Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

Η Πορεία προς την Σύνοδο της Κρήτης (2016-) Ιστορικοί σταθμοί-συμμετέχοντες και αποφάσεις. Η Συνέλευση της Ουψάλας (1968)



 

Έρευνα: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

ΜΕΡΟΣ -Ε

4η Συνέλευση, Ουψάλα 1968

Η 4η Γενική Συνέλευση του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ) πραγματοποιήθηκε στην Ουψάλα της Σουηδίας από τις 4 έως τις 20 Ιουλίου 1968. Θεωρείται μία από τις πιο καθοριστικές και ριζοσπαστικές συνελεύσεις στην ιστορία της Οικουμενικής Κίνησης, καθώς σηματοδότησε τη στροφή του ΠΣΕ προς τα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα της εποχής.

4η Συνέλευση του ΠΣΕ (Ουψάλα, 1968). Πηγή: World Council of Churches

  • Κεντρικό Θέμα: «Ιδού, ποιώ καινά πάντα» (Αποκάλυψη 21:5).

Η συνέλευση διεξήχθη εν μέσω παγκόσμιας πολιτικής και κοινωνικής αναταραχής (Πόλεμος του Βιετνάμ, Άνοιξη της Πράγας, κινήματα νεολαίας και πολιτικών δικαιωμάτων, αποαποικιοποίηση). Mετατόπισε την προσοχή από τις αμιγώς δογματικές/θεολογικές συζητήσεις στην καταπολέμηση της φτώχειας, του ρατσισμού, της αδικίας και των ανισοτήτων μεταξύ αναπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών.

Σημαντικά Γεγονότα & Αποφάσεις

Στην 4η Γενική Συνέλευση του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών στην Ουψάλα το 1968, ως άμεσο αποτέλεσμα των εργασιών της, ιδρύθηκε το Πρόγραμμα για την Καταπολέμηση του Ρατσισμού (PCR), το οποίο παρείχε έμπρακτη υποστήριξη σε αντιρατσιστικά κινήματα παγκοσμίως, συμπεριλαμβανομένου του αγώνα κατά του Απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική, ενώ η απουσία του Αμερικανού αιδεσιμότατου, ηγέτη του Κινήματος Πολιτικών Δικαιωμάτων και κατόχου Νόμπελ Ειρήνης Martin Luther King Jr., ο οποίος είχε προσκληθεί ως κεντρικός ομιλητής αλλά δολοφονήθηκε τον Απρίλιο του 1968, σφράγισε συναισθηματικά το κλίμα, δίνοντας τη θέση της στην ισχυρή και ασυμβίβαστη παρέμβαση του διακεκριμένου Αφροαμερικανού συγγραφέα και ακτιβιστή James Baldwin. Αυτός  εκφώνησε μια καθηλωτική ομιλία στηλιτεύοντας τη συστημική αδικία. Παράλληλα δε ενισχύθηκε καθοριστικά η εκπροσώπηση των Ορθοδόξων Εκκλησιών, όπως της Εκκλησίας της Ρωσίας και άλλων ανατολικών δογμάτων, επηρεάζοντας τις θεολογικές συζητήσεις για την καθολικότητα και την ενότητα της Εκκλησίας, την ώρα που η δυναμική παρουσία νέων παρατηρητών άσκησε έντονη πίεση στις εκκλησιαστικές ηγεσίες για μια πιο άμεση, τολμηρή και ριζοσπαστική κοινωνική δράση απέναντι στα οξυμένα παγκόσμια προβλήματα της εποχής.

1. Συμμετοχή από το Οικουμενικό Πατριαρχείο

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο εκπροσωπήθηκε από ισχυρή αντιπροσωπεία Ιεραρχών και Θεολόγων, με εξέχουσες μορφές της Οικουμενικής Κίνησης:

  • Μητροπολίτης Χαλκηδόνος Μελίτων (Χατζής): Επικεφαλής της αντιπροσωπείας του Πατριαρχείου, από τις πλέον επιδραστικές προσωπικότητες της Συνέλευσης.
  • Μητροπολίτης Μύρων Χρυσόστομος (Κωνσταντινίδης): Σημαντικός θεολόγος και στέλεχος του ΠΣΕ.
  • Μητροπολίτης Γερμανίας Πολύευκτος (Φινφίνης).
  • Μητροπολίτης Ελβετίας Δαμασκηνός (Παπανδρέου): Τότε Αρχιμανδρίτης/Διευθυντής του Ορθόδοξου Κέντρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Σαμπεζύ της Γενεύης.
  • Καθηγητής Νίκος Νησιώτης: Τότε Διευθυντής του Οικουμενικού Ινστιτούτου του Bossey και αργότερα Πρόεδρος της Επιτροπής «Πίστη και Τάξη» (Faith and Order) του ΠΣΕ.

2. Συμμετοχή από την Εκκλησία της Ελλάδος

Η Εκκλησία της Ελλάδος συμμετείχε με επίσημη αντιπροσωπεία Αρχιερέων και καθηγητών Πανεπιστημίου (εν μέσω της περιόδου της Δικτατορίας στην Ελλάδα):

  • Μητροπολίτης Μυτιλήνης Ιάκωβος (Κλεόμβροτος): Επικεφαλής της αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος.
  • Μητροπολίτης Κίτρους Βαρνάβας (Τζωρτζάτος): Ιδιαίτερα δραστήριος στις διακρισιακές και διορθόδοξες σχέσεις.
  • Μητροπολίτης Μεσσηνίας Χρυσόστομος (Θέμελης).
  • Καθηγητής Γεράσιμος Κονιδάρης: Καθηγητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.
  • Καθηγητής Ευάγγελος Θεοδώρου: Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών.

3. Άλλες Εξέχουσες Προσωπικότητες & Ειδικοί Καλεσμένοι

  • James Baldwin: Ο αμερικανός αφροαμερικανός συγγραφέας και ακτιβιστής, ο οποίος εκφώνησε μια ιστορική ομιλία για τον ρατσισμό και τη λευκή υπεροχή, αναπληρώνοντας εν μέρει το κενό της δολοφονίας του Martin Luther King Jr.
  • Ρωμααιοκαθολική Εκκλησία: Για πρώτη φορά παρακολούθησαν τη Συνέλευση 15 επίσημοι παρατηρητές από τη Ρωμααιοκαθολική Εκκλησία (μετά τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού), μεταξύ των οποίων και ο θεολόγος Roberto Tucci.
  • M. M. Thomas (Ινδία): Ινδός λαϊκός θεολόγος, ο οποίος εξελέγη Πρόεδρος της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΣΕ στην Ουψάλα (ο πρώτος λαϊκός σε αυτή τη θέση).
  • Eugene Carson Blake: Τότε Γενικός Γραμματέας του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών.
  • -----------

Παραπομπές & Πηγές

  1. Επίσημα Πρακτικά Συνέλευσης (WCC Official Report):
    • Goodall, Norman (ed.), The Uppsala 68 Report: Official Report of the Fourth Assembly of the World Council of Churches, Geneva: World Council of Churches, 1968. (Περιλαμβάνει τον πλήρη κατάλογο των 704 αντιπροσώπων/delegates ανά Εκκλησία στις σσ. 445–480).
  2. Αρχείο Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών (WCC Archives):
  3. Ελληνική Βιβλιογραφία & Περιοδικός Τύπος:
    • Περιοδικό «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» (Επίσημον Δελτίον της Εκκλησίας της Ελλάδος), Τεύχη Ιουλίου–Αυγούστου 1968: Αναφορές και εκθέσεις της ελληνικής αντιπροσωπείας για τις εργασίες της Ουψάλας.
    • Νησιώτης, Νίκος, «Η 4η Γενική Συνέλευση του Π.Σ.Ε. εν Uppsala», περιοδικό Γρηγόριος ο Παλαμάς, Θεσσαλονίκη 1968.
    • Φειδάς, Βλάσιος, Ιστορία της Οικουμενικής Κινήσεως, Αθήνα 2008 (Εκτενής αναφορά στη συγκρότηση των αντιπροσωπειών του Φαναρίου και της Εκκλησίας της Ελλάδος).

 

 

Ορθόδοξη Κριτική

Η πολιτικοποίηση και η κοινωνική στροφή της Συνέλευσης της Ουψάλας πυροδότησαν ακαριαία ένα κύμα σφοδρότατων αντιδράσεων στους κόλπους της Ορθοδοξίας. Αγιορείτες μοναχοί, συντηρητικοί θεολόγοι και εξέχουσες εκκλησιαστικές μορφές —με πρώτο τον Άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς— εξαπέλυσαν δριμύτατη κατηγορία κατά του ΠΣΕ, καταγγέλλοντας ότι απεμπολήσε τη δογματική διδασκαλία και την πνευματική αποστολή της Πίστης για να μετατραπεί σε έναν αμιγώς κοσμικό, πολιτικοποιημένο οργανισμό. Στηλιτεύτηκε εντόνως η εξίσωση της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας με το συνονθύλευμα των προτεσταντικών αιρέσεων, ενώ η διοχέτευση κονδυλίων σε ένοπλες οργανώσεις καταδικάστηκε ως ευθεία προδοσία του ευαγγελικού ήθους και πλήρης εκτροπής από τη χριστιανική διδασκαλία.

Πώς η Ουψάλα «Εγγράφηκε» στο Κείμενο της Κρήτης (2016)

Αγιορείτες πατέρες και ιεράρχες υποστηρίζουν ότι το κείμενο της Κρήτης φέρει ακέραια τη σφραγίδα της νοοτροπίας της Ουψάλας στα εξής σημεία:

Α. Στην Ουψάλα εμπεδώθηκε η ιδέα ότι οι προτεσταντικές ομολογίες αποτελούν τμήματα της ίδιας της Χριστιανοσύνης. Το κείμενο των «Σχέσεων» στην Κρήτη (παράγραφοι 6 και 16) έκανε λόγο για «ετερόδοξες Εκκλησίες» και «ιστορικές ονομασίες Εκκλησιών». Η  Κρήτη υιοθέτησε τη γραμμή της Ουψάλας, υποβιβάζοντας την Ορθοδοξία από Μία και Μοναδική Εκκλησία σε «μία από τις πολλές Εκκλησίες».

Β. Μετά το 1968, το ΠΣΕ κατέστη ο κεντρικός μηχανισμός προώθησης του διαχριστιανικού συγκρητισμού. Στην παράγραφο 17, η Σύνοδος της Κρήτης χαρακτήρισε τη συμμετοχή της Ορθοδοξίας στο ΠΣΕ ως «ουσιαστική παράμετρο» των σχεσεών της με τον χριστιανικό κόσμο. Είναι  απαράδεκτο το ότι μια Ορθόδοξη Σύνοδος έδωσε «συνοδική βούλα» σε ένα θεσμό που γεννήθηκε και διαμορφώθηκε στην Ουψάλα από προτεσταντικές βάσεις.

Γ. Αντικαταστάθηκε το αγιοπατερικό αίτημα για επιστροφή των αιρετικών μέσω  μετανοίας στην Ορθοδοξία με την έννοια της «αμοιβαίας κατανοήσεως» και της «κοινής διακονίας». Το κείμενο της Κρήτης εστιάζει στην «αποκατάσταση της ενότητας» μέσω διμερών διαλόγων, χωρίς να αξιώνει ρητά την αποκήρυξη των πλανών από τους ετεροδόξους, θυμίζοντας την οριζόντια τακτική της Ουψάλας.

Η εκκοσμίκευση του 1968 γέννησε το αντι-οικουμενιστικό ρεύμα (Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, Αγιορείτες, παραδοσιακοί Επίσκοποι).

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026

Η Πορεία προς την Σύνοδο της Κρήτης (2016-) Ιστορικοί σταθμοί-συμμετέχοντες και αποφάσεις.( Δ)

Έρευνα :πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

ΜΕΡΟΣ -Δ

 Ἡ Συνέλευσις τοῦ Π.Σ.Ε στο  Ἔβανστον (1954)

Η Συνέλευση του Έβανστον (Η.Π.Α) ήταν η δεύτερη κατά σειρά, με τη συμμετοχή 161 Εκκλησιών-μελών από 48 χώρες. Η ορθόδοξη εκπροσώπηση περιλάμβανε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, την Εκκλησία της Ελλάδος, τα Πατριαρχεία Αντιοχείας και Αλεξανδρείας και την Εκκλησία της Κύπρου. Η Ορθόδοξη Εκκλησία είχε ηχηρή και ουσιαστική παρουσία, εκπροσωπούμενη από κορυφαίες εκκλησιαστικές και θεολογικές προσωπικότητες όπως ο  Αρχιεπίσκοπος Βορείου και Νοτίου Αμερικής Μιχαήλ: Ηγετική μορφή της συνέλευσης, ο οποίος εξελέγη ένας από τους 6 Προέδρους του ΠΣΕ.

Από το Οικουμενικό Πατριαρχείο ηγήθηκε ο Μητροπολίτης Θυατείρων Αθηναγόρας (Καβάδας), μαζί με τον Μητροπολίτη Μηθύμνης Διονύσιο, τον Πρωτοπρεσβύτερο Γεώργιο Φλωρόφσκι και τον Επίσκοπο Ελαίας Αθηναγόρα (Κοκκινάκη). Από την Εκκλησία της Ελλάδος συμμετείχαν πάλι ο Α. Αλιβιζάτος, ο Π. Μπρατσιώτης, ο Ιωάννης Καρμίρης, Καθηγητής Δογματικής, και ο Γεράσιμος Κονιδάρης, Καθηγητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας.

Το γενικό θέμα ήταν «Ο Χριστός, η Ελπίδα του Κόσμου». Ωστόσο, η προσέγγιση της εσχατολογίας αποκάλυψε βαθιές θεολογικές διαφορές μεταξύ Προτεσταντών και Ορθοδόξων. Οι Ορθόδοξοι, αρνούμενοι να υπερψηφίσουν το κεντρικό κείμενο επειδή εξέφραζε κυρίως την προτεσταντική θεολογία, κατέθεσαν δική τους «Ειδική Ορθόδοξη Δήλωση».

Σε αυτήν τόνισαν ότι η πλήρης ενότητα της Εκκλησίας υπάρχει ήδη στην Ορθόδοξη Εκκλησία ως τη «Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία», και ότι η επανένωση των χριστιανών δεν είναι θέμα «κατασκευής» μιας νέας οντότητας, αλλά επιστροφής στην πίστη των Οικουμενικών Συνόδων. Η κίνηση αυτή ανέδειξε ως άμεση ανάγκη τη διαμόρφωση μιας κοινής και συντονισμένης Πανορθόδοξης στάσης, γεγονός που επέσπευσε τις διαδικασίες για τη σύγκληση των Πανορθόδοξων Διασκέψεων της Ρόδου

 

Η Συνέλευση του Νέου Δελχί (1961)  και η Διεύρυνση της Ορθόδοξης Εκπροσώπησης

Η Συνέλευση του Νέου Δελχί το 1961 αποτελεί έναν ιστορικό σταθμό για τα εκκλησιαστικά πράγματα, καθώς σηματοδότησε την επίσημη είσοδο του Πατριαρχείου της Μόσχας και άλλων Εκκλησιών από το ανατολικό μπλοκ στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών. Αυτή η εξέλιξη κατέστησε επιτακτική την ανάγκη να συγκληθούν Πανορθόδοξες Διασκέψεις για τον μεταξύ τους συντονισμό. Δίπλα στις Εκκλησίες που συμμετείχαν ήδη, όπως το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Εκκλησία της Ελλάδος, τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Αντιοχείας, η Εκκλησία της Κύπρου και το Πατριαρχείο Σερβίας, προστέθηκαν ως νέα μέλη η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, οι Ορθόδοξες Εκκλησίες της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας και της Πολωνίας, καθώς και οι Προχαλκηδόνιες Ανατολικές Εκκλησίες, όπως η Αρμενική, η Κοπτική και η Αιθιοπική.

Κατά τις εργασίες της Συνέλευσης εγκρίθηκε η διεύρυνση της ιδρυτικής βάσης του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών, ώστε να περιλαμβάνει ρητή αναφορά στην Αγία Τριάδα, αλλαγή που πραγματοποιήθηκε κυρίως μετά από αίτημα των Ορθοδόξων. Η είσοδος του Πατριαρχείου Μόσχας και των υπόλοιπων Σλαβικών Εκκλησιών μεταμόρφωσε την ορθόδοξη παρουσία από μια μικρή μειοψηφία σε υπολογίσιμη αριθμητική, γεωπολιτική και θεολογική δύναμη. Ωστόσο, η ταυτόχρονη παρουσία Ορθοδόξων από τον Δυτικό και τον Ανατολικό κομμουνιστικό κόσμο έφερε στην επιφάνεια σοβαρές πολιτικές πιέσεις και θεολογικές διαφορές, κάνοντας σαφές ότι απαιτούνταν εσωτερικός συντονισμός. Για το λόγο αυτό, τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας συγκάλεσε την Α΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη της Ρόδου, εγκαινιάζοντας την επίσημη διαδικασία του προσυνοδικού συντονισμού.

Οι συμμετέχοντες

  • Αντιπροσωπεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου
  • Η αντιπροσωπεία του Οικουμενικού Θρόνου υπήρξε από τις πλέον επιδραστικές, καθώς στελεχώθηκε από κορυφαίους ιεράρχες, καθηγητές της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης και διακεκριμένους θεολόγους [1][2].
  • Αρχιεπίσκοπος Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας Αθηναγόρας (Καβάδας): Επικεφαλής της αντιπροσωπείας του Οικουμενικού Πατριάρχου [1].
  • Αρχιεπίσκοπος Βορείου και Νοτίου Αμερικής Ιάκωβος (Κουκούζης): Εκ των Προέδρων του Π.Σ.Ε. [1][2].
  • Μητροπολίτης Σάρδεων Μάξιμος (Ρεπανέλλης) [1].
  • Μητροπολίτης Ίμβρου και Τενέδου Μελίτων (Χατζής) [μετέπειτα Χαλκηδόνος]: Πρωταγωνιστής στις διορθόδοξες και διαχριστιανικές σχέσεις [1][2].
  • Μητροπολίτης Ρεγγίου Μελέτιος [1].
  • Μητροπολίτης Ρόδου Σπυρίδων (Συνοδινός) [1].
  • Αρχιμανδρίτης Παρθένιος Κοινίδης [1].
  • Καθηγητής Χρυσόστομος Κωνσταντινίδης (μετέπειτα Μητροπολίτης Μύρων): Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης και μέλος της Κεντρικής Επιτροπής [1][2].
  • Καθηγητής Νικόλαος Νησιώτης: Στέλεχος και μετέπειτα Διευθυντής του Οικουμενικού Ινστιτούτου του Bossey. Υπήρξε ο πρώτος Ορθόδοξος που εκφώνησε κεντρική εισήγηση στην Ολομέλεια της Γενικής Συνέλευσης [1][3].
  • π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ (Georges Florovsky): Διακεκριμένος θεολόγος, ο οποίος συμμετείχε στην πατριαρχική αντιπροσωπεία και πίεσε καθοριστικά για τη διεύρυνση της Τριαδολογικής βάσης του Π.Σ.Ε. [2][3].
  • Νικόλαος Ζερνόφ (Nicholas Zernov): Θεολόγος και καθηγητής [1].
  • 2. Αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ελλάδος
  • Η Εκκλησία της Ελλάδος εκπροσωπήθηκε από συνοδικούς ιεράρχες και καθηγητές της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών [1][4].
  • Μητροπολίτης Μυτιλήνης Ιάκωβος (Κλεόμβροτος): Επικεφαλής της αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος [1][4].
  • Μητροπολίτης Σάμου και Ικαρίας Ειρηναίος (Παπαμιχαήλ) [1].
  • Καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος: Καθηγητής Κανονικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών και εκ των ιδρυτικών στελεχών της παρουσίας των Ορθοδόξων στο Π.Σ.Ε. από το 1948 [1][4].
  • Καθηγητής Βασίλειος Ιωαννίδης: Καθηγητής Καινής Διαθήκης του Πανεπιστημίου Αθηνών [1].
  • Καθηγητής Γεράσιμος Κονιδάρης: Καθηγητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών [1][4].
  • -----------------------------------------------------------------------------
  • Βιβλιογραφικές Παραπομπές
  • World Council of Churches (1962). The New Delhi Report: The Third Assembly of the World Council of Churches, 1961. London: SCM Press, σσ. 360–375. (Επίσημη λίστα συνέδρων και αντιπροσωπειών της Γ΄ Γενικής Συνέλευσης).
  • Σταυρίδης, Βασίλειος Θ. (1996). Ιστορία της Οικουμενικής Κινήσεως. Θεσσαλονίκη: Εκδόσεις Κυριακίδη, σσ. 185–202. (Εκτενής αναφορά στη συγκρότηση των ορθόδοξων αντιπροσωπειών και τη θεολογική συμβολή του Φαναρίου).
  • Νησιώτης, Νικόλαος Α. (1962). «Η Γ΄ Γενική Συνέλευσις του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών (Νέον Δελχί, 18 Νοεμβρίου - 6 Δεκεμβρίου 1961)». Θεολογία, τόμ. 33, τχ. 1, σσ. 112–138.
  • Αλιβιζάτος, Αμίλκας Σ. (1962). «Το Νέον Δελχί και η Ορθοδοξία». Εκκλησία (Επίσημον Δελτίον της Εκκλησίας της Ελλάδος), έτος ΛΘ΄, τχ. 2, σσ. 34–40.
  •  

 

Η Σύνδεση της Ρόδου με το Νέο Δελχί

Η σχέση μεταξύ της Διασκέψεως της Ρόδου και της Συνελεύσεως του Νέου Δελχί υπήρξε άμεση, αιτιώδης και στρατηγική. Καθώς το 1961 ήταν ήδη γνωστό ότι στη Γ΄ Συνέλευση του Νέου Δελχί θα εντάσσονταν επίσημα στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών το Πατριαρχείο Μόσχας και οι λοιπές Εκκλησίες του ανατολικού μπλοκ, το Οικουμενικό Πατριαρχείο κατανόησε ότι τυχόν διάσπαση των Ορθοδόξων Εκκλησιών ή η υποταγή τους στις πολιτικές σκοπιμότητες του Ψυχρού Πολέμου θα οδηγούσε στην απώλεια της θεολογικής τους αυτοτέλειας.

Έτσι, η Διάσκεψη της Ρόδου λειτούργησε ως μηχανισμός εσωτερικής συσπείρωσης με στόχο τη διαμόρφωση μιας κοινής διορθόδοξης στάσης, τόσο απέναντι στον προτεσταντικό κόσμο του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών όσο και απέναντι στον Ρωμαϊοκαθολικισμό, ο οποίος προετοιμαζόταν τότε για τη Β΄ Βατικανή Σύνοδο. Παράλληλα, η Ρόδος έθεσε τις βάσεις για την προετοιμασία της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία τελικά πραγματοποιήθηκε το 2016 στην Κρήτη, επιτρέποντας στην Ορθοδοξία να μην κινείται αμυντικά αλλά με τη δική της αυτόνομη ατζέντα.

Οι Αποφάσεις της Διασκέψεως της Ρόδου

Η Διάσκεψη της Ρόδου δεν εξέδωσε δογματικούς όρους, αλλά καθόρισε τον κατάλογο των θεμάτων που θα απασχολούσαν την προσυνοδική πορεία της Ορθοδοξίας, κατανεμημένα σε έξι κύριους θεματικούς άξονες.

Ο πρώτος άξονας αφορούσε την Πίστη και τη Διοίκηση της Εκκλησίας, περιλαμβάνοντας τη μελέτη του τρόπου ανακήρυξης του Αυτοκεφάλου και του Αυτονόμου των Εκκλησιών, τον καθορισμό των διπτύχων και των πρεσβείων τιμής των Πατριαρχείων, καθώς και την εξέταση της κανονικής οργάνωσης της Ορθόδοξης Διασποράς.

Ο δεύτερος άξονας επικεντρώθηκε στη Λατρεία και τη Θεία Ευχαριστία, εξετάζοντας την αναθεώρηση και ενοποίηση των τυπικών διατάξεων, τη συχνότητα της Θείας Μετάληψης και τη λειτουργική ανανέωση.

Ο τρίτος άξονας κάλυψε το Κανονικό Δίκαιο και τη Διοίκηση, στοχεύοντας στην προσαρμογή και κωδικοποίηση των Ιερών Κανόνων στις σύγχρονες συνθήκες, καθώς και στη ρύθμιση ζητημάτων γάμου, διαζυγίου, νηστείας και κληρικών, όπως τα κωλύματα γάμου και η επαναγαμία των χήρων ιερέων.

Ο τέταρτος άξονας αφορούσε τις Διαχριστιανικές Σχέσεις με τον ετερόδοξο κόσμο. Εδώ αποφασίστηκε η ενεργός αλλά προσεκτική συμμετοχή των Ορθοδόξων στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών με σκοπό τη μαρτυρία της ορθόδοξης αλήθειας, ενώ καθορίστηκαν οι όροι για τη διεξαγωγή διμερών θεολογικών διαλόγων με Ρωμαϊοκαθολικούς, Αγγλικανούς, Παλαιοκαθολικούς και Προχαλκηδόνιους.

Ο πέμπτος άξονας διαμόρφωσε τη στάση της Εκκλησίας στον Σύγχρονο Κόσμο, τοποθετώντας την Ορθοδοξία απέναντι σε κοινωνικά και ηθικά ζητήματα όπως οι φυλετικές διακρίσεις, η ειρήνη των λαών και η κοινωνική δικαιοσύνη.

Αποτίμηση της Συνδετικής Περιόδου

Η σύγκριση των δύο διασκέψεων του 1961 αναδεικνύει τον συμπληρωματικό αλλά διακριτό τους χαρακτήρα. Η Διάσκεψη της Ρόδου τον Σεπτέμβριο του 1961 είχε ως πεδίο αναφοράς τον εσωτερικό διορθόδοξο συντονισμό, πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των Ορθόδοξων Ηγετών, είχε ως κύριο στόχο την προετοιμασία της Πανορθόδοξου Συνόδου και τη διαμόρφωση κοινής γραμμής, και έφερε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία της Προσυνοδικής Διαδικασίας.

Αντίθετα, η Συνέλευση του Νέου Δελχί τον Νοέμβριο του 1961 αποτελούσε εξωτερικό διομολογιακό διάλογο στο πλαίσιο του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών υπό προτεσταντική πρωτοβουλία, με κύριο στόχο τη διεύρυνση της βάσης του Συμβουλίου και την ένταξη των Σλαβικών Εκκλησιών, καταλήγοντας στη μετατροπή της Ορθοδοξίας σε υπολογίσιμη δύναμη εντός του οργανισμού.

Κριτική Θεώρηση της Ορθόδοξης Συμμετοχής

Η συμμετοχή της Ορθοδοξίας στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών δέχθηκε έντονη κριτική από διάφορους εκκλησιαστικούς κύκλους. Σύμφωνα με την κριτική αυτή, η ισότιμη συμμετοχή υποβιβάζει τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία σε μία απλή ομολογία μεταξύ των άλλων, αποδεχόμενη εμμέσως ότι η αληθινή Εκκλησία έχει διασπαστεί. Η αναγνώριση των ετεροδόξων ως ισότιμων εταίρων θεωρήθηκε παραδοχή της θεωρίας των «κλάδων», σύμφωνα με την οποία καμία ομολογία δεν κατέχει από μόνη της την πλήρη Αλήθεια.

Παράλληλα, η θεμελίωση της ενότητας σε ένα γενικό κοινό βάπτισμα και η τέλεση κοινών συμπροσευχών καταγγέλθηκαν ως ευθεία παραβίαση των Ιερών Κανόνων, όπως ο 45ος και ο 65ος Κανόνας των Αγίων Αποστόλων. Επίσης, επικρίθηκε η χρήση διατυπωσιακής ασάφειας στα κοινά κείμενα, η οποία θεωρήθηκε ότι σχετικοποιεί τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων και τα Μυστήρια. Τέλος, η είσοδος των Σλαβικών Εκκλησιών στο Νέο Δελχί καταγγέλθηκε ως αποτέλεσμα πιέσεων του σοβιετικού καθεστώτος και της KGB για την άσκηση πολιτικής επιρροής, εξέλιξη που κατά τους κριτικούς μετέτρεψε το Συμβούλιο σε κοινωνιολογικό και πολιτικό φόρουμ.

Η Επίδραση στη Σύνοδο της Κρήτης (2016)

Η αθρόα ένταξη των Ορθοδόξων Εκκλησιών στο ΠΣΕ το 1961 αποτελεί το σημείο μηδέν του θεσμικού εγκλωβισμού της Ορθοδοξίας στον διαχριστιανικό συγκρητισμό, καθώς η διεύρυνση της δογματικής βάσης του Συμβουλίου εισήγαγε έναν «δογματικό μινιμαλισμό» που υποκατέστησε την πληρότητα της Πατερικής Παράδοσης με μια γενικόλογη τριαδική ομολογία.

Η Συνέλευση του Νέου Δελχί το 1961 επηρέασε καταλυτικά, άμεσα και έμμεσα, την Σύνοδο της Κρήτης  το 2016. Η Συνέλευση του Νέου Δελχί (1961) υπήρξε ο θεμέλιος λίθος της Συνόδου της Κρήτης (2016). Έδωσε το έναυσμα για την έναρξη της προσυνοδικής πορείας, διαμόρφωσε το θεολογικό πλαίσιο εκπροσώπησης στο ΠΣΕ και τροφοδότησε τη διατύπωση των κρίσιμων άρθρων (16–21) που καθόρισαν τη στάση της σύγχρονης Ορθοδοξίας απέναντι στον λοιπό χριστιανικό κόσμο.

Συγκεκριμένα, στα άρθρα 16 έως 21, το Ενιαίο Κείμενο δικαιολογεί τη συμμετοχή των Ορθοδόξων στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών βασιζόμενο στο πλαίσιο που αποκρυσταλλώθηκε στο Νέο Δελχί, όπου συμμετείχαν πλέον όλες οι Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες και είχαμε τη διεύρυνση της δογματικής βάσης του Συμβουλίου. Όσα συμφωνήθηκαν  σιωπηρά ή πρακτικά στο Νέο Δελχί το 1961, η Σύνοδος της Κρήτης τα μετέτρεψε σε επίσημο συνοδικό κείμενο το 2016 (άρθρα 16–21), δίνοντας εκκλησιολογικό «άλλοθι» στη συμμετοχή μας στο ΠΣΕ.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.


Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

Η Πορεία προς την Σύνοδο της Κρήτης (2016-) Ιστορικοί σταθμοί-συμμετέχοντες και αποφάσεις (Γ)-Η ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΡΟΝΤΟ.



Εισαγωγικά:

ΜΕΡΟΣ Α: https://apotixisi.blogspot.com/2026/08/2016.html

 

ΜΕΡΟΣ Β: https://apotixisi.blogspot.com/2026/08/2016_0774462888.html

 

 

ΜΕΡΟΣ -Γ

Η ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ Π.Σ.Ε ΣΤΟ  ΤΟΡΟΝΤΟ (1950)

Με τίτλο «Η Εκκλησία, αι Εκκλησίαι και το Παγκόσμιον Συμβούλιον Εκκλησιών», η δήλωση συντάχθηκε για να λύσει τις παρεξηγήσεις που είχαν δημιουργηθεί αμέσως μετά την ίδρυση του ΠΣΕ (1948) και να διασφαλίσει τη συμμετοχή των Εκκλησιών (ειδικά των Ορθοδόξων)  στη Συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΣΕ στο Τορόντο) ΤΟ 1950.

Τα βασικά σημεία της Δήλωσης του Τορόντο (1950) που θεωρούνται από τις πηγές ότι προάγουν τον Οικουμενισμό και αλλοιώνουν την Ορθόδοξη εκκλησιολογία επικεντρώνονται στην αναγνώριση εκκλησιαστικότητας εκτός της Ορθοδοξίας και στη σχετικοποίηση της «Μίας» Εκκλησίας.

Σύμφωνα με τις πηγές, τα κύρια σημεία είναι:

Α.  Η Δήλωση (παρ. 4.3) αναφέρει ότι το να είναι κάποιος μέλος της Εκκλησίας του Χριστού είναι «περιεκτικώτερον»  από το να είναι μέλος της δικής του Εκκλησίας. Αυτό ερμηνεύεται ως αποδοχή μιας αόρατης «υπέρ-Εκκλησίας» που περιλαμβάνει όλες τις ομολογίες, υποσκάπτοντας την πίστη ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μόνη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία.

Β. Οι Εκκλησίες-μέλη αναγνωρίζουν στις άλλες ομολογίες «στοιχεία της αληθούς Εκκλησίας» (παρ. 4.5). Αυτή η παραδοχή θεωρείται η βάση για τη «θεωρία των ατελών εκκλησιών» και τη «θεωρία των κλάδων», καθώς υποστηρίζει ότι η χάρη και η αλήθεια υπάρχουν σε διάφορους βαθμούς και εκτός των ορίων της Ορθοδοξίας.

Γ. Η Δήλωση υποστηρίζει ότι η αναγνώριση του βαπτίσματος των άλλων ομολογιών ως έγκυρου (παρ. 4.3) συνεπάγεται την ύπαρξη μελών της Εκκλησίας «εκτός των τειχών» (ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ). Έτσι, τα όρια της Εκκλησίας ταυτίζονται με τα όρια του βαπτίσματος, ανεξαρτήτως δογματικής αλήθειας.

Δ.Η παρ. 4.8 (ή 8 σε κάποιες αναφορές) δηλώνει ότι οι Εκκλησίες-μέλη εισέρχονται σε «πνευματικές σχέσεις» για να «οικοδομηθή το Σώμα του Χριστού». Αυτό  αποτελεί  βλασφημία, καθώς προϋποθέτει ότι το Σώμα του Χριστού είναι διαιρεμένο και οικοδομείται μέσω της συνεργασίας της Ορθοδοξίας με αιρέσεις.

Ε.  Η Εισαγωγή της Δήλωσης αναφέρει ότι οι ομολογίες «βρίσκουν την ενότητά τους εν Χριστώ». Αυτό θεωρείται αιρετικό, καθώς υποδηλώνει ότι οι αιρετικοί είναι ήδη ενωμένοι με τον Χριστό παρά τις κακοδοξίες τους, και ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία αναζητά μια ενότητα που υποτίθεται ότι δεν είχε.

ΣΤ. Η Δήλωση διακηρύσσει ότι το Π.Σ.Ε. δεν βασίζεται σε καμία συγκεκριμένη αντίληψη για την Εκκλησία (παρ. 3.3). Αυτό επιτρέπει έναν δογματικό μινιμαλισμό, όπου οι διαφορές στην πίστη αντιμετωπίζονται ως απλές «ποικιλίες» που δεν εμποδίζουν την ενότητα.

Ζ. Η Δήλωση ισχυρίζεται ότι οι Εκκλησίες «απέφυγαν να δώσουν λεπτομερείς και ακριβείς ορισμούς» για τη φύση της Εκκλησίας. Οι πηγές το χαρακτηρίζουν ως υποκρισία και πλήρη άρνηση του Ορθοδόξου δόγματος, το οποίο ορίζει με σαφήνεια την Εκκλησία ως κοινωνία ανθρώπων ενωμένων στην Ορθόδοξη Πίστη και τα Μυστήρια.

Η Δήλωση του Τορόντο (1950) ήταν μια προσπάθεια του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών να βρει τρόπο ώστε η Ορθόδοξη Εκκλησία να συμμετέχει μαζί με Προτεστάντες και άλλους χριστιανούς, χωρίς να χρειάζεται να πει ότι αυτοί είναι «Εκκλησίες» με την πλήρη έννοια του όρου.  Αυτή η «λύση» δημιούργησε έναν οργανισμό που λέγεται «Συμβούλιο Εκκλησιών» αλλά δεν ξέρει τι σημαίνει «Εκκλησία». Σαν να φτιάχναμε ένα «Συμβούλιο Γιατρών» όπου συμμετέχουν και όσοι έχουν διαβάσει βιβλία ιατρικής αλλά δεν είναι γιατροί — και να λέμε «δεν χρειάζεται να θεωρούμε ο ένας τον άλλον γιατρό με την πλήρη έννοια».

Για την Ορθόδοξη Εκκλησία αυτό σημαίνει: Συμμετέχουμε σε έναν οργανισμό όπου η λέξη «Εκκλησία» χάνει το νόημά της. Αποδεχόμαστε ότι η ενότητα μπορεί να υπάρχει χωρίς κοινωνία στην αλήθεια. Η δική μας πίστη ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία μετατρέπεται από δογματική βεβαιότητα σε «προσωπική πεποίθηση που σεβόμαστε»

 

 

 

Οι συμμετέχοντες.

Οι αντιπροσωπείες της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου που συμμετείχαν στην Κεντρική Επιτροπή του ΠΣΕ στο Τορόντο και συνέβαλαν στη διαμόρφωση και την αποδοχή της δήλωσης αποτελούνταν από κορυφαίες θεολογικές και εκκλησιαστικές προσωπικότητες της εποχής.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο εκπροσωπήθηκε από ιεράρχες και καθηγητές που έθεσαν τις βάσεις για τη μετέπειτα ορθόδοξη παρουσία στο Συμβούλιο:

 

Μητροπολίτης Θυατείρων Γερμανός (Στρινόπουλος): Ήταν μία από τις κεντρικότερες μορφές της Οικουμενικής Κίνησης και εκ των Προέδρων του ΠΣΕ.

Μητροπολίτης Εφέσου Χρυσόστομος (Κωνσταντινίδης): Τότε νεαρός θεολόγος (μετέπειτα Μητροπολίτης Μύρων και έπειτα Εφέσου), ο οποίος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη σύνταξη του κειμένου.

Καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος: Αν και καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, συμμετείχε ενεργά και στις διεργασίες της πατριαρχικής αντιπροσωπείας λόγω του διεθνούς κύρους του στο Κανονικό Δίκαιο.

Εκκλησία της Ελλάδος

 

Η Εκκλησία της Ελλάδος εκπροσωπήθηκε κυρίως από διαπρεπείς καθηγητές της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, οι οποίοι είχαν οριστεί ως επίσημοι σύνεδροι:

 

Καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος: Καθηγητής Κανονικού Δικαίου και Ποιμαντικής, εκ των κορυφαίων Ελλήνων θεολόγων με τεράστια συμβολή στις πρώτες δεκαετίες του ΠΣΕ.

Καθηγητής Ιωάννης Καρμίρης: Καθηγητής Δογματικής, ο οποίος παρακολουθούσε στενά τα θεολογικά κείμενα για να διασφαλίσει ότι η Δήλωση θα ξεκαθάριζε πως το ΠΣΕ δεν είναι μια «Υπερ-εκκλησία» (κάτι που τελικά ενσωματώθηκε στο τελικό κείμενο).

Καθηγητής Βασίλειος Ιωαννίδης: Καθηγητής Ερμηνείας της Καινής Διαθήκης, με συστηματική παρουσία στα διεθνή θεολογικά fora της εποχής.

 

 

Η Επικύρωση της Δήλωσης του Τορόντο από την Σύνοδο της Κρήτης

Η επικύρωση αυτών των σημείων από τη Σύνοδο της Κρήτης (2016) θεωρείται από τους συντάκτες των πηγών ως συνοδική νομιμοποίηση του Οικουμενισμού, καθώς η Δήλωση του Τορόντο χαρακτηρίστηκε ως «κεφαλαιώδους σημασίας» για την ορθόδοξη συμμετοχή στο Π.Σ.Ε

Στο επίσημο κείμενο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου με τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» (παράγραφος 19), η Σύνοδος αναφέρθηκε ρητά στη Δήλωση της Κεντρικής Επιτροπής του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (Π.Σ.Ε.) στο Τορόντο το 1950, χαρακτηρίζοντας τις εκκλησιολογικές προϋποθέσεις του εν λόγω κειμένου ως «κεφαλαιώδους σημασίας» για την ορθόδοξη συμμετοχή στον διαχριστιανικό διάλογο. Η Δήλωση του Τορόντο είχε συνταχθεί αρχικά ως ένα πλαίσιο προστασίας, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η συμμετοχή στο Π.Σ.Ε. δεν συνεπάγεται την αναγνώριση των άλλων μελών ως «Εκκλησιών» με την πλήρη εκκλησιολογική έννοια, ούτε την αποδοχή μιας «ομοσπονδιακής» θεωρίας για την Εκκλησία. Ωστόσο, η συνοδική επιβεβαίωση της χρήσης της από την Ορθόδοξη Εκκλησία το 2016 θεωρήθηκε από σημαντική μερίδα θεολόγων ως μια βαθιά εκκλησιολογική τομή.

Τι Σημαίνει αυτό για την Ορθόδοξη Θεολογία

Από την σκοπιά της κριτικής θεολογικής θεώρησης, η υιοθέτηση αυτή συνεπάγεται ουσιαστικές μετατοπίσεις στην παραδοσιακή εκκλησιολογική αυτό-συνειδησία της Ορθοδοξίας:

A.Η Σύνοδος της Κρήτης  νομιμοποίησε θεσμικά και συνοδικά ένα κείμενο το οποίο δεν συντάχθηκε αποκλειστικά από Ορθοδόξους Πατέρες, αλλά διαμορφώθηκε σε συνεργασία με ετεροδόξους (Προτεστάντες, Αγγλικανούς κ.ά.).

B. Στην εκκλησιαστική ιστορία, οι Οικουμενικές και Τοπικές Σύνοδοι περιφρουρούσαν την αλήθεια συντάσσοντας δικούς τους Όρους και Κανόνες. Η θεσμική υιοθέτηση ενός κειμένου που προέρχεται από έναν διαχριστιανικό οργανισμό  αποτελεί πρωτοφανή αλλοίωση της συνοδικής ορθόδοξης  μεθοδολογίας.

Γ. Η Δήλωση του Τορόντο αντιμετωπίζεται πλέον όχι απλώς ως ένα τακτικό ή διπλωματικό εργαλείο διαλόγου, αλλά αναδεικνύεται σε θεμελιώδη «στύλο» του οικουμενισμού και σε «Magna Charta» (Κασταστατικό Χάρτη) της παρουσίας της Ορθοδοξίας στο Π.Σ.Ε.

 

Εκλαϊκευμένη κριτική της Δήλωσης του ΤΟΡΟΝΤΟ

Η μεγαλύτερη και πιο βαθιά παγίδα της Δήλωσης του Τορόντο βρίσκεται στην εκκλησιολογική σχετικοποίηση της Αλήθειας μέσω της διπλωματικής γλώσσας.

Αν έπρεπε να την απομονώσουμε σε μία φράση, η παγίδα είναι η εξής: Η Δήλωση επέτρεψε στα μέλη του ΠΣΕ να συνυπάρχουν, αναγνωρίζοντας ο ένας στον άλλον το δικαίωμα να αυτοαποκαλείται «Εκκλησία», χωρίς όμως να απαιτείται κοινή συμφωνία για το τι σημαίνει πραγματικά η λέξη «Εκκλησία».

Αυτή η κεντρική παγίδα αναλύεται σε τρία συγκεκριμένα επίπεδα, τα οποία εξηγούν γιατί πολλοί Ορθόδοξοι θεολόγοι μιλούν για «θεολογική νάρκωση»:

Α. Το κείμενο λέει ότι κανένα μέλος δεν υποχρεούται να αναγνωρίσει τα άλλα μέλη ως «Εκκλησίες στην αληθινή και πλήρη έννοια».  Ενώ αυτό ακούγεται ως προστασία για την Ορθοδοξία (ώστε να μην αναγνωρίσει τους Προτεστάντες ως πραγματική Εκκλησία), στην πραγματικότητα δημιουργεί έναν χώρο όπου η ίδια η έννοια της Εκκλησίας υποβαθμίζεται. Αν κάθεσαι στο ίδιο τραπέζι ενός οργανισμού που λέγεται «Συμβούλιο Εκκλησιών», αλλά αποδέχεσαι ότι οι διπλανοί σου μπορεί να μην είναι καν Εκκλησία (ή αυτοί να θεωρούν εσένα απλώς ένα «κομμάτι» της Εκκλησίας), τότε αποδέχεσαι τη χρήση της λέξης «Εκκλησία» ως έναν απλό κοινωνιολογικό τίτλο και όχι ως τη μοναδική, σωστική κιβωτό.

Β. Στην Ορθόδοξη θεολογία, η Αλήθεια είναι απόλυτη, ιστορικά αποκαλυμμένη και βιώνεται ως πληρότητα. Το Τορόντο δημιούργησε ένα πλουραλιστικό μοντέλο όπου όλες οι απόψεις είναι ισότιμες. Όταν η Ορθόδοξη Εκκλησία καταθέτει τη μαρτυρία της ότι «Εγώ είμαι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία», μέσα στο περιβάλλον του Τορόντο αυτή η δήλωση δεν αντιμετωπίζεται ως η αντικειμενική αλήθεια, αλλά ως η «ιδιαιτερότητα» ή η «υποκειμενική πεποίθηση» των Ορθοδόξων. Έτσι, η δογματική βεβαιότητα υποβιβάζεται σε μια «θρησκευτική άποψη» ανάμεσα σε δεκάδες άλλες.

Γ. Η μεγαλύτερη παγίδα είναι ότι το Τορόντο νομιμοποίησε τη διαίρεση παρουσιάζοντάς την ως κάτι σχεδόν φυσιολογικό. Υποσχόμενο έναν «ασφαλή χώρο» όπου κανείς δεν θα πιέσει κανέναν να αλλάξει πίστη, το ΠΣΕ αφαίρεσε το κίνητρο για τον πραγματικό σκοπό του διαλόγου: την επιστροφή στην κοινή, αδιαίρετη πίστη των πρώτων αιώνων. Όταν όλοι είναι «ασφαλείς» και κανείς δεν ελέγχεται για τις αιρέσεις ή τις θεολογικές του αποκλίσεις, ο διάλογος σταματά να αναζητά την Αλήθεια και μετατρέπεται σε ένα αέναο διπλωματικό φόρουμ (έναν εκκλησιολογικό αγνωστικισμό), όπου η ειρηνική συνύπαρξη έγινε πιο σημαντική από τη δογματική ακρίβεια.

Η παγίδα του Τορόντο ήταν ότι έδωσε στην Ορθοδοξία ένα «πιστοποιητικό» ότι δεν κινδυνεύει η πίστη της εντός του Συμβουλίου, αλλά το τίμημα αυτού του πιστοποιητικού ήταν η αποδοχή ενός περιβάλλοντος όπου η ίδια η έννοια της μίας και μοναδικής Αλήθειας είχε ήδη τεθεί στο περιθώριο.

Μια φανταστική ιστορία

Για να καταλάβουμε το μέγεθος της παγίδας  ας δούμε μια φανταστική ιστορία που αφορά  μια κληρονομιά.

Υπάρχει μια  γνήσια, αληθινή  διαθήκη που άφησε ένας πατέρας (ο Χριστός) στα παιδιά του. Αυτή η διαθήκη λέει ποιος κληρονομεί το σπίτι. Εσύ (η Ορθοδοξία) κρατάς στα χέρια σου το αυθεντικό χαρτί, σφραγισμένο και υπογεγραμμένο.

Ξαφνικά, εμφανίζονται άλλοι δέκα άνθρωποι (οι ετερόδοξοι/αιρέσεις). Ο καθένας κρατάει από ένα φωτοαντίγραφο. Ο ένας έχει σβήσει μερικές σειρές. Ο άλλος έχει προσθέσει δικές του λέξεις. Ο τρίτος έχει αλλάξει τελείως το νόημα.

Όλοι μαζί μαζεύεστε σε ένα γραφείο (το ΠΣΕ) για να λύσετε το θέμα. Επειδή όμως όλοι φωνάζουν, ο δικηγόρος του γραφείου σού φέρνει να υπογράψεις ένα χαρτί (τη Δήλωση του Τορόντο) που λέει: «Υπέγραψε εδώ για να έχουμε ησυχία. Το χαρτί αυτό λέει ότι δεν είσαι υποχρεωμένος να παραδεχτείς ότι τα δικά τους χαρτιά είναι αληθινά. Εσύ μπορείς να πιστεύεις ότι μόνο το δικό σου είναι το γνήσιο».

Εσύ υπογράφεις, κάθεσαι στην καρέκλα σου και ηρεμείς. Πού είναι η τεράστια παγίδα;

Η παγίδα είναι ότι με αυτό το χαρτί δέχτηκες 3 πράγματα χωρίς να το καταλάβεις:

1. Με το να κάθεσαι στο ίδιο γραφείο και να υπογράφεις κοινά χαρτιά, δέχεσαι ότι οι παραποιημένες διαθήκες των άλλων έχουν το δικαίωμα να εξετάζονται δίπλα στη δική σου. Η γνησιότητα του δικού σου χαρτιού χάνει την ισχύ της, αφού αντιμετωπίζεται σαν «μία από τις πολλές εκδοχές».

2. Μέσα σε αυτό το γραφείο, αν σηκωθείς και πεις: «Αυτό είναι το μόνο αληθινό έγγραφο, τα δικά σας είναι πλαστά», ο δικηγόρος και οι άλλοι θα σου πουν: «Μα τι αγενής που είσαι! Εδώ υπογράψαμε να σεβόμαστε ο ένας την άποψη του άλλου. Κράτα τη γνώμη σου για τον εαυτό σου και μην μας προσβάλλεις». Έτσι, η αλήθεια υποβιβάζεται σε μια απλή ξεροκεφαλιά.

3. Ο σκοπός σου όταν πήγες εκεί ήταν να τους δείξεις το γνήσιο χαρτί για να καταλάβουν το λάθος τους και να σωθούν. Με το Τορόντο όμως, όλοι βολεύτηκαν. Οι άλλοι νιώθουν σίγουροι με τα πλαστά τους χαρτιά (αφού κανείς δεν τους ελέγχει) κι εσύ νιώθεις σίγουρος με το δικό σου. Η αναζήτηση της μίας αλήθειας σταμάτησε και απλώς πίνετε καφέ μαζί.

Η παγίδα του Τορόντο ήταν ότι αντάλλαξε την Αλήθεια με την Ευγένεια. Σου επέτρεψε να λες ότι έχεις δίκιο, αρκεί να μην ενοχλείς αυτούς που έχουν άδικο.

 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.

 


Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Η Πορεία προς την Σύνοδο της Κρήτης (2016)-Ιστορικοί σταθμοί-συμμετέχοντες και αποφάσεις (Β)




ΜΕΡΟΣ (Β)
Ερευνα: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου

Η ίδρυση του ΠΣΕ και ο ρόλος των Συνεδρίων και Συνελεύσεών στην διαμόρφωση των τελικών κειμένων τησ Συνόδου της Κρήτης.

Η ενεργή συμμετοχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ) από την ίδρυσή του το 1948 συνέβαλε καθοριστικά στην ανάγκη διαμόρφωσης κοινής ορθόδοξης γραμμής απέναντι στον σύγχρονο κόσμο και τις άλλες χριστιανικές ομολογίες.

Το αρχικό όραμα του ΠΣΕ

Το αρχικό όραμα της Οικουμενικής Κίνησης και του ΠΣΕ ήταν αμιγώς παγχριστιανικό, με κεντρικό άξονα την ένωση των διαιρεμένων Χριστιανών σε ολόκληρη την οικουμένη.

Ιστορικές καταβολές και οργάνωση

Η προσπάθεια αυτή ήταν αποτέλεσμα μιας μακράς διεργασίας που ξεκίνησε στα μέσα του 19ου αιώνα ως κίνηση συνεργασίας μεταξύ διαφόρων Προτεσταντικών Ομολογιών. Κατά τον 20ό αιώνα έλαβε οργανωμένη μορφή μέσα από την Οικουμενική Κίνηση και το ΠΣΕ, όπου οι πρώιμες επαφές και οι κοινές προσπάθειες σε κοινωνικοπολιτικά ζητήματα είχαν χαρακτήρα προετοιμασίας για τη σταδιακή υπέρβαση των χριστιανικών διαιρέσεων.

Θεολογικές προϋποθέσεις και κριτική

Το εγχείρημα βασίστηκε σε προτεσταντικές θεολογικές προϋποθέσεις, οι οποίες θεωρούνται ετερόδοξες από την ορθόδοξη σκοπιά, όπως η θεωρία της «Αόρατης Εκκλησίας» και η «Θεωρία των Κλάδων» που θεωρεί την ενότητα της Εκκλησίας ως μελλοντικό ιδεώδες. Η ορθόδοξη συμμετοχή επικρίνεται, καθώς η Ορθοδοξία ταυτίζεται  με τη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, ενώ κατά τη διδασκαλία του πατρός Ιουστίνου Πόποβιτς η ενότητα της Εκκλησίας δεν διασπάστηκε ποτέ, παρά μόνο υπήρξε αποκοπή των αιρετικών από το θεανθρώπινο σώμα της.

Ο σκοπός της αποκατάστασης

Παρά τις ενστάσεις, οι ορθόδοξοι υποστηρικτές της οικουμενικής κίνησης συνέχισαν να τονίζουν, όπως και στη Γενική Συνέλευση της Καμπέρας το 1991, ότι ο κύριος σκοπός του ΠΣΕ οφείλει να είναι η αποκατάσταση της ενότητας της Εκκλησίας, αν και στην πορεία το όραμα αυτό διευρύνθηκε τείνοντας να συμπεριλάβει και άλλες θρησκείες, μετατρεπόμενο σε πανθρησκειακή κίνηση.

Οι αιρετικές δοξασίες της Αόρατης Εκκλησίας

Η θεωρία της «Αόρατης Εκκλησίας» θεωρείται αιρετική από την ορθόδοξη πλευρά επειδή αμφισβητεί την παρούσα ενότητα της Εκκλησίας αντιμετωπίζοντάς την ως μελλοντικό στόχο, θεωρεί την αληθινή Εκκλησία αόρατη και τις ορατές κοινότητες ως απλούς κλάδους, και απομακρύνεται από την ορθόδοξη εκκλησιολογία που βλέπει την ενότητα ως θεανθρώπινη και αδιάσπαστη reality.

Ορθόδοξη κριτική των απόψεων

Όπως επισημαίνει ο πατέρας Ιουστίνος Πόποβιτς, η αποδοχή τέτοιων θεωριών δημιουργεί πρόβλημα, διότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει διαίρεση της Εκκλησίας αλλά μόνο αποκοπή των αιρετικών από αυτήν, ενώ η αναζήτηση μιας αόρατης ενότητας αποτελεί μέρος ενός δογματικού μινιμαλισμού που αλλοιώνει την ορθόδοξη αυτοσυνειδησία.

Οι βασικές πτυχές της διδασκαλίας της Αόρατης Εκκλησίας

Οι κύριες πτυχές αυτής της διδασκαλίας που θεωρούνται προβληματικές είναι η αντιμετώπιση της ενότητας ως μελλοντικού στόχου, η άρνηση του αδιασπάστου της Εκκλησίας, η καλλιέργεια ενός αντορθόδοξου δογματικού, κανονικού και ηθικού μινιμαλισμού, καθώς και η ευθεία σύγκρουση με την οντολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας.

Οι συνέπειες του δογματικού μινιμαλισμού στην Ορθοδοξία

Ο δογματικός μινιμαλισμός προκαλεί διάβρωση της ορθόδοξης εκκλησιολογίας μέσω μιας εκκλησιολογικής νεωτερικότητας, αλλοιώνει τη θεώρηση προς τους ετεροδόξους, οδηγεί στην απομάκρυνση από θεμελιώδεις χριστιανικές αλήθειες όπως η ομολογία του Χριστού ως Σωτήρα, προκαλεί θεολογική σύγχυση γύρω από την Αγία Τριάδα, τη σωτηρία και τη φύση του ανθρώπου, επιφέρει την υποκατάσταση του Αγίου Πνεύματος από το πνεύμα του κόσμου, και τελικά απειλεί την ίδια την ορθόδοξη υπόσταση των πιστών οδηγώντας σε έναν νεφελώδη συγκρητισμό.

(Δογματικός μινιμαλισμός είναι  η υποβάθμιση ή η σύμπτυξη των βασικών αρχών/δογμάτων στο απολύτως «ελάχιστο» δυνατό, προκειμένου να διευκολυνθεί η συμφωνία ή η συνεργασία)

Η Συνέλευση του Άμστερνταμ (1948)

Η Συνέλευση του Άμστερνταμ αποτέλεσε την απαρχή της ορθόδοξης παρουσίας στο ΠΣΕ και έθεσε τα θεμέλια για την ανάγκη εσωτερικής συνεννόησης μεταξύ των Ορθόδοξων Εκκλησιών.

Οι συμμετέχοντες στη Συνέλευση του Άμστερνταμ

Από το Οικουμενικό Πατριαρχείο συμμετείχαν ο Μητροπολίτης Θυατείρων Γερμανός (Στρηνόπουλος) ως επικεφαλής και ως ένας από τους πρώτους Προέδρους του ΠΣΕ, ο Μητροπολίτης Ερμουπόλεως Ευάγγελος και ο Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Φλωρόφσκι, ενώ από την Εκκλησία της Ελλάδος συμμετείχαν ο Καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος ως επικεφαλής, καθώς και οι Καθηγητές Παναγιώτης Μπρατσιώτης, Βασίλειος Ιωαννίδης και Δημήτριος Μωραΐτης, την ίδια στιγμή που απουσίαζαν το Πατριαρχείο Μόσχας και οι Εκκλησίες της Ανατολικής Ευρώπης λόγω του σοβιετικού πολιτικού κλίματος και των αποφάσεων της Διάσκεψης της Μόσχας το 1948, οι οποίες εντάχθηκαν αργότερα στη Συνέλευση του Νέου Δελχί το 1961.

Οι αποφάσεις της Συνέλευσης του Άμστερνταμ

Εγκρίθηκε επίσημα το Καταστατικό του Συμβουλίου με σύνθημα «Αποφασίζουμε να μείνουμε μαζί» ως δέσμευση διαλόγου μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με κεντρικό θέμα «Η αταξία του ανθρώπου και το σχέδιο του Θεού» και έμφαση στην κοινωνική ευθύνη, την ειρήνη, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την ενότητα, ενώ οι Ορθόδοξοι αντιπρόσωποι κατέθεσαν ξεχωριστή Δήλωση ξεκαθαρίζοντας ότι η συμμετοχή τους αποτελεί μαρτυρία της μιας Εκκλησίας και όχι υποχώρηση στις εκκλησιολογικές τους αρχές, γεγονός που ανέδειξε την ανάγκη για τις Προσυνοδικές Πανορθόδοξες Διασκέψεις.

Το Άμστερνταμ (1948) εγκαινίασε τη θεσμική εμπλοκή στον διαχριστιανικό διάλογο, ενώ η Κρήτη (2016) προσέφερε τη συνοδική «νομιμοποίηση» αυτής της τακτικής, εισάγοντας ουσιαστικά την «παναίρεση του Οικουμενισμού» στη ζωή της Εκκλησίας.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ 


Η Πορεία προς την Σύνοδο της Κρήτης (2016)-Ιστορικοί σταθμοί-συμμετέχοντες και αποφάσεις (Α)



()

ΜΕΡΟΣ -Α

Έρευνα: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου.

Εισαγωγικά.

Η Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας (Κρήτη, 2016) υπήρξε το αποτέλεσμα μιας μακράς και εντατικής προπαρασκευαστικής πορείας που διήρκεσε σχεδόν έναν αιώνα. Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του προβληματισμού, των θεμάτων και της θεολογικής γλώσσας έπαιξαν τόσο οι Γενικές Συνελεύσεις του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών (ΠΣΕ) όσο και οι διμερείς και πολυμερείς Θεολογικοί Διάλογοι. Η παρούσα μελέτη επιχειρεί να αναδείξει τους κρίσιμους σταθμούς αυτής της πορείας.

Ξεκινάμε από σήμερα μια σειρά άρθρων, προκειμένου να καταγράψουμε τους βασικούς σταθμούς που έπαιξαν σημαντικότατο ρόλο στη σύγκληση της Συνόδου της Κρήτης. Ωστόσο, αυτή η μακρά και παρασκηνιακή προπαρασκευαστική πορεία προς την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης δεν υπήρξε απλώς μια γραφειοκρατική διαδικασία δεκαετιών, αλλά μια συστηματική και ασυγχώρητη προδοσία της Συνοδικής φύσης της Ορθοδοξίας. Οι Επίσκοποι και οι τοπικές Σύνοδοι, οχυρωμένοι πίσω από την αλαζονεία της εξουσίας τους, επέλεξαν συνειδητά το πέπλο της μυστικότητας, καταδικάζοντας το πιστό πλήρωμα της Εκκλησίας σε πλήρη άγνοια. Αντί να ενημερώσουν υπεύθυνα, να διαφωτίσουν και να αφουγκραστούν την αγωνία των πιστών, προτίμησαν να παραπλανήσουν τον λαό του Θεού με ασαφείς διακηρύξεις και θεολογικούς ελιγμούς, υποτιμώντας τη συνείδησή του και αντιμετωπίζοντάς τον ως αμέτοχο θεατή. Αντί να καλλιεργηθεί η εκκλησιαστική συνείδηση των πιστών, το ποίμνιο αφέθηκε θεολογικά ακατήχητο, ανίκανο να παρακολουθήσει τις εξελίξεις, ώστε να καταστεί ένας παθητικός και χειραγωγήσιμος θεατής.

Αυτή η ηχηρή και ένοχη σιωπή των ποιμένων δεν αποτελεί απλώς διοικητική αμέλεια, αλλά ευθεία καταγγελία μιας εκκλησιαστικής ηγεσίας που περιφρόνησε τον ίδιο της τον λαό για να εξυπηρετήσει διπλωματικές σκοπιμότητες. Όσο ο πιστός λαός παραμένει ακατήχητος και στο περιθώριο, τόσο ευκολότερα μετατρέπεται η Ορθόδοξη Μαρτυρία σε ακαδημαϊκή εισήγηση και διπλωματικά ανακοινωθέντα, σε μια προσπάθεια να φανεί αρεστή στον «σύγχρονο κόσμο» αντί να τον καλέσει σε μετάνοια.

Η Θεολογία δεν είναι ακαδημαϊκό προνόμιο των πανεπιστημίων και των γραφειοκρατών, αλλά βίωμα και αίμα των Αγίων και του πιστού Λαού. Όταν η ηγεσία επιλέγει να κρατά το ποίμνιο ακατήχητο για να αποφεύγει τον εκκλησιαστικό έλεγχο, υπονομεύει την ίδια την υπόσταση της Συνοδικότητας. Οι Σύνοδοι που αγνοούν το πλήρωμα της Εκκλησίας και σχετικοποιούν την Εκκλησιολογία, αυτοακυρώνονται στη συνείδηση του Ορθοδόξου λαού.Όταν η Θεολογία αποκόπτεται από έναν ακατήχητο και περιθωριοποιημένο Λαό και μετατρέπεται σε ακαδημαϊκή διπλωματία, παύει να είναι Ορθόδοξη.

 

ΜΕΡΟΣ -Α.

1902:  Πατριαρχική και συνοδική εγκύκλιος προς τους προκαθημένους των Ορθοδόξων Αυτοκεφάλων Εκκλησιών

Η Πατριαρχική και Συνοδική Εγκύκλιος του 1902, επί Πατριάρχου Ιωακείμ Γ΄, αποτελεί κομβικό σημείο στην εκκλησιαστική ιστορία.  Αρχικά, διαπιστώνεται μια επικίνδυνη μετάτοπιση από την παραδοσιακή «επιστροφή» στη «συνεργασία». Ενώ η αυθεντική ορθόδοξη εκκλησιολογία πρεσβεύει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία —όπου η ενότητα νοείται αποκλειστικά ως επιστροφή των αλλοδόξων στη μία αλήθεια και πίστη— η εγκύκλιος εισήγαγε μια διπλωματική διαμόρφωση του διαλόγου και τη διερεύνηση σημείων επαφής. Με τον τρόπο αυτό άνοιξε την πόρτα σε μια λογική εξίσωσης ή συνδιαλλαγής με τις ετερόδοξες κοινότητες, όπως τους Ρωμαιοκαθολικούς και τους Προτεστάντες, παραμερίζοντας τη θεμελιώδη απαίτηση της μετανοίας.

Παράλληλα, καταγράφεται μια μορφή εκκοσμίκευσης και εκκλησιολογικού συμβιβασμού, καθώς το ιστορικό πλαίσιο των αναταραχών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και ο ανερχόμενος εθνικισμός ώθησαν το Πατριαρχείο να αναζητήσει συμμάχους στη Δύση. Ωστόσο, η Εκκλησία δεν επιτρέπεται να υποτάσσει τη δογματική αλήθεια σε σκοπιμότητες διπλωματίας ή γεωπολιτικής επιβίωσης, διότι η προσπάθεια δημιουργίας ενός μετώπου χριστιανικών λαών απέναντι σε εξωτερικές απειλές αλλοίωσε την πνευματική της φύση.

Τέλος, η εγκύκλιος λειτούργησε ως ο «Δούρειος Ίππος» του μεταγενέστερου οικουμενισμού. Αν και διατηρούσε ακόμη ορισμένες παραδοσιακές ορθόδοξες επιφυλάξεις σε σύγκριση με την εγκύκλιο του 1920, αποτέλεσε το πρώτο ράγισμα, νομιμοποιώντας την ιδέα ότι η Ορθοδοξία οφείλει να συζητά επισημοποιημένα με την αιρετική Δύση σε θεσμικό επίπεδο και προετοιμάζοντας το έδαφος για τη συμμετοχή στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών και τις μεταγενέστερες συμπροσευχές.

Η  πρωτοβουλία του 1902, υπό το πρόσχημα της πανορθόδοξης ενότητας και της αντιμετώπισης των ιστορικών προκλήσεων, διολίσθησε από την ομολογία της αλήθειας στον θεολογικό μινιμαλισμό, ανοίγοντας την πόρτα στον εκκλησιολογικό σχετικισμό που ταλανίζει την Εκκλησία μέχρι σήμερα.

1920: Συνοδική εγκύκλιος προς «τάς απανταχού Εκκλησίας του Χριστού»

Η Πατριαρχική και Συνοδική Εγκύκλιος του 1920 (με τίτλο «Προς τας απανταχού Εκκλησίας του Χριστού») εκδόθηκε σε μια περίοδο που ο πατριαρχικός θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως τελούσε σε χηρεία (μετά την παραίτηση του Πατριάρχη Γερμανού Ε΄ το 1918)

Θεωρείται ως το πλέον καθοριστικό και επικίνδυνο βήμα στην ιστορία του  οικουμενισμού. Αν και παρουσιάστηκε ως μια προσπάθεια ανανέωσης της πανορθόδοξης ενότητας και διαμόρφωσης μιας κοινής χριστιανικής φωνής απέναντι στα δεινά της νέας εποχής, η εγκύκλιος αυτή εισήγαγε μια πρωτοφανή εκκλησιολογική εκτροπή.

Ο πυρήνας της  εκτροπής  είναι η επίσημη αναγνώριση των ετερόδοξων χριστιανικών ομολογιών ως ισότιμων «Εκκλησιών του Χριστού». Με τη χαρακτηριστική αυτή προσφώνηση, το Οικουμενικό Πατριαρχείο θεωρείται ότι εξίσωσε την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Ορθόδοξη Εκκλησία με τις αιρετικές κοινότητες της Δύσης, αμβλύνοντας τα δογματικά όρια και προωθώντας την ιδέα μιας αόριστης, «πλατιάς» χριστιανικής οικογένειας.

Επιπλέον, η πρόταση της εγκυκλίου για τη δημιουργία μιας «Κοινωνίας των Εκκλησιών» —στα πρότυπα της πολιτικής Κοινωνίας των Εθνών— αποδεικνύει την έντονη εισβολή της εκκοσμίκευσης και της πολιτικής διπλωματίας στα εκκλησιαστικά πράγματα, καθώς η δογματική ακρίβεια θυσιάστηκε στον βωμό της κοινωνικής αλληλεγγύης και της γεωπολιτικής σκοπιμότητας. Η εισαγωγή πρακτικών μέτρων, όπως η υιοθέτηση του κοινού ημερολογίου για τον συνεορτασμό των εορτών με τους ετεροδόξους και η διεξαγωγή συμπροσευχών, θεωρείται από τους επικριτές της ως η πρακτική εφαρμογή μιας «δογματικής αδιαφορίας».

Με την αντι-οικουμενιστική προσέγγιση, η Εγκύκλιος του 1920 δεν αποτελούσε απλώς μια διπλωματική πρωτοβουλία, αλλά μια ουσιαστική αλλοίωση της ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας, η οποία νομιμοποίησε τον εκκλησιολογικό σχετικισμό και άνοιξε διάπλατα τον δρόμο για τη μεταγενέστερη οργανική συμμετοχή των Ορθοδόξων στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών.

Συνυπογράφηκε από τον ίδιο και τα μέλη της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου: † Ο Κυζίκου Αθανάσιος, † Ο Νικομηδείας Φιλόθεος, † Ο Νικαίας Ιερώνυμος, † Ο Προύσης Ναθαναήλ, † Ο Νεοκαισαρείας Αλέξανδρος, † Ο Μυτιλήνης Κύριλλος, † Ο Δυρραχίου Προκόπιος, † Ο Βελλάς και Κονίτσης Κωνστάντιος, † Ο Δρυϊνουπόλεως Λεόντιος, † Ο Ελασσώνος Πολύκαρπος, † Ο Καρπάθου και Κάσου Σωφρόνιος.

 


1923

Το 1923 αποτελεί σημείο-καμπή για τη σύγχρονη ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, καθώς σηματοδοτεί την πρώτη ουσιαστική προσπάθεια υλοποίησης της ιδέας μιας Πανορθόδοξης Συνόδου. Η πρωτοβουλία ήταν του Οικουμενικού Πατριάρχη Μελετίου Δ΄ (Μεταξάκη) για τη σύγκληση του Πανορθοδόξου Συνεδρίου στην Κωνσταντινούπολη (10 Μαΐου – 8 Ιουνίου 1923)  έγινε μέσα στο ραγδαία μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό τοπίο μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Μικρασιατική Καταστροφή. Η κατάρρευση της Οθωμανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας αναδιαμόρφωσε ριζικά τον χάρτη: το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως βρέθηκε σε εξαιρετικά εύθραυστη θέση στο έδαφος της αναδυόμενης Τουρκικής Δημοκρατίας εν μέσαις των διαπραγματεύσεων της Λωζάνης, ενώ η Εκκλησία της Ρωσίας δεχόταν σκληρούς διωγμούς από το μπολσεβικικό καθεστώς.

Στο πλαίσιο αυτό, η απόφαση για τη σύσταση ειδικής Επιτροπής επί της συγκλήσεως της «μεγάλης Συνόδου», υπό την προεδρία του Μητροπολίτη Κυζίκου Καλλινίκου (1855-1934), φανέρωνε τη σοβαρότητα της πρόθεσης και το θεσμικό βάρος του εγχειρήματος. Ο Καλλίνικος (Δεληκανής), ανέλαβε να συντονίσει την προπαρασκευαστική διαδικασία και να κωδικοποιήσει τα ζητήματα που απασχολούσαν τις Αυτοκέφαλες Εκκλησίες. Παρά την απουσία ορισμένων Πατριαρχείων (όπως Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων) λόγω επιφυλάξεων, το Συνέδριο έλαβε σημαντικές αποφάσεις, με κυριότερη τη διόρθωση του Ιουλιανού Ημερολογίου (Διορθωμένο  Ιουλιανό) για τις ακίνητες εορτές, καθώς και τη μελέτη ποιμαντικών και κανονικών θεμάτων (όπως ο γάμος των κληρικών μετά τη χειροτονία).

Ωστόσο, οι πολιτικές συνθήκες και οι έντονες ενδοορθόδοξες διαφωνίες καθυστέρησαν την υλοποίηση της Μεγάλης Συνόδου για δεκαετίες. Η εφαρμογή του Νέου Ημερολογίου προκάλεσε εσωτερικούς διχασμούς και το Παλαιοημερολογίτικο ζήτημα , ενώ οι πολιτικές πιέσεις οδήγησαν σύντομα τον Πατριάρχη Μελέτιο Δ΄ σε παραίτηση. Αντί να θέσει τις βάσεις για την ενότητα, τραυμάτισε το κύρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, διέσπασε το ποίμνιο και καθυστέρησε την πραγματική πανορθόδοξη συνεννόηση για έναν σχεδόν αιώνα.

Στο Συνέδριο συμμετείχαν εκπρόσωποι από ορισμένες από τις κυριότερες Ορθόδοξες Εκκλησίες της εποχής:

  • Από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, εκτός από τον Πατριάρχη Μελέτιο Δ΄ και τον Μητροπολίτη Κυζίκου Καλλίνικο, συμμετείχε ο Μητροπολίτης Νίκαιας Βασίλειος (μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Βασίλειος Γ΄).
  • Την Εκκλησία της Ελλάδος εκπροσώπησαν ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Α΄ και ο Μητροπολίτης Κρήτης Ευγένιος.
  • Την Εκκλησία της Σερβίας εκπροσώπησε ο Μητροπολίτης Μαυροβουνίου Γαβριήλ (μετέπειτα Πατριάρχης Σερβίας), συνοδευόμενος από τον διακεκριμένο Σέρβο αστρονόμο και μαθηματικό Μιλούτιν Μιλάνκοβιτς (Milutin Milanković), ο οποίος διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της επιστημονικής πρότασης για τη μεταρρύθμιση του ημερολογίου.
  • Από την Εκκλησία της Ρουμανίας συμμετείχε ο Μητροπολίτης Σουτσεάβης Δημήτριος.
  • Την Εκκλησία της Κύπρου εκπροσώπησε αντιπροσωπεία εκ μέρους του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Βασιλείου.

Στον αντίποδα, υπήρξαν ηχηρές απουσίες: τα παλαίφατα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων απουσίαζαν λόγω σοβαρών επιφυλάξεων σχετικά με τη σκοπιμότητα, την αντικανονικότητα και το βεβιασμένο της σύγκλησης, αλλά και εξαιτίας των τοπικών πολιτικών αναταραχών. Παράλληλα, η Εκκλησία της Ρωσίας αδυνατούσε να συμμετάσχει επισήμως λόγω του αμείλικτου διωγμού της από το σοβιετικό καθεστώς.

Παρά την ελλιπή αυτή σύνθεση, το Συνέδριο έλαβε σημαντικές αποφάσεις, με κυριότερη τη διόρθωση του Ιουλιανού Ημερολογίου (Διορθωμένο Ιουλιανό) για τις ακίνητες εορτές, καθώς και τη μελέτη ποιμαντικών και κανονικών θεμάτων, όπως ο γάμος των κληρικών μετά τη χειροτονία.

Ωστόσο, οι πολιτικές συνθήκες και οι έντονες ενδοορθόδοξες διαφωνίες καθυστέρησαν την υλοποίηση μιας πραγματικής Μεγάλης Συνόδου για δεκαετίες. Η εφαρμογή του Νέου Ημερολογίου προκάλεσε εσωτερικούς διχασμούς και τη γέννηση του Παλαιοημερολογίτικου ζητήματος, ενώ οι πολιτικές πιέσεις οδήγησαν σύντομα τον Πατριάρχη Μελέτιο Δ΄ σε παραίτηση. Αντί να θέσει τις βάσεις για την ενότητα, το εγχείρημα τραυμάτισε το κύρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, διέσπασε το ποίμνιο και καθυστέρησε την πραγματική πανορθόδοξη συνεννόηση για έναν σχεδόν αιώνα.

Στη συνέχεια, η επικράτηση συμπαγών αθεϊστικών καθεστώτων στην Ανατολική Ευρώπη κατά τον 20ό αιώνα κατέστησε αδύνατη την άμεση πραγμάτωση της Συνόδου, η οποία τελικά υλοποιήθηκε δεκαετίες αργότερα, με την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης το 2016.

 

 

Στο Πανορθόδοξο Συνέδριο της Κωνσταντινούπολης (10 Μαΐου – 8 Ιουνίου 1923), το οποίο συγκλήθηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Μελέτιο Δ΄ (Μεταξάκη), παρευρέθηκαν ως παρατηρητές/εκπρόσωποι ετερόδοξων χριστιανικών ομολογιών οι εξής:

  1. Αγγλικανική Εκκλησία:
    • Επίσκοπος Charles Gore (πρώην Επίσκοπος της Αγγλικανικής Εκκλησίας στην Αγγλία, της Διοίκησης της Οξφόρδης). Παρακολούθησε τις συνεδριάσεις ως εκπρόσωπος της Αγγλικανικής Κοινωνίας, στο πλαίσιο του οικουμενικού διαλόγου και των προσπαθειών προσέγγισης μεταξύ Ορθοδόξων και Αγγλικανών.
  2. Παλαιοκαθολική Εκκλησία:
    • Adolf Küry (Ελβετός θεολόγος, ο οποίος στη συνέχεια χειροτονήθηκε Επίσκοπος των Παλαιοκαθολικών στην Ελβετία). Συμμετείχε ως παρατηρητής εκπροσωπώντας την Παλαιοκαθολική Εκκλησία.

 

Το «Πανορθόδοξο»  Συνέδριο του 1923 δεν αποτελεί συνέχεια της Ορθόδοξου Παραδόσεως, αλλά την πρώτη επίσημη εισαγωγή του μοντερνισμού και του οικουμενιστικού συγκρητισμού στην Εκκλησία, η οποία διέσπασε την ενότητα των πιστών και δημιούργησε το τραγικό εσωτερικό σχίσμα.

Στη συνέχεια, η επικράτηση συμπαγών αθεϊστικών καθεστώτων στην Ανατολική Ευρώπη κατά τον 20ό αιώνα κατέστησε αδύνατη την άμεση πραγμάτωση της Συνόδου, η οποία τελικά υλοποιήθηκε αιώνες μετά, με την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης το 2016.

 

Η περίοδος 1924–1926.

Το 1924 εκδηλώθηκε έντονη κινητικότητα για τη σύγκληση μιας Πανορθόδοξης ή Οικουμενικής Συνόδου. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος Ζ΄ απηύθυνε πρόσκληση για τη διεξαγωγή της στα Ιεροσόλυμα την Πεντηκοστή του 1925, ενώ ο Μητροπολίτης Νικαίας Βασίλειος απέστειλε το σχετικό διάγραμμα εργασιών. Παράλληλα, οι Πατριάρχες Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων με κοινό γράμμα ζήτησαν την εσπευσμένη σύγκληση Μεγάλης Τοπικής ή Οικουμενικής Συνόδου εντός του 1924.

Παρά την ευρεία υποστήριξη, η πρώτη αυτή απόπειρα (1925) απέτυχε λόγω ανυπέρβλητων πρακτικών δυσκολιών, έλλειψης συναίνεσης και των οξυμένων πολιτικών συνθηκών της εποχής (συνέπειες του Ελληνοτουρκικού Πολέμου, ανταλλαγή πληθυσμών). Η δεύτερη προσπάθεια (1926) οδήγησε στην απόφαση σύγκλησης μιας Προσυνόδου, εγκαινιάζοντας τη λογική των προπαρασκευαστικών σταδίων για όλες τις μελλοντικές πρωτοβουλίες.

Η Σταδιακή Προετοιμασία και η Αναβολή (1929–1932)

Για την αποτελεσματικότερη προετοιμασία της Προσυνόδου, αποφασίστηκε το 1929 η συγκρότηση μιας Προκαταρκτικής Διορθοδόξου Επιτροπής. Η Επιτροπή αυτή συνεδρίασε το 1930 στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου στο Άγιο Όρος —έναν χώρο με ιδιαίτερο συμβολισμό για την πανορθόδοξη ενότητα— σηματοδοτώντας την έναρξη της ουσιαστικής προπαρασκευαστικής διαδικασίας.

Ωστόσο, η πορεία αυτή ανέκοψε βίαια το 1932, όταν η σύγκληση της Προσυνόδου αναβλήθηκε επ' αόριστον εξαιτίας της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και των αυξανόμενων πολιτικών εντάσεων στην Ευρώπη.

 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