1. Εισαγωγή και Πλαίσιο της Εισηγήσεως
1.1 Στοιχεία Συνεδρίου και Ταυτότητα Εισηγήτριας
Στο πλαίσιο των εργασιών του Διεθνούς Συνεδρίου που
διεξήχθη στο Chantilly της Γαλλίας στις 7 Οκτωβρίου 2026, με αντικείμενο την
επιστημονική και θεσμική αποτίμηση της δεκαετούς πορείας και των καρπών της
Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας (2016–2026), η Καθηγήτρια
Κανονικού Δικαίου της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού
Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) Ειρήνη Χριστινάκη παρουσίασε θεμελιώδη επιστημονική
εισήγηση υπό τον τίτλο: «Κανονικά Ζητήματα επί των Μικτών και
Διαχριστιανικών Γάμων: Εκτίμηση του Νομοθετικού Κενού Δέκα Έτη μετά την Αγία
και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης».
Μεθοδολογική Σημείωση: Η παρούσα αναφορά συνθέτει
συστηματικά τις κανονικές, δογματικές και ποιμαντικές θέσεις που ανέπτυξε η
εισηγήτρια, εντάσσοντάς τες στο ευρύτερο πλαίσιο της μετασυνοδικής πανορθόδοξης
δικαιοπαραγωγικής εξέλιξης και της κανονικής γραμματείας της περιόδου
2016–2026.
1.2 Σκοπός και Θεματικοί Άξονες της Μελέτης
Κεντρικός αντικειμενικός σκοπός της μελέτης είναι η
εξαντλητική κανονική αξιολόγηση της εφαρμογής του συνοδικού κειμένου «Το
Μυστήριον του Γάμου και τα Κωλύματα Αυτού». Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στις
δομικές αρρυθμίες που προκαλεί η ποιμαντική αποκέντρωση, καθώς η μεταβίβαση της
ρυθμιστικής αρμοδιότητας στις κατά τόπους Αυτοκέφαλες Συνόδους οδήγησε στην
ανάδυση κανονικού κατακερματισμού και δικαιοδοσιακής ανομοιομορφίας, ορατής
κυρίως στις πολυομολογιακές κοινωνίες της Ορθόδοξου Διασποράς. Οι κύριοι θεματικοί
άξονες της μελέτης συμπυκνώνονται στους εξής:
- Η
αποτίμηση της δεκαετούς εφαρμογής (2016–2026)
των αποφάσεων της Συνόδου της Κρήτης στο πεδίο της κωλυματολογίας του
γάμου και η ανάλυση της προκληθείσας δικαιοδοσιακής ανομοιομορφίας.
- Η
δογματική και κανονική θεμελίωση της Ακριβείας
βάσει του 72ου Κανόνος της Πενθέκτης Συνόδου και ο ακριβής καθορισμός των
ορίων της Εκκλησιαστικής Οικονομίας.
- Το
νομοθετικό κενό αμοιβαιότητας και η δομική
ασυμβατότητα μεταξύ του Ορθόδοξου Κανονικού Δικαίου και των ετερόδοξων
νομικών πλαισίων (όπως το Codex Canonum Ecclesiarum Orientalium - CCEO).
- Η
ποιμαντική διαχείριση του πολιτικού γάμου
των Ορθοδόξων με μη Χριστιανούς (ετεροθρήσκους) και η θεσμική πρόταση για
τη θέσπιση Νέου Κανόνα Ακριβείας.
2. Το Ιστορικό Παρασκήνιο: Από το Chambésy στην
Κρήτη
2.1 Η Εξέλιξη του Προσυνοδικού Κειμένου
Η διαμόρφωση του κειμένου για τον Γάμο υπήρξε μία
από τις πλέον πολυτάραχες σελίδες της προσυνοδικής διαδικασίας, η οποία
εκτυλίχθηκε επί δεκαετίες στο Ορθόδοξο Κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο
Chambésy της Γενεύης. Οι Προσυνοδικές Πανορθόδοξες Διασκέψεις κλήθηκαν να
ισορροπήσουν ανάμεσα σε δύο αντίρροπες τάσεις: αφενός στην αναγκαιότητα
περιφρούρησης της δογματικής ακριβείας της Ορθόδοξου Εκκλησιολογίας και
αφετέρου στην επιτακτική ποιμαντική ανάγκη των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών της
Διασποράς (Βόρεια Αμερική, Δυτική Ευρώπη, Ωκεανία) να παράσχουν εκκλησιαστική
κάλυψη σε εκατομμύρια πιστούς που συνάπτουν γάμους με ετεροδόξους ή
ετεροθρήσκους.
2.2 Η Διαφωνία της Εκκλησίας της Γεωργίας και η
Απαλειφή της Διάταξης
Κατά τις τελικές προσυνοδικές διασκέψεις, η Εκκλησία
της Γεωργίας προέβαλε δογματικές ενστάσεις, απορρίπτοντας οποιαδήποτε συνοδική
θεσμοθέτηση της εκκλησιαστικής οικονομίας για τους διαχριστιανικούς γάμους. Η
αντιπροσωπεία του Πατριαρχείου Γεωργίας υποστήριξε ότι η πανορθόδοξος επικύρωση
της δυνατότητας τέλεσης γάμων με ετεροδόξους συνιστά δογματική υποχώρηση και
νόθευση του ευχαριστιακού ήθους. Προκειμένου να διασφαλιστεί η συναινετική βάση
(consensus) και να αποφευχθεί η πλήρης κατάρρευση του κειμένου, η Ε΄
Προσυνοδική Πανορθόδοξος Διάσκεψη (2015) οδηγήθηκε στην απαλειφή της ειδικής,
αναλυτικής διατάξεως που ρύθμιζε ενιαία την άσκηση της οικονομίας,
καταλείποντας τη διατύπωση γενικόλογη και ασαφή.
«Η απαλειφή της ειδικής ρυθμιστικής διατάξεως για
τους διαχριστιανικούς γάμους υπό την πίεση των ενστάσεων της Εκκλησίας της
Γεωργίας, αν και υπηρέτησε τη βραχυπρόθεσμη συνοδική σκοπιμότητα της
διασφάλισης ομοφωνίας κατά την προσυνοδική φάση, υπονόμευσε καίρια τη συνοδική
συνοχή. Παρήγαγε ένα σοβαρό νομοθετικό κενό, μετατοπίζοντας αυθαίρετα το βάρος
της ρυθμιστικής ευθύνης στις κατά τόπους Συνόδους. Αποτέλεσμα αυτής της
επιλογής υπήρξε ο κατακερματισμός της κανονικής πράξεως, η δημιουργία πιστών
δύο ταχυτήτων εντός της ίδιας της Ορθοδόξου Διασποράς και η αποτονισμό της
ενιαίας πανορθόδοξου μαρτυρίας.»
3. Αναλυτική Ερμηνεία της Παραγράφου 5 του Συνοδικού
Κειμένου
3.1 Η Κανονική Ακρίβεια και ο 72ος Κανόνας της
Πενθέκτης Συνόδου
Η παράγραφος 5 του συνοδικού κειμένου της Κρήτης
αποτελεί τον πυρήνα της δογματικής οριοθέτησης του θεσμού. Η κανονική ακρίβεια
θεμελιώνεται στον 72ο Κανόνα της Πενθέκτης (εν Τρούλλω) Οικουμενικής Συνόδου,
ο οποίος ορίζει ρητά ότι ο γάμος Ορθοδόξου με αιρετικό ή ετερόδοξο είναι
«άκυρος και ανυπόστατος» («Μη εξείναι ορθόδοξον άνδρα αιρετική συνάπτεσθαι
γυναικί, μήτε μην αιρετικώ ανδρί γυναίκα ορθόδοξον συζεύγνυσθαι...»).
Η εκκλησιολογική θεμελίωση της ακριβείας συμπίπτει
με τη μυστηριακή φύση του Γάμου. Ο Γάμος δεν αποτελεί απλή ιδιωτική ή νομική
συμφωνία, αλλά «μυστήριον μέγα εν Χριστώ και εν τη Εκκλησία» (Εφ. 5, 32). Η
μυστηριακή συγκρότηση της συζυγίας προϋποθέτει την ταυτότητα της πίστεως και
την κοινή μετοχή στο Ευχαριστιακό Ποτήριο. Όταν απουσιάζει η δογματική ενότητα,
ο μυστηριακός τύπος απογυμνώνεται από το εκκλησιολογικό του περιεχόμενο,
καθιστώντας την ένωση, υπό το πρίσμα της αυστηρής κανονικής ακριβείας,
οντολογικά και μυστηριακά ανυπόστατη.
