπίσκοπος ήταν πράγματι ο επίσκοπος μιας
συγκεκριμένης κοινότητας, των ανθρώπων της υπαίθρου. Είχε άμεση, ζωντανή σχέση
με το ποίμνιό του, ακόμη κι αν διοικητικά υπαγόταν στον επίσκοπο της πόλης.
Αντίθετα, ο σύγχρονος τιτουλάριος Βοηθός Επίσκοπος φέρει τον τίτλο μιας ανύπαρκτης
ή χαμένης ιστορικά επαρχίας, χωρίς πραγματικό ποίμδιο να του ανήκει
οντολογικά.
Καταστρατήγηση του γράμματος για
διοικητική ευκολία: Η χρήση των τιτουλάριων επισκόπων
κατέληξε σε πολλές περιπτώσεις να εξυπηρετεί γραφειοκρατικές, διοικητικές ή
τιμητικές ανάγκες των σύγχρονων διοικήσεων (π.χ. ανάγκη στελέχωσης μητροπόλεων
ή παροχή αξιωμάτων), κάτι που οι πατέρες των Συνόδων δεν είχαν στο μυαλό τους
όταν θέσπιζαν κανόνες για να περιορίσουν την αυθαιρεσία της υπαίθρου.
Ο κίνδυνος του «ονομαστικού» επισκόπου:
Οι κανόνες πολέμησαν τις απολελυμένες και αόριστες χειροτονίες. Το να δίνεται
ένας τίτλος «πάλαι ποτέ» θεωρείται από ορισμένους αυστηρούς κανονολόγους ως μια
«νομική υπεκφυγή» (παράκαμψη του γράμματος του νόμου) προκειμένου να βαφτιστεί
κανονική μια πρακτική που μοιάζει με απολελυμένη χειροτονία.
Ο ΣΤ΄ (6ος) Κανόνας της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου ορίζει «ισόβια αργία», ΚΑΙ ορίζει ότι η απολελυμένη χειροτονία είναι «ἄκυρος»
και ότι ο χειροτονηθείς δεν δύναται «μηδαμοῦ
δύνασθαι ἐνεργεῖν» (να ασκήσει δηλαδή καμία
ιεροπραξία ή διοίκηση).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου