Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

Η ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΣΤΗ ΛΙΜΑ (1982)- Η ΣΤ΄ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ Π.Σ.Ε (Βανκούβερ, 1983)

7- Η ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ  ΣΤΗ ΛΙΜΑ (1982)- Η ΣΤ΄ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ  Π.Σ.Ε (Βανκούβερ, 1983)



Έρευνα: πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου

Η Συνέλευση της Λίμα (Ιανουάριος 1982) αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς στην ιστορία της σύγχρονης Οικουμενικής Κίνησης.

Πρόκειται για την Ολομέλεια της Επιτροπής «Πίστη και Τάξη» (Faith and Order) του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ), η οποία συνήλθε στη Λίμα του Περού με σκοπό την οριστικοποίηση των δογματικών συγκλίσεων μεταξύ των Χριστιανικών ομολογιών.\

ΟΙ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ

Στην Ολομέλεια της Επιτροπής «Πίστη και Τάξη» (Faith and Order) στη Λίμα του Περού (Ιανουάριος 1982), η Ορθόδοξος Εκκλησία εκπροσωπήθηκε από επιφανείς ιεράρχες και πανεπιστημιακούς θεολόγους. Ανάμεσα στους συνέδρους που συνέβαλαν στη διαμόρφωση και έγκριση του ιστορικού κειμένου BEM (Βάπτισμα, Ευχαριστία, Ιερωσύνη), οι εκπρόσωποι του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο.

1. Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε ηγετική παρουσία στις θεολογικές διαβουλεύσεις, εστιάζοντας κυρίως στη διαμόρφωση της Ευχαριστιακής Θεολογίας και της δομής της Ιερωσύνης:

  • Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας):
    • Ρόλος: Ως μέλος της Επιτροπής «Πίστη και Τάξη», υπήρξε ένας από τους βασικούς αρχιτέκτονες της θεολογίας του κειμένου BEM. Η συμβολή του ήταν καθοριστική στα κεφάλαια της Ευχαριστίας και της Ιερωσύνης (τριμερές σχήμα: Επίσκοπος, Πρεσβύτερος, Διάκονος).
    • Παραπομπή: John D. Zizioulas, "The Ministry in the Church: An Orthodox Response to the BEM Document", The Ecumenical Review 37 (1985), σσ. 273–280.
  • Μητροπολίτης Μύρων Χρυσόστομος (Κωνσταντινίδης):
    • Ρόλος: Επικεφαλής της αντιπροσωπείας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με μακρά θητεία στους διαχριστιανικούς διαλόγους και ουσιαστική παρέμβαση στη δογματική θεμελίωση των κειμένων.
    • Παραπομπή: Chrysostomos Constantinides, "The Faith and Order Commission and the Orthodox Tradition", Faith and Order Paper No. 121, WCC, Geneva 1982.
  • π. Νικόλαος Λόσσκυ (Nicolas Lossky):
    • Ρόλος: Καθηγητής του Ινστιτούτου Αγίου Σεργίου στο Παρίσι (υπό τη δικαιοδοσία τότε του Οικουμενικού Πατριαρχείου), με μεγάλη συμβολή στα λειτουργικά θέματα.
    • Παραπομπή: Nicolas Lossky, "The Lima Document on Baptism, Eucharist and Ministry: An Orthodox Perspective", St Vladimir's Theological Quarterly 27 (1983), σσ. 239–247.

2. Εκκλησία της Ελλάδος

Η Εκκλησία της Ελλάδος εκπροσωπήθηκε από διακεκριμένους Καθηγητές των Θεολογικών Σχολών Αθηνών και Θεσσαλονίκης, οι οποίοι συνέβαλαν στη διαμόρφωση των ορθόδοξων παρατηρήσεων:

  • Καθηγητής Πέτρος Βασιλειάδης (Α.Π.Θ.):
    • Ρόλος: Συμμετείχε ενεργά ως ειδικός σύμβουλος και θεολόγος, με επίκεντρο τη λειτουργική αναγέννηση, την ευχαριστιακή εκκλησιολογία και τη «Λειτουργία μετά τη Λειτουργία».
    • Παραπομπή: Petros Vassiliades, "The BEM Document: An Orthodox Evaluation", International Review of Mission 72 (1983), σσ. 201–211.
  • Καθηγητής Βλάσιος Φειδάς (Ε.Κ.Π.Α.):
    • Ρόλος: Καθηγητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας και επιστημονικός σύμβουλος της Εκκλησίας της Ελλάδος, εστίασε στην ιστορικο-κανονική θεμελίωση του Βαπτίσματος και της Αποστολικής Διαδοχής.
    • Παραπομπή: Βλάσιος Φειδάς, «Το κείμενον της Λίμα (BEM) και η Ορθόδοξος Θεολογική Παράδοσις», περιοδικό Εκκλησία, τ. 60 (1983), σσ. 145–152.
  • Καθηγητής Γεώργιος Γαλίτης (Ε.Κ.Π.Α.):
    • Ρόλος: Καθηγητής Καινής Διαθήκης, με συμβολή στη βιβλική θεμελίωση των άρθρων για το Βάπτισμα και την Ευχαριστία.
    • Παραπομπή: Γεώργιος Γαλίτης, «Η σημασία της Συνελεύσεως της Λίμα για την Οικουμενική Κίνηση», Θεολογία 54 (1983), σσ. 88–102.

Γενικές Πηγές & Επίσημα Πρακτικά της Λίμα

  1. World Council of Churches (WCC), Baptism, Eucharist and Ministry, Faith and Order Paper No. 111, Geneva 1982 (Το επίσημο κείμενο BEM με τους συντάκτες και τα μέλη της Επιτροπής).
  2. Gennadios Limouris (ed.), Orthodox Visions of Ecumenism: Statements, Messages and Papers on Ecumenical Topics 1902–1992, WCC Publications, Geneva 1994 (Περιλαμβάνει τις επίσημες ορθόδοξες τοποθετήσεις στη Λίμα).

 ---------------------------------------------

 Οι πηγές που χρησιμοποιήθηκαν για την άντληση των ονομάτων και των πληροφοριών σχετικά με τη συμμετοχή του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (Βανκούβερ 1983, Λίμα 1982 και Ειδική Επιτροπή) είναι οι εξής:

  1. Πηγή: ΚΡΙΤΙΚΟΝ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΔΕΛΤΙΟΝ - Παρουσίαση του «Gathered for Life» (επίσημη έκθεση Βανκούβερ 1983)
    • Αυτή η πηγή παρέχει τον ονομαστικό κατάλογο των προσώπων που κατέγραψαν τις εντυπώσεις τους από τη Συνέλευση του Βανκούβερ: Μητροπολίτης Φιλαδελφείας Βαρθολομαίος (νυν Πατριάρχης), Γεώργιος Δαμόπουλος, Ηλίας Μελάς (Μελιά), Νικόλαος Νησιώτης, Αλέξανδρος Παπαδερός, Παρθένιος Καρθαγένης και Γεώργιος Τσέτσης.
    • Αναφέρει τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Ιάκωβο ως επικεφαλής της αντιπροσωπείας και προεξάρχοντα της Θείας Λειτουργίας.
    • Μνημονεύει τον Μητροπολίτη Μύρων Χρυσόστομο (Κωνσταντινίδη) για τον ρόλο του στη λειτουργική ζωή και την έκθεση πεπραγμένων.
    • Περιλαμβάνει τον Πρωτοπρεσβύτερο Θεόδωρο Στυλιανόπουλο ως έναν από τους κύριους ομιλητές.
  2. Πηγή: «Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΣΤΟ ΠΣΕ ΥΠΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ» (Αναστασία Βασιλειάδου, 2015)
    • Για τη Λίμα (1982): Αναφέρει τη συμβολή των Θωμά Χόπκο, Αλκιβιάδη Καλύβα, Ρομπέρτου Στεφανόπουλου και Αλέξανδρου Παπαδερού στον διάλογο για το κείμενο BEM.
    • Για τον Νικόλαο Νησιώτη: Τεκμηριώνει τον ρόλο του ως Προέδρου της Επιτροπής «Πίστη και Τάξη» (1975-1983).
    • Για την Ειδική Επιτροπή (1998-2002): Παρέχει τον πλήρη κατάλογο των μελών στο Παράρτημα Δ:
      • Οικουμενικό Πατριαρχείο: Μητροπολίτης Γέρων Εφέσου Χρυσόστομος (Συμπρόεδρος), Μητροπολίτης Ηλιουπόλεως Αθανάσιος (Παππάς), Δέσποινα Πρασσά, Μέγας Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Τσέτσης.
      • Εκκλησία της Ελλάδος: Μητροπολίτης Περιστερίου Χρυσόστομος, Μητροπολίτης Καλαβρύτων Αμβρόσιος.
  3. Πηγή: «ORTHODOX REFLECTIONS ON THE WAY TO KARLSRUHE» (2022)
    • Αναφέρει τη Μαρίνα Κολοβοπούλου (Καθηγήτρια ΕΚΠΑ) ως εκπρόσωπο της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Κεντρική και Εκτελεστική Επιτροπή του ΠΣΕ.
  4. Πηγή: «World Council of Churches gives thanks for the life of Fr Georges Tsetsis»
    • Παρέχει πληροφορίες για τη μακροχρόνια δράση και την προσφορά του π. Γεωργίου Τσέτση στο ΠΣΕ ως στελέχους και εκπροσώπου του Πατριαρχείου.
  5. Πηγή: «His All-Holiness Ecumenical Patriarch Bartholomew: The Patriarch of Solidarity»
    • Επιβεβαιώνει τη σχέση του Πατριάρχη Βαρθολομαίου με την οικουμενική κίνηση και τη μαθητεία του κοντά στον Νικόλαο Νησιώτη στο Bossey.

 

 

 

 

Η Επιτροπή «Πίστη και Τάξη» και το Κείμενο της Λίμας (1982)

Η Επιτροπή «Πίστη και Τάξη» (Faith and Order) αποτελεί τον θεολογικό πυρήνα της Οικουμενικής Κίνησης. Το κείμενο που συντάχθηκε στη Λίμα του Περού το 1982, με τίτλο «Βάπτισμα, Ευχαριστία, Ιερωσύνη» (BEM), θεωρείται το πιο επιδραστικό οικουμενικό θεολογικό κείμενο του 20ού αιώνα.

To κείμενο BEM (Βάπτισμα, Ευχαριστία, Ιερωσύνη) της Λίμα (1982) χωρίζεται σε 3 κύρια μέρη και αποτελείται συνολικά από 108 αριθμημένα άρθρα (paragraphs), συνοδευόμενα από επεξηγηματικά σχόλια (commentaries).

ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΒΕΜ ΜΕ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ

 

Στο κείμενο BEM (Βάπτισμα, Ευχαριστία, Ιερωσύνη) της Λίμα (1982), η «οικουμενιστική λογική» αποτυπώνεται κυρίως μέσω της τεχνικής της «θεολογικής σύγκλισης» (theological convergence) και της διφορούμενης ή συμπεριληπτικής γλώσσας.

Ο στόχος των συντακτών ήταν να βρεθεί ένα κοινό λεκτικό πλαίσιο που θα επέτρεπε σε διαμετρικά αντίθετες θεολογικές παραδόσεις (π.χ. Ορθόδοξοι, Ρωμαϊκοκαθολικοί, Προτεστάντες, Βαπτιστές) να συνυπογράψουν το κείμενο.

Αυτό οδήγησε στη συμπερίληψη συγκεκριμένων άρθρων τα οποία επικρίθηκαν έντονα από συντηρητικούς και ορθόδοξους θεολόγους ως «οικουμενιστικοί συμβιβασμοί» ή τεχνητή εξίσωση ασύμβατων δογμάτων.

------------------------------------------------------------------------

1. Άρθρα για το Βάπτισμα με Οικουμενιστική Λογική

  • Άρθρο 6 (Πολυμορφία στον Τρόπο Τέλεσης):

«Το βάπτισμα τελείται με νερό στο όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος...»

    • Η οικουμενιστική λογική: Εξισώνει την ορθόδοξη/αποστολική τριπλή κατάδυση και ανάδυση με τον δυτικό ραντισμό ή την επίχυση, θεωρώντας τον τρόπο τέλεσης «δευτερεύοντα τύπο» προκειμένου να γίνουν αποδεκτές όλες οι προτεσταντικές πρακτικές.
  • Άρθρα 11–13 (Συμβιβασμός Νηπιοβαπτισμού & Βαπτίσματος Πιστών):

«...τόσο το βάπτισμα των νηπίων όσο και το βάπτισμα των πιστών (ενηλίκων) ενσαρκώνουν την ίδια μυστηριακή πραγματικότητα...» (Άρθρο 12)

    • Η οικουμενιστική λογική: Επιχειρεί να συνταιριάξει δύο θεολογικά αντίθετες εκκλησιολογίες (την ιστορική εκκλησιαστική παράδοση του παιδοβαπτισμού με την αναβαπτιστική/ευαγγελική θέση περί βαπτίσματος μόνο μετά από ενήλικη ομολογία), παρουσιάζοντάς τες ως «συμπληρωματικές» εκφράσεις του ίδιου μυστηρίου.
  • Άρθρα 14–15 (Αποσύνδεση Βαπτίσματος και Χρίσματος):

«Η δωρεά του Αγίου Πνεύματος είναι εγγενής στο βάπτισμα... είτε εκφράζεται με το χρίσμα είτε με την επίθεση των χειρών είτε με την αυξανόμενη εμπειρία της πίστης.»

    • Η οικουμενιστική λογική: Σχετικοποιεί το Μυστήριο του Χρίσματος, προκειμένου να καλύψει τις προτεσταντικές ομολογίες που δεν τελούν Χρίσμα, υποβαθμίζοντάς το σε μια απλή «συμβολική πράξη» ή μετατοπίζοντάς το στη μεταγενέστερη εμπειρία του πιστού.
    • -------------------------------------------------

2. Άρθρα για την Ευχαριστία με Οικουμενιστική Λογική

  • Άρθρα 8–13 (Η Ευχαριστία ως «Ανάμνηση» - Anamnesis):

«Η Ευχαριστία είναι η ανάμνηση των μεγάλων έργων του Θεού... Η ανάμνηση δεν είναι απλή ανάκληση του παρελθόντος, αλλά η παρούσα πραγματικότητα της θυσίας του Χριστού...»

    • Η οικουμενιστική λογική: Χρησιμοποιείται ο βιβλικός όρος «ανάμνηση» ως θεολογικό «γεφύρωμα». Έτσι, οι μεν Ορθόδοξοι και Καθολικοί διαβάζουν σε αυτόν την πραγματική αναιμάκτω θυσία, οι δε Προτεστάντες διαβάζουν μια συμβολική/αναμνηστική τελετή, αποφεύγοντας τον σαφή δογματικό προσδιορισμό (π.χ. μεταβολή, μετουσίωση/transubstantiation).
  • Άρθρα 14–15 (Η «Πραγματική Παρουσία» & Επίκληση):

«Ο Χριστός είναι αληθινά παρών στην Ευχαριστία... Ο τρόπος της παρουσίας του Χριστού είναι μυστήριο...»

    • Η οικουμενιστική λογική: Ενώ γίνεται λόγος για «αληθινή παρουσία», αποφεύγεται εσκεμμένα να αποσαφηνιστεί πώς και πότε τα Δώρα γίνονται Σώμα και Αίμα Χριστού, ώστε να γίνονται δεκτές τόσο οι ορθόδοξες όσο και οι λουθηρανικές (συνουσίαση) ή καλβινικές (πνευματική παρουσία) αντιλήψεις.
  • Άρθρα 19–20 & 33 (Τάση για Προκαταρκτική Διακοινωνία - Intercommunion):

«Καθώς οι Εκκλησίες αυξάνουν στην κοινή κατανόηση της Ευχαριστίας... ενθαρρύνονται να ξεπεράσουν τα εμπόδια για την κοινή τράπεζα...»

    • Η οικουμενιστική λογική: Προωθείται η ιδέα ότι η κοινή Ευχαριστία (intercommunion) μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο για την επίτευξη της ενότητας, αντιβαίνοντας την ορθόδοξη αρχή ότι η Θεία Κοινωνία είναι η κορωνίδα και το αποτέλεσμα της πλήρους δογματικής ταύτισης.
    • ------------------------------------------------------------------------

3. Άρθρα για την Ιερωσύνη με Οικουμενιστική Λογική

  • Άρθρα 7–13 (Λειτουργική προσέγγιση της Ιερωσύνης):

«Όλα τα μέλη της Εκκλησίας καλούνται να ανακαλύψουν τα χαρίσματά τους... Η ειδική ιερωσύνη υπάρχει για να υπηρετεί τη γενική ιερωσύνη των πιστών...»

    • Η οικουμενιστική λογική: Υποβαθμίζεται ο μυστηριακός και οντολογικός χαρακτήρας της Ιερωσύνης (όπως τον αντιλαμβάνονται Ορθόδοξοι και Καθολικοί), παρουσιάζοντάς την περισσότερο ως «λειτουργική ανάθεση καθηκόντων» (office/function) για να ικανοποιηθεί η προτεσταντική εκκλησιολογία.
  • Άρθρα 34–38 (Επαναπροσδιορισμός της Αποστολικής Διαδοχής):

«Η Αποστολική Διαδοχή εκφράζεται πρωτίστως ως συνέχεια στην αποστολική διδασκαλία και πίστη... Η ιστορική διαδοχή των επισκόπων είναι ένα πολύτιμο σημείο, αλλά όχι η μόνη εγγύηση...»

    • Η οικουμενιστική λογική: Αποσυνδέεται η Αποστολική Διαδοχή από την αδιάσπαστη χειροτονική αλυσίδα των Επισκόπων, προκειμένου να αναγνωριστούν ως «έγκυρες» οι χειροτονίες των Προτεσταντικών Εκκλησιών που δεν διατήρησαν την ιστορική επισκοπική διαδοχή.
  • Άρθρα 41–44 (Ουδετερότητα στο ζήτημα της Χειροτονίας των Γυναικών):

«Οι Εκκλησίες βρίσκονται σε διαφωνία όσον αφορά τη χειροτονία των γυναικών... Ορισμένες βλέπουν σε αυτήν μια νέα δωρεά του Αγίου Πνεύματος, ενώ άλλες θεωρούν ότι αντιβαίνει την Αποστολική Παράδοση...»

    • Η οικουμενιστική λογική: Το κείμενο τηρεί στάση «ίσων αποστάσεων», αποφεύγοντας να καταδικάσει τη χειροτονία γυναικών ως δογματική εκτροπή, ώστε να μην διαταραχθούν οι σχέσεις ούτε με τις Προτεσταντικές/Αγγλικανικές Εκκλησίες (που τη χειροθετούν) ούτε με τις Ορθόδοξες/Καθολικές (που την απορρίπτουν).

Σύνοψη της Κριτικής

Η «οικουμενιστική λογική» των παραπάνω άρθρων στηρίχθηκε στη χρήση «διφορούμενης γλώσσας» (inclusive language). Αυτό سمπλώνει τη συνύπαρξη διαφορετικών ομολογιών υπό το ίδιο κείμενο, αλλά σύμφωνα με την παραδοσιακή ορθόδοξη κριτική:

  1. Συγκαλύπτει τις πραγματικές δογματικές διαφωνίες αντί να τις επιλύει.
  2. Σχετικοποιεί τα Μυστήρια, υποβιβάζοντάς τα από χαρισματικές/οικουμενικές πραγματικότητες σε «συμβολικές πράξεις».
  3. Επιχειρεί μια «εκ των κάτω» ενότητα στη βάση του ελάχιστου κοινού παρανομαστή (minimalism).

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το BEM ήταν κείμενο σύγκλισης  και όχι δογματική απόφαση.

  • Βάπτισμα: Αναγνωρίστηκε η θεμελιώδης ενότητα του βαπτίσματος στο όνομα της Αγίας Τριάδας και η σύνδεσή του με τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Ο Ιωάννης Ζηζιούλας υποστήριξε ότι τα όρια της Εκκλησίας συμπίπτουν με τα όρια του Βαπτίσματος. Παρόλο που οι ετερόδοξοι βρίσκονται σε κατάσταση σχίσματος ή αίρεσης και δεν απολαμβάνουν την πληρότητα της εκκλησιαστικής ζωής (αφού λείπει η πλήρης ευχαριστιακή κοινωνία), το Βάπτισμά τους στο όνομα της Τριάδας δεν είναι «κενό περιεχομένου». Δημιουργεί μια «ελλειμματική» ή «τραυματισμένη» εκκλησιαστικότητα, η οποία αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία πρέπει να στηριχθεί η προσπάθεια αποκατάστασης της ενότητας. Οι υποστηρικτές του διαλόγου υπενθυμίζουν ότι οι Ιεροί Κανόνες (π.χ. ο 7ος της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου και ο 95ος της Πενθέκτης) προέβλεπαν την αποδοχή ορισμένων αιρετικών/σχισματικών στην Εκκλησία «δι' επιρίψεως μύρου» ή ακόμα και μόνο με λιβέλλο (χειρόγραφη μετάνοια), χωρίς αναβάπτιση. Αυτό αποδεικνύει ότι η Εκκλησία αναγνώριζε ιστορικά κάποια μορφή «εκκλησιαστικότητας» ή εγκυρότητας στα μυστήρια των εκτός αυτής, κάνοντας χρήση της Ποιμαντικής Οικονομίας.
  • Ευχαριστία: Υπογραμμίστηκε η ευχαριστιακή φύση της Εκκλησίας, με το μυστήριο να νοείται ως ανάμνηση της θυσίας, επίκληση του Πνεύματος και κοινωνία των πιστών. Η Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία (Ζηζιούλας, Αφανάσιεφ κ.ά.) τονίζει ότι η Εκκλησία φανερώνεται στην ολότητά της στη Θεία Ευχαριστία υπό τον Επίσκοπο. Ο διάλογος δεν αποσκοπεί σε μια «συνομοσπονδία εκκλησιών» (όπως φοβούνται οι επικριτές), αλλά στην υπέρβαση των ιστορικών διααιρέσεων, ώστε να καταστεί δυνατή η κοινή μετοχή στο ίδιο Ποτήριο (Intercommunio), που είναι ο μόνος τελικός κριτής της ενότητας.
  • Ιερωσύνη: Εντοπίστηκε η δομή της διακονίας (Επίσκοπος, Πρεσβύτερος, Διάκονος) ως ιστορικά διαμορφωμένη και απαραίτητη για την ενότητα.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαμόρφωση του κειμένου. Η ευχαριστιακή εκκλησιολογία του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη (Ζηζιούλα) επηρέασε καταλυτικά τα κεφάλαια για την Ευχαριστία και την Ιερωσύνη. Επίσης, συνετέλεσαν ο Μητροπολίτης Μύρων Χρυσόστομος, ο Πρωτοπρεσβύτερος Ιωάννης Μέγιεντορφ, ο Νίκος Νησιώτης και ο Ευάγγελος Θεοδώρου.

Η επίδραση του BEM στην πορεία προς την Κρήτη ήταν διπλή: ενίσχυσε την ευχαριστιακή εκκλησιολογία, επαναφέροντας στο επίκεντρο την πατερική παράδοση, και διαμόρφωσε άμεσα το προσυνοδικό κείμενο «Σχέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τον λοιπό χριστιανικό κόσμο», παρέχοντας σταθερό επιχειρηματολογικό έδαφος στους υποστηρικτές της ορθόδοξης συμμετοχής στην Οικουμενική Κίνηση

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΡΙΤΙΚΗ

Τα κύρια σημεία στα οποία εστιάζει η κριτική αυτή είναι τα εξής:

1. «Βαπτισματική Θεολογία» & Μυστηριακός Συγκρητισμός

  • Η ένσταση: Η αναγνώριση ενός «κοινού βαπτίσματος» μεταξύ όλων των Χριστιανών (ανεξαρτήτως δογματικών διαφορών) θεωρείται θεολογικά απαράδεκτη.  Η αποδοχή του βαπτίσματος των ετεροδόξων θεωρείται ότι εισάγει μια «αόρατη ενότητα» ή εξισώνει την αλήθεια με την αίρεση.

2. Δογματικός Μινιμαλισμός (Minimalism)

Η προσπάθεια εξεύρεσης μιας «κοινής συνισταμένης» ή φράσεων «σύγκλισης»  υποβαθμίζει τις ουσιαστικές δογματικές διαφωνίες. Κείμενα τύπου BEM χρησιμοποιούν ασαφή ή διφορούμενη θεολογική γλώσσα, ώστε να μπορούν να τα υπογράψουν ταυτόχρονα Ορθόδοξοι, Ρωμαιοκαθολικοί και Προτεστάντες, θυσιάζοντας την ακρίβεια του δόγματος χάριν μιας επιφανειακής ενότητας.

3. Θεωρία των «Κλάδων» & Εκκλησιολογική Αλλοίωση

Η συμμετοχή στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ) και η αποδοχή του ως χώρου «συνομιλίας Εκκλησιών» νομιμοποιεί έμμεσα τη λεγόμενη «Θεωρία των Κλάδων» (Branch Theory).  Η  Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι απλώς «ένα τμήμα» ή «ένας κλάδος» της διαιρεμένης Χριστιανοσύνης, αλλά η πλήρης και μόνη αυθεντική Εκκλησία του Χριστού. Συνεπώς, η αντιμετώπιση άλλων ομολογιών ως «ισότιμων εκκλησιών» θεωρείται εκκλησιολογική εκτροπή.

4. Παραβίαση των Ιερών Κανόνων (Συμπροσευχές)

Η πρακτική πλευρά του οικουμενισμού περιλαμβάνει κοινές προσευχές, λατρευτικές συνάξεις (όπως η «Λειτουργία της Λίμα») και διαχριστιανικά συνέδρια. Οι   Αποστολικοί  Κανόνες και οι  αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων  απαγορεύουν ρητά τη συμπροσευχή με ετεροδόξους/αιρετικούςεπειδή οι πρακτικές αυτές αμβλύνουν το ορθόδοξο φρόνημα των πιστών.

5. Υποβάθμιση της Πατερικής και Μυστηριακής Ακρίβειας

Ειδικά για θέματα όπως η Ιερωσύνη και η Ευχαριστία, υποστηρίζεται ότι οι προτεσταντικές ομολογίες στερούνται αποστολικής διαδοχής και έγκυρης ιερωσύνης. Η προσπάθεια να περιγραφεί η διακονία (Επίσκοπος, Πρεσβύτερος, Διάκονος) ως απλώς «ιστορικά διαμορφωμένη δομή» (όπως συχνά διατυπώνεται σε οικουμενιστικά κείμενα) παραγνωρίζει τον μυστηριακό και αδιάσπαστο θεοσύστατο χαρακτήρα της Ιερωσύνης στην Ορθόδοξη Παράδοση.

----------------------------------------------------------------------

Η ΣΤ΄ Γενική Συνέλευση (Βανκούβερ, 1983)

Η ΣΤ΄ Γενική Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ), που πραγματοποιήθηκε στο Βανκούβερ το καλοκαίρι του 1983, χαρακτηρίστηκε —κατά κοινή σχεδόν ομολογία— από το εορταστικό κλίμα των εκδηλώσεών της, την προσπάθεια για θεολογική θεμελίωση όλων των αποφάσεων, καθώς και από την έκδηλη τάση να υπογραμμιστεί η κοινή πορεία των Εκκλησιών στο προσκύνημα προς τη Βασιλεία του Θεού.

Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε και σε αυτή τη Συνέλευση η Ορθόδοξη συμβολή. Σε μια εποχή κατά την οποία η ζωή, σε όλες της τις εκφάνσεις, απειλείται καθημερινά από βίαιο ή σταδιακό θάνατο, το ΠΣΕ κάλεσε τις Εκκλησίες-Μέλη του να εμβαθύνουν στο κεντρικό θέμα: «Ιησούς Χριστός, η ζωή του κόσμου», αναζητώντας τη σημασία αυτής της ομολογίας για τον σύγχρονο άνθρωπο.

Οι δύο βασικές εισηγήσεις επί του κεντρικού θέματος πραγματοποιήθηκαν από τον π. Θεόδωρο Στυλιανόπουλο, καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού στη Βοστόνη, και τον Δρ. Allan Boesak, Νοτιοαφρικανό θεολόγο και πρόεδρο του Παγκοσμίου Συνδέσμου Μεταρρυθμισμένων Εκκλησιών. Οι ομιλίες τους αποδείχθηκαν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες και αλληλοσυμπληρούμενες. Παρότι εκπροσωπούσαν δύο εκ διαμέτρου αντίθετες θεολογικές παραδόσεις και διέπονταν από διαφορετικό ύφος, μετέδωσαν ουσιαστικά το ίδιο μήνυμα: ο Θεός δεν παρέχει απλώς ζωή, αλλά προσφέρει την αιώνια και αληθινή ζωή.

Κατά την πρώτη εβδομάδα των εργασιών, συζητήθηκαν τα ακόλουθα τέσσερα θεματικά πεδία:

  • α) Η ζωή ως δώρο του Θεού,
  • β) Η ζωή αντιμέτωπη και νικήτρια του θανάτου,
  • γ) Η ζωή στην πληρότητά της,
  • δ) Ζωή εν τη ενότητι.

Στη συζήτηση συμμετείχαν με ομιλίες τους τρεις Ορθόδοξοι εκπρόσωποι —ο πρωτοπρεσβύτερος Βιτάλιος Borovoy (Πατριαρχείο Μόσχας), η μοναχή Ευφρασία (Πατριαρχείο Βουκουρεστίου) και η κ. Frieda Haddad (Πατριαρχείο Αντιοχείας)— καθώς και άλλοι διακεκριμένοι εισηγητές εκτός του Ορθόδοξου χώρου.

Τη δεύτερη εβδομάδα, μετά από μια σύντομη παρουσίαση του προβληματισμού και των δραστηριοτήτων των Επιτροπών του Συμβουλίου, οι σύνεδροι κατανεμήθηκαν σε ομάδες εργασίας. Στόχος ήταν η εις βάθος εξέταση οκτώ τομέων προβληματισμού και ο καθορισμός νέων κατευθυντήριων γραμμών για τη μελλοντική δράση του ΠΣΕ:

  • Μαρτυρία στον διχασμένο κόσμο: Η ομάδα που μελέτησε το θέμα «Η μαρτυρία μέσα σε έναν διχασμένο κόσμο» εστίασε στην προβληματική των Επιτροπών «Ιεραποστολής και Ευαγγελισμού» και «Διαθρησκειακού Διαλόγου». Εξετάστηκε η σχέση Ευαγγελίου και πολιτισμού, ενώ υπογραμμίστηκε η ανάγκη για θεολογική έρευνα που θα διευρύνει την αντίληψή μας για τον αυτόχθονα πολιτισμό. Παράλληλα, τονίστηκε ότι η λατρεία πρέπει να βρίσκεται στο επίκεντρο της ζωής, της αποστολής, της μαρτυρίας και της διακονίας της Εκκλησίας, ανακτώντας τον χαρακτήρα της «δημόσιας μαρτυρίας». Όσον αφορά τις σχέσεις με τους ετερόδοξους ή μη χριστιανικούς λαούς, επισημάνθηκε ότι πρέπει να διέπονται αφενός από διάθεση για μαρτυρία (κήρυγμα του Ευαγγελίου) και αφετέρου από διάθεση για ειλικρινή διάλογο στο πλαίσιο του αμοιβαίου σεβασμού.
  • Πορεία προς τη Χριστιανική Ενότητα: Το ζήτημα της ενότητας έλαβε νέα ώθηση με την αποδοχή του κειμένου «Βάπτισμα, Ευχαριστία, Ιερωσύνη» (ΒΕΜ) από τη Β΄ ομάδα προβληματισμού («Αρχίζοντας βήματα προς την ενότητα»). Το κείμενο ΒΕΜ υπήρξε καρπός εικοσαετούς υπομονετικής εργασίας της Επιτροπής «Πίστη και Τάξη» και αποτελεί ένα κείμενο σύγκλισης μεταξύ Ορθοδόξων, Ρωμαιοκαθολικών και Προτεσταντών θεολόγων, αποδεικνύοντας την ύπαρξη μιας κοινής χριστιανικής κληρονομιάς. Η ομάδα υπογράμμισε ότι κάθε προσπάθεια για ενότητα προϋποθέτει: 1) την από κοινού αναγνώριση της Αποστολικής Πίστης (Σύμβολο Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως), 2) την ερμηνεία της με όρους κατανοητούς από τον σύγχρονο άνθρωπο, και 3) την κοινή ομολογία της απέναντι στα σύγχρονα προβλήματα.
  • Διακονία και Κοινωνική Αποστολή: Η τρίτη ομάδα βασίστηκε στην αρχή ότι η διακονία, ως «λειτουργία μετά τη Λειτουργία», αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εκκλησιαστικής αποστολής. Η Συνέλευση διακήρυξε ότι το κοινωνικό έργο των Εκκλησιών οφείλει να αποβλέπει στην οικοδομή της ανθρώπινης υπάρξεως στο σύνολό της, θεραπεύοντας υλικές, σωματικές και πνευματικές ανάγκες. Παράλληλα, وجه κάλεσμα στους Χριστιανούς να αντισταθούν σε κάθε μορφή απολυταρχικής εξουσίας, πολιτικής βίας, φυλετικών διακρίσεων και αδικίας.
  • Παιδεία και Επικοινωνία: Η έβδομη ομάδα επικεντρώθηκε στον ρόλο της Εκκλησίας για την ανάπτυξη μιας σύγχρονης, θύραθεν και θεολογικής εκπαίδευσης, ενώ η όγδοη ομάδα ασχολήθηκε με την «υπεύθυνη και πειστική ενημέρωση» ως μέσο προώθησης της Οικουμενικής Κίνησης.

Οι Προτεραιότητες του ΠΣΕ

Με βάση τις παραπάνω διεργασίες, η Συνέλευση του Βανκούβερ έθεσε τις εξής προτεραιότητες για τη μελλοντική δράση του ΠΣΕ:

  1. Κοινή διατύπωση της Αποστολικής Πίστης στο σήμερα, ως θεμέλιο για την ενότητα.
  2. Προώθηση οικουμενικών σχέσεων σε όλα τα επίπεδα (μεταξύ Εκκλησιών, κοινοτήτων και οργανισμών).
  3. Συντονισμός και εντατικοποίηση της θεολογικής έρευνας (σχέση Ευαγγελίου-πολιτισμού, θεολογική θεμελίωση κοινωνικής ηθικής).
  4. Υποστήριξη των Εκκλησιών-Μελών στον ευαγγελισμό και σαφής διακριτοποίηση από τον προσηλυτισμό.
  5. Καταπολέμηση του ρατσισμού, της οικονομικής εκμετάλλευσης, του μιλιταρισμού και της ηθικής εκτροπής της επιστήμης/τεχνολογίας.
  6. Διαμόρφωση μίας νέας κοινωνικής δομής, όπου κλήρος, λαός, άνδρες, γυναίκες, νέοι, ηλικιωμένοι και άτομα με αναπηρία θα συνυπάρχουν ως ισότιμα μέλη μιας οικογένειας.

Με τις προτεραιότητες αυτές, η Συνέλευση επιδίωξε να επιφέρει μια ουσιαστική ισορροπία στη δράση του ΠΣΕ, χωρίς να λείψουν και τα ψηφίσματα για θέματα διεθνούς επικαιρότητας (Νότια Αφρική, Κεντρική Αμερική, Ειρηνικός, Λίβανος, Παλαιστίνη, Ιεροσόλυμα, Αφγανιστάν, Κύπρος).

Η Ορθόδοξη Παρουσία

Παρά τον αριθμητικά περιορισμένο ρόλο τους, οι Ορθόδοξοι έκαναν αισθητή την παρουσία τους μέσω της σοβαρής θεολογικής τους προσφοράς και της ανάληψης ηγετικών συλλογικών ευθυνών. Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η υιοθέτηση του «ευχαριστιακού οράματος», το οποίο κατέστησε την Ορθόδοξη ευχαριστιακή θεολογία επίκεντρο του προβληματισμού ακόμα και στις Προτεσταντικές Εκκλησίες.

Από το Βανκούβερ και εξής, η ορθόδοξη συμμετοχή στο ΠΣΕ κατέστη πιο δυναμική, δημιουργική και ουσιαστική, με κορυφαίο επίτευγμα τη συμβολή στην τελική διαμόρφωση, αποδοχή και προβολή του κειμένου ΒΕΜ

ΟΙ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ

Στη ΣΤ΄ Γενική Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ) στο Βανκούβερ (1983), η εκπροσώπηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας υπήρξε ιδιαίτερα ενεργή.

Για τις δύο συγκεκριμένες Εκκλησίες, οι κυριότερες προσωπικότητες και θεολόγοι που συμμετείχαν (με σχετικές βιβλιογραφικές/ιστορικές παραπομπές) ήταν:

1. Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο εκπροσωπήθηκε από ιεράρχες, πανεπιστημιακούς θεολόγους και στελέχη της διασποράς (όπως η Αρχιεπισκοπή Αμερικής και Θυατείρων), οι οποίοι διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των θεολογικών κειμένων.

  • Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ιάκωβος (Κουκούζης): Ως επικεφαλής της Αρχιεπισκοπής Αμερικής (υπό το Οικουμενικό Πατριαρχείο) και εξέχουσα φυσιογνωμία της Οικουμενικής Κίνησης, είχε κεντρικό παρεμβατικό ρόλο στις εργασίες της Συνέλευσης.
    • Παραπομπή: B.E. Harakas, "The Vancouver Assembly and the Orthodox", The Greek Orthodox Theological Review 29 (1984), σσ. 1–15.
    • ----------------------------------------
    • ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΦΙΛΑΔΕΦΕΙΑΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ (ΝΥΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ).
    • Ο νυν Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος συμμετείχε στην 6η Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ στο Βανκούβερ το 1983 είτε ως αντιπρόσωπος είτε ως επικεφαλής της αντιπροσωπείας του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Εκείνη την εποχή έφερε τον τίτλο του Μητροπολίτη Φιλαδελφείας.
    • Κατά τη διάρκεια της Συνέλευσης του Βανκούβερ, ο Πατριάρχης ολοκλήρωσε μια οκταετή θητεία (1975-1983) ως Αναπληρωτής Πρόεδρος (Vice Moderator) της Επιτροπής «Πίστη και Τάξη» του ΠΣΕ.Από τη θέση του Αναπληρωτή Προέδρου, είχε καθοριστική συμβολή στην επεξεργασία και ανάπτυξη του εμβληματικού κειμένου σύγκλισης BEM (Βάπτισμα, Ευχαριστία, Ιερωσύνη)
  • π. Θεόδωρος Στυλιανόπουλος: Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού Βοστόνης (Αρχιεπισκοπή Αμερικής / Οικουμενικό Πατριαρχείο). Ήταν ένας από τους δύο κεντρικούς εισηγητές της Συνέλευσης στο κύριο θέμα «Ιησούς Χριστός, η ζωή του κόσμου».
    • Παραπομπή: Theodore Stylianopoulos, "Jesus Christ - The Life of the World: A Meditation on 1 John 1:1-4", στο Gathered for Life: Official Report, VI Assembly WCC, επιμ. David Gill, WCC Publications, Geneva 1983.
  • Μητροπολίτης Τρανουπόλεως (μετέπειτα Περγάμου) Ιωάννης (Ζηζιούλας): Συμμετείχε ενεργά ως ένας από τους βασικούς θεολόγους της Επιτροπής «Πίστη και Τάξη» (Faith and Order), συμβάλλοντας καθοριστικά στην προώθηση του κειμένου ΒΕΜ (Βάπτισμα, Ευχαριστία, Ιερωσύνη) και στη διαμόρφωση του «ευχαριστιακού οράματος».
    • Παραπομπή: John D. Zizioulas, "Being as Communion: Studies in Personhood and the Church", St Vladimir's Seminary Press, 1985.
  • Μητροπολίτης Μύρων Χρυσόστομος (Κωνσταντινίδης): Ηγετικό στέλεχος των ορθόδοξων αντιπροσωπειών στις εργασίες του ΠΣΕ και εκ των βασικών εκπροσώπων του Φαναρίου στις διορθόδοξες και διαχριστιανικές σχέσεις.
    • Παραπομπή: Chrysostomos Constantinides, "The Orthodox Presence in the World Council of Churches", The Ecumenical Review 36 (1984), σσ. 272–284.

2. Εκκλησία της Ελλάδος

Η Εκκλησία της Ελλάδος απέστειλε επίσημη αντιπροσωπεία αποτελούμενη από Αρχιερείς και διακεκριμένους Καθηγητές των Θεολογικών Σχολών Αθηνών και Θεσσαλονίκης:

  • Μητροπολίτης Περιστερίου Χρυσόστομος (Ζαφείρης): Διατελέσας μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΣΕ, με σημαντική παρουσία στη θεολογική θεμελίωση των θέσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος.
    • Παραπομπή: Χρυσόστομος Ζαφείρης (Μητρ. Περιστερίου), «Η ΣΤ΄ Γενική Συνέλευση του Π.Σ.Ε. στο Βανκούβερ και η Ορθόδοξος Θεολογική Μαρτυρία», περιοδικό Θεολογία, τόμ. 55 (1984).
  • Καθηγητής Πέτρος Βασιλειάδης: Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ., ο οποίος διετέλεσε σύμβουλος και μέλος της αντιπροσωπείας, εστιάζοντας στη διακονία, την ευχαριστιακή θεολογία και το κείμενο ΒΕΜ.
    • Παραπομπή: Petros Vassiliades, "The Eucharistic Vision of the Vancouver Assembly", International Review of Mission 73 (1984), σσ. 189–196.
  • Καθηγητής Γεώργιος Γαλίτης: Καθηγητής Καινής Διαθήκης της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, με ενεργό συμμετοχή στις θεολογικές ομάδες εργασίας για την Αποστολική Πίστη.
    • Παραπομπή: Γεώργιος Γαλίτης, «Εντυπώσεις και Αξιολόγησις της ΣΤ΄ Γενικής Συνελεύσεως του Π.Σ.Ε.», Εκκλησία 60 (1983).
  • Καθηγητής Βλάσιος Φειδάς: Καθηγητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και επιστημονικός σύμβουλος της Εκκλησίας της Ελλάδος σε οικουμενικά θέματα.
    • Παραπομπή: Βλάσιος Φειδάς, «Ορθοδοξία και Οικουμενική Κίνησις: Από το Βανκούβερ στη νέα εποχή», Εκδόσεις Αποστολική Διακονία, Αθήνα 1985.

Γενικές Βιβλιογραφικές Παραπομπές για τη Συμμετοχή:

  1. David Gill (ed.), Gathered for Life: Official Report, VI Assembly World Council of Churches, Vancouver, Canada, 24 July – 10 August 1983, WCC Publications, Geneva 1983 (Το επίσημο πρακτικό της Συνέλευσης με πλήρη κατάλογο συνέδρων).
  2. A. Jivi, "Life in the Oikoumene: Orthodox Participation at Vancouver", The Ecumenical Review, vol. 36, issue 2 (1984), pp. 174–177.
  3. Αναστασία Π. Βασιλειάδου, Η συμμετοχή των Ορθοδόξων στο ΠΣΕ, Εκδόσεις CEMES, Θεσσαλονίκη (αναφορά στο Κεφάλαιο για τη ΣΤ΄ Γενική Συνέλευση)

 

 

Οι συνελεύσεις ΛΙΜΑ και ΒΑΝΚΟΥΒΕΡ και ΣΥΝΟΔΟΣ  ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ.

Η Σύνοδος στην Κρήτη (2016) επηρεάστηκε καταλυτικά από τις εξελίξεις στον διαχριστιανικό διάλογο των δεκαετιών του 1980, με επίκεντρο τη διάσκεψη της Λίμα (1982) και τη Ζ΄ Γενική Συνέλευση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ) στο Βανκούβερ (1983).

Στη Λίμα του Περού διαμορφώθηκε το ιστορικό κείμενο «Βάπτισμα, Ευχαριστία, Ιερωσύνη» (BEM - Baptism, Eucharist and Ministry), το οποίο εισήγαγε την έννοια της «συγκλίσεως»  και της αμοιβαίας αναγνώρισης του βαπτίσματος μεταξύ των διαφόρων χριστιανικών ομολογιών. Η ορθόδοξη θεολογική προετοιμασία για την Κρήτη έλαβε σοβαρά υπόψη τη γλώσσα και τις παραδοχές της Λίμα, κάτι που αποτυπώθηκε στο τελικό κείμενο της Συνόδου «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», όπου επιχειρήθηκε η αναγνώριση της «ιστορικής ύπαρξης» άλλων χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών χωρίς παράλληλα να υποχωρήσει η Ορθοδοξία από τη δογματική της αποκλειστικότητα.

Στη συνέχεια, στο Βανκούβερ του Καναδά, το ΠΣΕ υιοθέτησε σε μεγάλο βαθμό τα πορίσματα της Λίμα, προωθώντας τη λεγόμενη «Βαπτισματική Θεολογία» (Baptismal Theology)—την ιδέα δηλαδή ότι όλα τα βαπτισμένα μέλη διαφόρων ομολογιών μοιράζονται ήδη μια θεμελιώδη, αν και ατελή, χριστιανική ενότητα. Η εξέλιξη αυτή καθόρισε το πλαίσιο συμμετοχής των Ορθοδόξων στον διαχριστιανικό διάλογο και επηρέασε τη Σύνοδο της Κρήτης διπλά: αφενός επικυρώθηκε η συνέχιση της συμμετοχής στο ΠΣΕ για τη μαρτυρία της αλήθειας, αφετέρου ξεκαθαρίστηκε ότι η συμμετοχή αυτή δεν σημαίνει αποδοχή της «Θεωρίας των Κλάδων» ή εξίσωση της Ορθοδοξίας με τις άλλες ομολογίες.

Τέλος, η γλώσσα που διαμορφώθηκε στη Λίμα και το Βανκούβερ  αποτελεί «δογματικός μινιμαλισμός», καλλιεργώντας έντονη καχυποψία γύρω από τα προσυνοδικά κείμενα.

 


Κυριακή 9 Αυγούστου 2026

Η Πορεία προς την Σύνοδο της Κρήτης (2016-) Ιστορικοί σταθμοί-συμμετέχοντες και αποφάσεις " Η Ε΄ Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ (Ναϊρόμπι, 1975)-

 


΄Ερευνα: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

6- ΜΕΡΟΣ ΣΤ-

Η Ε΄ Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ (Ναϊρόμπι, 1975)

1. Γενικό Πλαίσιο και Στόχοι της Συνέλευσης

Η Ε΄ Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ πραγματοποιήθηκε στο Ναϊρόμπι με θεματικό άξονα «Ο Χριστός ελευθερώνει και ενώνει», αποτελώντας τη συνέχιση του πνεύματος της Ουψάλας με στόχο τη θεολογική έρευνα της καθολικότητας και τη λήψη μέτρων για τις κοινωνικές ανάγκες, ενώ παράλληλα το αφρικανικό πλαίσιο έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ευθύνη της Εκκλησίας απέναντι στον δοκιμαζόμενο σύγχρονο άνθρωπο.

2. Αναπροσανατολισμός της Επιτροπής «Πίστη και Τάξη»

Στο πλαίσιο των εργασιών πραγματοποιήθηκε η έναρξη νέων θεολογικών μελετών υπό τον τίτλο «Προς μια κοινή έκφραση της Αποστολικής Πίστης σήμερα», η οποία σηματοδότησε μια σαφή επιλογή στρατηγικής για μετάθεση του ενδιαφέροντος από τις παραδοσιακές δογματικές διαφωνίες σε μια συστηματική προσπάθεια σύνθεσης κοινών ομολογιακών διατυπώσεων.

3. Το Ζήτημα του Κοινού Εορτασμού του Πάσχα

Αφού πρώτα θυμήθηκαν πώς είχε εξεταστεί το θέμα το 1965 και το 1971, οι Ορθόδοξοι ξεκάθαρισαν στην Κοινή τους Δήλωση ότι το Πάσχα είναι ιερό και ότι θα αλλάξουν τον τρόπο υπολογισμού του μόνο αν συμφωνήσουν όλοι οι Ορθόδοξοι μαζί. Την ίδια στιγμή, η Συνέλευση είδε ότι οι υπόλοιποι Χριστιανοί και η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία είχαν όλη την καλή διάθεση να βρεθεί λύση, κατάλαβε τους όρους που έβαζαν οι Ορθόδοξοι και γι' αυτό αποφάσισε να μην επιβάλει καμία συγκεκριμένη πρόταση.

4. Το Ψήφισμα για το Καθεστώς των Ιεροσολύμων

Με αφορμή τις έντονες φήμες περί ανατροπής του Status Quo και επιβολής συνδιοίκησης  με ηγετικό ρόλο του Βατικανού και εμπλοκή της αμερικανικής διπλωματίας, αναλήφθηκε πρωτοβουλία για τη σύνταξη προσχεδίου από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την υιοθέτηση ψηφίσματος σε συνεργασία με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, το περιεχόμενο του οποίου πρόβαλε την απαίτηση για πλήρη σεβασμό του Status Quo και την κατηγορηματική απόρριψη κάθε μονομερούς εκπροσώπησης των χριστιανικών κοινοτήτων από μία μόνο Εκκλησιαστική Αρχή

Οι συμμετέχοντες

1. Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως

Αρχιερείς & Κληρικοί

  • Μητροπολίτης Χαλκηδόνος Μελίτων (Χατζής): Επικεφαλής της Πατριαρχικής Αντιπροσωπείας και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΣΕ.
  • Μητροπολίτης Μύρων Χρυσόστομος (Κωνσταντινίδης): Καθηγητής Θεολογίας, βασικός εισηγητής και εκπρόσωπος στην Επιτροπή «Πίστη και Τάξη».
  • Μητροπολίτης Τρανουπόλεως (μετέπειτα Ελβετίας) Δαμασκηνός (Παπανδρέου): Διευθυντής του Ορθοδόξου Κέντρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Chambésy της Γενεύης.
  • Μητροπολίτης Αυστραλίας Στυλιανός (Χαρκιανάκης): Εκπρόσωπος του Πατριαρχείου, καθηγητής Δογματικής.
  • Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Τσέτσης: Μόνιμος Αντιπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην έδρα του ΠΣΕ στη Γενεύη.

Λαϊκοί Σύμβουλοι & Θεολόγοι

  • Δρ. Κωνσταντίνος Πατέλος (Constantin Patelos): Ιστορικός, ακαδημαϊκός και στέλεχος της γραμματείας του ΠΣΕ.
  • Δρ. Γεώργιος Λεμόπουλος: Θεολόγος, επιστημονικός συνεργάτης και μετέπειτα στέλεχος της ηγεσίας του ΠΣΕ.

2. Εκκλησία της Ελλάδος

Αρχιερείς & Κληρικοί

  • Μητροπολίτης Σερβίων και Κοζάνης Διονύσιος (Ψαριανός): Εκπρόσωπος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.
  • Μητροπολίτης Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων Πολύκαρπος (Βαγενάς): Συνοδικός εκπρόσωπος.
  • Επίσκοπος Ανδρούσης Αναστάσιος (Γιαννουλάτος): Γενικός Διευθυντής της Αποστολικής Διακονίας, εκπρόσωπος στον Τομέα Παγκόσμιας Ιεραποστολής και Ευαγγελισμού (CWME).

Ακαδημαϊκοί Καθηγητές & Θεολόγοι

  • Καθηγητής Νικόλαος Νησιώτης: Καθηγητής Φιλοσοφίας της Θεολογίας (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Διευθυντής του Οικουμενικού Ινστιτούτου του Bossey και μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής του ΠΣΕ.
  • Καθηγητής Ευάγγελος Θεοδώρου: Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (Πρακτική Θεολογία/Λειτουργική).
  • Καθηγητής Μάρκος Σιώτης: Καθηγητής Ερμηνείας της Καινής Διαθήκης (Πανεπιστήμιο Αθηνών).
  • Καθηγητής Γεώργιος Γαλίτης: Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
  • Καθηγητής Βλάσιος Φειδάς: Καθηγητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (ειδικός σύμβουλος της ελληνικής αντιπροσωπείας).
  • Καθηγητής Μέγας Φαράντος: Καθηγητής Δογματικής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
  • -----------------------------------

 

Βιβλιογραφικές Παραπομπές και Πηγές

Για τη μελέτη της συμμετοχής του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και της Εκκλησίας της Ελλάδος στην Ε΄ Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ (Ναϊρόμπι, 1975), οι κύριες επίσημες εκδόσεις, τα πρακτικά και η σχετική βιβλιογραφία είναι οι εξής:

1. Επίσημες Εκδόσεις του ΠΣΕ (Πρακτικά & Κείμενα)

  • Paton, David M. (επιμ.) (1976). Breaking Barriers: Nairobi 1975 – The Official Report of the Fifth Assembly of the World Council of Churches, Nairobi, 23 November–10 December 1975. London: SPCK / Grand Rapids: Wm. B. Eerdmans.

(Περιλαμβάνει τον πλήρη κατάλογο των συνέδρων, τις αποφάσεις των επιτροπών, τα ψηφίσματα για τα Ιεροσόλυμα και τις επίσημες δηλώσεις).

  • WCC Orthodox Task Force (1975). Orthodox Contributions to Nairobi: Papers Compiled and Presented by the Orthodox Task Force of the World Council of Churches. Geneva: World Council of Churches.
  • Bria, Ion & Patelos, Constantin G. (επιμ.) (1975). Orthodox Contributions to Nairobi. Geneva: World Council of Churches.

(Συλλογή των εισηγήσεων, των κοινών ορθόδοξων τοποθετήσεων και των προσχεδίων των δηλώσεων των Ορθοδόξων αντιπροσώπων).

  • Patelos, Constantin G. (επιμ.) (1978). The Orthodox Church in the Ecumenical Movement: Documents and Statements 1902–1975. Geneva: World Council of Churches.

2. Ελληνική Βιβλιογραφία & Μελέτες

  • Φειδάς, Βλάσιος Ι. (1998). Εκκλησιαστική Ιστορία (Τόμος Γ΄). Αθήνα.

(Αναφορά στη δομή των αντιπροσωπειών, τη θεολογική συμβολή των Ελλήνων ακαδημαϊκών και τις παρασκηνιακές διεργασίες των διορθόδοξων διασκέψεων).

  • Νησιώτης, Νικόλαος Α. (1977). «Το πνεύμα και τα αποτελέσματα της Ε΄ Γενικής Συνελεύσεως του Π.Σ.Ε. εν Ναϊρόμπι». Περιοδικό Θεολογία, τόμ. 48, Αθήνα.
  • Τσέτσης, Γεώργιος (Πρωτοπρεσβύτερος) (1988). Η συμβολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην ίδρυση του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών. Κατερίνη: Εκδόσεις Επέκταση.
  • Γιαννουλάτος, Αναστάσιος (Αρχιεπίσκοπος) (1989). «Η Λειτουργία μετά τη Λειτουργία» στο Ιεραποστολή στα ίχνη του Χριστού. Αθήνα: Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος.

(Αναλύεται η ορθόδοξη θεώρηση για την κοινωνική μαρτυρία, όπως εκφράστηκε προσυνελευσιακά στο Ετσμιατζίν και παρουσιάστηκε στο Ναϊρόμπι).

  • Κωνσταντινίδης, Χρυσόστομος (Μητροπολίτης Μύρων) (1976). «Η Ε΄ Γενική Συνέλευση του ΠΣΕ και η Ορθόδοξος Θεολογία». Περιοδικό Εκκλησία, Αθήνα.

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ -ΣΧΟΛΙΑ

Τα σημεία των αποφάσεων και του τελικού προσανατολισμού της Συνέλευσης που μπορούν να θεωρηθούν ότι ενισχύουν τον οικουμενισμό είναι κυρίως τα εξής:

  1. Στόχος η ορατή ενότητα των Εκκλησιών.
    Το Ναϊρόμπι διατύπωσε ως σκοπό του ΠΣΕ την πορεία των Εκκλησιών προς «ορατή ενότητα», σε μία πίστη και μία ευχαριστιακή κοινωνία, εκφραζόμενη στη λατρεία και στην κοινή ζωή εν Χριστώ.

Εδώ βρίσκεται ένα από τα κρισιμότερα σημεία του Ναϊρόμπι για την ορθόδοξη  κριτική. Η Συνέλευση υιοθέτησε την έννοια της «conciliar fellowship», δηλαδή «συνοδικής κοινωνίας/συνοδικού fellowship».

Το κείμενο διατύπωνε το όραμα ως εξής:

 

«The one church is to be envisioned as a conciliar fellowship of local churches which are themselves truly united.»

Μετάφραση:

«Η μία Εκκλησία πρέπει να νοείται ως μία συνοδική κοινωνία τοπικών Εκκλησιών, οι οποίες είναι οι ίδιες πραγματικά ενωμένες.»

 

Στη συνέχεια το κείμενο λέει ότι κάθε τοπική Εκκλησία, σε κοινωνία με τις άλλες:

  • κατέχει την πληρότητα της καθολικότητας,
  • ομολογεί την ίδια αποστολική πίστη,
  • αναγνωρίζει τις άλλες ως ανήκουσες στην ίδια Εκκλησία του Χριστού,
  • αναγνωρίζει τα μέλη και τις διακονίες των άλλων,
  • και συνδέεται μαζί τους μέσω κοινής ομολογίας και διακονίας.

Η επίσημη βιβλιογραφική παρουσίαση του ΠΣΕ χαρακτηρίζει το κείμενο ως μία από τις σημαντικότερες προσπάθειες του οικουμενικού κινήματος να ορίσει τη φαινόμενη/ορατή ενότητα της Εκκλησίας, με στόχο τη «conciliar fellowship

Εδώ βρίσκεται το βασικό ορθόδοξο πρόβλημα: Από μία αυστηρά Ορθόδοξη εκκλησιολογία μπορεί να τεθεί το ερώτημα:

Πώς είναι δυνατόν διαφορετικές ομολογίες, οι οποίες διαφωνούν σε δογματικά ζητήματα, να θεωρούνται ήδη “τοπικές Εκκλησίες” που ανήκουν στην ίδια Εκκλησία του Χριστού και αμοιβαίως αναγνωρίζουν τα μέλη και τις διακονίες τους;

Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από την κλασική Ορθόδοξη θέση  σύμφωνα με την  οποία η Εκκλησία είναι ήδη μία και η αναζήτηση της ενότητας αφορά την επιστροφή στην αληθινή εκκλησιαστική κοινωνία, όχι τη δημιουργία μιας νέας ομοσπονδιακής κοινωνίας διαφόρων εκκλησιολογικών σωμάτων.

  1. Κοινή μαρτυρία των Εκκλησιών.
    Προωθήθηκε η συνεργασία των Εκκλησιών ώστε να δίνουν κοινή χριστιανική μαρτυρία, τόσο τοπικά όσο και παγκόσμια. Αυτό αποτελεί βασικό στοιχείο της οικουμενικής πρακτικής του ΠΣΕ.
  2. Εντονότερη συνεργασία και κοινωνία μεταξύ των Εκκλησιών.
    Η Συνέλευση επιδίωξε στενότερες και πιο σταθερές σχέσεις μεταξύ των διαφορετικών εκκλησιαστικών παραδόσεων, με σκοπό την υπέρβαση των διαιρέσεων. Το επίσημο ιστορικό του ΠΣΕ χαρακτηρίζει το Ναϊρόμπι σταθμό στην περαιτέρω αναζήτηση της ενότητας.
  3. Διάλογος και συνύπαρξη διαφορετικών ομολογιών.
    Η Συνέλευση προσπάθησε να διατηρήσει την ενότητα του ίδιου του ΠΣΕ παρά τις σοβαρές θεολογικές και πολιτικές διαφωνίες μεταξύ των αντιπροσώπων. Η διαδικασία βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην αναζήτηση συναίνεσης και όχι στην επιβολή της άποψης της πλειοψηφίας.
  4. Σύνδεση της εκκλησιαστικής ενότητας με την παγκόσμια ανθρώπινη κοινότητα.
    Το Ναϊρόμπι διεύρυνε την οικουμενική προβληματική πέρα από τις καθαρά διαχριστιανικές σχέσεις, συνδέοντας την ενότητα με την κοινωνική δικαιοσύνη, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ανάπτυξη, την καταπολέμηση του ρατσισμού και τις δομές αδικίας. Οι θεματικές ενότητες περιλάμβαναν «Αναζήτηση κοινότητας», «Εκπαίδευση για απελευθέρωση και κοινότητα», «Δομές αδικίας και αγώνες για απελευθέρωση» και «Ανθρώπινη ανάπτυξη».
  5. Συνεργασία με άλλους χριστιανικούς και οικουμενικούς οργανισμούς.
    Η διατύπωση που υιοθετήθηκε στο Ναϊρόμπι προέβλεπε τη διατήρηση σχέσεων με εθνικά και περιφερειακά συμβούλια Εκκλησιών, παγκόσμιους ομολογιακούς οργανισμούς και άλλες οικουμενικές οργανώσεις.
  6. Ενότητα ως μαρτυρία προς τον κόσμο.
    Ιδιαίτερη σημασία έχει η ιδέα ότι η ενότητα των χριστιανών δεν αποτελεί απλώς οργανωτική συνεργασία, αλλά συνδέεται με την αποστολή τους «ώστε ο κόσμος να πιστεύει». Αυτή είναι μία από τις χαρακτηριστικότερες οικουμενικές

ΣΧΟΛΙΑ.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ «ΑΜΟΙΒΑΙΑΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ»

Το πλέον σοβαρό εκκλησιολογικό πρόβλημα του Ναϊρόμπι βρίσκεται στην αντίληψη περί «συνοδικής κοινωνίας» και στην αμοιβαία αναγνώριση των διαφόρων ομολογιακών κοινοτήτων ως ανηκουσών στην ίδια Εκκλησία του Χριστού. Εδώ δεν έχουμε πλέον απλώς μια έκκληση για αγάπη, ειρήνη, συνεργασία ή αμοιβαίο σεβασμό μεταξύ Χριστιανών. Πρόκειται για εκκλησιολογική αναγνώριση. Όταν διαφορετικές κοινότητες, οι οποίες δεν έχουν κοινή πίστη, δεν έχουν κοινή ευχαριστιακή κοινωνία, δεν έχουν κοινή ομολογία σε θεμελιώδη δογματικά ζητήματα και δεν βρίσκονται σε πλήρη εκκλησιαστική κοινωνία, αντιμετωπίζονται ως εκφράσεις της ίδιας Εκκλησίας του Χριστού, τότε μεταβάλλεται ο ίδιος ο ορισμός της Εκκλησίας. Από Ορθόδοξη άποψη, η Εκκλησία του Χριστού δεν είναι μια ομοσπονδία ομολογιών που πρόκειται να συγκροτηθεί στο μέλλον ούτε ένα άθροισμα διαφορετικών χριστιανικών κοινοτήτων που αποκτούν εκκλησιαστική υπόσταση μέσω αμοιβαίας αναγνώρισης. Η Εκκλησία είναι μία, αγία, καθολική και αποστολική και η ενότητά της δεν αποτελεί δημιούργημα διαλόγων, επιτροπών και διαπραγματεύσεων. Επομένως, η αντίληψη ότι διαφορετικές ομολογίες μπορούν να αναγνωρίζονται ως ήδη ανήκουσες στην ίδια Εκκλησία, ενώ παραμένουν χωρισμένες σε δογματικό και ευχαριστιακό επίπεδο, αποτελεί, από αυστηρά ορθόδοξη εκκλησιολογική σκοπιά, θεμελιώδη εκτροπή.

Η ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΚΟΝΙΩΝ

Ακόμη σοβαρότερο είναι το ζήτημα της αμοιβαίας αναγνώρισης των διακονιών. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να αποδέχεται αδιακρίτως ότι κάθε ομολογιακή διακονία αποτελεί αυτομάτως ισότιμη έκφραση της αποστολικής Ιερωσύνης. Η Ιερωσύνη δεν είναι διοικητικό αξίωμα, κοινωνικός ρόλος ή λειτουργική υπηρεσία που μπορεί να αναγνωριστεί μέσω μιας διαχριστιανικής συμφωνίας. Είναι μυστήριο της Εκκλησίας και συνδέεται οργανικά με την αποστολική διαδοχή, την ορθή πίστη και την κανονική εκκλησιαστική κοινωνία. Επομένως, η αμοιβαία αναγνώριση διακονιών πριν από την αποκατάσταση της πλήρους δογματικής και μυστηριακής κοινωνίας δημιουργεί σοβαρή σύγχυση μεταξύ Εκκλησίας και ομολογίας, μεταξύ Μυστηρίου και εκκλησιαστικού αξιώματος και μεταξύ αποστολικής διαδοχής και απλής ιστορικής συνέχειας ενός θρησκευτικού οργανισμού.

Η ΕΝΟΤΗΤΑ ΔΕΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙΤΑΙ ΜΕ ΔΙΑΛΟΓΟΥΣ

Η Ορθόδοξη ένσταση εδώ  είναι απόλυτη.H  Εκκλησία δεν χρειάζεται να «ενωθεί» με τον εαυτό της. Δεν υπάρχει μία αόρατη υπερκείμενη Εκκλησία, της οποίας τα διάφορα τμήματα πρέπει τώρα να συγκεντρωθούν σε μία νέα ορατή οργάνωση. Αυτό αντιστρέφει την ορθόδοξη εκκλησιολογία. Η Εκκλησία είναι ήδη MIA. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ο χωρισμός από την Εκκλησία και η απομάκρυνση από την αποστολική πίστη. Συνεπώς, η πραγματική χριστιανική ενότητα δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα συμβιβασμού δογμάτων ούτε προϊόν αμοιβαίας αναγνώρισης. Μπορεί να είναι μόνο επιστροφή στην αλήθεια της μίας Εκκλησίας και αποκατάσταση της πλήρους εκκλησιαστικής κοινωνίας πάνω στο θεμέλιο της κοινής αποστολικής πίστεως.

Η «ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ» ΚΑΙ Ο ΔΙΑΘΡΗΣΚΕΙΑΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η κατεύθυνση που λαμβάνει το Ναϊρόμπι στο ζήτημα των άλλων θρησκειών. Η γλώσσα περί κοινής αναζήτησης ανθρώπων διαφορετικών θρησκειών, πολιτισμών και ιδεολογιών δημιουργεί έναν νέο τρόπο θεώρησης της θρησκευτικής πραγματικότητας. Ο Ορθόδοξος Χριστιανός δεν μπορεί να αποδεχθεί ότι η αλήθεια του Χριστού αποτελεί απλώς ένα μέρος μιας ευρύτερης ανθρώπινης αναζήτησης της αλήθειας.

Ο Χριστός δεν είναι ένας από τους δρόμους προς τον Θεό. Είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού, ο μόνος Σωτήρας του κόσμου. Η Εκκλησία δεν κηρύττει ότι η ανθρωπότητα αναζητά από κοινού διάφορες ισότιμες θρησκευτικές εκφράσεις του θείου. Κηρύττει ότι ο Θεός αποκαλύφθηκε εν Χριστώ και ότι η σωτηρία βρίσκεται στον Χριστό και στην κοινωνία μαζί Του.

Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΜΟΥ

H  παρουσία εκπροσώπων διαφορετικών θρησκειών στη Συνέλευση και η αναζήτηση κοινότητας πέρα από τα θρησκευτικά όρια, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως θεολογικά ουδέτερες πράξεις. Η συνάντηση με τον αλλόθρησκο ως άνθρωπο, η ειρηνική συνύπαρξη και η συνεργασία για κοινωνικά ζητήματα είναι ένα πράγμα. Η δημιουργία όμως μιας θρησκευτικά ουδέτερης «κοινότητας» στην οποία οι διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις αντιμετωπίζονται ως ισότιμοι συνομιλητές στην αναζήτηση της αλήθειας είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος του συγκρητισμού. Όταν η μοναδικότητα της Αποκαλύψεως του Χριστού υποχωρεί μπροστά στην ιδέα μιας κοινής θρησκευτικής αναζήτησης, τότε η ιεραποστολή κινδυνεύει να μετατραπεί από κήρυγμα μετανοίας και προσκλήσεως στην Εκκλησία σε απλή ανταλλαγή θρησκευτικών εμπειριών και κοινωνική συνεργασία.

Η ΜΟΝΑΔΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Το γεγονός ότι στο Ναϊρόμπι υπήρχαν παράλληλα ισχυρές διατυπώσεις υπέρ της μοναδικότητας του Χριστού, δεν εξαλείφει την αντίφαση. Αντίθετα, αυτή η συνύπαρξη διαφορετικών θεολογικών κατευθύνσεων αποκαλύπτει ακριβώς το πρόβλημα του οικουμενικού εγχειρήματος. Από τη μία πλευρά ομολογείται ο Χριστός ως μοναδικός Σωτήρας και από την άλλη καλλιεργείται μια εκκλησιολογία και μια διαθρησκειακή αντίληψη που μπορούν να οδηγήσουν σε σχετικοποίηση αυτής της μοναδικότητας.

Δεν αρκεί να υπάρχουν ορθόδοξες φράσεις μέσα σε ένα κείμενο. Το κρίσιμο είναι εάν ολόκληρο το θεολογικό οικοδόμημα παραμένει συνεπές με αυτές τις φράσεις. Μια ομολογία της μοναδικότητας του Χριστού χάνει το εκκλησιολογικό της βάρος, όταν ταυτόχρονα αναγνωρίζονται ως ισότιμες εκκλησιαστικές πραγματικότητες κοινότητες που δεν συμμερίζονται την ίδια πίστη.

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΚΑΙ Η ΑΛΛΟΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΝΝΟΙΑΣ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ

Στα κείμενα του Ναϊρόμπι γίνεται επίσης εμφανής η έντονη στροφή προς την κοινωνική απελευθέρωση, την καταπολέμηση της αδικίας, την αλλαγή των κοινωνικών δομών και την πολιτική χειραφέτηση. Η Εκκλησία ασφαλώς δεν αδιαφορεί για την κοινωνική αδικία. Ο Χριστιανός καλείται να αγαπά τον φτωχό, να υπερασπίζεται τον αδικημένο και να καταγγέλλει την αδικία. Όμως η Ορθόδοξη πίστη δεν επιτρέπει να μετατραπεί η κοινωνική απελευθέρωση σε υποκατάστατο της σωτηρίας. Ο άνθρωπος δεν χρειάζεται μόνο να απελευθερωθεί από καταπιεστικές κοινωνικές δομές. Χρειάζεται να απελευθερωθεί από την αμαρτία, από τα πάθη, από τον θάνατο και από τη φθορά και να ενωθεί με τον Θεό. Εάν η Εκκλησία αρχίσει να παρουσιάζει ως κεντρικό έργο της την αναμόρφωση των κοινωνικών δομών, ενώ η μετάνοια, η θέωση, η Ανάσταση και η αιώνια ζωή υποχωρούν στο περιθώριο, τότε έχει συντελεστεί ουσιαστική μετατόπιση του Ευαγγελίου.

Η ΠΟΛΙΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ

Εδώ βρίσκεται ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα της μεταπολεμικής οικουμενικής θεολογίας. Η γλώσσα της απελευθέρωσης μπορεί εύκολα να μετατραπεί από θεολογική γλώσσα σε πολιτική ιδεολογία. Όταν η αδικία ερμηνεύεται αποκλειστικά με όρους κοινωνικών δομών και η σωτηρία παρουσιάζεται κυρίως ως αλλαγή των δομών αυτών, η προσωπική αμαρτία και η ανάγκη μετανοίας υποβαθμίζονται. Ο άνθρωπος παύει να αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως αμαρτωλός που χρειάζεται τον Χριστό και αντιμετωπίζεται κυρίως ως θύμα κοινωνικών μηχανισμών. Έτσι η Εκκλησία κινδυνεύει να εγκαταλείψει το θεραπευτικό και σωτηριολογικό της έργο και να μετατραπεί σε πολιτικοκοινωνικό φορέα.

 

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ

Η Ορθόδοξη Εκκλησία ασφαλώς μπορεί και πρέπει να καταγγέλλει την αδικία. Δεν μπορεί όμως να ταυτίσει την αποστολή της με κάποιο πολιτικό πρόγραμμα απελευθέρωσης. Η Εκκλησία δεν υπάρχει για να οικοδομήσει επί γης μια τέλεια κοινωνία μέσω πολιτικών μετασχηματισμών. Υπάρχει για να μεταμορφώνει τον άνθρωπο εν Χριστώ, να τον εισάγει στη μυστηριακή ζωή, να τον οδηγεί στη μετάνοια, στην κάθαρση, στον φωτισμό και στη θέωση και να τον προετοιμάζει για τη Βασιλεία του Θεού. Κάθε κοινωνική δράση της Εκκλησίας πρέπει να πηγάζει από αυτή την πραγματικότητα και όχι να την αντικαθιστά.

Η ΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ

Η δήλωση για την Ιερουσαλήμ δεν αποτελεί από μόνη της δογματική ομολογία περί ισοτιμίας των θρησκειών και δεν πρέπει να της αποδοθεί κάτι που δεν λέει. Ωστόσο, από αντιοικουμενιστική σκοπιά, είναι χαρακτηριστική της νέας διαθρησκειακής νοοτροπίας που αναπτύσσεται. Χριστιανοί, Ιουδαίοι και Μουσουλμάνοι παρουσιάζονται από κοινού ως θρησκευτικές κοινότητες με κοινό ενδιαφέρον για έναν ιερό τόπο. Η πολιτική συνεργασία και η προστασία των προσκυνητών μπορούν να δικαιολογηθούν χωρίς θεολογική εξίσωση. Όταν όμως η γλώσσα της κοινής θρησκευτικής ευθύνης μεταφέρεται από το πολιτικό επίπεδο στο θεολογικό, τότε δημιουργείται σοβαρό πρόβλημα. Για την Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχουν τρεις ισότιμες αποκαλύψεις του Θεού που απλώς συνυπάρχουν στην Ιερουσαλήμ. Υπάρχει η αποκάλυψη του Θεού εν Χριστώ και η Εκκλησία Του.

ΤΟ ΒΑΘΥΤΕΡΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΝΑΪΡΟΜΠΙ

Το βαθύτερο πρόβλημα του Ναϊρόμπι δεν βρίσκεται σε μία μόνο φράση. Βρίσκεται στη συνολική μετατόπιση του οικουμενικού τρόπου σκέψεως. Η Εκκλησία αρχίζει να νοείται περισσότερο ως παγκόσμια κοινότητα διαλόγου και συνεργασίας και λιγότερο ως το συγκεκριμένο Σώμα του Χριστού, ενωμένο στην ίδια πίστη, στην ίδια Ευχαριστία, στα ίδια Μυστήρια και στην ίδια αποστολική παράδοση. Η ενότητα μετατρέπεται από καρπό της κοινής πίστεως σε στόχο οργανωτικής και διαλογικής διαδικασίας. Η ετερότητα των δογμάτων αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα που μπορεί σταδιακά να ξεπεραστεί μέσω διαλόγου, ενώ η Ορθόδοξη Εκκλησία οφείλει να επιμένει ότι η αλήθεια της πίστεως δεν είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

ΤΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Από αυστηρά  Ορθόδοξη σκοπιά, το Ναϊρόμπι 1975 αποτελεί σημαντικό σταθμό στην πορεία κατά την οποία ο οικουμενισμός απομακρύνεται από την απλή αναζήτηση επαφής μεταξύ Χριστιανών και προχωρεί προς μια ευρύτερη εκκλησιολογική και διαθρησκειακή αντίληψη. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η ενότητα παρουσιάζεται με τρόπο που μπορεί να επιτρέψει την αναγνώριση διαφορετικών ομολογιών ως ήδη ανηκουσών στην ίδια Εκκλησία, ενώ η διαθρησκειακή συνάντηση αποκτά αυξανόμενη θεολογική βαρύτητα. Από την Ορθόδοξη σκοπιά αυτό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό χωρίς σοβαρότατες επιφυλάξεις. Η Εκκλησία είναι μία. Η αλήθεια της πίστεως δεν είναι αντικείμενο συμβιβασμού. Η Ευχαριστιακή κοινωνία δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τη δογματική κοινωνία. Η αποστολική Ιερωσύνη δεν μπορεί να εξισωθεί με κάθε μορφή θρησκευτικής διακονίας. Ο Χριστός δεν είναι ένας από τους πολλούς δρόμους της ανθρωπότητας προς τον Θεό, αλλά ο μόνος Σωτήρας και η μόνη οδός προς τον Πατέρα. Η δε κοινωνική δικαιοσύνη, όσο σημαντική και αν είναι, δεν αποτελεί το Ευαγγέλιο καθαυτό ούτε μπορεί να αντικαταστήσει τη μετάνοια, τη σταυρική θυσία του Χριστού, την Ανάσταση, τα Μυστήρια και την εν Χριστώ θέωση του ανθρώπου.

Επομένως, η Ορθόδοξη κριτική δεν χρειάζεται να καταφύγει σε υπερβολές ή σε αυθαίρετους χαρακτηρισμούς. Αρκεί να θέσει το αποφασιστικό ερώτημα: εάν η Εκκλησία είναι μία, εάν η πίστη είναι μία, εάν η Ευχαριστία είναι μία και εάν η αποστολική παράδοση είναι μία, με ποιο δικαίωμα μπορούν διαφορετικές ομολογίες που δεν έχουν ακόμη κοινή πίστη και ευχαριστιακή κοινωνία να αναγνωρίζονται ως ισότιμα μέλη της ίδιας Εκκλησίας; Και εάν ο Χριστός είναι ο μοναδικός Σωτήρας του κόσμου, με ποιο θεολογικό δικαίωμα μπορεί η χριστιανική αποκάλυψη να εντάσσεται σε μια γενική ανθρώπινη αναζήτηση που περιλαμβάνει εξίσου τις άλλες θρησκείες; Αυτά είναι τα πραγματικά ερωτήματα που θέτει το Ναϊρόμπι στην Ορθόδοξη συνείδηση. Και από την αυστηρή Ορθόδοξη  σκοπιά, οι απαντήσεις του οικουμενικού εγχειρήματος δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές εκεί όπου θίγουν τη μοναδικότητα της Εκκλησίας, την αποκλειστικότητα της αληθούς πίστεως, την αναγκαιότητα της μυστηριακής κοινωνίας και τη μοναδικότητα του Χριστού ως Σωτήρος του κόσμου.

Σύγκριση του Ναϊρόμπι (1975) με την Σύνοδο της Κρήτης (2016)

Η σύγκριση της Ε΄ Γενικής Συνέλευσης του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών στο Ναϊρόμπι το 1975 με την Σύνοδο στην Κρήτη το 2016 παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον από ορθόδοξη σκοπιά. Δεν είναι ορθό να υποστηριχθεί απλώς ότι τα δύο γεγονότα ταυτίζονται. Υπάρχουν, όμως, σημαντικές ομοιότητες στη γλώσσα και στις θεματικές τους, ιδιαίτερα γύρω από τις έννοιες της συνοδικότητας, της κοινωνίας, του διαλόγου και της χριστιανικής ενότητας.

Το πιο χαρακτηριστικό σημείο του Ναϊρόμπι είναι η έννοια της «συνοδικής κοινωνίας». Το κείμενο μιλά για την «μία Εκκλησία» ως «συνοδική κοινωνία τοπικών Εκκλησιών» . Η λογική αυτή παρουσιάζει την ενότητα ως κοινωνία διαφόρων τοπικών Εκκλησιών, οι οποίες, παρά τις ιστορικές, πολιτιστικές και γεωγραφικές διαφορές τους, καλούνται να ζουν και να μαρτυρούν από κοινού. Η έννοια αυτή αποτελεί βασικό στοιχείο της οικουμενικής εκκλησιολογικής προβληματικής του ΠΣΕ.

Στην Κρήτη συναντούμε επίσης πολύ έντονη αναφορά στη συνοδικότητα. Το κείμενο για τις σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με την Οικουμενική Κίνηση υπογραμμίζει ότι «η διατήρησις της γνησίας ορθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον διά του συνοδικού συστήματος». Επομένως, και στα δύο κείμενα η συνοδικότητα συνδέεται στενά με την ενότητα και την εκκλησιαστική ζωή. Ωστόσο, υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά. Στο Ναϊρόμπι η συνοδική κοινωνία παρουσιάζεται ως τρόπος έκφρασης της ενότητας των χριστιανικών Εκκλησιών, ενώ στην Κρήτη η συνοδικότητα παρουσιάζεται πρωτίστως ως στοιχείο της ζωής της ήδη υπάρχουσας Ορθοδόξου Εκκλησίας και ως τρόπος διαφυλάξεως της ορθοδόξου πίστεως.

Η δεύτερη σημαντική ομοιότητα βρίσκεται στην έννοια του διαλόγου. Το Ναϊρόμπι θεωρεί την επικοινωνία, τη συνάντηση και τον διάλογο μεταξύ των Εκκλησιών απαραίτητα στοιχεία για την υπέρβαση των διαιρέσεων. Η Κρήτη, αντίστοιχα, δηλώνει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία «καλλιεργεί τον διάλογον μετά των εξ αυτής διεστώτων» και θεωρεί αναγκαίο τον διαχριστιανικό θεολογικό διάλογο. Έτσι, και στα δύο πλαίσια ο διάλογος θεωρείται σημαντικό μέσο αντιμετώπισης των χριστιανικών διαιρέσεων.

Από ορθόδοξη όμως σκοπιά τίθεται αμέσως ένα ερώτημα: ποιος είναι ο σκοπός του διαλόγου; Εάν ο διάλογος γίνεται για να γνωρίσουν οι Χριστιανοί ο ένας τον άλλον, να καταθέσει η Ορθόδοξη Εκκλησία τη μαρτυρία της και να αναζητηθεί η αλήθεια, τότε μπορεί να θεωρηθεί θεμιτός. Εάν όμως ο διάλογος προϋποθέτει ότι όλες οι Ομολογίες αποτελούν ισότιμες Εκκλησίες που πρέπει απλώς να συγχωνευθούν σε μία νέα ενότητα, τότε η θέση αυτή έρχεται σε σύγκρουση με την ορθόδοξη εκκλησιολογία.

Από ορθόδοξη  σκοπιά, λοιπόν, το πρόβλημα δεν είναι κατ’ ανάγκην η ύπαρξη διαλόγου. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η λέξη «Εκκλησία» χρησιμοποιείται με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι όλες οι χριστιανικές Ομολογίες έχουν την ίδια εκκλησιολογική θέση.».

Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η θέση της Κρήτης για το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών. Η Σύνοδος αναγνωρίζει τη συμμετοχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Οικουμενική Κίνηση και τη συμβολή της στους θεολογικούς διαλόγους. Ταυτόχρονα, όμως, δηλώνει ότι το ΠΣΕ «δεν είναι και ουδέποτε επιτρέπεται να καταστή “υπέρ-Εκκλησία”». Αυτό αποτελεί σαφή διαφοροποίηση από οποιαδήποτε αντίληψη θα έδινε στο ΠΣΕ εκκλησιαστική εξουσία πάνω από τις κατά τόπους Εκκλησίες.

Εδώ όμως διατυπώνεται η βασική  ένσταση: ακόμη και αν το ΠΣΕ δεν ονομάζεται “Εκκλησία”, είναι θεολογικά ορθό να συμμετέχει η Ορθόδοξη Εκκλησία σε έναν οργανισμό όπου διαφορετικές χριστιανικές κοινότητες συναντώνται μέσα σε ένα κοινό οικουμενικό πλαίσιο; Ο ορθόδοξος  θα απαντήσει ότι η συμμετοχή αυτή μπορεί να προκαλέσει σύγχυση, διότι δημιουργεί την εικόνα μιας συλλογικής «κοινωνίας Εκκλησιών», ενώ η Ορθόδοξη Εκκλησία θεωρεί τον εαυτό της ως τη Μία Εκκλησία.

Ένα ακόμη σημείο σύγκρισης είναι η κοινή χριστιανική μαρτυρία. Το Ναϊρόμπι συνδέει την ενότητα με την κοινή μαρτυρία των Χριστιανών στον κόσμο. Η Κρήτη, στο κείμενο «Η Αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στον Σύγχρονο Κόσμο», τονίζει επίσης την ανάγκη η Εκκλησία να δίνει μαρτυρία για τον Χριστό και να αντιμετωπίζει τα μεγάλα προβλήματα της ανθρωπότητας, όπως η ειρήνη, η δικαιοσύνη, η ελευθερία, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η προστασία της δημιουργίας. Επομένως, υπάρχει σαφής συγγένεια ως προς την ιδέα ότι η Εκκλησία δεν πρέπει να είναι απομονωμένη από τον κόσμο.

Ωστόσο, η ορθόδοξη  κριτική θα επισημάνει ότι η κοινή δράση των Χριστιανών δεν πρέπει να μετατρέπεται σε υποκατάστατο της δογματικής ενότητας. Η πραγματική εκκλησιαστική ενότητα, από την ορθόδοξη άποψη, δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο σε κοινές κοινωνικές δράσεις, σε κοινές διακηρύξεις ή σε κοινή δράση για την ειρήνη. Προϋποθέτει κοινή πίστη, κοινή λατρευτική και μυστηριακή ζωή και αποδοχή της αποστολικής και πατερικής παραδόσεως.

Έτσι προκύπτει η βασική κριτική προς την Κρήτη.Η  Σύνοδος χρησιμοποιεί αρκετές έννοιες που έχουν αναπτυχθεί μέσα στην Οικουμενιστική Κίνηση — διάλογος, χριστιανική ενότητα, κοινή μαρτυρία, συμμετοχή στο ΠΣΕ και συνοδική κοινωνία — και γι’ αυτό υπάρχει ο κίνδυνος να εισχωρήσει στην ορθόδοξη εκκλησιολογική σκέψη ένα μοντέλο σύμφωνα με το οποίο υπάρχουν πολλές Εκκλησίες,που πρέπει να οδηγηθούν σε ενότητα.

Η  Κρήτη υιοθετεί ή χρησιμοποιεί μέρος της γλώσσας και του πλαισίου της Οικουμενικής Κίνησης, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να διατηρήσει τα όρια της Ορθόδοξης εκκλησιολογίας. Ακριβώς αυτή η συνύπαρξη δημιουργεί τον κίνδυνο εκκλησιολογικής σύγχυσης.