3.2 Η Απόλυτος Απαγόρευση Γάμου με Μη Χριστιανούς
Σε αντίθεση με τις διαχριστιανικές ενώσεις, η
Σύνοδος της Κρήτης διακήρυξε την κατηγορηματική και απόλυτη απαγόρευση της
τελέσεως γάμου μεταξύ Ορθοδόξων και μη Χριστιανών (ετεροθρήσκων). Στο
ζήτημα αυτό, το κανονικό δίκαιο της Εκκλησίας δεν αναγνωρίζει απολύτως κανένα
περιθώριο κανονικής παρεκκλίσεως ή ποιμαντικής συγκαταβάσεως. Η δογματική βάση
αυτής της απολύτου απαγορεύσεως είναι ανυποχώρητη: η απουσία του τριαδικού
Βαπτίσματος στο ετερόθρησκο μέλος στερεί από τη σχέση τη δυνατότητα
μεταμορφώσεως της σε εικόνα της εσχατολογικής Βασιλείας του Θεού. Οποιαδήποτε
απόπειρα μυστηριακής ευλογίας τέτοιας ενώσεως συνιστά ευθεία προσβολή του
δογματικού ήθους και ακυρώνει την ίδια τη μυστηριακή υποστατικότητα του Γάμου.
3.3 Η Εφαρμογή της Εκκλησιαστικής Οικονομίας από τις
Κατά Τόπους Συνόδους
Όσον αφορά τους διαχριστιανικούς γάμους (μεταξύ
Ορθοδόξων και Ετεροδόξων που φέρουν έγκυρο Τριαδικό Βάπτισμα), η παράγραφος 5
εκχωρεί στις κατά τόπους Αγίες Συνόδους των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών τη δυνατότητα
εφαρμογής της εκκλησιαστικής οικονομίας. Η άσκηση όμως αυτής της ποιμαντικής
συγκατάβασης τίθεται υπό την αδιαπραγμάτευτη κανονική προϋπόθεση ότι τα τέκνα
που θα προέλθουν από τη συζυγία θα βαπτισθούν και θα ανατραφούν αποκλειστικά
εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
|
Πεδίο Κανονικής Εφαρμογής |
Κανονική Ακρίβεια (Akribeia) |
Εκκλησιαστική Οικονομία (Ikonomia) |
|
Γάμος Ορθοδόξου με Μη Χριστιανό
(Ετερόθρησκο) |
Απόλυτος και κατηγορηματική
απαγόρευση. Απουσία Τριαδικού Βαπτίσματος. Ο
γάμος είναι οντολογικά ανυπόστατος. |
Ουδεμία εφαρμογή.
Απουσία κανονικού και δογματικού περιθωρίου για παρεκκλίσεις ή ποιμαντικές
συγκαταβάσεις. |
|
Γάμος Ορθοδόξου με Ετερόδοξο Χριστιανό |
72ος Κανών Πενθέκτης Συνόδου.
Απαγόρευση λόγω ελλείψεως δογματικής ταυτότητος και ευχαριστιακής κοινωνίας. |
Δυνατότητα εφαρμογής.
Εκχωρείται στις κατά τόπους Συνόδους, υπό τον όρο της ορθοδόξου βαπτίσεως και
ανατροφής των τέκνων. |
4. Θεωρητική Θεμελίωση της Εκκλησιαστικής Οικονομίας
4.1 Η Θεμελιώδης Αρχή «Το Άδικο Ουκ Ευλογείται»
Η θεωρητική και δογματική θεμελίωση της
Εκκλησιαστικής Οικονομίας αναλύεται από την Καθηγήτρια Ειρήνη Χριστινάκη μέσω
της θεμελιώδους κανονικής αξιωματικής αρχής «το άδικο ουκ ευλογείται». Η
Οικονομία εντός του Ορθόδοξου Κανονικού Δικαίου δεν συνιστά νομικιστική
παράκαμψη, κατάργηση του νόμου ή θεσμική νομιμοποίηση της αυθαιρεσίας. Αποτελεί
έκτακτη, εξαιρετική ποιμαντική θεραπεία, η οποία επιστρατεύεται προς πρόληψη
μείζονος πνευματικής βλάβης.
Ωστόσο, η ποιμαντική συγκατάβασις συναντά τα
αμετακίνητα όριά της στις δογματικές γραμμές της Εκκλησίας. Όταν μια κατάσταση
τυγχάνει εγγενώς παράνομη ή προσκρούει ευθέως στη δογματική διδασκαλία (όπως ο
γάμος με αλλόθρησκο ή ο πολιτικός γάμος χωρίς μυστηριακή κάλυψη), η Εκκλησία
αδυνατεί να παράσχει «εκ των υστέρων» ευλογία (ex post facto). Η εκκλησιαστική
ευλογία δεν μπορεί να επικυρώσει μια κανονική εκτροπή χωρίς την προηγηθείσα
άρση του κωλύματος και την ειλικρινή μετάνοια του πιστού.
4.2 Διάκριση μεταξύ Διοικητικής Παράβασης και
Αμαρτίας
Για την αποφυγή συγχύσεως στην ποιμαντική πράξη, η
εισηγήτρια εισάγει μια δομική διάκριση, την οποία υποστηρίζουν οι μεγάλες
κανονικές ερμηνείες των Αριστηνού, Ζωναρά και Βαλσαμώνος:
- Διοικητική
/ Κανονική Παράβαση: Αφορά την αθέτηση τυπικών
δικονομικών διατυπώσεων, διοικητικών εγκρίσεων ή αδειών γάμου που
προβλέπονται από τους τοπικούς εκκλησιαστικούς κανονισμούς (π.χ. παράλειψη
δημοσίευσης, έλλειψη πιστοποιητικού αγαμίας ή άδειας του επιχωρίου
Επισκόπου). Η παράβαση αυτή φέρει δικονομικό/διοικητικό χαρακτήρα και
δύναται να θεραπευτεί εκ των υστέρων (sanatio in radice) μέσω διοικητικής
πράξεως του Επισκόπου.
- Αμαρτία
(Οντολογική και Πνευματική Εκτροπή): Αφορά την
εκούσια παράβαση θείων και δογματικών κανόνων που διασπά την οργανική
σχέση του πιστού με το Σώμα του Χριστού (π.χ. η σύναψη εξωμυστηριακής
ένωσης, η άρνηση της τριαδικής πίστεως ή ο πολιτικός γάμος). Η αμαρτία δεν
συνιστά διοικητική εκκρεμότητα και δεν θεραπεύεται με γραφειοκρατικές
αποφάσεις, αλλά απαιτεί τη μυστηριακή θεραπεία της Μετανοίας και της
Εξομολογήσεως.
5. Σχέση και Αμοιβαίος Σεβασμός με τα Δίκαια των
Ετεροδόξων Εκκλησιών
5.1 Η Αλληλεπίδραση με τα Ετερόδοξα Κανονικά Δίκαια
Η τέλεση διαχριστιανικών γάμων φέρει στο προσκήνιο
τη δομική ένταση μεταξύ του Ορθόδοξου Κανονικού Δικαίου και των αντίστοιχων
νομικών συστημάτων των Ετεροδόξων Εκκλησιών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η
σύγκριση με το Ρωμαϊκο-Καθολικό Δίκαιο, όπως αυτό κωδικοποιήθηκε στο Codex
Canonum Ecclesiarum Orientalium (CCEO).
Ενώ το Ρωμαϊκο-Καθολικό Δίκαιο αναγνωρίζει υπό
προϋποθέσεις την εγκυρότητα της συζυγικής συναίνεσης ακόμα και αν λείπει ο
ιερατικός μυστηριακός τύπος, η Ορθόδοξος Εκκλησία θεωρεί τον μυστηριακό τύπο
(τη συστατική ευλογία του κανονικού Ιερέως) ως ανυπερθέτως ουσιώδη όρο για
την υποστατικότητα του Μυστηρίου. Η διαφορά αυτή δημιουργεί σοβαρά προβλήματα
δικαιοδοσίας, καθώς μια σύμβαση γάμου μπορεί να θεωρείται έγκυρη από τη μία
ομολογία αλλά απολύτως ανυπόστατη από την Ορθόδοξη Εκκλησία.
5.2 Το Νομοθετικό Κενό Αμοιβαιότητας
Το κεντρικό πρόβλημα που αναδεικνύεται στην εισήγηση
είναι το εντοπισμένο «νομοθετικό κενό αμοιβαιότητας». Μετά τη Σύνοδο της
Κρήτης, δεν υπήρξε μέριμνα για τη σύναψη διμερών κανονικών συμφωνιών ή
διομολογιακών πρωτοκόλλων μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των ετεροδόξων
χριστιανικών κοινοτήτων.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, όταν ένας γάμος διαλυθεί ή
όταν ανακύψουν ζητήματα ανατροπής των τέκνων, να δημιουργούνται οείδιοι
κανονικοί γόρδιοι δεσμοί. Οι ετερόδοξες Εκκλησίες συχνά δεν δεσμεύονται από την
υποχρέωση ορθόδοξης βάπτισης των τέκνων, αφήνοντας τον Ορθόδοξο σύζυγο κανονικά
και νομικά εκτεθειμένο στα αλλοδαπά ή ετερόδοξα δικαστήρια.
6. Ο Πολιτικός Γάμος, το Ποιμαντικό Πρόβλημα και η
Πρόταση Νέου Κανόνα
6.1 Ο Πολιτικός Γάμος με Μη Χριστιανούς και το
Ποιμαντικό Αδιέξοδο
Η προσφυγή Ορθοδόξων πιστών στη σύναψη πολιτικού
γάμου με μη Χριστιανούς (ετεροθρήσκους) συνιστά ένα από τα οξύτερα ποιμαντικά
αδιέξοδα της σύγχρονης Εκκλησίας. Βάσει της κανονικής ακριβείας, ο πολιτικός
γάμος θεωρείται ως πορνεία ή ακατάστατος παλλακεία, συνεπαγόμενος την αυτόματη
αποκοπή του πιστού από τη Θεία Κοινωνία (επιτίμιο ακοινωνησίας).
Ωστόσο, στην πράξη, η απόλυτη απαγόρευση μυστηριακής
ευλογίας των ετερόθρησκων γάμων οδηγεί στη μόνιμη αποξένωση ολόκληρων
οικογενειών από τη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας, δημιουργώντας μια αδιέξοδη
ποιμαντική σκληρότητα που τραυματίζει την εκκλησιαστική συνοχή.
6.2 Η Περίπτωση του Αρχιεπισκόπου Αμερικής Δημητρίου
ως Ποιμαντικό Παράδειγμα
Ως χαρακτηριστικό ποιμαντικό παράδειγμα αναφέρεται ο
χειρισμός του πρώην Αρχιεπισκόπου Αμερικής Δημητρίου εντός των ορίων της
Ελληνορθόδοξου Αρχιεπισκοπής Αμερικής (GOA). Στο περιβάλλον της Βόρειας
Αμερικής, όπου οι μικτοί γάμοι ξεπερνούν το 60%-70% του συνόλου των τελούμενων
γάμων, ο Αρχιεπίσκοπος Δημήτριος έκληθη να διαχειριστεί πλήθος περιπτώσεων
πιστών που είχαν συνάψει πολιτικό γάμο με μη βαπτισμένους συζύγους.
Η Αρχιεπισκοπή Αμερικής, εν μέσω οξειών κανονικών
αμφισβητήσεων, αναζήτησε ποιμαντικές διέξοδους συγκατάβασης (όπως η παροχή
ειδικών αρχιερατικών ευλογιών ή η κατ' οικονομίαν διατήρηση της ευχαριστιακής
κοινωνίας υπό όρους), προκειμένου να αποτραπεί ο οριστικός πνευματικός
ναυαγισμός των οικογενειών αυτών. Το παράδειγμα αυτό αναδεικνύει την τεράστια
ένταση που υφίσταται στη Διασπορά ανάμεσα στην άκαμπτη κανονική τάξη και τις
πιεστικές ποιμαντικές ανάγκες.
6.3 Πρόταση Νέου Κανόνα Ακριβείας από την Καθηγήτρια
Ειρήνη Χριστινάκη
Για τη θεραπεία του νομοθετικού κενού και την
υπέρβαση του ποιμαντικού αδιεξόδου, η Καθηγήτρια Ειρήνη Χριστινάκη διατυπώνει
μια συγκεκριμένη νομοθετική πρόταση για τη θέσπιση ενός Νέου Πανορθόδοξου
Κανόνα Ακριβείας:
Πρόταση Θεσπίσεως Νέου Κανόνα Ακριβείας:
- Επαναδιατύπωση
της Δογματικής Ακριβείας: Επιβεβαίωση της
θεμελιώδους αρχής ότι ο μυστηριακός γάμος τελείται εγκύρως μόνο μεταξύ
βαπτισμένων στο όνομα της Αγίας Τριάδος Χριστιανών.
- Θεσμοθέτηση
Ειδικής Ποιμαντικής Διαδικασίας: Εισαγωγή ειδικής
κανονικής τάξεως για τους Ορθοδόξους που έχουν συνάψει πολιτικό γάμο με μη
Χριστιανούς, ώστε να μην επιβάλλεται αυτόματη και οριστική αποκοπή από τα
Μυστήρια, αλλά να παρέχεται στάδιο θεραπευτικής μετανοίας.
- Προϋποθέσεις
Άσκησης Ειδικής Οικονομίας: Δυνατότητα
απονομής ειδικής εκκλησιαστικής ευλογίας (όχι όμως ισότιμου μυστηριακού
γάμου) ή επιεικούς μεταχειρίσεως, εφόσον ο μη Χριστιανός σύζυγος υπογράψει
υπεύθυνη δήλωση ότι δεν θα παρεμποδίζει την ελεύθερη εκδήλωση της
ορθόδοξης πίστεως του Ορθοδόξου μέλους και την ανατροφή των τέκνων εντός
της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
- Αποσαφήνιση
Διοικητικών και Επισκοπικών Αρμοδιοτήτων:
Καθορισμός σαφών ορίων στην εξουσία του επιχωρίου Επισκόπου για την έκδοση
αδειών επανεντάξεως των πιστών αυτών μέσω του Μυστηρίου της Μετανοίας και
Εξομολογήσεως, ώστε να εξαλειφθεί η αυθαιρεσία και η ανομοιομορφία μεταξύ
των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών.
7. Συμπεράσματα και Αξιολόγηση της Δεκαετούς Πορείας
Η συνολική αποτίμηση της δεκαετούς εφαρμογής
(2016–2026) των αποφάσεων της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης στο πεδίο
των μικτών και διαχριστιανικών γάμων αποδεικνύει ότι το υφιστάμενο νομοθετικό
κενό παραμένει επικίνδυνα ενεργό.
Η απόφαση της Συνόδου της Κρήτης να μεταβιβάσει τη
ρύθμιση της εκκλησιαστικής οικονομίας στις κατά τόπους Αγίες Συνόδους, αν και
λειτούργησε ως πρόσκαιρη ποιμαντική βαλβίδα αποσυμπιέσεως, οδήγησε τελικά στον
κανονικό κατακερματισμό. Σήμερα, η εγκυρότητα ή η ποιμαντική αντιμετώπιση ενός
διαχριστιανικού γάμου εξαρτάται από τα τοπικά γεωγραφικά και δικαιοδοσιακά
σύνορα, προσβάλλοντας την καθολικότητα και την ενότητα της Ορθοδοξίας.
Η αντιμετώπιση των σύγχρονων προκλήσεων, της
ραγδαίας αύξησης των πολιτικών γάμων και των ετερόθρησκων ενώσεων στη Διασπορά
δεν μπορεί να αφεθεί στην αποσπασματική πρωτοβουλία μεμονωμένων Επισκόπων.
Απαιτείται άμεσα μια νέα Πανορθόδοξος Συνοδική Ρύθμιση. Η μέλλουσα
Σύνοδος οφείλει να συνθέσει την ανυποχώρητη δογματική ακρίβεια της Πενθέκτης με
μια θεσμοθετημένη, ομοιόμορφη και γενναία εκκλησιαστική οικονομία,
αποκαθιστώντας τη συνοδική συνοχή και την ευχαριστιακή τάξη στην Ορθόδοξο
Εκκλησία.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου