Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου
Τα Θεοφάνια συνιστούν μία από τις κορυφαίες θεολογικές
στιγμές του εκκλησιαστικού έτους, διότι σε αυτά συμπυκνώνεται ολόκληρη η
αποκαλυπτική, σωτηριολογική και κοσμολογική δυναμική της ενανθρωπήσεως του
Λόγου. Η εορτή δεν αφορά απλώς ένα επιμέρους γεγονός της ζωής του Χριστού, αλλά
αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο ο Θεός ενεργεί μέσα στην ιστορία και τον
τρόπο με τον οποίο η κτίση καλείται να μετάσχει στη ζωή του Θεού. Για τον λόγο
αυτό, η Ορθόδοξη Εκκλησία αποδίδει στα Θεοφάνια χαρακτήρα βαθύτατα τριαδολογικό,
χριστολογικό και μυστηριακό.
Η βιβλική αφετηρία της εορτής βρίσκεται στη διήγηση της
Βαπτίσεως του Κυρίου στον Ιορδάνη (Ματθ. 3,13–17· Μάρκ. 1,9–11· Λουκ. 3,21–22).
Το γεγονός αυτό δεν ερμηνεύεται στην πατερική θεολογία με ψυχολογικούς ή
ηθικούς όρους, αλλά οντολογικά και αποκαλυπτικά. Κατά τη στιγμή της Βαπτίσεως,
δεν φανερώνεται απλώς η αποστολή του Ιησού, αλλά αποκαλύπτεται ο ίδιος ο Θεός
ως Αγία Τριάδα. Ο Πατήρ μαρτυρεί εξ ουρανού, ο Υιός βαπτίζεται εν χρόνω και το
Άγιο Πνεύμα καταβαίνει αισθητώς. Όπως επισημαίνει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος,
«ἡ Τριάς οὐκ ἐδηλοῦτο ἐν σκιᾷ,
ἀλλ’ ἐν ἀληθείᾳ». Η αποκάλυψη αυτή δεν είναι
θεωρητική, αλλά σωτηριολογική: ο Θεός φανερώνεται για να σώσει.
Τα Θεοφάνεια στην Ορθόδοξη θεολογία
Στο κέντρο της ορθόδοξης θεολογίας των Θεοφανίων βρίσκεται η
έννοια της θείας συγκαταβάσεως. Ο Χριστός, ο αναμάρτητος και άτρεπτος Λόγος του
Θεού, εισέρχεται στα ύδατα του Ιορδάνη, όχι επειδή έχει ανάγκη καθάρσεως, αλλά
για να καθάρει την κτίση και να την επαναφέρει στον αρχικό και τελικό της
προορισμό. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος τονίζει ότι «οὐχ ὕδωρ
ἐδέξατο τὸν Χριστόν, ἀλλ’ ὁ Χριστὸς
ἐδέξατο τὸ ὕδωρ».
Η αντιστροφή αυτή είναι θεολογικώς καθοριστική: η κτίση δεν σώζει τον Θεό, αλλά
ο Θεός σώζει την κτίση διά της ελεύθερης εισόδου Του σε αυτήν.
Η κοσμολογική διάσταση των Θεοφανίων αποτελεί βασικό
γνώρισμα της Ορθόδοξης Παράδοσης. Τα ύδατα, ως αρχέγονο στοιχείο της
δημιουργίας, συμβολίζουν ολόκληρη την κτιστή πραγματικότητα. Με την κάθοδο του
Χριστού στον Ιορδάνη, ολόκληρη η κτίση αγιάζεται και ανακαινίζεται. Ο Μεγάλος
Αγιασμός των Υδάτων δεν είναι απλώς ευχή ή συμβολική πράξη, αλλά μαρτυρία της
πίστεως της Εκκλησίας ότι η άκτιστη χάρη του Θεού ενεργεί πραγματικά μέσα στην
ύλη. Η ορθόδοξη θεολογία αρνείται κάθε δυϊσμό ανάμεσα στο πνευματικό και το υλικό·
η ύλη δεν είναι εμπόδιο στη σωτηρία, αλλά ο τόπος όπου φανερώνεται η σωτηρία.
Τα Θεοφάνια έχουν, επίσης, καθοριστική χριστολογική σημασία.
Ο Χριστός εμφανίζεται ως ο Νέος Αδάμ, ο οποίος αναλαμβάνει την πεπτωκυία
ανθρώπινη φύση και την οδηγεί στη θέωση. Η Βάπτισή Του αποτελεί την απαρχή της
δημόσιας δράσεώς Του, αλλά ταυτόχρονα προεικονίζει ολόκληρο το πάθος και την
ανάσταση. Η κάθοδος στα νερά προαναγγέλλει την κάθοδο στον Άδη, ενώ η ανάδυση
από αυτά προτυπώνει την ανάσταση και την ανακαίνιση της ανθρώπινης φύσεως. Στο
πλαίσιο αυτό, το μυστήριο του βαπτίσματος του πιστού δεν είναι απλή μίμηση του
Χριστού, αλλά πραγματική συμμετοχή στο μυστήριο του θανάτου και της αναστάσεώς
Του, όπως διδάσκει ο απόστολος Παύλος (Ρωμ. 6,3–4).
Τα Θεοφάνεια στην Δυτική Θεολογία
Σε αντίθεση με αυτή τη θεολογική πληρότητα, η δυτική
θεολογική παράδοση ανέπτυξε σταδιακά μία διαφορετική προσέγγιση της εορτής. Ήδη
από τους πρώτους αιώνες, στη Δύση η εορτή των Επιφανείων συνδέθηκε κυρίως με
την προσκύνηση των Μάγων και τη φανέρωση του Χριστού προς τα έθνη. Αν και το
γεγονός αυτό δεν είναι ξένο προς την ορθόδοξη ερμηνεία, εντούτοις στη Δύση
απέκτησε πρωτεύουσα σημασία, εις βάρος της τριαδικής και κοσμολογικής διάστασης
της Βαπτίσεως. Με την πάροδο του χρόνου και ιδίως κατά τον Μεσαίωνα, η θεολογία
της χάριτος και της σωτηρίας προσέλαβε περισσότερο νομικό και ηθικιστικό
χαρακτήρα, με αποτέλεσμα να εξασθενήσει η μυστική εμπειρία της μεταμορφώσεως
της κτίσεως.
Η διαφοροποίηση αυτή αντανακλά δύο διαφορετικές θεολογικές
οπτικές. Η Ορθόδοξη Εκκλησία βλέπει στα Θεοφάνια την αποκάλυψη του τρόπου
υπάρξεως του Θεού και του τρόπου σωτηρίας του ανθρώπου: ο Θεός σώζει τον κόσμο
διά της εν Χριστώ ενώσεως Θεού και κτίσεως. Η δυτική θεολογία, ιδίως στις
μεταγενέστερες μορφές της, τείνει να προσεγγίζει το γεγονός περισσότερο ως
ιστορική φανέρωση ή διδακτικό παράδειγμα. Έτσι, ενώ στην Ορθοδοξία τα Θεοφάνια
βιώνονται ως παρόν μυστήριο φωτισμού και αγιασμού, στη Δύση συχνά περιορίζονται
σε εορτή ιστορικής αναμνήσεως.
Για την Ορθόδοξη Εκκλησία, τα Θεοφάνια παραμένουν πρόσκληση
σε υπαρξιακή μεταμόρφωση. Ο πιστός καλείται να εισέλθει στα «ύδατα» της
μετανοίας και της ταπεινώσεως, ώστε να δεχθεί το φως της θείας αποκαλύψεως. Η
εορτή δεν αφορά μόνο το παρελθόν της ιστορίας της σωτηρίας, αλλά το παρόν και
το μέλλον της ζωής της Εκκλησίας. Το φως που φανερώθηκε στον Ιορδάνη συνεχίζει
να φωτίζει τον κόσμο μέσα από τα μυστήρια και τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας.
Βιβλιογραφία
1.
π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Ανατολική Πατερική
Παράδοση
2.
π. Αλέξανδρος Σμέμαν, Εισαγωγή στη Λειτουργική
Θεολογία
3.
Μητρ. Κάλλιστος Ware, Η Ορθόδοξη Εκκλησία
4.
π. Ιωάννης Μπέαρ, Το Μυστήριο του Χριστού
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου