1.
Αποκοπή από την Εκκλησία και απώλεια της Χάριτος
Από τη στιγμή που οι Λατίνοι απομακρύνθηκαν από την Ορθόδοξη
Εκκλησία και εισήγαγαν καινοτομίες και κακοδοξίες στην πίστη, αποκόπηκαν από τη
θεία Χάρη. Η απομάκρυνση αυτή δεν ήταν τυπική ή διοικητική, αλλά ουσιαστική και
πνευματική. Όποιος αποχωρίζεται από την Εκκλησία, αποχωρίζεται και από τη Χάρη
του Αγίου Πνεύματος, διότι η Χάρη ενεργεί μόνο μέσα στο Σώμα της Εκκλησίας.
Η Εκκλησία δεν είναι απλώς ένας θεσμός, αλλά το ζωντανό σώμα του
Χριστού. Έξω από αυτήν δεν υπάρχει κοινωνία με την αλήθεια ούτε συμμετοχή στη
σωτηριώδη ενέργεια της Χάριτος. Όσοι αποκόπτονται από την Εκκλησία, ακόμη κι αν
διατηρούν εξωτερικά σχήματα ευσέβειας, στην ουσία στερούνται της ζωοποιού
παρουσίας του Θεού.
2. Δεν έχουν
Ιερωσύνη ούτε Μυστήρια
Εφόσον αποκόπηκαν από την Εκκλησία και τη Χάρη, δεν μπορούν να
θεωρούνται ότι έχουν έγκυρη ιερωσύνη ή αληθινά μυστήρια. Η ιερωσύνη δεν είναι
ανθρώπινη εξουσία ούτε απλό αξίωμα, αλλά δωρεά του Αγίου Πνεύματος, η οποία
μεταδίδεται και ενεργεί μόνο μέσα στην Εκκλησία.
Γι’ αυτό και οι χειροτονίες και τα μυστήρια που τελούνται εκτός της
Εκκλησίας δεν μεταδίδουν Χάρη. Οι κληρικοί τους θεωρούνται πλέον ανίεροι,
δηλαδή στερημένοι της θείας Χάριτος, ενώ οι λαϊκοί τους βρίσκονται σε κατάσταση
αποκοπής από τον Θεό, πράγμα που η Εκκλησία ονομάζει ανάθεμα, δηλαδή χωρισμό
από τον Θεό.
Η κατάσταση αυτή δεν είναι τιμωρία, αλλά πνευματική πραγματικότητα:
όποιος απομακρύνεται από την αλήθεια, απομακρύνεται και από τη ζωή.
3. Δεν
ενδιαφέρονται για την αλήθεια – Καλή και κακή ένωση
Αποδεικνύεται καθαρά ότι δεν ενδιαφέρονται πραγματικά για την
αλήθεια. Ο σκοπός τους δεν είναι να αναζητηθεί με ειλικρίνεια η ορθή πίστη,
ούτε να αποκατασταθεί η ενότητα πάνω στο θεμέλιο της αλήθειας. Όπως λέγεται
χαρακτηριστικά, «δεν έχουν ως στόχο την αλήθεια ούτε θέτουν ως σκοπό να βρεθεί
με επιμέλεια».
Αυτό που επιδιώκουν είναι μια ένωση εξωτερική, πολιτική και
συμβιβαστική. Όμως η Εκκλησία γνωρίζει ότι υπάρχει καλή και κακή ένωση. Καλή
ένωση είναι εκείνη που γίνεται μέσα στην κοινή και ανόθευτη πίστη, όπως υπήρχε
παλαιότερα, όταν όλοι ομολογούσαν τα ίδια και δεν υπήρχε σχίσμα.
Κακή ένωση είναι εκείνη που γίνεται με σιωπή απέναντι στα δογματικά
σφάλματα, με υποχωρήσεις και με αλλοίωση της αλήθειας. Μια τέτοια ένωση δεν
οδηγεί στη σωτηρία, αλλά σε μεγαλύτερη πλάνη και σύγχυση.
Η αληθινή ενότητα δεν επιτυγχάνεται με συμβιβασμούς, αλλά με
επιστροφή όλων στην κοινή ομολογία των Αγίων Πατέρων.
4. Από τη
Φερράρα στη Φλωρεντία – Η προσθήκη στη διδασκαλία
Από τη Φερράρα έως τη Φλωρεντία έγινε φανερό ότι οι Λατίνοι όχι μόνο
δεν εγκατέλειψαν τις πλάνες τους, αλλά τις ενίσχυσαν. Ιδιαίτερα επέμειναν στην
προσθήκη «και εκ του Υιού» στο Σύμβολο της Πίστεως, μια προσθήκη που η Εκκλησία
ουδέποτε παρέλαβε και ουδέποτε αποδέχθηκε.
Η προσθήκη αυτή δεν είναι απλή διατύπωση, αλλά αλλοίωση της
δογματικής διδασκαλίας για το Άγιο Πνεύμα. Παρά τις συζητήσεις και τις
διαβουλεύσεις, δεν υπήρξε πραγματική διάθεση επιστροφής στην πατερική πίστη,
αλλά επιμονή στις καινοτομίες.
Έτσι έγινε φανερό ότι η επιδιωκόμενη ένωση δεν στηριζόταν στην
αλήθεια, αλλά στην επιβολή.
5.
Οικονομίες και μεσότητες – Εκβιασμοί και εξαγορές
Η ένωση που προωθήθηκε δεν στηρίχθηκε μόνο σε θεολογικές πιέσεις,
αλλά και σε ωμούς εκβιασμούς. Οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι εξαναγκάστηκαν ακόμη
και μέσω της πείνας. Τους στερούσαν τα αναγκαία για τη ζωή, ώστε, εξαντλημένοι,
να υποχωρήσουν σταδιακά.
Άλλοι πείστηκαν με υποσχέσεις αξιωμάτων, τιμών και χρημάτων. Με
λαμπρές επαγγελίες και δώρα επιχειρήθηκε να εξαγοραστεί η συνείδηση όσων δεν
είχαν πνευματική σταθερότητα. Όσοι υπέκυψαν χαρακτηρίζονται ως προδότες της
ευσέβειας και της ίδιας τους της σωτηρίας.
Οι λεγόμενες «οικονομίες» και «μεσότητες» που προτάθηκαν δεν ήταν
εκκλησιαστική οικονομία, αλλά αλλοίωση της πίστης. Η αληθινή οικονομία ποτέ δεν
θυσιάζει την αλήθεια. Στα δόγματα δεν υπάρχει οικονομία, ούτε σωτηρία μέσα από
ψεύτικη ειρήνη.
Όσοι έμειναν σταθεροί, παρά την πείνα, τις απειλές και τις πιέσεις,
μαρτύρησαν την αλήθεια της Εκκλησίας. Η Εκκλησία σώζεται μόνο με την αλήθεια·
κάθε ένωση που δεν στηρίζεται σε αυτήν δεν οδηγεί στη σωτηρία.
6.
Χωρισμός από τους λατινόφρονες – Ένωση με τους Αγίους Πατέρες (Επίλογος)
Ο χωρισμός από εκείνους που φρονούν λατινικά δεν σημαίνει διάσπαση
από την Εκκλησία, αλλά ένωση και προσκόλληση στους Αγίους Πατέρες. Ο συγγραφέας
τονίζει ότι δεν απομακρύνθηκε από την αλήθεια ούτε ενήργησε από ιδιοτέλεια ή
εμπάθεια, αλλά από συνείδηση πίστεως και ευθύνης απέναντι στην πατερική
παράδοση.
Όσοι αποδέχθηκαν τον όρο της ψευδοενώσεως και τα επακόλουθά της,
ενήργησαν σύμφωνα με τις δικές τους επιλογές. Εκείνος όμως, από τη στιγμή που
αποχωρίστηκε από αυτούς, αφιερώθηκε στην ησυχία και στη μελέτη, για να
παραμείνει ενωμένος με τους αγίους Πατέρες και διδασκάλους της Εκκλησίας. Με τη
γραφή αυτή καθιστά φανερή σε όλους τη θέση και τη γνώμη του, ώστε όποιος το
επιθυμεί να μπορεί να κρίνει αν η απόρριψη της λεγόμενης ένωσης έγινε επειδή
χαίρεται στα υγιή και ορθά δόγματα ή επειδή δήθεν προσκολλάται σε κάποια
διεστραμμένη διδασκαλία.
Με αυτόν τον τρόπο ο επίλογος σφραγίζει όλο το έργο: η αληθινή
ενότητα δεν επιτυγχάνεται με συμβιβασμούς στην πίστη, αλλά με τη σταθερή
παραμονή στην παράδοση των Αγίων Πατέρων και της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου