Τρίτη 23 Ιουνίου 2026

ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ (Παράγραφοι 10-11)-Σύντομος θεολογικός σχολιασμός

10. Τά προβλήματα, τά ποα νακύπτουν κατά τάς θεολογικάς συζητήσεις τν Μεικτν Θεολογικν πιτροπν δέν συνιστον πάντοτε παρκ ατιολόγησιν μονομερος νακλήσεως τν ντιπροσώπων ατς καί ριστικς διακοπς τς συμμετοχς ατς πό τινος κατά τόπον ρθοδόξου κκλησίας. ποχώρησις κ το διαλόγου κκλησίας τινός δέον πως κατά κανόνα ποφεύγηται, καταβαλλομένων τν δεουσν διορθοδόξων προσπαθειν διά τήν ποκατάστασιν τς ντιπροσωπευτικς λοκληρίας τς ν τ διαλόγ τούτ ρθοδόξου Θεολογικς πιτροπς. άν τοπική τις κκλησία καί λλαι τινές ρθόδοξοι κκλησίαι ρννται νά συμμετάσχουν ες τάς συνελεύσεις τς Μεικτς Θεολογικς πιτροπς ρισμένου διαλόγου, πικαλούμεναι σοβαρούς κκλησιολογικούς, κανονικούς, ποιμαντικούς θικς φύσεως λόγους, κκλησία α κκλησίαι αται κοινοποιον γγράφως τήν ρνησιν ατν ες τόν Οκουμενικν Πατριάρχην καί ες πάσας τάς ρθοδόξους κκλησίας κατά τά πανορθοδόξως σχύοντα. Κατά τήν πανορθόδοξον διαβούλευσιν Οκουμενικς Πατριάρχης ναζητε τν μόφωνον συναίνεσιν τν λοιπν ρθοδόξων κκλησιν δι τά φεξς δέοντα γενέσθαι, συμπεριλαμβανομένης κα τς παναξιολογήσεως τς πορείας το συγκεκριμένου θεολογικο διαλόγου, φ’ σον τοτο κριθ μοφώνως ναγκαον.

11. κατά τήν διεξαγωγήν τν θεολογικν διαλόγων κολουθουμένη μεθοδολογία ποσκοπε ες τε τήν λύσιν τν παραδεδομένων θεολογικν διαφορν τν τυχόν νέων διαφοροποιήσεων καί ες τήν ναζήτησιν τν κοινν στοιχείων τς χριστιανικς πίστεως, προϋποθέτει δέ τήν σχετικήν πληροφόρησιν το πληρώματος τς κκλησίας πί τν διαφόρων ξελίξεων τν διαλόγων. ν περιπτώσει δυναμίας περβάσεως συγκεκριμένης τινός θεολογικς διαφορς θεολογικός διάλογος δύναται νά συνεχίζηται, καταγραφομένης τς διαπιστωθείσης πί το συγκεκριμένου θέματος θεολογικς διαφωνίας καί νακοινουμένης τς διαφωνίας ταύτης πρός πάσας τάς κατά τόπους ρθοδόξους κκλησίας διά τά φεξς δέοντα γενέσθαι.

 

 

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

ΤΟ ΨΕΜΑ ΤΗΣ «ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΤΙΚΗΣ ΟΛΟΚΛΗΡΟΤΗΤΑΣ»

Το κείμενο λέει ότι αν μια Ορθόδοξη Εκκλησία θέλει να φύγει από τον διάλογο, δεν πρέπει να το κάνει μόνη της. Πρέπει να περιμένει να σκεφτούν όλοι οι άλλοι. Αυτό είναι παγίδα. Το φρόνημα της Ορθοδοξίας δεν είναι δημοκρατικό. Η αλήθεια δεν ψηφίζεται. Μια τοπική Εκκλησία που βλέπει αίρεση δεν χρειάζεται άδεια από τον Οικουμενικό Πατριάρχη ούτε από «πανορθόδοξη διαβούλευση» για να φύγει. Το κείμενο μετατρέπει την υπεράσπιση της πίστης σε γραφειοκρατική διαδικασία. Αυτό είναι νομικισμός, όχι εκκλησιολογία. Η Εκκλησία δεν είναι κράτος με υπουργεία. Η άρνηση συμμετοχής σε αιρετικό διάλογο είναι καθήκον, όχι παράπτωμα που χρειάζεται συγχώρεση από κέντρο εξουσίας.


Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ ΩΣ ΥΠΟΤΑΓΗ

Το κείμενο λέει ότι αν μια Εκκλησία φύγει, πρέπει να το πει γραπτά στον Οικουμενικό Πατριάρχη και σε όλες τις Εκκλησίες. Αυτό δείχνει ποιος κρατάει τα κλειδιά. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης γίνεται επόπτης των συνειδήσεων. Αλλά ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως δεν είναι πάπας. Δεν έχει δικαίωμα ελέγχου πάνω σε άλλες τοπικές Εκκλησίες. Το κείμενο αυτό χτίζει δομή υποταγής που δεν υπάρχει στους κανόνες. Η αναφορά «κατά τα πανορθοδόξως ισχύοντα» είναι κενό γράμμα. Τίποτα πανορθόδοξα ισχύον δεν δίνει τέτοιο δικαίωμα. Είναι επινόηση εξουσίας μέσα από διάλογο που υποτίθεται ότι είναι θεολογικός.


Η «ΟΜΟΦΩΝΟΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΙΣ» ΩΣ ΟΜΗΡΟΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

Το κείμενο λέει ότι ο Πατριάρχης θα ψάξει «ομόφωνη συναίνεση» για το τι θα γίνει μετά. Αυτό σημαίνει ότι μια Εκκλησία που φεύγει γιατί βλέπει αίρεση παγιδεύεται σε ατέρμονη αναμονή. Η αλήθεια δεν περιμένει ψηφοφορία. Αν μια Εκκλησία διαπιστώνει ότι ο διάλογος έχει γίνει έρμαιο αιρέσεων, το καθήκον της είναι να φύγει αμέσως, όχι να περιμένει να συμφωνήσουν όλοι οι άλλοι. Η «ομόφωνος συναίνεσις» είναι όπλο κατά της συνείδησης. Μετατρέπει την Ορθοδοξία σε κοινοβούλιο όπου η πλειοψηφία αποφασίζει για την πίστη. Αυτό είναι προτεσταντικό, όχι ορθόδοξο.


Η «ΕΠΑΝΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ» ΩΣ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ

Το κείμενο λέει ότι μπορεί να γίνει «επαναξιολόγηση» του διαλόγου αν όλοι συμφωνήσουν. Αυτό είναι κενό. Οι θεολογικοί διάλογοι με τους ετερόδοξους κρατούν δεκαετίες. Η «επαναξιολόγηση» είναι τρόπος να μη γίνει τίποτα. Να συνεχίζεται ο διάλογος επ' άπειρον ενώ η αλήθεια διαβρώνεται. Το κείμενο δεν λέει ποτέ ότι ο διάλογος μπορεί να σταματήσει οριστικά. Λέει μόνο ότι μπορεί να «επαναξιολογηθεί». Αυτό σημαίνει ότι η πόρτα μένει πάντα ανοιχτή, ακόμα κι όταν μέσα έχει μπει η αίρεση.


Η ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΚΡΥΒΕΙ

Το κείμενο λέει ότι ο διάλογος έχει στόχο τη «λύση των θεολογικών διαφορών» και την «αναζήτηση κοινών στοιχείων». Αυτό είναι το πρόβλημα. Η Ορθοδοξία δεν ψάχνει «κοινά στοιχεία» με αίρεση. Ψάχνει την αλήθεια. Η έκφραση «λύσις των διαφορών» υποθέτει ότι οι διαφορές είναι παρεξηγήσεις, όχι αιρέσεις. Αλλά οι διαφορές με τους ετερόδοξους δεν είναι παρεξηγήσεις. Είναι αποκλίσεις από την αλήθεια. Να ψάχνεις «κοινά στοιχεία» με αυτόν που αρνείται την αλήθεια σημαίνει να υποβαθμίζεις την αλήθεια σε συμβιβασμό. Η μέθοδος αυτή είναι η μέθοδος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, όχι της Ορθοδόξου Εκκλησίας.


Η «ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΙΣ ΤΟΥ ΠΛΗΡΩΜΑΤΟΣ» ΩΣ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ

Το κείμενο λέει ότι το πλήρωμα της Εκκλησίας πρέπει να πληροφορείται για τις εξελίξεις. Αλλά πληροφόρηση χωρίς κρίση είναι εξαπάτηση. Ο λαός του Θεού δεν είναι κοινό που χρειάζεται απλώς «ενημέρωση». Είναι σώμα που κρίνει. Το κείμενο παραλείπει ότι το πλήρωμα έχει δικαίωμα να πει «όχι». Η «πληροφόρησις» που περιγράφεται είναι μονόδρομος από πάνω προς τα κάτω. Δεν είναι διάλογος με το ποίμνιο. Είναι διαχείριση της κοινής γνώμης.


Η ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΔΙΑΦΩΝΙΑΣ ΩΣ ΑΠΟΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ

Το κείμενο λέει ότι αν υπάρχει αδυναμία να ξεπεραστεί μια θεολογική διαφορά, ο διάλογος συνεχίζεται κανονικά, απλώς «καταγράφεται» η διαφωνία. Αυτό είναι το χειρότερο. Σημαίνει ότι η αίρεση δεν απορρίπτεται. Σημαίνει ότι η αλήθεια και το ψέμα κάθονται στο ίδιο τραπέζι ως «διαφορετικές απόψεις». Η Ορθοδοξία δεν έχει «θεολογικές διαφορές» με τους ετερόδοξους. Έχει αποκλίσεις από την αλήθεια. Να τις καταγράφεις και να συνεχίζεις τον καφέ σημαίνει ότι δεν πιστεύεις ότι υπάρχει μία αλήθεια. Σημαίνει ότι η ομολογία της πίστεως έχει γίνει διαπραγμάτευση.


Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΩΣ ΑΠΟΦΥΓΗ ΕΥΘΥΝΗΣ

Το κείμενο λέει ότι η διαφωνία «ανακοινώνεται» προς όλες τις Εκκλησίες «διά τα εφεξής δέοντα». Αυτό είναι άλλο ένα κενό. Δεν λέει τι γίνεται μετά. Δεν λέει ότι η διαφωνία σταματάει τον διάλογο. Λέει μόνο ότι «ανακοινώνεται». Η διαδικασία αυτή είναι τρόπος να πετάξεις την ευθύνη σε άλλους. Να πεις «είδατε, το είπαμε» και να συνεχίσεις σαν να μην είπες τίποτα. Είναι γραφειοκρατική κάλυψη για θεολογική υποχώρηση.


ΤΟ ΚΕΝΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ

Το κείμενο μιλάει για «σοβαρούς εκκλησιολογικούς, κανονικούς, ποιμαντικούς ή ηθικής φύσεως λόγους» για αποχώρηση. Αλλά δεν ορίζει τι σημαίνει «σοβαροί». Αφήνει το κριτήριο αόριστο για να μπορεί ο καθένας να το ερμηνεύει όπως θέλει. Αυτό δεν είναι νομοθεσία. Είναι παραπέτασμα. Η εκκλησιολογία της Ορθοδοξίας είναι σαφής: μία Εκκλησία, μία πίστη, ένα βάπτισμα. Όταν ο διάλογος αμφισβητεί αυτό, δεν χρειάζεται «επαναξιολόγηση». Χρειάζεται διακοπή. Το κείμενο αποφεύγει να το πει αυτό γιατί έχει ήδη αποδεχτεί την προτεσταντική λογική του ΠΣΕ.


ΤΟ ΤΕΛΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Το κείμενο αυτό δεν είναι ορθόδοξο. Είναι μεταφρασμένη γλώσσα του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών με εκκλησιαστικό μανδύα. Η δομή του είναι δομή εξουσίας: ο Οικουμενικός Πατριάρχης στο κέντρο, οι Εκκλησίες ως μέλη που ψηφίζουν, η αλήθεια ως διαπραγματεύσιμο αγαθό. Η Ορθοδοξία δεν λειτουργεί έτσι. Η Ορθοδοξία είναι σώμα Χριστού, όχι οργανισμός. Η αλήθεια δεν είναι προϊόν συναίνεσης. Η πίστη δεν είναι διαπραγμάτευση. Το κείμενο αυτό, με τη γλώσσα της «συνέχισης», της «επαναξιολόγησης» και της «καταγραφής», ανοίγει την πόρτα στον συγκρητισμό και το ονομάζει «διάλογο». Αυτό είναι το μεγαλύτερο ψέμα του.

 


Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ (Παράγραφοι 8-9)-Σύντομος θεολογικός σχολιασμός

 

 

8. Βεβαίως, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, διαλεγομένη μετά τῶν λοιπῶν Χριστιανῶν, δέν παραγνωρίζει τάς δυσκολίας τοῦ τοιούτου ἐγχειρήματος, κατανοεῖ ὅμως ταύτας ἐν τῇ πορείᾳ πρός τήν κοινήν κατανόησιν τῆς παραδόσεως τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας καί ἐπί τῇ ἐλπίδι ὅτι τό Ἅγιον Πνεῦμα, ὅπερ «ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας» (στιχηρόν ἑσπερινοῦ πεντηκοστῆς), θά «ἀναπληρώσῃ τά ἐλλείποντα» (εὐχή χειροτονίας). Ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἰς τάς σχέσεις αὐτῆς πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον δέν στηρίζεται μόνον εἰς τάς ἀνθρωπίνους δυνάμεις τῶν διεξαγόντων τούς διαλόγους, ἀλλ’ ἀπεκδέχεται πρωτίστως τήν ἐπιστασίαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐν τῇ χάριτι τοῦ Κυρίου, εὐχηθέντος «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν» (Ἰω. 17, 21).

9.Οἱ σύγχρονοι διμερεῖς θεολογικοί διάλογοι, κηρυχθέντες ὑπό Πανορθοδόξων Διασκέψεων, ἐκφράζουν τήν ὁμόθυμον ἀπόφασιν πασῶν τῶν κατά τόπους ἁγιωτάτων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, αἱ ὁποῖαι καλοῦνται νά συμμετέχουν ἐνεργῶς καί συνεχῶς εἰς τήν διεξαγωγήν αὐτῶν, ἵνα μή παρακωλύηται ἡ ὁμόφωνος μαρτυρία τῆς Ὀρθοδοξίας πρός δόξαν τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ. Ἐν ᾗ περιπτώσει τοπική τις Ἐκκλησία ἤθελεν ἀποφασίσει νά μή ὁρίσῃ ἐκπροσώπους αὐτῆς εἴς τινα διάλογον ἤ συνέλευσιν διαλόγου, ἐάν ἡ ἀπόφασις αὕτη δέν εἶναι πανορθόδοξος, ὁ διάλογος συνεχίζεται. Πρό τῆς ἐνάρξεως τοῦ διαλόγου ἤ τῆς συνελεύσεως ἀντιστοίχως, ἡ ἀπουσία τοπικῆς Ἐκκλησίας τινός δέον ὅπως συζητηθῇ ὁπωσδήποτε ὑπό τῆς Ὀρθοδόξου Ἐπιτροπῆς τοῦ διαλόγου πρός ἔκφρασιν τῆς ἀλληλεγγύης καί τῆς ἑνότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Οἱ διμερεῖς καί πολυμερεῖς θεολογικοί διάλογοι δέον ὅπως ὑπόκεινται εἰς πανορθοδόξους περιοδικάς ἀξιολογήσεις.

 

 

ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

1. Το πρόβλημα με τη λέξη «οι υπόλοιποι Χριστιανοί» Το κείμενο αναφέρεται στους μη Ορθοδόξους ως «τους υπόλοιπους Χριστιανούς» και «τον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο». Αυτό είναι μεγάλο θεολογικό λάθος από αντοικουμενιστική σκοπιά. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αναγνωρίζει καμία άλλη χριστιανική ομολογία ως «Εκκλησία». Οι αιρετικοί δεν είναι «υπόλοιποι Χριστιανοί», αλλά αιρετικοί ή το πολύ σχισματικοί. Το να τους αποκαλούμε «Χριστιανούς» σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε την εκκλησιαστικότητά τους, κάτι που πάει κόντρα στην πίστη μας ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μοναδική, η αληθινή και η αδιαίρετη Εκκλησία του Χριστού.

2. Η παραπλανητική επίκληση του Αγίου Πνεύματος Το κείμενο επικαλείται το Άγιο Πνεύμα ως εγγυητή των διαλόγων, αναφερόμενο στο στιχηρό της Πεντηκοστής («ολόκληρο συγκροτεί τον θεσμό της Εκκλησίας») και στην ευχή της χειροτονίας («να αναπληρώσει τα ελλείποντα»). Αυτή η επίκληση είναι θεολογικά ανεύθυνη: το Άγιο Πνεύμα ενεργεί μόνο μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ως το Σώμα του Χριστού, και δεν «συγκροτεί» θεσμούς έξω από την Εκκλησία. Η φράση «να αναπληρώσει τα ελλείποντα» αναφέρεται στη χειροτονία Ορθόδοξου κληρικού, όχι σε διαλόγους με αιρετικούς. Το να εφαρμόζεται αυτή η ευχή στη συνάντηση με αιρετικούς είναι βλασφημία — σαν να λέμε ότι το Άγιο Πνεύμα λείπει από κάποιον θεσμό και χρειάζεται «συμπλήρωση» μέσα από τη συναναστροφή με αιρετικούς.

3. Η «κοινή κατανόηση της παράδοσης» — ένα θεολογικό παράδοξο Το κείμενο μιλάει για «κοινή κατανόηση της παράδοσης της αρχαίας Εκκλησίας». Αυτό είναι αδύνατο: οι αιρετικοί απέρριψαν την παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας, άρα πώς μπορεί να υπάρξει «κοινή κατανόηση» με όσους την απέρριψαν; Η αλήθεια δεν είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Η παράδοση της Εκκλησίας είναι πλήρης και αναλλοίωτη. Δεν χρειάζεται «κοινή κατανόηση» με αιρετικούς, αλλά ομολογία της αλήθειας και επιστροφή τους στην Ορθοδοξία. Αυτή η έκφραση υπονοεί ότι η αλήθεια βρίσκεται κάπου «στη μέση», ανάμεσα στην Ορθοδοξία και την αίρεση — μια πρόταση απολύτως απαράδεκτη για την Ορθόδοξη πίστη.

4. Η παραβίαση της εκκλησιολογίας: συνέχιση διαλόγων παρά την απουσία τοπικών Εκκλησιών Το κείμενο ορίζει ότι, αν μια τοπική Εκκλησία αρνηθεί να συμμετάσχει σε διάλογο, «ο διάλογος συνεχίζεται». Αυτό είναι απολύτως απαράδεκτο: η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ενιαία και αδιαίρετη, άρα κανένας διάλογος δεν μπορεί να γίνεται «στο όνομα της Ορθοδοξίας» χωρίς τη συμμετοχή όλων των τοπικών Εκκλησιών. Η συνέχιση του διαλόγου παρά τη σαφή άρνηση μιας τοπικής Εκκλησίας είναι σχισματογόνα πράξη — διασπά την ενότητα της Ορθοδοξίας για χάρη του οικουμενισμού. Η φράση «η απουσία... πρέπει να συζητηθεί... για έκφραση της αλληλεγγύης» είναι κενολογία. Η αληθινή αλληλεγγύη θα απαιτούσε διακοπή του διαλόγου, όχι συνέχισή του.

5. Η καταχρηστική ερμηνεία του Ιωάννη 17:21 Η επίκληση της ευχής του Κυρίου «για να είναι όλοι ένα» (Ιω. 17, 21) είναι κλασικό οικουμενιστικό τρικ: ο Κύριος προσευχόταν για την ενότητα των μαθητών Του, που ήταν ήδη μέσα στην Εκκλησία, όχι για ένωση με αιρετικούς. Η ενότητα είναι ενότητα στην αλήθεια . Η ενότητα χωρίς την αλήθεια είναι συγκρητισμός, όχι εκκλησιολογική ενότητα. Να χρησιμοποιείται αυτό το χωρίο ως θεολογική βάση για διαλόγους με αιρετικούς είναι παραποίηση της Γραφής προς υπηρεσία του οικουμενισμού.

6. Η πλήρης απουσία της λέξης «αίρεση» Το κείμενο πουθενά δεν χρησιμοποιεί τον όρο «αίρεση» ή «αιρετικός». Αντίθετα, μιλάει για «δυσκολίες», «ελλείψεις» και «αλληλεγγύη». Αυτό είναι αποσιώπηση της θεολογικής πραγματικότητας: οι μη Ορθόδοξοι δεν είναι απλώς «άλλοι Χριστιανοί» με «ελλείψεις», αλλά αιρετικοί, εκτός Εκκλησίας, χωρίς μυστήρια, χωρίς σωτηρία. Η αποφυγή του όρου «αίρεση» δεν είναι «διπλωματία» — είναι προδοσία της Ορθόδοξης παράδοσης. Η Εκκλησία πάντα μιλούσε για αιρέσεις με παρρησία. Αυτή η σιωπή συνιστά αποδοχή της οικουμενιστικής εκκλησιολογίας της  Β' Βατικανής Συνόδου.

7. Η «ομόφωνη μαρτυρία» ως πρόσχημα Το κείμενο μιλάει για «ομόφωνη μαρτυρία της Ορθοδοξίας προς δόξαν του Θεού». Αυτό είναι εσωτερικά ασύμβατο με τις υπόλοιπες διατάξεις: πώς μπορεί να υπάρχει «ομόφωνη μαρτυρία» όταν η απουσία τοπικής Εκκλησίας θεωρείται αποδεκτή και ο διάλογος συνεχίζεται; Η μαρτυρία της Ορθοδοξίας είναι μαρτυρία της αλήθειας, όχι «διάλογος» για εύρεση κοινών σημείων με αιρετικούς. Η φράση «προς δόξαν του Θεού στην Τριάδα» προσθέτει υποκριτικό θρησκευτικό μανδύα σε μια διαδικασία που, στην ουσία της, αποτελεί αναγνώριση αιρέσεων ως εκκλησιών.

-------------------------------------------------------------------------------------------------
Το κείμενο αποτελεί κλασικό δείγμα μεταπατερικής οικουμενιστικής γλώσσας. Ντύνεται με την Ορθόδοξη εκκλησιολογική ορολογία, αλλά την αδειάζει από το περιεχόμενό της: αναγνωρίζει de facto τους αιρετικούς ως «Χριστιανούς» και «Εκκλησίες», θεωρεί την αλήθεια ως αντικείμενο διαπραγμάτευσης και «κοινής κατανόησης», υποβαθμίζει την εκκλησιολογική ενότητα της Ορθοδοξίας στο όνομα της συνέχισης των διαλόγων, και επικαλείται το Άγιο Πνεύμα και τη Γραφή καταχρηστικά για να δικαιολογήσει θέσεις ασύμβατες με την παράδοση. Συμπέρασμα: Το κείμενο δεν εκφράζει την Ορθόδοξη εκκλησιολογία, αλλά την οικουμενιστική μεταπατερική ιδεολογία, που αποσκοπεί στη συγκρητιστική ένωση κάθε «χριστιανοσύνης» με βάση την αποσιώπηση των δογματικών διαφορών. Από αντοικουμενιστική σκοπιά, το κείμενο είναι απολύτως απαράδεκτο και συνιστά προδοσία της Ορθόδοξης παράδοσης.

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ (Παράγραφοι 6-7)-Σύντομος θεολογικός σχολιασμός

6.Κατά τήν ὀντολογικήν φύσιν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἑνότης αὐτῆς εἶναι ἀδύνατον νά διαταραχθῇ. Παρά ταῦτα, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν τῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ’ αὐτῆς ἄλλων ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν, ἀλλά πιστεύει ὅτι αἱ πρός ταύτας σχέσεις αὐτῆς πρέπει νά στηρίζωνται ἐπί τῆς ὑπ’ αὐτῶν ὅσον ἔνεστι ταχυτέρας καί ἀντικειμενικωτέρας ἀποσαφηνίσεως τοῦ ὅλου ἐκκλησιολογικοῦ θέματος καί ἰδιαιτέρως τῆς γενικωτέρας παρ’ αὐταῖς διδασκαλίας περί μυστηρίων, χάριτος, ἱερωσύνης καί ἀποστολικῆς διαδοχῆς. Οὕτω, ἦτο εὔνους καί θετικῶς διατεθειμένη τόσον διά θεολογικούς, ὅσον καί διά ποιμαντικούς λόγους, πρός θεολογικόν διάλογον μετά τῶν λοιπῶν χριστιανῶν εἰς διμερές καί πολυμερές ἐπίπεδον καί πρός τήν συμμετοχήν γενικώτερον εἰς τήν Οἰκουμενικήν Κίνησιν τῶν νεωτέρων χρόνων, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι διά τοῦ διαλόγου δίδει δυναμικήν μαρτυρίαν τοῦ πληρώματος τῆς ἐν Χριστῷ ἀληθείας καί τῶν πνευματικῶν αὐτῆς θησαυρῶν πρός τούς ἐκτός αὐτῆς, μέ ἀντικειμενικόν σκοπόν τήν προλείανσιν τῆς ὁδοῦ τῆς ὁδηγούσης πρός τήν ἑνότητα.

7.    Ὑπό τό ἀνωτέρω πνεῦμα, ἃπασαι αἱ κατά τόπους Ἁγιώταται Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι συμμετέχουν σήμερον ἐνεργῶς εἰς ἐπισήμους θεολογικούς διαλόγους, ἡ δέ πλειονότης ἐξ αὐτῶν καί εἰς διαφόρους ἐθνικούς, περιφερειακούς καί διεθνεῖς διαχριστιανικούς ὀργανισμούς, παρά τήν προκύψασαν βαθεῖαν κρίσιν εἰς τήν Οἰκουμενικήν Kίνησιν. Ἡ πολυσχιδής αὕτη δραστηριότης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πηγάζει ἐκ τοῦ αἰσθήματος ὑπευθυνότητος καί ἐκ τῆς πεποιθήσεως ὅτι ἡ ἀμοιβαία κατανόησις καί ἡ συνεργασία τυγχάνουν οὐσιώδεις, «ἵνα μή ἐγκοπήν τινα δῶμεν τῷ Εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ» (Α’ Κορ. 9, 12).

 

 

Εντοπισμός των οικουμενιστικών στοιχείων

1.Το κείμενο χρησιμοποιεί συστηματικά τον όρο «Οἰκουμενική Κίνησις» χωρίς εισαγωγικά ή αποστασιοποίηση, σαν να πρόκειται για αυτονόητη πραγματικότητα. Η φράση «τῶν νεωτέρων χρόνων» (και όχι «τῶν τελευταίων δεκαετιών») δημιουργεί μια ιστορική νομιμοποίηση, σαν η Κίνηση να υπήρχε πάντα. Αυτό είναι σημαντικό: ενσωματώνει την οικουμενιστική αφήγηση στην εκκλησιαστική ιστορία.

2.  Αρχίζει με μια ισχυρή  θέση: η ενότητα της Εκκλησίας είναι αδιατάρακτη. Αμέσως μετά, όμως, μιλά για «σχέσεις» με ετερόδοξους και για «ὁδόν... πρός τήν ἑνότητα». Αν η ενότητα είναι  δεδομένη, προς τι η «ὁδός»; Προς τι η «προλείανσις»; Η σύνταξη δεν εξηγεί αν η «ὁδός» οδηγεί σε μια ήδη υπάρχουσα ενότητα (που θα ήταν πλεονασμός) ή σε μια νέα, διαφορετική ενότητα (που θα ήταν θεολογικά προβληματικό).

3. Η φράση «δίδει δυναμικήν μαρτυρίαν τοῦ πληρώματος τῆς ἐν Χριστῷ ἀληθείας» είναι εξαιρετικά ασαφής. Τι σημαίνει «δυναμική μαρτυρία» σε έναν θεολογικό διάλογο; Μαρτυρία προς ποιον; Προς τους ετερόδοξους; Αλλά η μαρτυρία της Αλήθειας δεν είναι διαπραγματεύσιμη· δεν είναι «εισφορά» σε ένα κοινό ταμείο. Η χρήση του όρου «δυναμική» υποβάλλει την ιδέα της αλληλεπίδρασης, της αμοιβαιότητας, που έρχεται σε ένταση με το «πλήρωμα» που προηγείται.

4. Το χωρίο Α’ Κορ. 9,12 («ἵνα μή ἐγκοπήν τινα δῶμεν τῷ Εὐαγγελίῳ») αναφέρεται στο δικαίωμα των Αποστόλων να τρέφονται από τα Ευαγγέλια, το οποίο παραιτούνται για να μη δώσουν εμπόδιο. Στο ένατο κεφάλαιο της Α' προς Κορινθίους Επιστολής, ο Απόστολος Παύλος αναπτύσσει την επιχειρηματολογία του σχετικά με την αποστολική αυθεντία και τα δικαιώματά του.

  • Ο Παύλος ξεκαθαρίζει ότι ως Απόστολος έχει το πλήρες δικαίωμα («ἐξουσίαν») να τρέφεται και να συντηρείται οικονομικά από την κοινότητα στην οποία κηρύττει («οὕτω και ὁ Κύριος διέταξε τοῖς τό Εὐαγγέλιον καταγγέλλουσιν ἐκ τοῦ Εὐαγγελίου ζῆν», Α' Κορ. 9,14).
  • Οικειοθελώς επιλέγει να μην κάνει χρήση αυτού του δικαιώματος, εργαζόμενος με τα ίδια του τα χέρια (σκηνοποιός), ώστε να μην κατηγορηθεί από καλοθελητές ότι κηρύττει για το κέρδος.
  •  «ἵνα μή ἐγκοπήν τινα δῶμεν τῷ Εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ». Η «ἐγκοπή» (εμπόδιο, φραγμός) θα ήταν η υπόνοια ιδιοτέλειας που θα αποδυνάμωνε το κήρυγμα της χάριτος.

Ο Παύλος μιλά για θυσία του εγώ και των ανέσεων για να λάμψει ο Χριστός. Η μετατροπή αυτού του χωρίου σε «εργαλείο» εξωτερικής εκκλησιαστικής πολιτικής, προκειμένου να ενοχοποιηθεί η θεολογική επιφύλαξη ή η πιστότητα στην παράδοση, αποτελεί πράγματι αλλοίωση (παραποίηση) του αγιογραφικού πνεύματος. Η Εκκλησία μαρτυρεί το Ευαγγέλιο με την αλήθεια της, όχι με το φόβο μήπως η απουσία της από τον κόσμο θεωρηθεί «εγκοπή».

5.Η φράση «παρά τήν προκύψασαν βαθεῖαν κρίσιν» είναι ενδεικτική. Η κρίση δεν είναι λόγος αποχώρησης, αλλά εμπόδιο που υπερπηδάται. Το «παρά» υποδηλώνει ότι παρά τις αντιρρήσεις, η δραστηριότητα συνεχίζεται. Αυτό δείχνει μια προκαθορισμένη κατεύθυνση: η συμμετοχή δεν είναι ανοικτή σε αναθεώρηση, είναι δεδομένη που απλώς χρειάζεται διαχείριση.

6. Πουθενά το κείμενο δεν θέτει όρια στον διάλογο. Μιλά για «ὅσον ἔνεστι ταχυτέρας... ἀποσαφηνίσεως», αλλά δεν ορίζει τι θα συμβεί αν η αποσαφήνιση δεν έλθει. Μιλά για «θεολογικόν διάλογον» αλλά δεν διευκρινίζει αν υπάρχουν αδιαπραγμάτευτα σημεία. Η έλλειψη ορίων είναι ιδιαίτερα προβληματική σε ένα κείμενο που απευθύνεται σε θεολογικό επίπεδο: χωρίς κόκκινες γραμμές, ο διάλογος τείνει να γίνει αυτοσκοπός.

7.Το κείμενο υποβαθμίζει την εκκλησιολογία υπέρ της «συνεργασίας». Η σειρά «μυστηρίων, χάριτος, ἱερωσύνης καί ἀποστολικῆς διαδοχῆς» είναι εκκλησιολογικά κρίσιμα ζητήματα, αλλά παρουσιάζονται σαν αντικείμενα «ἀποσαφηνίσεως» — δηλαδή, σαν ζητήματα που δεν έχουν ήδη ξεκαθαριστεί από την Ορθόδοξη παράδοση, αλλά χρειάζονται επαναδιαπραγμάτευση μέσω διαλόγου.


Το Εκκλησιολογικό Παράδοξο

Η αντι-οικουμενιστική κριτική εντοπίζει θεμελιώδη αντίφαση στο κείμενο: από τη μία διακηρύσσεται ότι «ἡ ἑνότης αὐτῆς εἶναι ἀδύνατον νά διαταραχθῇ» (η ενότητα της Εκκλησίας είναι αδύνατον να διαταραχθεί), ενώ από την άλλη γίνεται λόγος για «ἄλλας ἑτεροδόξους χριστιανικὰς Ἐκκλησίας» — δηλαδή ετερόδοξες «Ἐκκλησίες».

Σύμφωνα με την πατερική διδασκαλία, εάν η Εκκλησία είναι μία (Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ), τότε οι εκτός αυτής δεν μπορούν να φέρουν τον τίτλο «Ἐκκλησία» με πλήρη έννοια. Η χρήση του όρου «Ἐκκλησίαι» για τις ετερόδοξες κοινότητες θεωρείται εκκλησιολογική υποχώρηση που παραβιάζει την αυτοσυνειδησία της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

 Η «Ἱστορικὴ Ὀνομασία» ως Ευφημισμός

Η φράση «ἀποδέχεται τὴν ἱστορικὴν ὀνομασίαν» θεωρείται διατύπωση-παράθυρο που επιτρέπει την de facto αναγνώριση αιρετικών κοινοτήτων ως ἐκκλησιολογικῶς νομιμοποιημένων. Η κριτική επισημαίνει ότι η Εκκλησία δεν αποδέχεται «ἱστορικὰς ὀνομασίας» αλλά ἀλήθειαν — και η αλήθεια είναι ότι εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία (Extra Ecclesiam nulla salus).

 Το Ζήτημα των Μυστηρίων

Το κείμενο αναφέρεται στην ανάγκη «ἀποσαφηνίσεως» περὶ «μυστηρίων, χάριτος, ἱερωσύνης καὶ ἀποστολικῆς διαδοχῆς». Η αντι-οικουμενιστική κριτική θεωρεί αυτή την προσέγγιση αποφυγή της σαφοῦς ὁμολογίας. Σύμφωνα με την πατερική παράδοση:

  • Ἅγιος Κυπριανὸς Καρχηδόνος: «Παρὰ δὲ τοῖς αἱρετικοῖς, ἐκκλησία οὐκ ἔστιν» — «παρὰ τοῖς αἱρετικοῖς δὲν ὑπάρχει Ἐκκλησία».

  • Μέγας Βασίλειος (Ἐπιστολὴ πρὸς Ἀμφιλόχιον, Κανόνες 1, 47): Τὸ βάπτισμα τῶν αἱρετικῶν εἶναι ἀνυπόστατο.

  • Ἀποστολικοὶ Κανόνες 46, 47, 50, 68: Καθαιροῦνται οἱ ἐπίσκοποι καὶ πρεσβύτεροι ποὺ δέχονται βάπτισμα ἢ χειροτονία αἱρετικῶν.

Η θέση ὅτι τὰ μυστήρια τῶν αἱρετικῶν εἶναι ἄκυρα καὶ ἀχαρίτωτα («καθ᾽ ἑαυτά») ἀποτελεῖ πάγια διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀναγνώρισή τους ἐξαρτᾶται ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν αἱρετικῶν στὴν Ὀρθοδοξία (κατ᾽ οἰκονομίαν, ὄχι κατ᾽ ἀκρίβειαν).



Συνολική εκτίμηση

Το κείμενο δεν είναι οικουμενιστικό με την έννοια της άμεσης συγχώνευσης, αλλά με την έννοια της δομικής ενσωμάτωσης της οικουμενιστικής λογικής. Διατηρεί ορθόδοξο λεξιλόγιο, αλλά το χρησιμοποιεί σε ένα πλαίσιο όπου:

  • Η συμμετοχή στην Οικουμενική Κίνηση παρουσιάζεται ως θεολογική επιταγή (μέσω του Α’ Κορ. 9,12)
  • Η ονομασία "ετερόδοξες Ἐκκλησίες» αποδέχεται χωρίς επιφύλαξη («ἀποδέχεται τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν»)
  • Η αλήθεια παρουσιάζεται ως «δυναμική μαρτυρία» σε έναν διάλογο, και όχι ως δεδομένη πραγματικότητα που καλεί σε μετάνοια

Η κριτική εστίαση είναι ότι το κείμενο νομιμοποιεί την οικουμενιστική πρακτική χωρίς να θεμελιώνει την οικουμενιστική θεωρία. Δεν εξηγεί γιατί η Ορθόδοξος Εκκλησία πρέπει να συμμετέχει σε οργανισμούς όπου η ετεροδοξία έχει ίση φωνή· απλώς το παρουσιάζει ως δεδομένο. Η «βαθεῖα κρίσις» αναγνωρίζεται αλλά δεν αξιολογείται — δεν λέει αν η κρίση ήταν δικαιολογημένη ή όχι, μόνο ότι δεν εμπόδισε τη συνέχιση της δραστηριότητας.

Αν το κείμενο επιδίωκε να είναι αυστηρά ορθόδοξο, θα έπρεπε τουλάχιστον να: (α) ορίζει αδιαπραγμάτευτα σημεία, (β) θέτει χρονικό όριο ή κριτήρια επιτυχίας του διαλόγου, (γ) διευκρινίζει ότι η «ἱστορική ὀνομασία» δεν συνεπάγεται εκκλησιολογική αναγνώριση. Η απουσία αυτών των στοιχείων καθιστά το κείμενο λειτουργικά οικουμενιστικό, ανεξαρτήτως των οντολογικών του προφυλάξεων στην αρχή.


Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΛΟΙΠΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΚΟΣΜΟΝ (Παράγραφοι 1-5)-Σύντομος θεολογικός σχολιασμός

1.            Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, οὖσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἐν τῇ βαθείᾳ ἐκκλησιαστικῇ αὐτοσυνειδησίᾳ αὐτῆς πιστεύει ἀκραδάντως ὅτι κατέχει κυρίαν θέσιν εἰς τήν ὑπόθεσιν τῆς προωθήσεως τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος ἐντός τοῦ συγχρόνου κόσμου.

2.            Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θεμελιοῖ τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἐπί τοῦ γεγονότος τῆς ἱδρύσεως αὐτῆς ὑπό τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί ἐπί τῆς κοινωνίας ἐν τῇ Ἁγίᾳ Τριάδι καί τοῖς μυστηρίοις. Ἡ ἑνότης αὕτη ἐκφράζεται διά τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς καί τῆς πατερικῆς παραδόσεως καί βιοῦται μέχρι σήμερον ἐν αὐτῇ. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἔχει τήν ἀποστολήν καί ὑποχρέωσιν ἵνα μεταδίδῃ καί κηρύττῃ πᾶσαν τήν ἐν τῇ Ἁγίᾳ Γραφῇ καί τῇ Ἱερᾷ Παραδόσει ἀλήθειαν, ἥτις καί προσδίδει τῇ Ἐκκλησίᾳ τόν καθολικόν αὐτῆς χαρακτῆρα.

3.            Ἡ εὐθύνη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας διά τήν ἑνότητα, ὡς καί ἡ οἰκουμενική αὐτῆς ἀποστολή ἐξεφράσθησαν ὑπό τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Αὗται ἰδιαιτέρως προέβαλον τόν μεταξύ τῆς ὀρθῆς πίστεως καί τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας ὑφιστάμενον ἄρρηκτον δεσμόν.

4.            Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἀδιαλείπτως προσευχομένη «ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως», ἐκαλλιέργει πάντοτε διάλογον μετά τῶν ἐξ αὐτῆς διεστώτων, τῶν ἐγγύς καί τῶν μακράν, ἐπρωτοστάτησε μάλιστα εἰς τήν σύγχρονον ἀναζήτησιν ὁδῶν καί τρόπων τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἑνότητος τῶν εἰς Χριστόν πιστευόντων, μετέσχε τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως ἀπό τῆς ἐμφανίσεως αὐτῆς καί συνετέλεσεν εἰς τήν διαμόρφωσιν καί περαιτέρω ἐξέλιξιν αὐτῆς. Ἄλλωστε, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία χάρις εἰς τό διακρῖνον αὐτήν οἰκουμενικόν καί φιλάνθρωπον πνεῦμα, θεοκελεύστως αἰτούμενον «πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (Α’ Τιμ. 2, 4), ἀείποτε ἠγωνίσθη ὑπέρ ἀποκαταστάσεως τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος. Διό, ἡ Ὀρθόδοξος συμμετοχή εἰς τήν κίνησιν πρός ἀποκατάστασιν τῆς ἑνότητος μετά τῶν ἄλλων Χριστιανῶν ἐν τῇ Μιᾷ, Ἁγίᾳ, Καθολικῇ καί Ἀποστολικῇ Ἐκκλησίᾳ οὐδόλως τυγχάνει ξένη πρός τήν φύσιν καί τήν ἱστορίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ἀποτελεῖ συνεπῆ ἔκφρασιν τῆς ἀποστολικῆς πίστεως καί παραδόσεως, ἐντός νέων ἱστορικῶν συνθηκῶν.

5.            Οἱ σύγχρονοι διμερεῖς θεολογικοί διάλογοι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὡς καί ἡ συμμετοχή αὐτῆς εἰς τήν Οἰκουμενικήν Κίνησιν ἐρείδονται ἐπί τῆς συνειδήσεως ταύτης τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ οἰκουμενικοῦ αὐτῆς πνεύματος ἐπί τῷ τέλει τῆς ἀναζητήσεως, βάσει τῆς ἀληθείας τῆς πίστεως καί τῆς παραδόσεως τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τῆς ἑνότητος ὅλων τῶν Χριστιανῶν

 

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ

Το κείμενο αυτό είναι ένα αριστούργημα εκκλησιαστικής διπλωματίας: λέει στους Ορθόδοξους «μην ανησυχείτε, δεν προδίδουμε την πίστη», ενώ ταυτόχρονα λέει στους άλλους Χριστιανούς «ερχόμαστε να σας ενώσουμε μαζί μας». Αλλά η ουσία είναι ότι ανοίγει την πόρτα σε μια σχέση ισοτιμίας με αιρέσεις — κάτι που για αιώνες θεωρούταν αδιανόητο.

Από αντι-οικουμενιστική σκοπιά, αυτό το κείμενο είναι η αρχή του τέλους: η στιγμή που η Ορθόδοξη Εκκλησία αποφάσισε να παίξει το παιχνίδι του σύγχρονου κόσμου, να γίνει «αποδεκτή» και «διαλεκτική», αντί να μείνει πιστή στη διακονία της αλήθειας — που, όπως έλεγαν οι Πατέρες, δεν χωράει συμβιβασμό με το ψέμα, ούτε για χάρη της «αγάπης».

Τι σημαίνει αυτό το κείμενο στην πράξη;

  1. Πριν, κάποιοι Ορθόδοξοι αμφισβητούσαν αν πρέπει να πάμε. Τώρα, το κείμενο λέει «είναι φυσική συνέχεια».
  2. Αν μιλάς για «ἄλλους Χριστιανούς» και «ἀποκατάσταση της ενότητας», αφαιρείς τον χαρακτηρισμό «αιρετικοί». Αυτό οδηγεί στην αναγνώριση των μυστηρίων τους.
  3. Το κείμενο λέει «βάσει τῆς ἀληθείας τῆς πίστεως» — αλλά αν δεν ορίζεις τι είναι αυτή η αλήθεια, αφήνεις περιθώρια για συμβιβασμούς.Επιτρέπει στην Ορθόδοξη Εκκλησία να παίζει διπλό ρόλο: να λέει στους πιστούς «είμαστε η Μία Εκκλησία» και στους άλλους «είμαστε ανοιχτοί στο διάλογο». Αυτό είναι διπλωματία, όχι θεολογία.

Η γλώσσα των κειμένων αυτών δεν αποτελεί απλώς ένα επικοινωνιακό μέσο, αλλά ένα πεδίο ιδεολογικής και θεολογικής ανασύνθεσης, όπου οι λέξεις λειτουργούν ως ΑΡΧΗ  μιας νέας πραγματικότητας. Μέσω της αντικατάστασης παραδοσιακών εκκλησιαστικών όρων με νέους, επιδιώκεται μια μετατόπιση της ουσίας, μετασχηματίζοντας τον τρόπο με τον οποίο ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται τη δογματική και εκκλησιαστική αλήθεια.

Η διαδικασία αυτή ξεκινά με την αποδόμηση της έννοιας της «αἱρέσεως». Ενώ ο όρος παραδοσιακά δηλώνει την εκούσια απόκλιση από την αλήθεια, το κείμενο χρησιμοποιεί τη φράση «ἐξ αὐτῆς διεστῶτες» (χωρισμένοι από εμάς), μεταθέτοντας το βάρος της ευθύνης. Η αίρεση παύει να είναι μια εσωτερική αποστασία και παρουσιάζεται ως μια απλή «διάσπαση», δημιουργώντας την εντύπωση ότι η Εκκλησία φέρει το μερίδιο της ευθύνης για αυτήν την αποξένωση. Κατά τον ίδιο τρόπο, η έννοια της «επιστροφής» στην Ορθοδοξία αντικαθίσταται από την «ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητος». Εδώ, η έμφαση μετακινείται από την ανάγκη για μετάνοια και ομολογία της αλήθειας σε μια τεχνητή σύγκλιση, σαν να μην υφίστανται δογματικά χάσματα, αλλά απλώς μια διακοπείσα ενότητα που πρέπει να αποκατασταθεί διοικητικά.

Η αλλοίωση συνεχίζεται στο επίπεδο της πίστης και της κοινωνίας. Ο όρος «ὀρθή πίστις» υποβιβάζεται σε «ἀλήθεια τῆς πίστεως», μετατρέποντας μια συγκεκριμένη, οριοθετημένη και σωτηριολογική αλήθεια σε μια αφηρημένη και υποκειμενική έννοια. Αντίστοιχα, η «μυστηριακή κοινωνία», που παραπέμπει στη χειροπιαστή και εκκλησιολογική συμμετοχή στα Μυστήρια, υποκαθίσταται από τη φράση «κοινωνία ἐν τῇ Ἁγίᾳ Τριάδι». Η αλλαγή αυτή μεταθέτει τη συζήτηση από το πεδίο της εκκλησιαστικής πρακτικής και της δογματικής ακρίβειας στο πεδίο μιας θεωρητικής, αόριστης και δυσνόητης θεολογίας, η οποία στερείται της συγκεκριμένης εκκλησιαστικής αναφοράς.

Κορύφωση αυτής της γλωσσικής αναθεώρησης αποτελεί η αντικατάσταση της «καταδίκης των αιρέσεων» από τη λέξη «διάλογος». Η καταδίκη, που λειτουργεί ως το αναγκαίο προστατευτικό τείχος της αλήθειας, βαφτίζεται διάλογος, υπονοώντας ότι η Εκκλησία δεν κατέχει την αλήθεια έναντι του ψεύδους, αλλά απλώς συμμετέχει σε μια ανταλλαγή απόψεων μεταξύ ισότιμων πλευρών. Με αυτόν τον τρόπο, το κείμενο δεν περιγράφει απλώς την πραγματικότητα, αλλά την αναπλάθει, χρησιμοποιώντας τις λέξεις ως εργαλεία για να αποδυναμώσει το ορθόδοξο φρόνημα και να επιβάλει μια νέα, ρευστή αντίληψη περί εκκλησιαστικής ενότητας.

Αυτό το κείμενο δεν είναι απλώς μια «διαφορετική άποψη». Είναι ένα συμβόλαιο υποταγής του ορθόδοξου φρονήματος στη λογική του σύγχρονου κόσμου. Ο σύγχρονος κόσμος λέει:
  • «Όλες οι θρησκείες είναι ίδιες» → Το κείμενο λέει «όλοι οι Χριστιανοί πρέπει να ενωθούν» (αφαιρώντας τις διαφορές).
  • «Ο διάλογος είναι πάντα καλός» → Το κείμενο λέει «πάντοτε καλλιεργούσαμε διάλογο» (ακόμα κι αν ήταν με αιρετικούς).
  • «Η ιστορία εξελίσσεται» → Το κείμενο λέει «νέες ιστορικές συνθήκες» (η παράδοση αλλάζει).
  • «Η ταυτότητα είναι ρευστή» → Το κείμενο λέει «οἰκουμενικόν πνεῦμα» (η Ορθοδοξία δεν είναι πια «ορθή δοξασία», αλλά «οικουμενικό πνεύμα»).
Το κείμενο αυτό, από αντι-οικουμενιστική σκοπιά, δεν είναι απλώς λάθος — είναι επικίνδυνο. Γιατί δεν λέει ξεκάθαρα «προδίδουμε την πίστη». Λέει «προσαρμόζουμε την πίστη». Και αυτή η προσαρμογή, σιγά-σιγά, οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα: την απώλεια της ορθόδοξης ταυτότητας, όχι με βίαιο τρόπο, αλλά με λογοκλοπία, υποκρισία και ιστορική αναθεώρηση.

Όπως έλεγε ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Οἱ αἱρετικοὶ οὐκ ἀρνοῦνται τὸ ὄνομα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ τὴν οὐσίαν» — οι αιρετικοί δεν αρνούνται το όνομα της Εκκλησίας, αλλά την ουσία. Αυτό το κείμενο κρατάει το όνομα, χάνει την ουσία.

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Το Κείμενο της Κολυμπάριας Συνόδου: «Το Αυτόνομον και ο τρόπος ανακηρύξεως αυτού»

Η  Σύνοδος της Κρήτης, (2016) επιχείρησε να κωδικοποιήσει τον θεσμό του Αυτονόμου. Παρά την επιφανειακή κανονική οργάνωση, το κείμενο πάσχει από βαθιές θεολογικές και εκκλησιολογικές αντιφάσεις, οι οποίες υπονομεύουν την ορθόδοξη παράδοση και εισάγουν μια μορφή «εκκλησιαστικού συγκεντρωτισμού» που είναι ξένη  προς το συνοδικό πολίτευμα της Εκκλησίας.

 

Βασικά Σημεία Κριτικής

1. Η Αλλοίωση της Συνοδικότητας και ο «Πατριαρχικός Συγκεντρωτισμός»

Το υπό εξέταση κείμενο αναδεικνύει μια κρίσιμη θεολογική και κανονική αντιπαράθεση σχετικά με τη δομή της Ορθόδοξης Εκκλησίας, εστιάζοντας στην ένταση μεταξύ της διοικητικής αυτονομίας των τοπικών Εκκλησιών και του ρόλου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η διαπίστωση ότι, ενώ το Άρθρο 2 ορίζει την ανακήρυξη του Αυτονόμου ως «αποκλειστική αρμοδιότητα της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας», η πρακτική εφαρμογή των διατάξεων υπονομεύει τη συνοδική αρχή. Η επιμονή, για παράδειγμα, στην υποχρεωτική αναφορά στον Οικουμενικό Πατριάρχη για την επίλυση διαφορών (Άρθρο 2.6) εισάγει μια υπερ-τοπική αυθεντία που, κατά τους επικριτές, αγγίζει τα όρια του «Πρωτείου εξουσίας», ξένου προς την παραδοσιακή ορθόδοξη εκκλησιολογία.

Η προβληματική αυτή αποτυπώνεται σε τρεις βασικούς άξονες:

  • Ανακήρυξη Αυτονόμου: Παρά την αναγνώριση της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Μητέρας Εκκλησίας, η διαδικασία αυτή συχνά αγνοεί την αναγκαία πανορθόδοξη συναίνεση, η οποία αποτελεί την ασφαλιστική δικλείδα για την αποφυγή σχισμάτων.
  • Διαχείριση της Διασποράς: Η απαγόρευση ίδρυσης Αυτονόμων Εκκλησιών στις περιοχές της Διασποράς περιορίζει σημαντικά την ιεραποστολική δυναμική και δεν ανταποκρίνεται στις επείγουσες ποιμαντικές ανάγκες των τοπικών κοινοτήτων που αναπτύσσονται εκτός των παραδοσιακών ορίων.
  • Επίλυση Διαφορών: Η θεσμοθέτηση του Οικουμενικού Πατριάρχη ως μοναδικού κριτή για την επίλυση διαφορών θεωρείται ότι υπονομεύει την ισότητα των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών και παραγκωνίζει την αυθεντία που οφείλει να έχει μια Πανορθόδοξη Σύνοδος.

Συνολικά, το κείμενο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο «Πατριαρχικός Συγκεντρωτισμός», όπως διαφαίνεται μέσα από τις συγκεκριμένες διατάξεις, ενέχει τον κίνδυνο αλλοίωσης του συνοδικού συστήματος, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από τη συλλογική ευθύνη των Εκκλησιών σε μια μονομερή διοικητική υπεροχή.

 

2. Η Έννοια της «Μερικής Ανεξαρτησίας»

Ο ορισμός του Αυτονόμου ως «σχετικής ή μερικής ανεξαρτησίας» (Άρθρο 1) είναι θεολογικά ασαφής. Στην Εκκλησία του Χριστού, κάθε τοπική σύναξη γύρω από τον Επίσκοπο είναι η «πλήρης Εκκλησία». Η εισαγωγή βαθμίδων «εξάρτησης» μετατρέπει το εκκλησιαστικό σώμα σε μια διοικητική πυραμίδα, θυμίζοντας περισσότερο κοσμικά κράτη ή το ρωμαιοκαθολικό μοντέλο παρά το σώμα του Χριστού.

 

3. Η Υποβάθμιση του «Πρώτου» της Αυτόνομης Εκκλησίας

Το γεγονός ότι ο Πρώτος της Αυτόνομης Εκκλησίας δεν αναγράφεται στα Δίπτυχα (Άρθρο 3.2) και μνημονεύει μόνο τον Προκαθήμενο της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας (Άρθρο 3.1), υποδηλώνει μια υποτίμηση της τοπικής εκκλησιαστικής οντότητας. Αν μια Εκκλησία είναι ώριμη για Αυτονομία, η λειτουργική της έκφραση θα έπρεπε να αντανακλά αυτή την ωριμότητα και όχι να την καταστέλλει.

 

«Ο θεσμός του Αυτονόμου δεν πρέπει να λειτουργεί ως μέσο ελέγχου και χειραγώγησης τοπικών Εκκλησιών από τα πατριαρχικά κέντρα, αλλά ως στάδιο προς την πλήρη πνευματική καρποφορία.» [1]

 

4. Το Ζήτημα της Διασποράς

Η ρητή απαγόρευση ίδρυσης Αυτονόμων Εκκλησιών στη Διασπορά (Άρθρο 2.5) αποτελεί μια «κανονική αιχμαλωσία» των νέων χωρών. Αντί η Εκκλησία να ευλογεί την αυτοοργάνωση των πιστών σε νέα εδάφη, επιβάλλει μια αιώνια εξάρτηση από «μητέρες» Εκκλησίες που συχνά βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, εξυπηρετώντας εθνικιστικά ή πολιτικά συμφέροντα παρά την πνευματική ανάγκη των πιστών.

Συμπεράσματα

Το κείμενο για το Αυτόνομο, όπως εγκρίθηκε στην Κρήτη, στερείται της «πνοής του Αγίου Πνεύματος» που χαρακτηρίζει τους ιερούς κανόνες. Είναι ένα κείμενο διοικητικής διεκπεραίωσης και ισορροπίας δυνάμεων.


1        Εκκλησιολογικός Μινιμαλισμός: Περιορίζει την Εκκλησία σε νομικούς όρους.

2        Γεωπολιτική Σκοπιμότητα: Προστατεύει τα όρια των παλαιφάτων Πατριαρχείων εις βάρος της ιεραποστολής.

3        Θεολογική Ασάφεια: Δεν ορίζει με σαφήνεια τη σχέση Χριστολογίας και Εκκλησιολογίας στον θεσμό του Αυτονόμου.

 

Η «σκληρή» αυτή κριτική καταλήγει στο ότι το κείμενο χρειάζεται ριζική αναθεώρηση, ώστε να υπηρετεί την ενότητα της Εκκλησίας εν ελευθερία και όχι την ενότητα μέσω επιβολής.

 

 

 

Πηγες

[1] Official Documents of the Holy and Great Council [2] Critique of the documents by Metropolitan Hierotheos of Nafpaktos [3] Russian Orthodox Church Biblical-Theological Commission Analysis


Περί της καλουμένης ‘’πλήρους’’ κοινωνίας με τον Παπισμό


Του Β. Χαραλάμπους, θεολόγου
______________
Αν κάποιος παρακολουθούσε γνωστούς διαδικτυακούς ιστότοπους  Παπικών, θα διεπίστωνε χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, ότι προωθούσαν ή μάλλον απεδέχοντο μια δυαρχία, με παράλληλες δομές σε Δύση και Ανατολή, όπως φυσικά την εννοούν αυτοί.  Έτσι θα απεφεύγετο γι’ αυτούς το εμπόδιο της Συνοδικότητας και θα επέβαλλαν αλλοτρόπως το παπικό εξουσιαστικό πρωτείο και δι’ αυτού το ενισχύον αυτό ‘’αλάθητο’’.  Τέτοιες αναφορές επιβάλλουν μια πρακτική παράλληλης ‘’συνύπαρξης’’ χωρίς να χρειάζεται να εγκαταλείψουν αυτά τα οποία έγιναν αιτία αποκοπής των από την Μία Αγία Εκκλησία. 
 
Να θυμίσουμε αυτό το οποίο ανεφέρετο σε άρθρο του Gianni Valente στη La Stampa (Vatican insider), ημερομηνίας 9 Δεκεμβρίου 2014, το οποίο τιτλοφορείτο «Ιωάννης Περγάμου: το Φανάρι σε μια ‘’προκαταβολή’’ για την πλήρη κοινωνία»  (Ioannis di Pergamo: al Fanar un “anticipo” della piena comunione), όπου γινόταν αναφορά στην Παπική ‘’’μεγαλοκαρδία’’, με τον τονισμό, «Η Καθολική Εκκλησία  ‘’δεν προτίθεται να επιβάλει καμιά υποχρέωση’’ για να φτάσουμε στην πλήρη κοινωνία με τους Ορθόδοξους Χριστιανούς».
 
‘’Δυνατά τα λόγια αυτά του Πάπα Φραγκίσκου’’, ήταν ο χαρακτηρισμός από τον μακαριστό Μητροπολίτη  Περγάμου Ιωάννη για τις δηλώσεις αυτές.  ‘’Αυτά τα λόγια, που διατυπώνονται από ένα Πάπα, είναι πολύ δυνατά και είναι σίγουρα ένα μεγάλο βήμα προς τα εμπρός και ότι οι Ορθόδοξοι θα το εκτιμήσουν. Επειδή για πολλούς αιώνες οι Ορθόδοξοι πίστευαν ότι ο Πάπας ήθελε να τους υποτάξει. Και τώρα βλέπουμε ότι αυτό δεν είναι αλήθεια’’. 
 
Δεν αποτελεί ακρότητα ή φανατισμό να πούμε αυτό αποτελεί αναλήθεια.  Η όποια  αβρότητα εκ μέρους του Πάπα Φραγκίσκου, δεν μπορούσε να αποτελέσει επιχείρημα το οποίο να αναιρεί μια πικρή πραγματικότητα από του σχίσματος του 1054 μ.Χ. έως σήμερα.    
 
 
Ο Gianni Valente στο άρθρο του, ανέφερε τότε τα ακόλουθα : «Ειδικά όταν είπε ο Πάπας ότι για να επιτευχθεί ο στόχος της πλήρους ενότητας με τους Ορθόδοξους Χριστιανούς, «η Καθολική Εκκλησία ‘’δεν προτίθεται να επιβάλει καμιά υποχρέωση’’ για να φτάσουμε στην πλήρη κοινωνία με του Ορθόδοξους Χριστιανούς», ο Σεβ. Περγάμου χαρακτήρισε ως δυνατά αυτά τα λόγια που είπε ο Πάπας στο Φανάρι. 
 
Ακολούθως ο  Σεβ. Περγάμου, ανέφερε ότι ‘’είναι σημαντικό να μοιράζονται την ίδια Πίστη. Το μόνο θεμέλιο της ενότητας μας είναι η ομολογία της ίδιας Πίστης’’, και ότι «το ζήτημα είναι να επισημάνουμε τι είναι η ίδια Πίστη που πρέπει να ομολογήσουμε μαζί, για να ζήσουμε σε πλήρη κοινωνία’’. 
 
Τα περί ομολογίας της ίδιας Πίστης, τα οποία ανέφερε ο μ. Περγάμου είναι ορθότατα, αλλά δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε την αναφορά του ‘’για να ζήσουμε σε πλήρη κοινωνία’’.   Αυτό σαφέστατα ότι ζούμε μαζί, αλλά όχι σε πλήρη κοινωνία.  Αυτό δυστυχώς αποτελεί θεώρημα και άλλων Ορθοδόξων Κληρικών και λαϊκών θεολόγων, οι οποίοι αναγνωρίζουν εκκλησιαστικότητα στον Παπισμό.    
 
Και κατόπιν ο αρθρογράφος Gianni Valente ρώτησε τα ακόλουθα : ‘’Ποια κριτήρια πρέπει να ακολουθηθούν;’’  Στο ερώτημα τούτο, ιδού η απάντηση του Σεβ. Περγάμου : ‘’Για μας του Ορθοδόξους η κοινή Πίστη που επιτρέπει την πλήρη μυστηριακή κοινωνία είναι αυτή των Επτά Οικουμενικών Συνόδων της πρώτης χιλιετίας’’. 
 
Η αναφορά μεμονωμένα στην ‘’πρώτη χιλιετία’’ δημιουργεί στρεβλές εντυπώσεις.  «Η Εκκλησιαστική μας Παράδοση, είναι η εν Αγίω Πνεύματι ζωή της Εκκλησίας», αναφέρει ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, και η Εκκλησιαστική μας Παράδοση δεν έχει διακοπεί ποτέ.  Η Εκκλησία είναι Μία και μοναδική και αυτή είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία μας. 
 
Ο αρθρογράφος Gianni Valente  έπειτα έκανε αναφορά στα λόγια του  Πάπα Φραγκίσκου, κατά την επιστροφή του από την Κωνσταντινούπολη, ο οποίος τόνισε ότι, ‘’αν πρέπει να περιμένουμε τους θεολόγους να συμφωνήσουν, δεν θα έρθει ποτέ εκείνη η μέρα’’.  
 
Και η απάντηση του μ. Μητροπολίτη  Περγάμου Ιωάννη ήταν η εξής :  ‘’Ναι, αυτό μπορεί να είναι αλήθεια. Αλλά την ίδια στιγμή, γνωρίζουμε από την ιστορία ότι η θεολογία έχει διχάσει την Εκκλησία. Έτσι και τώρα η θεολογία θα βοηθήσει στην ανασκευή και να ενταχθούν στην Εκκλησία. Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τις θεολογικές διαφωνίες που οδήγησαν στη διαίρεση της Εκκλησίας’’. 
 
Αξίζει να αναφερθεί παρενθετικά ότι σε παλαιότερο άρθρο του ο Gianni Valente, στις 26 Φεβρουαρίου 2014 με τίτλο «Μητροπολίτης Ιωάννης Ζηζιούλας, ‘’Κίνδυνος αποτυχίας θεολογικού διαλόγου με τους Καθολικούς’’», ο μ. Περγάμου είχε εκφράσει την ίδια ανησυχία για αποτυχία του διαλόγου.
 
Η Εκκλησία παραμένει στην αληθινή Πίστη και στα πατροπαράδοτα δόγματά της Εκκλησίας, καθώς και στο απαραχάρακτο Σύμβολο της Πίστεως. Η Εκκλησία είναι Μία και Μοναδική.  Δεν είναι διηρημένη με δύο παράλληλες ιεραρχικές δομές, όπως κάποιοι φρονούν. 
 
Στην ερώτηση του αρθρογράφου Gianni Valente,  ‘’αν η Πανορθόδοξη Σύνοδος, η οποία θα συγκαλείτο το 2016 θα ασχολείτο και με αυτά που αφορούν την ‘’Καθολική Εκκλησία’’ (Παπισμό)’’, η απάντηση ήταν ως εξής : ‘’Ίσως αλλά μόνο σε γενικές γραμμές. Θα είναι μια ευκαιρία να εκτιμήσουν τα μεγάλα βήματα που έχουν γίνει. Αλλά δεν νομίζω ότι θα ασχοληθούν με αυτό. Η προσοχή θα επικεντρωθεί κυρίως στα εσωτερικά προβλήματα της Ορθοδοξίας’’.
 
Στην ερώτηση-αναφορά ότι «Η τελευταία σύνοδος του θεολογικού διαλόγου μεταξύ ‘’Καθολικών’’ και Ορθοδόξων είχε πενιχρά αποτελέσματα, ειδικά με το γεγονός ότι προέκυψαν διαιρέσεις μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Πώς το εξηγείτε;», η απάντηση ήταν ως εξής : «Είναι σημαντικό ότι οι Ορθόδοξοι είναι ενωμένοι μεταξύ τους. Δυστυχώς βλέπω ότι κάποιοι Ορθόδοξοι επιστρέφουν στην παλιά πολεμική εναντίον της Καθολικής Εκκλησίας και του Παπισμού. Και αυτό σίγουρα δεν βοηθά».
 
Δεν είναι ορθό να διαγράφεται η «εν Αγίω Πνεύματι ζωή της Εκκλησίας».  Δεν πρέπει  να περιθωροποιείται και να καθίσταται δευτερεύουσα η δογματική διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, αλλά και οι τόσες άλλες διαφορές με τον Παπισμό.
 
H Εκκλησία είναι Μία και είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία.  Η Μία Αγία Καθολική Εκκλησία, η Ορθόδοξη δηλαδή Εκκλησία δεν βρίσκεται σε μερική κοινωνία με τον Παπισμό και ως εκ τούτου να αναμένεται και η πλήρης κοινωνία με αυτόν.

Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

ΟΣΙΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ."ΕΝ ΟΝΟΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΚΑΜΙΑ ΑΠΟΚΛΙΣΗ, ΚΑΜΙΑ ΕΚΧΩΡΗΣΗ. ΑΚΡΙΒΕΙΑ!"


 

Εν ονόματι της Εκκλησίας και των θεανθρωπίνων αγιασμάτων και αληθειών δεν μπορεί να λάβει χώρα κανένας συμβιβασμός. Η αποστολική και αγιοπατερική πιστότητα σε κάθε δικό της, αποτελεί τον κορυφαίο κανόνα στην σχέση μας έναντι της Εκκλησίας. Η πιστότητα σημαίνει ακρίβεια. Κανενός είδους αμαρτίες δεν επιτρέπεται να ευλογούνται, κανενός είδους πράγματα, τα οποία θα κατέλυαν την Αλήθεια, την Παν-αλήθεια της Εκκλησίας, το θεανθρώπινο είναι της, δεν πρέπει να γίνονται. Στην Εκκλησία τα πάντα είναι θεανθρώπινα: το είναι, η ζωή, τα μέσα, ο στόχος, η αθανασία, η αιωνιότητα. Εδώ δεν χωρεί καμία «οικονομία», καθαρά ανθρώπινη, ουμανιστική και χομινιστική, γιατί τούτο θα αποτελούσε αποχώρηση από την θεανθρώπινη Αλήθεια της Εκκλησίας, από την θεανθρώπινη αποστολικότητα, αγιότητα, ενότητα και καθολικότητά της.

 

Αυτήν την θεανθρώπινη αλήθεια και πραγματικότητα, αποστολικώς, θεόσοφα ομολογεί ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο οποίος δηλώνει: «Οι ορθόδοξοι απορρίπτουμε την κάθε αίρεση και αποδεχόμαστε όλες τις αναγνωρισμένες Οικουμενικές Συνόδους και Τοπικές Συνόδους, όπως και τους οριζόμενους από αυτές κανόνες. Γιατί δεν είναι πλήρως, αλλά κατά το ήμισυ ορθόδοξος εκείνος ο οποίος θεωρεί πως κατέχει την ορθή πίστη και δεν καθοδηγείται από τους θείους κανόνες»[Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,25, PG99,989Α]. «Υπάρχουν οι θείοι νόμοι και κανόνες, που καθοδηγούν τον κάθε ευσεβή άνθρωπο, σε αυτούς δεν πρέπει να προσθέσουμε, ούτε και να αφαιρέσουμε κάτι»[ Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,27, PG99,996Α]. Υποστηρίζοντας την ομολογιακή του μάχη, ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης γράφει: «Δεν είμαστε έκπτωτοι της Εκκλησίας του Θεού. Αν και υπόλογοι για πολλές άλλες αμαρτίες, εντούτοις αποτελούμε ένα σώμα με αυτήν –την Εκκλησία- ανατραφήκαμε με τα θεία δόγματα και πασχίζουμε να τηρήσουμε τους κανόνες και τις διαταγές της»[Θεοδώρου του Στουδίτου, Επιστολαί 1,28, PG99,997D].

 

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Είμαστε κατά πάντα ορθόδοξοι, απορρίπτουμε την κάθε αίρεση και αποδεχόμαστε κάθε αναγνωρισμένη σύνοδο οικουμενική και τοπική, και τηρούμε με ακρίβεια τους προβλεπόμενους από αυτές κανόνες και διατάξεις. Επειδή δεν τηρεί επακριβώς τον λόγο της αληθείας εκείνος ο οποίος θεωρεί πως κατέχει την ορθή πίστη και δεν καθοδηγείται από τους θείους κανόνες. Εκτός τούτου, ασπαζόμαστε και την νόμιμη, κατά καιρούς, χρησιμοποιουμένη εκ μέρους των αγίων, οικονομία»[Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 30, PG 99, 1005D].

«Ο Βασιλέας σύναψε παράνομο γάμο, γάμο μοιχείας. Εκείνοι που δεν υποτάσσονται στον Κύριο, το ονομάτισαν αυτό παραβίαση των νόμων και του Ευαγγελίου, σωτηριοφόρο για την Εκκλησία του Θεού δια της οικονομίας» [Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 34, PG 99, 1024A].«Επιτρέποντας τον παράνομο γάμο του βασιλέως και δικαιολογώντας τη μοιχεία χάριν της οικονομίας, δεν έγινε τίποτε άλλο από την αλλοίωση της αληθείας, ονομάζοντάς την ‘’οικονομία’’. Το να προτάσσεις την επιθυμία του βασιλέως στο θέλημα του Θεού, αυτό είναι η κατάλυση της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Με τον τρόπο αυτόν επιτελείται η εκ του Αντιχρίστου κατάλυση του κόσμου· ως εκ τούτου εκείνο που σε αυτά ο σατανάς ονόμασε ‘’οικονομία’’, δικαιολογημένα χαρακτηρίζεται πρόδρομος του Αντιχρίστου» [Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 34, PG 99, 1025BC]. «Δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των θείων κανόνων και του Ευαγγελίου του Χριστού, είναι το ίδιο. Εξ αυτού και ο Μέγας Βασίλειος και οι όμοιοί του Άγιοι δέχθηκαν αυτούς τους κανόνες ως αποστολικούς και τους τηρούσαν, μην αλλοιώνοντάς τους στο παραμικρό, παρά συμπληρώνοντάς τους κατά τις ανάγκες» [Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 36, PG 99, 1037AB]. «Οι καταπατητές αυτών των θείων κανόνων θεωρούν την καταπάτησή τους ιερή οικονομία»[ Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 36, PG 99, 1033C]. «Δεν είναι επιτρεπτό ούτε στην τοπική Εκκλησία μας ούτε σε άλλη, να πράξουν οτιδήποτε αντίθετο με τους ορισθέντες νόμους και κανόνες»[ Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 24, PG 99, 985D-988A].

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΤΡΙΑΔΑ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ

Ο Άγιος Θεόδωρος θεοσόφως θεωρεί και ομολογεί: «Η Εκκλησία βρίσκεται ν τ ληθεί και στη βίωση αυτής και στο κήρυγμά της και στην ομολογία της. Η Εκκλησία του Θεού μπορεί να συγκροτείται ακόμη και από τρεις ορθοδόξους πιστούς»[Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 39, PG 99, 1049B]. Ο Άγιος Θεόδωρος, άγιος θεανθρωπίνης πίστεως χερουβικώς φλεγομένης, παρέμεινε πάντοτε πιστός έως τέλους στη θεανθρώπινη αλήθεια και ποτέ και για κανέναν λόγο δεν εξετράπη από την αυστηρή ακρίβειά της»[Μιχαήλ μοναχού, Βίος κα Πολιτεία το σίου πατρς μν κα μολογητο Θεοδώρου το τν Στουδίων γουμένου, PG 99, 157C]. «Αφού δόθηκε ολοκληρωτικά στον Κύριον Ιησού Χριστό, ποτέ δεν υποχώρησε στις συγκυρίες, ούτε προσέγγισε τις εξουσίες του κόσμου έστω το παραμικρό»[ Μιχαήλ μοναχού, ό.π., PG 99, 157D-160A]. Ο ατρόμητος Ομολογητής απευθύνθηκε στον μοιχό βασιλέα λέγοντας: «Βασιλιά, πρέπει να μετανοήσεις για την τελεσθείσα αμαρτία και να μην αφήσεις το κακό χωρίς γιατρειά». Στον εικονομάχο βασιλέα αποστολικά και χωρίς φόβο λέει: «Βασιλιά, πώς τόλμησες να διαταράξεις και να συγκλονίσεις την Εκκλησία του Χριστού, η οποία πορεύεται εν ειρήνη;[…]. Τα της Εκκλησίας ανήκουν στους ιερείς και στους διδασκάλους, ενώ στον βασιλέα ανήκουν οι εξωτερικές, πολιτικές υποθέσεις» [Μιχαήλ μοναχού, ό.π., PG 99, 173D· 176A· 181D]

 

ΕΥΧΕΣΘΕ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΑΙΡΕΤΙΚΩΝ

Η Εκκλησία αποτελεί τη σάρκωση και την εικόνα της Παναλήθειας, ήτοι του Θεού Λόγου. Αυτός είναι ο ευαγγελισμός της (Παν-ευαγγελισμός). Το Ευαγγέλιο «οκ στι κατ νθρωπον»[Γαλ. 1, 11], αλλά κατά τον Θεάνθρωπο. Αυτό οφείλουμε να ομολογούμε διά των ιερών μυστηρίων, δι’ αυτού και χάριν αυτού να ζούμε αθάνατα και αιώνια και αυτή είναι η ορθή πίστη, η των Αποστόλων, η αγιοπατερική, η θεανθρώπινη, η ορθόδοξη πίστη. Ό,τι αλλοιώνει, παραχαράσσει, σακατεύει αυτήν τη θεανθρώπινη πίστη είναι αίρεση.

Όλος σε τούτη την πίστη ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ομολογιακά αναφέρει: «Εμείς, στηριζόμενοι στην αποστολική διδασκαλία και σε εκείνη των αγίων Πατέρων μας, αφού και εκείνοι συμφώνως με τους Αποστόλους ομιλούν, αποφεύγομε την κοινωνία με τους αιρετικούς και με τους παρασυρομένους από αυτούς αποστάτες και τηρούμε την ακριβή πίστη, στην οποία στεκόμαστε «κα καυχώμεθα π’ λπίδι τς δόξης το Θεο»[ Ρωμ. 5, 2], τηρώντας τους κανόνες και όλες τις υπόλοιπες τελειοποιήσεις, ώστε να καταστούμε «τέλειοι κα λόκληροι, ν μηδεν λειπόμενοι»[ Ιακ. 1, 4] — «κα ερήνη το Θεο περέχουσα πάντα νον φρουρήσει τς καρδίας μν κα τ νοήματα μν ν Χριστ ησο»[ Φιλιπ. 4, 7]»[ Θεοδώρου Στουδίτου, Μικρ Κατήχησις 97, ργα τ. 2, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 248].

«Ο κάθε ορθόδοξος κατά πάντα, σε κάθε του πράξη, αν όχι και σε λόγο, να αναθεματίζει τον κάθε αιρετικό»[ Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 49, PG 99, 1088B.. «Ο ναός που βεβηλώθηκε από τους αιρετικούς δεν είναι ιερός ναός του Θεού, παρά ένα κοινό κτίσμα, όπως αναφέρει ο Μέγας Βασίλειος, επειδή ο ευρισκόμενος εν αυτώ άγγελος, ο παρών σε κάθε Εκκλησία, έφυγε από αυτόν. Εξ αυτού και η θυσία, που τελείται σε αυτόν δεν γίνεται δεκτή από τον Θεό»[ Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 1, 80, PG 99, 1320Β].

«Ο Κύριος Ιησούς Χριστός απαγορεύει τους πολέμους, τις αιματοχυσίες και τους φόνους. Γι’ αυτό ούτε και τους αιρετικούς πρέπει να φονεύουμε. Και όχι μόνον δεν είναι επιτρεπτό να φονευθούν, αλλά δεν μας επιτρέπεται να ευχόμαστε το κακό τους. Αντιθέτως, πρέπει να ευχόμαστε υπέρ αυτών όπως ο Ίδιος ο Κύριος το κατέδειξε κατά την σταυρική Του θυσία,λέγοντας:«Πάτερ, φες ατος· ο γρ οδασι τί ποιοσι”»[Λουκ.23,34]»[Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 2, 155 (Θεοφίλ τς φέσου), PG 99, 1484AC]. «Η Εκκλησία δεν εκδικείται με μάχαιρα»[Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 2, 155 (Θεοφίλ τς φέσου), PG 99, 1485C]. «Ναι, δεν ταιριάζει στην Εκκλησία του Θεού να εκδικείται με μαστιγώσεις, με διωγμούς και φυλακίσεις. Ο εκκλησιαστικός νόμος κανέναν δεν απειλεί, ούτε με ξίφος, ούτε με μαστίγιον»[Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολή 94 (Λέοντι ρωματοπράτ), στο Theodori Studitae Epistulae, τ. 2, κδ. Fatouros, Βερολίνο 1992, σ. 215].

«Ο άρτος των αιρετικών δεν είναι σώμα του Χριστού» [Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολαί 2, 197 (Δωροθέ τέκν), PG 99, 1597A]. «Για τους χριστιανούς είναι απαραίτητο να προσεγγίζουν ο ένας τον άλλο με αγάπη, ιδιαίτερα, όταν το σώμα του Χριστού (δηλ. η Εκκλησία) κόβεται από τον διάβολο με το ξίφος της αιρέσεως»[ Θεοδώρου Στουδίτου, πιστολή 338 (Κωνσταντίν), στ Theodori Studitae Epistulae, τ. 2, εκδ. Fatouros, Βερολίνο 1992, σ. 479].

 

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

 

επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

 

ΠΗΓΗ: Αγίου Ιουστίνου του Τσέλιε(Πόποβιτς), Δογματική Ορθόδοξη φιλοσοφία της αληθείας, Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπεδίου, έκδοση 3η, 2022, σελίδες 674-678.-ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΣ