ΣΧΕΤΙΚΑ https://fosfanariou.gr/index.php/2026/01/18/ecum-prosefxi-stin-koinotita-stavrodromiou/
Σχολια
Η λεγόμενη «Οικουμενική Προσευχή για την ενότητα των
Χριστιανών» που τελέστηκε στην Κοινότητα Σταυροδρομίου αποτελεί σαφή έκφραση οικουμενιστικού
φρονήματος. Η συμπροσευχή με ετερόδοξους εντός ορθοδόξου ναού δεν είναι
ουδέτερη πράξη, αλλά έμπρακτη δήλωση εκκλησιολογίας, σύμφωνα με την
οποία η αλήθεια της Εκκλησίας παρουσιάζεται ως κατακερματισμένη.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία, όμως, δεν γνωρίζει «πολλές εκκλησίες»,
ούτε αναζητεί ενότητα που δήθεν απώλεσε. Όπου υπάρχει κοινή προσευχή,
υπονοείται κοινή πίστη. Και όταν η πίστη δεν είναι κοινή, η προσευχή
μετατρέπεται σε πηγή σύγχυσης και όχι μαρτυρίας αληθείας
Η τελεσθείσα «Οικουμενική Προσευχή για την ενότητα των
Χριστιανών» δεν αποτελεί απλώς ένα ατυχές ποιμαντικό γεγονός, αλλά έκφραση
βαθείας εκκλησιολογικής παρεκτροπής, η οποία προσβάλλει ευθέως την ορθόδοξη
αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας.
Η Ορθόδοξος Εκκλησία δεν αναζητεί ενότητα, διότι ουδέποτε
απώλεσε την ενότητά της. Η ενότητα είναι ιδιότητα της Εκκλησίας, όχι στόχος
διαλόγου. Όσοι εξήλθαν της Εκκλησίας διά σχισμάτων και αιρέσεων, εκείνοι
καλούνται να επιστρέψουν, όχι η Εκκλησία να συμπροσεύχεται μαζί τους ως να
επρόκειτο περί ισοτίμων εκκλησιαστικών σωμάτων.
Η συμπροσευχή με αιρετικούς και σχισματικούς απαγορεύεται
ρητώς από τους Ιερούς Κανόνες (π.χ. Κανών 10ος και 45ος των Αγίων
Αποστόλων), όχι από μισαλλοδοξία, αλλά διότι η προσευχή είναι ομολογία
πίστεως. Όπου υπάρχει κοινή προσευχή, τεκμαίρεται κοινή πίστη. Εδώ όμως δεν
υπάρχει κοινή πίστη, αλλά ασυμβίβαστες δογματικές αντιλήψεις περί
Εκκλησίας, Χάριτος, Μυστηρίων και σωτηρίας.
Η παρουσία και ενεργός συμμετοχή Ρωμαιοκαθολικών,
Μονοφυσιτών, Προτεσταντών και λοιπών ετεροδόξων εντός ορθοδόξου ναού, με
ανάγνωση Αγίας Γραφής και απεύθυνση δεήσεων, συνιστά πρακτική εφαρμογή της
θεωρίας των “κλάδων”, ήτοι της αιρέσεως ότι η Μία Εκκλησία δήθεν
κατακερματίζεται σε επιμέρους ομολογίες. Η θεωρία αυτή έχει καταδικασθεί κατ’
επανάληψιν από την ορθόδοξη πατερική παράδοση.
Η επίκληση του αποστολικού χωρίου «ἓν σῶμα
καὶ ἓν Πνεῦμα»
υπό τις παρούσες συνθήκες δεν αποτελεί απλώς θεολογική αστοχία, αλλά κατάχρηση
της Αγίας Γραφής, διότι το «ἓν
σῶμα» δεν είναι
διαθρησκειακό ή διαχριστιανικό κατασκεύασμα, αλλά η Μία Εκκλησία, η οποία ζει
και αναπνέει μέσα στην Ορθόδοξη Πίστη και τη Θεία Ευχαριστία.
Η μετατροπή της Εκκλησίας σε χώρο «συνάντησης ομολογιών» και
η αντικατάσταση της μαρτυρίας της αληθείας με διπλωματικές χειρονομίες «καλής
θελήσεως» οδηγεί αναπόφευκτα σε εκκλησιολογικό μηδενισμό. Η αγάπη χωρίς
αλήθεια δεν σώζει· απλώς καθησυχάζει συνειδήσεις.
Οι Άγιοι Πατέρες δεν συμπροσευχήθηκαν με τους αιρετικούς·
τους κάλεσαν σε μετάνοια. Οι Οικουμενικές Σύνοδοι δεν αναζήτησαν συναινετικές
διατυπώσεις· εκήρυξαν δόγματα. Η Εκκλησία δεν οικοδομήθηκε πάνω σε
«διαλόγους», αλλά πάνω σε ομολογητές και μάρτυρες.
Κάθε «ενότητα» που δεν περνά από την κοινή πίστη, την
αποκήρυξη της πλάνης και την επιστροφή στην Ορθοδοξία, δεν είναι ενότητα εν
Χριστώ, αλλά ειρηνική συνύπαρξη εν τη πλάνη.
Και αυτή η σύγχυση, όσο ευσεβές προσωπείο κι αν φορεί, δεν
προέρχεται εκ του Αγίου Πνεύματος.
-------------------------------------------------------------------------------------
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου