Η Ορθόδοξη Εκκλησία ομολογεί ότι ο Χριστός είναι «πανταχοῦ παρών καὶ τὰ
πάντα πληρῶν», άχρονος και
αιώνιος, υπεράνω κάθε ιστορικού περιορισμού. Η αλήθεια αυτή, όμως, δεν αναιρεί
το γεγονός ότι ο ίδιος ο Χριστός ίδρυσε Εκκλησία ορατή και ιστορική, ενταγμένη
στον χρόνο, με αποστολική διαδοχή, ιερωσύνη, μυστήρια και κανονική τάξη. Η θεία
υπερβατικότητα του Χριστού δεν οδηγεί σε εκκλησιολογία άμορφη ή ατομοκεντρική,
αλλά θεμελιώνει την Εκκλησία Του ως συγκεκριμένο σώμα μέσα στην ιστορία.
Η Αγία Γραφή και η πατερική παράδοση προειδοποιούν σαφώς για
εποχές αποστασίας, πτώσεως ποιμένων και πνευματικής συγχύσεως. Οι λόγοι του
Κυρίου περί του «μικροῦ
ποιμνίου», οι προφητείες για τους έσχατους χρόνους και οι αποστολικές νουθεσίες
περί «λύκων βαρέων» δεν αποτελούν περιθωριακές αναφορές, αλλά ουσιώδες στοιχείο
της εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας. Η Εκκλησία γνωρίζει ότι η ιστορική της
πορεία δεν είναι συνεχής θρίαμβος, αλλά σταυρική διαδρομή.
Ωστόσο, η πατερική εσχατολογία ουδέποτε κατήργησε την
Εκκλησία ούτε τη συνοδικότητά της. Οι Πατέρες δεν ταύτισαν την πτώση των
ποιμένων με την ακύρωση της Εκκλησίας, ούτε θεώρησαν ότι το «μικρό ποίμνιο»
συγκροτείται ως παράλληλη ή ακέφαλη εκκλησιαστική πραγματικότητα. Το «μικρό
ποίμνιο» είναι εκείνοι που μένουν πιστοί στην ορθόδοξη πίστη και στο
εκκλησιαστικό φρόνημα, ακόμη κι όταν οι ποιμένες τους αποδεικνύονται ανάξιοι ή
πλανεμένοι.
Η απομάκρυνση πιστών από αιρετίζοντες ή οικουμενίζοντες
ποιμένες μπορεί, σε συνθήκες εκτάκτου ανάγκης, να αποτελεί πράξη ομολογίας και
πνευματικής αυτοπροστασίας. Δεν μπορεί όμως να μετατραπεί σε μόνιμο
εκκλησιολογικό μοντέλο, ούτε να οδηγήσει στην καθολική απόρριψη της ιερωσύνης,
της αποστολικής διαδοχής και της συνοδικής ζωής της Εκκλησίας. Η Εκκλησία δεν
παραδόθηκε ως ένωση «ορθών φρονημάτων», αλλά ως Σώμα Χριστού, στο οποίο η πίστη
βιώνεται εντός τάξεως και κοινωνίας.
Η αποστολική διαδοχή δεν εξαρτάται από την προσωπική
αναμαρτησία ή την ποιμαντική επιτυχία των επισκόπων. Αν η εγκυρότητά της
ακυρωνόταν από κάθε ανθρώπινη πτώση, η Εκκλησία θα είχε καταρρεύσει ήδη από
τους πρώτους αιώνες, όταν επίσκοποι φοβισμένοι, αδύναμοι ή ακόμη και
αιρετίζοντες συνυπήρχαν με αγίους και ομολογητές. Η κρίση περί αιρέσεως και η
αποκοπή από το εκκλησιαστικό σώμα είναι κατεξοχήν συνοδικό γεγονός και όχι
αντικείμενο ατομικής κρίσεως.
Το πρόβλημα της εποχής μας δεν είναι ότι δεν υπάρχει
εκκλησιαστική ευθύνη, αλλά ότι πολλοί από τους φορείς της αποτυγχάνουν να τη
βιώσουν σύμφωνα με το αποστολικό μέτρο. Η εντολή του αποστόλου Παύλου
«προσέχετε ἑαυτοῖς καὶ παντὶ
τῷ ποιμνίῳ» παραμένει σε ισχύ ακόμη και σε
καιρούς αποστασίας. Η ύπαρξη ανάξιων ποιμένων δεν καταργεί το αξίωμα, αλλά
βαραίνει τη συνείδηση όσων το φέρουν και προαναγγέλλει τη θεία κρίση.
Η Ορθόδοξη Εκκλησιολογία διδάσκει ότι, ακόμη και σε
περιόδους γενικευμένης πτώσεως, υπάρχει πάντοτε ορθόδοξο λείμμα. Το
λείμμα αυτό δεν συγκροτεί «άλλη Εκκλησία», ούτε νομιμοποιεί την αυτάρκεια
ομάδων ή τη διάλυση της κανονικής ζωής, αλλά αποτελεί μαρτυρία πίστεως μέσα
στην Εκκλησία, αναμένοντας τη θεραπεία διά της συνοδικότητας. Η αναζήτηση και
διάκριση ορθοδόξων ποιμένων δεν είναι προαιρετική πολυτέλεια, αλλά
εκκλησιολογική αναγκαιότητα.
Εάν, αντί της υπομονής και της συνοδικής προοπτικής,
υιοθετηθεί ως μόνιμη λύση η αυτάρκεια αποτειχισμένων ομάδων, τότε ελλοχεύει
σοβαρός κίνδυνος εκκλησιολογικής μετατοπίσεως. Η αντικατάσταση της
επισκοποκεντρικής και συνοδικής δομής της Εκκλησίας από σχήματα αδελφοτήτων ή
«κατ’ οίκον» συναθροίσεων οδηγεί αντικειμενικά σε πρεσβυτεριανή ή
προτεσταντικού τύπου εκκλησιολογία, έστω και αν διατηρείται αντι-οικουμενιστικό
φρόνημα.
Τελικώς, την Εκκλησία δεν τη σώζουν ούτε οι ανάξιοι ποιμένες
ούτε οι ανθρώπινες ομάδες, αλλά ο ίδιος ο Χριστός, η Κεφαλή της. Ο Χριστός
σώζει την Εκκλησία Του όχι έξω από αυτήν, ούτε ακυρώνοντας την τάξη της, αλλά
κρατώντας την όρθια μέσα στην ιστορική δοκιμασία, έως ότου αποκατασταθεί η
υγεία της διά της μετανοίας, της ομολογίας και της συνοδικής κρίσεως.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου